Στον σάτυρο μιας παλιάς βρύσης (Μιλτιάδης Μαλακάσης)

Φαῦνοι καὶ Σιληνοὶ Θεοὶ στὸ βάθρο ἑνὸς Σατύρου
καὶ τὸ νερὸ ποὺ ἀκίνητό τους καθρεφτίζει,
ὅραμα πράο καὶ θλιβερὸν ὅλα τριγύρου,
ὅλα τῆς μούχλας τ᾿ ἄρωμα τ᾿ ἀρωματίζει…
Ὦ Θεὲ τοῦ πόθου, ἡ δόξα σου αἰώνια νἆναι!
Ἔτσι νὰ μένεις τραγικὸς πιὸ κι ἀπὸ μόνος
χωρὶς λαλήματα τερπνὰ πουλιῶν ποὺ πᾶνε,
χωρὶς ἕνας ἀπάνω σου πράσινος κλῶνος…
Ρόδα καὶ φύλλα στὴν κορφὴ τὴν ἱερή σου,
ἀπ᾿ τὴ λειχήνα κι ἀπ᾿ τὰ μούσκλια φαγωμένα,
κι ἡ νύφη Ἀμαδρυάδα σου, ἔγνοια πικρή σου,
τόσο ποτὲ ὅσο σήμερα μακριὰ ἀπὸ σένα.
Ἀνήλεη πνέει ἡ πνοὴ στὰ μυροβόλα,
κι ἁγιάγερτη ἡ ἐπιστροφὴ τῶν ὅσων κλαῖμε,
μὰ πάνω ἀπ᾿ τὰ παράπονα, τὰ δάκρυα ὅλα,
τὰ ποὺ ποτὲ δὲ θ᾿ ἀνεβοῦν, τὰ ποὺ δὲ λέμε.
Αἷμα χυμένο τῶν ἀνθὼν κι αἷμα χυμένο
ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ τόσων πουλιῶν, τόσων θανάτων…
Κι ἐγὼ στὸ στοιχειωμένονε κύκλο νὰ μένω
τοῦ Σάτυρου, τῶν Χιμαιρῶν καὶ τῶν Τεράτων!
Painting by Gustave Moreau : Dead Poet Carried by a Centaur–1890.
