Σκύθες (Ηροδότος) Δ βιβλίο 430π.χ

Λοιπόν σε κάθε περιφέρεια πάνω σ᾽ αυτόν τον όγκο έχουν στήσει όρθιον σιδερένιο ακινάκη του παλιού καιρού, κι αυτός είναι το άγαλμα του Άρη. Σ᾽ αυτόν τον ακινάκη προσφέρουν κάθε χρόνο θυσίες βοσκημάτων κι αλόγων, αλλά, πέρ᾽ απ᾽ ό,τι στους άλλους θεούς, του κάνουν επιπλέον και την εξής θυσία: [4.62.3] από τους εχθρούς που πιάνουν ζωντανούς, στους εκατό τον ένα τον θυσιάζουν, όχι βέβαια με τον ίδιο τρόπο με τα βοσκήματα, αλλά διαφορετικά· δηλαδή ραντίζουν τα κεφάλια τους με κρασί κι ύστερα σφάζουν τους ανθρώπους μέσα σε αγγείο που το ανεβάζουν πάνω στο σωρό των φρυγάνων και καταβρέχουν τον ακινάκη με το αίμα. [4.62.4] Λοιπόν, στο πάνω μέρος του σωρού ανεβάζουν αυτό το αγγείο, ενώ στο κάτω μέρος, δίπλα στο ναό, κάνουν τα εξής: όλων των αντρών που κατάσφαξαν κόβουν τον δεξιό ώμο μαζί με το χέρι και τον πετούν με ορμή στον αέρα, κι έπειτα, αφού τελειώσουν και με τα υπόλοιπα σφάγια, γυρίζουν στα σπίτια τους· και το χέρι κείτεται στο μέρος που έπεσε, και σ᾽ άλλο μέρος το πτώμα του νεκρού.
Αυτές λοιπόν είναι οι καθιερωμένες θυσίες τους· τους χοίρους δεν έχουν τί να τους κάνουν, ούτε τρέφουν χοίρους στη χώρα τους — ούτε να τους δουν στα μάτια τους!
ἐπὶ τούτου δὴ τοῦ ὄγκου ἀκινάκης σιδήρεος ἵδρυται ἀρχαῖος ἑκάστοισι, καὶ τοῦτ᾽ ἐστὶ τοῦ Ἄρεος τὸ ἄγαλμα. τούτῳ δὲ τῷ ἀκινάκῃ θυσίας ἐπετείους προσάγουσι προβάτων καὶ ἵππων, καὶ δὴ καὶ τοισίδ᾽ ἔτι πλέω θύουσι ἢ τοῖσι ἄλλοισι θεοῖσι. [4.62.3] ὅσους [δ᾽] ἂν τῶν πολεμίων ζωγρήσωσι, ἀπὸ τῶν ἑκατὸν ἀνδρῶν ἄνδρα ἕνα θύουσι τρόπῳ οὐ τῷ αὐτῷ [ᾧ] καὶ τὰ πρόβατα, ἀλλ᾽ ἑτεροίῳ· ἐπεὰν γὰρ οἶνον ἐπισπείσωσι κατὰ τῶν κεφαλέων, ἀποσφάζουσι τοὺς ἀνθρώπους ἐς ἄγγος καὶ ἔπειτα ἀνενείκαντες ἄνω ἐπὶ τὸν ὄγκον τῶν φρυγάνων καταχέουσι τὸ αἷμα τοῦ ἀκινάκεος. [4.62.4] ἄνω μὲν δὴ φορέουσι τοῦτο, κάτω δὲ παρὰ τὸ ἱρὸν ποιεῦσι τάδε· τῶν ἀποσφαγέντων ἀνδρῶν τοὺς δεξιοὺς ὤμους πάντας ἀποταμόντες σὺν τῇσι χερσὶ ἐς τὸν ἠέρα ἱεῖσι καὶ ἔπειτα καὶ τὰ ἄλλα ἀπέρξαντες ἱρήια ἀπαλλάσσονται· χεὶρ δὲ τῇ ἂν πέσῃ κεῖται καὶ χωρὶς ὁ νεκρός.Θυσίαι μέν νυν αὗταί σφι κατεστέασι, ὑσὶ δὲ οὗτοι οὐδὲν νομίζουσι οὐδὲ τρέφειν ἐν τῇ χώρῃ τὸ παράπαν θέλουσι.
Ηρόδοτου χάρτης 430πχ
