Οδύσσεια (Όμηρος) μετ.του Νίκου Καζαντζάκη (Ραψωδία Α’)

Δυο μήνες πάνε πια στης πλούσιας Πύλος
τ’ αμμουδερά ακρογιάλια που περνούσα.
Νοτιάς φυσούσε, ξέσπασεν η μπόρα,
κι από τα μαύρα νέφαλα χυνόταν
βαριά νεροποντή κι ολούθε ο μέγας
μας τυραγνούσε κεραυνός του Δία.
Στο φως μιας αστραπής, βιγλίζω απάντεχα
τον Οδυσσέα στη μέση του πελάγου,
γαλήνιο να κρατά το δοιάκι,
κατάματα στηλώνοντας τη μπόρα!
«Δυσσέα του κράζω, πας για την πατρίδα;
Πια μες στης θεάς την κλίνη δε χωρούσες;»
Μ΄ αυτός, με το τιμόνι στην παλάμη
και τ’ αρμυρά δαγκώνοντας μουστάκια,
τήραε μακριά σκυφτός και δεν έστράφη!
