Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Διάφορα · 02/10/2026

Καπνισμένο τσουκάλι (Γιάννης Ρίτσος)


Καπνισμένο τσουκάλι (Γιάννης Ρίτσος)

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ! Πολύ μακρύς αδελφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια
που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας “πέρασε η ώρα”
εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα
σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους
των φυλακών,
σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθάνατων
– μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι που ‘σκιζε σίγουρα το χρόνο,
σε κάποιους στίχους που έμειναν στη μέση για να τους τελειώσουμε,
σε κάποιους στίχους που τελείωσαν για να μην τελειώσουμε.

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ -δύσκολος δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς
όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου, και μετράς το σφυγμό του,
πάνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρος δρόμος.

Δίπλα σου, αυτός ο ανάπηρος πριν κοιμηθεί, βγάζει το πόδι του,
τ’ αφήνει στην γωνία, ένα κούφιο ξύλινο πόδι,
πρέπει να το γεμίσεις, όπως γεμίζεις τη γλάστρα με χώμα,
να φυτέψεις τα λουλούδια,
όπως γεμίζει το σκοτάδι με αστέρια,
όπως γεμίζει λίγο-λίγο η φτώχεια, στοχασμό κι αγάπη.

Το ‘χουμε πάρει απόφαση, μια μέρα όλοι οι άνθρωποι να ‘χουνε δύο πόδια,
ένα χαρούμενο γεφύρι από μάτια σε μάτια,
από καρδιά σε καρδιά. Γι αυτό όπου καθίσεις,
ανάμεσα στα τσουβάλια του καταστρώματος, φεύγοντας για την εξορία
πίσω από τα σίδερα του τμήματος μεταγωγών,
κοντά στο θάνατο που δε λέει “αύριο”,
ανάμεσα σε χιλιάδες δεκανίκια, από πικρά σακατεμένα χρόνια,
εσύ λες “αύριο”, και κάθεσαι ήσυχος και βέβαιος,
όπως κάθεται ένας δίκαιος άνθρωπος αντίκρυ στους ανθρώπους.

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να ‘ναι κι απί αίμα.
όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα,
μπορεί να ‘ναι κι απ’ το λιόγερμα, που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.

Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν
και ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ’ τα κάγκελα,
είναι οι φωνές των παιδιών, και το σφύριγμα του τραίνου.

Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά,
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ’ έναν κάμπο με στάχυα,
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών,
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα,
για να βρεις λίγο χώρο να απλώσεις τα πόδια σου.

Κείνες τις ώρες, σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα,
το τσιγάρο κομμένο στη μέση, γυρίζει από στόμα σε στόμα,
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος,- βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης, Χαμογελάμε.

Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο, το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο-όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος,
παράνομη και η αλήθεια.
Κρύβουμε το χαμόγελο,
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας, τη φωτογραφία της αγαπημένης μας,
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς, ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο,
κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν.

Ξέρουμε πως ο ίσκιος μας, θα μείνει πάνου στα χωράφια,
πάνω στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου,
πάνω στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που θα χτίζονται αύριο,
πάνου στην ποδιά της μητέρας, που καθαρίζει φρέσκα φασολάκια,
στη δροσερή αυλόπορτα.
Το ξέρουμε.

Ευλογημένη ας είναι η πίκρα μας.
Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας.
Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται.

Κάποτες, είμαστε πολύ περήφανοι αδελφέ μου,
γιατί δεν είμαστε καθόλου σίγουροι.
Μεγάλα λόγια λέγαμε,
πολλά χρυσά γαλόνια βάζαμε στα μπράτσα του στίχου μας,
ένα ψηλό λοφίο ανέμιζε στο μέτωπο του τραγουδιού μας,
κάναμε θόρυβο-φοβόμαστε, γι αυτό κάναμε θόρυβο,
σκεπάζαμε το φόβο μας με τη φωνή μας,
χτυπούσαμε τα τακούνια μας στο πεζοδρόμιο,
ανοιχτές δρασκελιές, καμπανιστές,
όπως εκείνες οι παρελάσεις, με τα άδεια κανόνια,
που τις κοιτάν οι άνθρωποι απ’ τα πορτοπαράθυρα,
και που κανείς δεν τις χειροκροτάει.

Τότες βγάζαν λόγους στις ξύλινες εξέδρες, στα μπαλκόνια,
φώναζαν τα ραδιόφωνα, ξανά ‘λέγανε τους λόγους,
πίσω απ’ τις σημαίες κρυβόταν ο φόβος,
μέσα στα τύμπανα αγρυπνούσαν οι σκοτωμένοι,
κανείς δεν καταλάβαινε τι γινόταν,
οι σάλπιγγες μπορεί να δίναν το ρυθμό στα βήματα,
δε δίναν το ρυθμό στην καρδιά. Ψάχναμε το ρυθμό.

Οι αντιφεγγιές απ’ τα όπλα, και τα τζάμια, κάτι δίναν στα μάτια,
μια στιγμή – τιίποτα άλλο,
ύστερα κανένας δεν θυμόταν λέξη, δεν θυμόταν πρόσωπο και ήχο.

Το βράδυ, όταν σβήναν τα φώτα, κι έσερνε ο αγέρας στους δρόμους τις χάρτινες σημαιούλες,
κι η βαριά σκιά ενός οδοστρωτήρα έμενε στην πόρτα,
εμείς αγρυπνούσαμε,
μαζεύαμε τη σκόρπια βουή των δρόμων,
μαζεύαμε τα σκόρπια βήματα,
βρίσκαμε το ρυθμό, την καρδιά, τη σημαία.

Και να αδελφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζουμε,
ήσυχα-ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα-δε χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί,
θα βρούμε αυτά τα λόγια, που παίρνουν το ίδιο βάρος,
σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη,
έτσι να λέμε πια τα σύκα: σύκα, και τη σκάφη: σκάφη,
κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε:”τέτοια ποιήματα,
σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα”.
Αυτό θέλουμε και εμείς.
Γιατί εμείς,δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε, για να σμίξουμε τον κόσμο.

Λοιπόν, δεν είναι ανάγκη να φωνάξω για να με πιστέψουν,
να πουν:”όποιος φωνάζει έχει δίκιο”.
Εμείς το δίκιο τόχουμε μαζί μας, και το ξέρουμε,
κι όσο σιγά κι αν σου μιλήσω, ξέρω πως θα με πιστέψεις-
συνηθίσαμε στη σιγανή κουβέντα στα κρατητήρια, στις συνεδριάσεις,
στη συνωμοτική δουλειά της κατοχής,
συνηθίσαμε στα μικρά σταράτα λόγια, πάνου απ’ το φόβο,
και πάνου απ’ τον πόνο,
ημέρα, ώρα, σύνθημα στις τρομερές μουγγές γωνιές της νύχτας,
στις διασταυρώσεις του χρόνου, που μια στιγμή τις φώτιζε
ο προβολέας του μέλλοντος-
βιαστικά λόγια, μια μικρή περίληψη της ζωής, τα κύρια σημεία μονάχα,
γραμμένα στο κουτί των τσιγάρων, η σ’ ένα τόσο δα χαρτί,
κρυμμένο στο παπούτσι, η στο στρίφωμα του σακακιού μας,
ενα μικρό χαρτί, σαν ένα μεγάλο γεφύρι, πάνου απ’ το θάνατο.

Α! βέβαια, όλα τούτα θα πουν, δεν είναι τίποτα.
Όμως εσύ αδελφέ μου, ξέρεις πως από τούτα τα απλά λόγια,
από τούτες τις απλές πράξεις, από τούτα τα απλά τραγούδια,
μεγαλώνει το μπόι της ζωής, μεγαλώνει ο κόσμος,
μεγαλώνουμε.

Κι όχι να πείτε πούκανα και τίποτα σπουδαίο,
μόνο που πέρασα και ακούμπησα στον ίδιο τοίχο,
που ακουμπήσατε συντροφιά μου,
μόνο που διάβασα στα τμήματα μεταγωγών,
τα ονόματα των ηρώων και των μαρτύρων μας,
μόνο που φόρεσα τις ίδιες χειροπέδες που φορέσατε,
μόνο που πόνεσα μαζί σας, κι ονειρεύτηκα μαζί σας,
μόνο που σε βρήκα και βρήκες, σύντροφε.

Ο Μπαρμπα-Χρίστος, έχτισε το φούρνο του στρατοπέδου.
Είχα σταθεί και κοίταζα τα σίγουρα γεροντικά του χέρια,
τούτα τα απλά, σοφά, συντροφικά του χέρια-
ώρα την ώρα ο φούρνος ψήλωνε,
ψήλωνε ο κόσμος,
ψήλωνε η αγάπη,
κι όταν γεύτηκα το πρώτο κομμάτι απ’ το ζεστό καρβέλι μας,
μ’ αυτή τη γεύση πήρα μέσα μου
κάτι απ’ τα σοφά χέρια του γέρο – χτίστη,
κάτι απ’ τα χέρια όλων των συντρόφων που ζυμώνουν το ψωμί του κόσμου,
εκείνη τη γαλήνια σιγουριά του ανθρώπου
που φτιάχνει ωφέλιμα κι απαραίτητα πραάματα.

Ύστερα μάθαμε πολύ περισσότερα, μα αν θα καθόμουν
να σας τα ιστορήσω όλα,
δε θα τελείωνε ποτέ το τραγούδι μου,
όπως ποτέ δεν τελειώνει η αγάπη μας, η ζωή, ο ήλιος.

Κι έρχομαι μονάχα να σ’ αγκαλιάσω και να κλάψω αδελφέ μου,
όπως ο ερωτευμένος που γυρνάει από χρόνια στην καλή του,
και μ’ ένα του φιλί, της λέει όλα τα χρόνια που περίμενε,
κι όλα τα χρόνια που τους περιμένουν, πέρα απ’ το φιλί τους.

Εμείς, ώρες πολλές κοιτάζαμε το ίδιο σημάδι,
πολλές ζωές το ψάξαμε τούτο το σημάδι,
ως να του εμπιστευτούμε την καρδιά μας, και τα χέρια μας.

Κι απ’ αυτό που το κοιτάξανε χιλιάδες πονεμένοι άνθρωποι,
παίρνει κάτι απ’ τα μάτια μας, κι απ’ το σμίξιμο των ματιών μας,
και μεγαλώνει, μεγαλώνει, μεγαλώνει,
όπως το ζυμάρι στη σκάφη, το δέντρο στον ήλιο,
η ελπίδα στην καρδιά μας.

Και τ’ άλλα πάλι, τα πολύ μεγάλα, τ’ άπιαστα κι αθώρητα,
απ’ το πολύ που τα κοιτάξαμε μαζί και τ’ αγαπήσαμε μαζί,
έγιναν πια δικά μας, ένα με μας, τάχουμε δίπλα μας,
σαν την αλατιέρα, σαν το πιρούνι, σαν το πιάτο,
και τώρα το ίδιο απλά και γκαρδιακά, κοιτάζουμε ένα φύλλο ή ένα αστέρι,
την πέτρα όπου καθόμαστε, ή τα ψηλά φουγάρα του μέλλοντος.

Η καρδιά μου σήμερα, δε μοιάζει με κανένα σύγνεφο,
χρυσό που λαμπαδιάζει στο λιόγερμα,
μήτε με κανέναν άγγελο που στρώνει το τραπέζι μες στα δέντρα του παραδείσου,
τινάζοντας με τ’ άσπρα του φτερά τα ψίχουλα των άστρων
απ’ τις γενειάδες των παλιών Αγίων.

Τίποτα τέτοιο.
Η καρδιά μου είναι τώρα ένα φαρδύ χωματένιο τσουκάλι,
που μπήκε πολλές φορές στη φωτιά.
που μαγείρεψε χιλιάδες φορές για τους φτωχούς
για τους ξωμάχους, για τους περατάρηδες
για τους εργάτες και για τις πικρές μανάδες τους,
για τον πεινασμένο ήλιο, για τον κόσμο-ναι για όλο τον κόσμο-
ένα φτωχό, καπνισμένο μαυρισμένο τσουκάλι,
που κάνει καλά τη δουλειά του,
που βράζει άγρια ραδίκια του βουνού, κι αραιά και που,
κάνα κοψίδι κρέας,
κι από κάτου συδαυλίζουν τη φωτιά τα πεινασμένα αδέλφια μου,
καθένας βάζει και το ξύλο του,
καθένας καρτεράει το μερτικό του.

Κάθονται γύρω-γύρω, μαζί με τ’ αρνιά και τα γελάδια,
όπως καθόσαστε τώρα εσείς τριγύρω μου,
μιλάνε για τη βροχή, για τον ήλιο, για την ειρήνη,
μιλάνε για τον καιρό, για τη σπορά, για τη σοδειά,
για κείνο το σημάδι που όλο και περισσότερα μάτια το κοιτάζουν,
για κείνο το άστρο που δε σβήνει με κανέναν άνεμο,
κι οι πεθαμένοι μαζεύονται γύρω από την τάβλα μας,
και περιμένουν κι αυτοί το μερτικό τους.
Και τούτο το τσουκάλι βράζει, βράζει τραγουδώντας.

Τούτες τις μέρες, ο άνεμος μας κυνηγάει.
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα,
γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα,
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα. Πολύ κρύο φέτος.

Ποιο κοντά. Ποιο κοντά. Μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους.
Μέσα στις τσέπες του παλιού παντελονιού τους,
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά.

Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν, απ’ την βροχή και την απόσταση.
Η ανάσα τους είναι ο καπνός ενός τραίνου, που πάει μακριά, πολύ μακριά.
Κουβεντιάζουν, και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας,
γίνεται σαν μητέρα, που σταυρώνει τα χέρια της κι ακούει.

Κι ακούω και γω, και παίρνω κι αυγαταίνω-ριχνω και γω καμιά κουβέντα
που και που,
όπως ρίχνουμε ένα ξύλο στη φωτιά-
φουντώνει η φλόγα, γίνεται πιότερο το φως -ξύλο το ξύλο-
κοκκινίζουν οι τοίχοι, αποτραβιέται ο άνεμος,
τρίζει το παραθυρόφυλλο,
ακούγεται έξω κάποιο γαιδουράκι που βοσκάει ακόμα στο γρασίδι,
και το σκυλί κάθεται ήσυχο μπροστά στα πόδια των πεθαμένων.
Όλοι περιμένουμε να ξημερώσει.

Έπεσε ο άνεμος, Σιωπή. Στη γωνιά της κάμαρας,
ένα αλέτρι συλλογισμένο, περιμένει τ’ όργωμα.
Ακούγεται πιο καθαρά, το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο,
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας οι δυνατοί,
είναι οι ξωμάχοι, οι σπουδαστές, κι οι προλετάριοι-
κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνία μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο βράχο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.
Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σαν βαγόνια με κάρβουνο
τα χέρια τους είναι η σιγουριά-
αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία του ανθρώπου
με τη φαρδιά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνω από το γκρεμό.

Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα, δεν είναι μονάχα στα μητρώα των φυλακών,
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα, είναι οι πυκνές σιδηροδρομικές γραμμές,
που διασχίζουν το μέλλον.
Κι η καρδιά μου εμένα, τίποτα πιότερο συντροφιά μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι,
που κάνει καλά τη δουλειά του- τίποτ’ άλλο.
Γεια σας σύντροφοι.

Λοιπόν παιδιά μου, συλλογιέμαι τώρα σαν τον παππού που λέει παραμύθια
(και μη θυμώσετε που σας λέω παιδιά μου,
μόνο στα χρόνια μπορεί νάμαι πιο μεγάλος σε τίποτα άλλο
κι αύριο θα με πείτε εσείς: παιδί μου, και γω δε θα θυμώσω,
γιατί όσο θάναι νιότη μες στον κόσμο θάμαι νέος
και να με λέτε :παιδί μου παιδιά μου),
λοιπόν παιδιά μου, συλλογιέμαι τώρα
να βρω μια λέξη να ταιριάζει στο μπόι της λευτεριάς
μήτε πιο ψηλή, μήτε πιο κοντή-
το περίσσιο είναι ψεύτικο,
το λιγοστό είναι ντροπαλό,
και γω δεν τοχω σκοπό να καμαρώσω
για τίποτα πιότερο, για τίποτα λιγότερο από άνθρωπος.

Θα βρούμε το τραγούδι μας. Καλά πάμε. Τι λες και συ σύντροφε;
Καλά, καλά.
Βράσανε τα ραδίκια. Λιγοστό το λάδι. Δεν πειράζει.
Περισσεύει η όρεξη κι η καρδιά. Είναι ώρα.

Εδώ είναι ένα φως αδελφικό-απλά τα χέρια και τα μάτια.
Εδώ δεν είναι νάμαι εγώ πάνω από σένα, ή εσύ πάνω από μένα.
Εδώ είναι νάναι ο καθένας μας πάνω από τον εαυτό του.

Εδώ είναι ένα φως αδελφικό, που τρέχει σαν ποτάμι δίπλα στον μεγάλο τοίχο.
Αυτό το ποτάμι το ακούμε ως και μέσα στον ύπνο μας.
Κι όταν κοιμόμαστε, τόνα μας χέρι κρεμασμένο απ’ όξω απ την κουβέρτα,
βρέχεται μέσα σε τούτο το ποτάμι.

Φτάνει με δυο σταγόνες μόνο, από τούτο το νερό να ραντίσεις το πρόσωπο του εφιάλτη, και χάνεται καπνός πίσω απ’ τα δέντρα.
Κι ο θάνατος, δεν είναι παρά ένα φύλλο που έπεσε, για να θρέψει ένα φύλλο που ανεβαίνει.
Τώρα το δέντρο σε κοιτάει κατάματα, μες τα φύλλα του, η ρίζα σου δείχνει όλο το δρόμο της,
κι εσύ κοιτάς κατάματα τον κόσμο-δεν έχεις τίποτα να κρύψεις.
Τα χέρια σου είναι καθαρά, πλυμένα με το χοντρό σαπούνι του ήλιου,
τα χέρια σου τ’ αφήνεις στο συντροφικό τραπέζι ξέσκεπα,
τα εμπιστεύεσαι στα χέρια των συντρόφων σου.
Η κίνηση τους είναι απλή, γεμάτη ακρίβεια.
Κι όταν ακόμη βγάζεις μια τρίχα απ το σακάκι του φίλου σου,
είναι σαν να βγάζεις ένα φύλλο απ’ το ημερολόγιο
επιταχύνοντας το ρυθμό του κόσμου.
Μ’ όλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.

Ένα τσουκάλι λοιπόν. Τίποτ’ άλλο.
Πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι,
βράζοντας, βράζοντας και τραγουδώντας,
βράζοντας πάνω στου ήλιου τη φωτιά, και τραγουδώντας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
(Στρατόπεδο συγκέντρωσης Πολιτικών Κρατουμένων – Κοντοπούλι Λήμνου 1948-49)