Διάφορα

Ο Όρκος (Γεράσιμος Μαρκοράς) γ

Ἐγὼ μονάχος ἔφταιξα· μόνον ἐμένα κόψε!
Πόσο εἶναι, Μάνθο, ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς μεγάλη!
Ὡς ἀπὸ μία ‘ς ἄλλη μεριά, καὶ πάλε ξάφνου ‘ς ἄλλη
περνάει κἀνεὶς ὁλόγοργα στὴν ὑπνοφαντασιά του,
μὲ μιᾶς εὑρέθηκα κ’ ἐγὼ τὰ ψήλου ἐδῶθε κάτου·
καὶ μοῦ φαινότουν ποῦ τῆς γῆς εἶχα διαβῇ τ’ ἀέρι,
ποῦ βυθιζόμουν κ’ ἔπλεα ‘ς ἕνα καὶ ‘ς ἄλλο ἀστέρι.

Ἐκεῖθε ἀπάνου, σὰν ἀετός, ὁποῦ τὸν ἥλιο σμίγει
καὶ τὴ φωλιά του ξάστερα μὲ μία ματιὰ ξανοίγει,
μόλις θυμήθηκα τοῦ Ἀδὰμ τὸν ἄτυχο πλανήτη,
ἀγάπης βλέμμα ἐγύρισα νὰ ξαναϊδῶ τὴν Κρήτη.

Μὲ δίχως φόβο ἀπὸ μακρυὰ βλάβη ‘ς ἐμὲ νὰ κάμῃ,
ἐθώρεια κι’ ἄκουα τοῦ Καιροῦ τὸ ἀκάθαρτο ποτάμι,
ὁποῦ βροντάει, πηγάζοντας ὅθε γεννιέται ἡ μέρα,
καὶ σβυεῖ τ’ ἀφράτο κῦμα του μακρυὰ στὴ Δύση πέρα·

τρανὸ ποτάμι, ποῦ στιγμὴ ξανάρεμα δὲν ἔχει,
ποῦ ὀμπρὸς ὀμπρὸς ἀδιάκοπα κατὰ τὸ σκότος τρέχει,
ποῦ σέρνει χώραις καὶ βουνὰ ‘ς ἄγριου βυθοῦ μαυρίλα,
ποῦ ἀνθρώπους κ’ ἔθνη ὁλόκληρα μὲ ὁρμὴ τραβάει σὰ φύλλα.

Ὡς ἕνα κῦμα του ψηλὰ νὰ μ’ εἶχε αὐτοῦ πετάξῃ,
τὸ στοχασμό μου κάνοντας ξετελειωμένη πράξη,
ἔστεκ’ ἀνήσυχος νὰ ἰδῶ τί στὰ νερά τους κλειοῦσαν
ἄλλα πολλὰ ποῦ ἐζύγοναν κ’ ἐκεῖνο ἀκολουθοῦσαν.

Δὲν εἶχαν πέρα ἕνα νησί, κἀμμία στεριὰ τὰ ξένα,
πέλαο ρηχό, κατάβαθο δὲν εἴχανε κἀνένα,
ποῦ ζάλη νὰ μὴν ἔδειχνε καὶ θαυμασμοῦ σημάδι
γιὰ τὴ θανάσιμη βροντή, ποῦ ἐβγῆκε ἀπὸ τ’ Ἀρκάδι.

Στὴ μάχη, ποῦ θερμότερη μὲ τέτοιον ἦχο ἀνάβει,
γυρνοῦνε ὁλοῦθε ταὶς καρδιαὶς ἐλεύθεροι καὶ σκλάβοι·
τὴ νύχτα ἡ μάννα, τὴν αὐγὴ μαθαίνει τὸ παιδί της
νὰ λέῃ, καθὼς προσεύχεται, καὶ τ’ ὄνομα τῆς Κρήτης·
μὲς τὸ δωμάτι τὸ σεμνὸ τραβιέται ἡ ξένη κόρη·
ἀφίνει ταὶς συντρόφισσαις, τ’ ἀγαπημένο ἀγῶρι,
τόπους ἀφίνει ἁρμονικούς, λαμπρὰ φωτοχυμένους,
καὶ κλαίει καὶ κάνει ἀδιάκοπα ξαντοὺς γιὰ λαβωμένους.

Ἀκοῦν τὸ θαῦμα τ’ Ἀρκαδιοῦ, κ’ ἐδῶ μὲ γληγοράδα
στρατιώταις μεγαλόψυχοι πετοῦν άπ’ τὴν Ἑλλάδα,
τὶ σκλάβοι αύτοὶ λογιάζονται στὸ δοξασμένο χῶμα,
ὅσο ἕνας μόνος ἀδελφὸς εἶναι ραγιᾶς ἀκόμα.

Ψηλά, ψηλὰ συσμίγουνε σὲ πρόσκαιρα λημέρια
μὲ τοὺς ἐλεύθερους ἀετοὺς τὰ κρητικὰ ξεφτέρια,
βγαίνουν ἐκεῖθε· χύνονται· γύραις πλατειαὶς γυρίζουν
ἀπὸ κραυγαὶς ὁλόχαραις τὰ πάντα τρικυμίζουν,
καί, ἂν γιὰ θροφή στὸ ξέκαμπο Τοῦρκος ἢ Ἀράπης τύχῃ,
τὰ νύχια κάνουν πιθαμὴ καὶ ταὶς φτερούγαις πήχη.

Τοῦ κάκου ἀγρύπνια, στέρηση, ζορκιὰ καὶ κακοπάθεια
ρίχτει ὡς νεκρὰ τὰ σώματα σὲ πέτραις καὶ ‘ς ἀγκάθια·
τοῦ Πειρασμοῦ συντρόφισσα, γέρνει τοῦ κάκου ἡ Πεῖνα,
κ’ ἐδεκεῖ χάμου καθενοῦ στ’ αὐτὶ τοῦ λέει: Προσκύνα!

Τί, ἐνῷ σὲ μαύρους λογισμοὺς ὁ δόλιος κυματίζει,
τ’ ἅγιο δαυλὶ ποῦ μ’ ἔκαψε τὴ μνήμη του φλογίζει,
καὶ ἀπὸ τὰ στήθη, ποῦ μὲ μιᾶς ξαναλαβαίνουν θάρρος
μὲ φόβο ἀπομακραίνεται κ’ ἡ Κόλαση καὶ ὁ Χάρος.

Ἰδοῦ! Τὰ ἐλεύθερα σπαθιὰ πετιῶνται ἀπὸ τὴ θήκη·
σπέρνουν τὰ βόλια ὁλόγυρα ξολοθρεμὸ καὶ φρίκη·
ὄμως οἱ ἀτρόμητοι γιατὶ σὲ τέτοιο νέον ἀγῶνα
σὰ δειλιασμένο αἰσθάνονται τὸ χέρι καὶ τὸ γόνα;

Τῆς πείνας δυνατώτερη, φροντίδα λυπημένη
στὴν ἄγρια μάχη ἀπὸ τὸ νοῦ σὰ γνέφι τοὺς διαβαίνει·
εἶν’ ἡ φροντίδα, εἶν’ ὁ καϊμὸς ὁποῦ σὲ λόγγους κι’ ὄρη
περιπλανιέται ἡ μάννα τους, ἡ τρυφερή τους κόρη,
τ’ ἀθῷο παιδόπουλο κ’ ἡ ἁγνὴ τοῦ τέκνου τους μητέρα,
μ’ αὐταὶς ποῦ δὲν ἐσύφτακαν νὰ καταφύγουν πέρα.

Ταὶς βλέπω! – Ἡ δύστυχαις ἀργὰ μοιράζονται τὸ βράδυ
μαῦρο ψωμὶ κατάξερο, σὰ μαῦρο παξιμάδι,
καὶ ξάφνου, ἐκεῖ ποῦ λαίμαργα ‘ς ὅλο σπαρνοῦν τὸ σῶμα,
χλωμαὶς ἀφίνουν τὴ χαψιὰ καὶ πέφτει ἀπὸ τὸ στόμα·
ἄχ! πῶς ἐκλέψανε θαρροῦν τέτοια θροφὴ ἀπὸ κείνους,
ποῦ, πολεμῶντας, τρέχουνε σκληρότερους κινδύνους.

Ἐκεῖ, στὸ φρύδι τοῦ βουνοῦ τὶ πᾶνε καὶ γυρεύουν;
Σὰν τὶ καράβι νἆναι αὐτό, ποῦ πέρα ξαγναντεύουν;
Μακρυὰ τὸ ξαγναντεύουνε· τὸ δείχνει μία στὴν ἄλλη·
καρδιοχτυποῦνε ἀπὸ χαρά, καὶ κάτου στ’ ἀκρογιάλι,
ἂν καὶ τὰ πάντα ὁλόγυρα στὰ μαῦρα ἡ νύχτα βάφει,
μὲ ὁρμὴ πετιῶνται, σὰν πουλιὰ σὲ ἀθέριστο χωράφι.
Τοῦ ἐχθροῦ τὰ βόλια ξέφυγε τὸ φτερωτὸ καράβι·
στοῦ καταρτιοῦ του τὴν κορφή λαμπερὸ σημάδι ἀνάβει·
γυναίκαις ἔρχεται, παιδιά, καὶ προεστοὺς νὰ πάρῃ·
φέρνει στρατιώταις, ἄρματα καὶ τοῦ Θευ τὴ χάρη.

Ἔχοντας ὅλοι κατ’ αὐτὸ τὰ χέρια τεντωμένα,
σφοδρά, σφοδρὰ λαχτίζουνε, πλὴν ὄχι σὰν ἐμένα,
γιατὶ μὲ βλέμμα, πὤσχισε καὶ μάκρος καὶ σκοτάδι,
βλέπω στὴν πλώρη του – ὤ χαρά! – πὤχει γραμμένο: Ἀρκάδι,
θαυμάζουν τ’ ἄστρα, ποῦ τὸ φῶς ἀπανωθιό του ἁπλόνουν,
κ’ ἐνῷ οἱ καλοί τους κάτοικοι γυρτοὶ τὸ καμαρόνουν,
ἀκούω καὶ λένε ἁρμονικὰ σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση:
Ὤ! τ’ ὄνομά του ἀθάνατο στὸν κόσμο θέλει ζήσῃ!

Πελάγου άντάρα, δύνεται, βόλι ἐχθρικὸ μία μέρα
νὰ σοῦ τὸ πάρῃ φθονερά· πλὴν ἀγριο κῦμα ἢ σφαῖρα
κἀμμία δὲ θἄχῃ δύναμη τ’ ἄλλο ποτὲ ν’ ἁρπάξῃ,
ποῦ τῶν Ἑλλήνων ἡ καρδιαὶς ἔχουν βαθυὰ χαράξῃ.

Ὦ Κρήτη, γιὰ τὰ τέκνα σου, ποῦ τώρα σὲ τιμᾶνε,
γι’ αὐτά, ποῦ θέλει γεννηθοῦν, ὄνομα τέτοιο θἆναι
ἂν καὶ τῆς τύχης ὁ τροχὸς κακὰ καὶ ἀδέξια γύρῃ,
κεντρὶ πολέμου ἀπόκρυφο καὶ δόξας φτερνιστῆρι! –
Στοχάσου, Μάνθο, ἂν ἡ φωναίς, ποῦ γύρω ἠχολογοῦσαν,
τὰ σωθικά μου ἀτάραχα ν’ ἀφήκουν ἠμποροῦσαν!

Ἔσκυψα πάλε, ἀνώφελα τὸ μάτι μου ἀπεθύμα
νὰ τρέξῃ άκόμα στοῦ καιροῦ τὸ βουρκωμένο κῦμα·
μακρυὰ τοῦ κάκου ἐγύρευα νὰ ἰδῶ τὶ τέλος θἄχῃ
αὐτὴ τοῦ μαύρου τόπου μας ὴ δοξασμένη μάχη·
τοῦ κάκου! – κλάϊματα χαρᾶς ἕνα πυκνὸ μαγνάδι
στοὺς ὀφθαλμούς μου ἁπλώσανε· τοῦ κόσμου τὸ σκοτάδι
μ’ ἔζωσε πάλε, ἀφίνοντας βαθυὰ στὸ νοῦ μου ἐκεῖνα
ποῦ μοῦ ξεσκέπασε ὁ Θεὸς μὲ μία λαμπρή του ἀχτῖνα.

Στὸ οὐράνιο φῶς της ἔπαψαν οἱ δισταγμοί, καὶ μόνος
μὲς τὴν ψυχή μου ἀπόμεινε – προικιὸ τ’ ἀνθρώπου – ὁ πόνος,
ὁποῦ καὶ τώρα, ἐνῷ μιλῶ, μὲ κάνει νὰ δακρύσω
γιὰ τὰ κορμιά, ποῦ ἀναίσθητα σὲ λίγο θὰ σκορπίσω.
Εἶμαι, παιδί μου, ὁ χωρικός, ὁποῦ βογγάει, θλιμμένος·
γιατ’ ἦρθε χρόνος δίσεχτος καὶ μῆνας ὠργισμένος·
ὁποῦ, τὴν ὥρα ποῦ ψωμὶ τὸ σπίτι του γυρεύει,
μὲ διαλεμένο γέννημα καλὸν ἀγρὸ σπαρμεύει,
ἐλπίδα θρέφοντας γλυκειά, βοτάνι τῆς πληγῆς του,
νὰ ἰδῇ ‘ς αὐτὸν ὀγλήγορα τὴν εὐλογία τοῦ Ὑψίστου.

Τί βλάβει, Μάνθο μου, ἂν ἐγὼ θὲ νἆμαι ‘ς ἄλλο μέρος,
σὰν ἀπὸ χέρια ἐλεύθερα γένῃ ἐδῶ κάτου ὁ θέρος!
Μήπως τὰ μάτια χαμηλὰ δὲ θὲ βαστάω γυρμένα;
Μὴ θεριστὴν ὁλόχαρο δὲ θὲ νὰ ἰδῶ κ’ ἐσένα;

Ἄχ! ἂν ξακούσουν οἱ οὐρανοὶ μία δέηση φλογισμένη,
ποῦ, τῆς ψυχῆς μου πρόδρομη, τώρα ὣς αὐτοῦ ἀνεβαίνει·
ἄν, ὡς παντέχω, εἰρηνικαὶς ἡμέραις θὰ γνωρίσῃς,
παρακαλῶ σε, Μάνθο μου, νὰ μὴ μ’ ἀλησμονήσῃς!

Σὲ κάθε γάμου σύναξη, σὲ κάθε πανηγύρι,
σὰν τῆς χαρᾶς τὸ ξέχειλο κυκλοφοράει ποτῆρι,
ἐσύ, τὸ ἐπλίζω, καθιστὸς ἀπάνου στὰ χορτάρια,
θὰ τραγουδᾷς τ’ ἀθάνατα τῆς Κρήτης παλληκάρια·
ἀλλ’ ὡς γοργὰ τ’ ἀνάβραδο στὰ γονικά σου φτάσῃς,
τὰ ὡραῖα ποῦ σὤδωκε ὁ Θεὸς παιδάκια ν’ ἀγκαλιάσῃς,
ἂν ὅλα τρέξουν, ἀπὸ σὲ γυρεύοντας κἀμμία,
προτοῦ πλαγιάσουν ἥσυχα, ν’ ἀκούσουν ἱστορία,
στὴ στιά, μ’ ἐκεῖνα ὁλόγυρα, στὸ πλάϊ τῆς ποθητῆς σου,
τοῦ καλογέρου τ’ Ἀρκαδιοῦ τὴν ἱστορία θυμήσου.

Σῦρε, ἀκριβέ μου! Ἔχω κι’ ἐγὼ τέκνα πολλά, ποῦ τώρα
μὲ ἀναζητοῦν ὁλόψυχα, καὶ νὰ σ’ ἀφήκω εἶν’ ὥρα.
Ἀπὸ τὸ δρόμο πὤκαμες ὀπίσω ξαναγῦρε·
πρὶν ἥλιος φέξῃ στὰ βουνά, σῦρε, ἀκριβέ μου, σῦρε! –

Στὴν κεφαλή μου βάνοντας τὴν ἀνοιχτὴ ἀπαλάμη,
μ’ εὐχήθη καὶ ξεκίνησε· πλὴν δύο δὲν εἶχε κάμῃ
δύο μοναχὰ πατήματα, ποῦ τὸ στασίδι ἀφίνω,
στένομαι ὀρθὸς ἀντίκρυ του καὶ λέω: Μ’ ἐσὲ θὰ μείνω!

πῶς εἶχε κἄτι θαυμαστὸ σὲ λίγο ν’ ἀκλουθήσῃ
φωνὴ οὐρανοκατέβατη μοῦ τὄχε προμηνύσῃ,
καὶ τώρα, πὤφτακα ὣς ἐδῶ καὶ σαστισμένος εἶδα
τοῦ θείου σκοποῦ σου ξάστερα κάθε κρυμμένη ἀχτίδα,
μὲ σπλάχνος ἄκαιρο μακρυὰ τὸ χέρι σου μὲ σπρώχνει,
ὡς ἀπ’ τὸ λύχνο του κἀνεὶς μία πεταλοῦδα διώχνει;

Τοῦ κάκου, πίστεψέ μου το, τὰ πατρικά σου χείλη
μ’ ὡραῖα, δροσάτα λούλουδα μοῦ τάζουν τὸν Ἀπρίλη·
ἐδῶ, στὸ πλάγι σου κοντά, νεκρὸς θὰ πέσω χάμου·στὴ φλόγα ἐδῶ τῆς δόξας σου θὰ κάψω τὰ φτερά μου!

Ὄχι τὰ λόγια μοναχά· τὸ πρόσωπο, τὸ μάτι,
τὰ σταυρωμένα χέρια μου δὲ νἆχαν βέβαια κἄτι,
ποῦ στὸν καλὸν Ἡγούμενο δὲν ἄφηκε κἀμμία,
γι’ αὐτὸ ποῦ ‘γὼ ἀποφάσισα, ν’ ἀστράψῃ ἀμφιβολία.
Ἔσκυψε ἀγάλια τρεῖς φοραὶς τὸ σεβαστὸ κεφάλι·
γιὰ τρεῖς φοραὶς τ’ ἀσήκωσε μὲ θλίψη καὶ μὲ ζάλη·
σὰ μάννα σταὶς ἀγκάλαις μου γοργὰ κατόπι ἐχύθη,
κ’ ἐκεῖ μὲ κλάϊματα πολλὰ μοῦ πότισε τὰ στήθη.
Στὴν οὐρανία τὴν ὄψη του βαστῶντας γυρισμένη,
ἀκούω στερνότερα νὰ πῇ: Τὸ θέλημά του ἂς γένῃ!
Καί, ἀφοῦ χαμοξεθύμανε τοῦ Εὐλογημένου ὁ πόνος,
τ’ ἄλλα του τέκνα πάει νὰ βρῇ, κ’ ἐγὼ ἀπομνήσκω μόνος.

Τοῦ δρόμου ὁ κόπος, παύοντας ἡ μέσα τρικυμία,
ξάφνου αἰσθητὸς έγίνηκε· ν’ ἀναπαυτῶ εἶχα χρεία·
κ’ ἐκεῖ σταὶς πλάκαις ἔπεσα δίχως κἀμμία φροντίδα,
τὸν ἥλιο περιμένοντας. Ὤ! πλαγιασμένος εἶδα
πῶς μία θεάρεστη βουλή, πῶς μία καλή μας πράξη
εἶν’ ἁπαλὸ προσκέφαλο, στρωσίδι ἀπὸ μετάξι.

Οἱ ἅγιοι στὰ μάτια μου ὀμπροστὰ σαλεῦαν, ὡς τὰ μέρη
ποῦ ἀντιχτυποῦν σὲ πέλαγο σεισμένο ἀπὸ τ’ ἀέρι,
καὶ ἀγάλι ‘γάλι ἐσβύστηκαν στὰ ὀνειρεμένα μάγια,
ὁπ’ ἄλλη μὤδειξαν μορφὴ σὰν καὶ ταὶς πρώταις ἅγια.

Ἤσουν ἐσύ! Τὰ βλέμματα νὰ γύρω δὲν τολμοῦσα
στ’ ἀγαπημένα μάτια σου· μὲ φόβο ἐγὼ θαρροῦσα
πῶς φλόγαις ἔβγαναν ὀργῆς, τί τἆχα ξαστοχήσῃ,
μόλις ἐπῆρα ἐλεύθερος γιὰ τὰ βουνὰ τὴ χύση·
πλήν, σὰν ἐζύγωσες ἀργὰ κ’ ἐκάθισες κοντά μου,
τὴν ὄψη ἀσκόνω τρέμοντας, ποῦ πρὶν ἐκύταε χάμου,
καὶ στὴ δική σου ἕνα γλυκὸ χαμόγελο ξανοίγω,
λάμψη τοῦ Κόσμου, πὤπρεπε νὰ μὲ δεχτῇ σὲ λίγο.

Δείχνοντας ὅλα σου μ’ αὐτὸ τῆς ὀμορφιᾶς τὰ δῶρα,
μοῦ κάνεις: Δὲ σ’ ἀγάπησα ποτέ, ψυχή μου, ὡς τώρα!
Μὴν εἶς τὸ δρόμο τῆς τιμῆς ὁλότελα δειλιάσῃς,
θυμούμενος τί μὤταξες, προτοῦ νὰ μ’ ἀπαρῃάσῃς·
μὲ τόλμη χάραξε στὴ γῆ χνάρια λαμπρά, μεγάλα,
καὶ ξέρει ὁ Παντοδύναμος νὰ κατορθώσῃ τ’ ἄλλα.

Στὸ νοῦ μου θέλοντας αὐτὰ κατόπι νὰ σφραγίσῃς
μοῦ φίλησες τὸ μέτωπο· καί, πρὶν ἀκόμη ἀφήσῃς
τ’ ἀνασπασμοῦ σου νὰ γευτῶ τὴν ἄπειρη γλυκάδα,
μακρυά μου ἐπῆρες κ’ ἔφυγες μὲ ξένη ὀγληγοράδα,
καὶ κάτου σ’ εἶδα τοῦ γιαλοῦ τὴν ἄκρη νὰ περάσῃς
καὶ νὰ πατῇς ἀνάλαφρα τὸ κῦμα τῆς θαλάσσης.

Γοργὰ στὴ λίμνη, σὰν ἐσέ, θωράει κἀνεὶς νὰ φύγῃ
τὸν ἄσπρο κύκνο, πὤδιωξαν βρονταὶς ἀπὸ κυνῆγι.
Ἔφευγες, ἔφευγες μακρυά· ‘ς ἐμὲ τὰ μάτια ὀπίσω
μ’ ἀγάπη ἐσυχνογύριζες· ἀλλ’ ´αχ! νὰ σ’ ἀκλουθήσω
ἢ νὰ σαλέψω ἀπὸ τὴ γῆ πολέμαα στὰ χαμένα,
ἐκεῖ τὰ μέλη ἀκούοντας ἀκίνητα, δεμένα.

Θαρροῦσα πὤπεσε τρανὸς ἀπάνου μου ἕνας λίθος·
μοῦ σφυροκόπουνε ἡ καρδιὰ τὸ πλακωμένο στῆθος,
κ’ ἐνῷ τοῦ κάκου ἐγύρευα, γιὰ νὰ σοῦ πάω κατόπι,
στὰ πόδια ὁλόρθος νὰ στηθῶ, τ’ ὄνειρο ξάφνου ἐκόπη.

Ἀλλὰ πῶς ἤμουν ἔλεγα σὲ πλάνη ἀκόμα ὀνείρου,
τ’ ἀβέβαιο μάτι φέρνοντας μ’ ἀνησυχία τριγύρου·
ἀκόμα ἐκαρδιοχτύπουνα, καὶ τὸ βαρύ μου σῶμα
νὰ ξερριζώσῃ ἀπὸ τὴ γῆ δὲν ἠμποροῦσε ἀκόμα.

Φαινότουν πῶς ἀκλούθαε στ’ αὐτιά μου ν’ ἀντηχήσῃ
τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας ὁποὖχε μᾶς χωρίσῃ·
κ’ ἦταν ἡ θάλασσα τοῦ ἐχθροῦ, ποῦ στ’ ἅγιο περιγιάλι
τὸ ρέμα της ἀνέβαζε μὲ ταραχὴ μεγάλη.

Ἐννόησα ξάφνου, ἀπ’ ταὶς κραυγαὶς ποῦ μὤφερνεν ὁ ἀγέρας,
ποῦ ὴ πρώτη ἀχτῖνα εἶχε φανῇ τῆς ὕστερής μου ἡμέρας,
καὶ στὴν αὐλὴ πετάχτηκα, σὰν ἄτι στὸ χορτάρι,
μόλις ἀκούσῃ ἀσπέδιστο τὸ φτερωτὸ ποδάρι.

Ἐδῶ γυναίκαις, καὶ παιδιά, καὶ προεστοί, καὶ ἀγώρια,
στέκοντας ἄλλοι μαζωχτοί, στέκοντας ἄλλοι χώρια,
τὴ μαύρη ἀκαρτερούσανε στερνή τους ὥρα, κι’ ὅμως
νὰ κάμῃ ἀχνὴ δὲν ἔβλεπα μία μόνην ὄψη ὁ τρόμος.

Ἔπνεε τ’ ἀέρι δροσερά· σὲ πλάγια, σὲ πεδιάδαις
τὸ φῶς ἀρχίναε κ’ ἔδειχνε λουλούδια, πρασινάδαις,
πλῆθος νερά, ποῦ ἀνάβρυζαν ἀπὸ βουνίσιαα βάθη,
παντοῦ χαμόγελο ζωῆς – ἀπ’ τὴν ἐλῃὰ στ’ άγκάθι.

Τὰ κορφοβούνια, τὰ ριζά, τὰ ὁλάνοιχτα λιβάδια,
στὸν ἥλιο ἀργὰ ξεβγαίνοντας ἀπὸ πυκνὰ σκοτάδια,
μαγευτικὴ παράστησαν ἀνάστασης εἰκόνα,
ποῦ θάρρος νέο μᾶς ἔδωκε γιὰ τὸ στερνὸν ἀγῶνα.

Τ’ ἄρματα εἶν’ ἔτοιμα· ἡ καρδιαὶς διπλὴ φοροῦν ἀσπίδα,
τὴν Πίστη καὶ τὸν ἔρωτα γιὰ τὴ γλυκειὰ Πατρίδα·
ὅταν, ἐκεῖθε ποῦ τοῦ ἐχθροῦ τὸ κῦμα καταρρέει,
διαλαλητὴς ἀκούεται, ποῦ διαλαλεῖ καὶ λέει:

Ραγιάδες, προσκυνήσετε! Τὴ θύρα τῆς αὐλῆς σας
ξεμανταλώσετε γοργά, καὶ χάρισμα ἡ ζωή σας·
τί, ἀνίσως τὴν ἀνοίξουνε, καλήτεροί μας φίλοι,
τὰ τόπια, ποῦ τὸ Ρέθυμνο μᾶς ἔχει ἀπόψε στείλῃ,
ἀπ’ ἄγριο θάνατον ἀργὸ θὰ πᾶτε ὅσοι κι’ ἂν ἦστε·
ραγιάδες, κάτου τ’ ἄρματα! Ραγιάδες, προσκυνῆστε!

Ἐκεῖ ποῦ πάει καθένας μας νὰ πῇ τὸ λόγο πὤχει
στὴν ἄκρη ἀπὸ τὰ χείλη του, βροντοφωνῶντας: Ὄχι!
Μὲς τὴν αὐλὴ κι’ ὁ Ἡγούμενος ἀγάλια κατεβαίνει,
μὲ μία σημαία στὸ χέρι του καὶ μ’ ὄψη πυρωμένη,
ὅπου, πρὶν στάχτη τὸ κορμὶ σὲ λίγο καταντήσῃ,
ἡ ἀθανασία τὸ φέγγος της ἐπρόλαβε νὰ χύσῃ,
βουβὸς κινάει· σοῦ φαίνεται πῶς ἡ λαμπρή του ἰδέα
γιὰ σάρκα ἐπῆρε καὶ μορφὴ τὴν ἐθνικὴ σημαία·
αὐτήν, ὁποῦ κατάγναντα στὸ φῶς ποῦ τὴ χρυσόνει,
καὶ τὸ γλαυκὸν αἰθερα της καὶ τὸ Σταυρὸν ἁπλόνει.

Ἐπέσαμ’ ὅλοι καταγῆς· κ’ ἐνῷ μᾶς εὐλογοῦσε
μὲ τὸ δεξῖ ὁ τρισέβαστος, κἀνεὶς δὲν ἀγροικοῦσε
τί λόγια στὸ κεφάλι μας τ’ ἁγνά του χείλη ἐκρέναν,
τόσαις ἡ κλάψαις ἤτανε, ποῦ ταὶς καρδιαὶς ἐβγαῖναν.
Γιὰ λίγο ἀκράτητα κ’ ἐγὼ σὰν καὶ τοὺς ἄλλους κλαίω·
μὲ μιᾶς ὁλόρθος ἔπειτα σηκόνομαι καὶ λέω:
Ἐμεῖς δακρύζομε, ἀδελφοί, καὶ ὁ Μουσταφᾶς ὡστόσο
δειλὴ προσμένει ἀπόκριση. Θὰ πάω νὰ τοῦ τὴ δώσω.

Ρίχνομαι ὁλόγοργα· φιλῶ τ’ ἅγιου Πατρὸς τὸ χέρι,
καί, τὴ σημαία φουχτόνοντας, πετάω σὰν τὸ ξεφτέρι·
σὲ κἄτι λίθους, ποὔτανε στὴ θύρα ὀμπρὸς βαλμένοι
σὰ μία μεγάλη τροχαλιά, τὸ πόδι μου ἀνεβαίνει·
εὔκολα ἐκεῖθε στὴν κορφὴ τοῦ τοίχου σκαρβαλόνω·
θωράω τὸ μισοφέγγαρο, καὶ τὸ Σταυρὸ στηλόνω.
Στὴ μία μεριὰ σηκόνεται κραυγὴ χαρᾶς μεγάλη·
πολλὰ τουφέκια ρίχνοντας οἱ Τούρκοι ἀπὸ τὴν ἄλλη,
τρυποῦν τὸ φλάμπουρο, ἀλλ’ αὐτὸ στημένο μνήσκει ἀκόμα
σὰ λαβωμένος ἥρωας, ποῦ δὲ λυγάει τὸ σῶμα.

Ἄσειστος ἔμεινα κ’ ἐγώ. Τὰ βόλια ὁλόγυρά μου
βροχὴ θανάτου ἐμοιάζανε κ’ ἐσφύριζαν στ’ αὐτιά μου·
γιὰ κάθε χίλιαις τουφεκιαίς, ποῦ μὲ τυφλὴ μανία
οἱ ἐχθροὶ στρατιώταις ἔρριχναν, ἀποκρινότουν μία.
Ὢ μὴν ἀχνίσῃς, Εὐδοκιά! Μήτε ἡ χαρὰ τοῦ γάμου
τέτοια ἡδονὴ θὰ ἠμπόρουνε νὰ δώσῃ στὴν καρδιά μου.

Δὲν ἤμουν τότες ὁ ραγιᾶς, ποῦ κάθε ὀργὴ καὶ θλίψη
γιὰ τὰ κακὰ τοῦ τόπου του πολέμαε ν’ ἀποκρύψῃ·
ποῦ τὴς πατρίδας τ’ ὄνομα νὰ μουρμουρίσῃ ἀνθρώπου
μόλις ἐκόταε, τρέμοντας τ’ αὐτιὰ τοῦ κατασκόπου·
ἐκεῖ, στὴν ὄψη τ’ οὐρανοῦ, ‘ς αὐτὸ τὸν τοῖχο ἀπάνου,
ψηφῶντας λίγο τ’ ἄμετρα κοπάδια τοῦ τυράννου,
δυνόμουν ἄφοβα νὰ πῶ, γερὰ νὰ ξεφωνήσω:

Ἢ θὰ πεθάνω ἐλεύθερος, ἢ ἐλεύθερος θὰ ζήσω! –
Πῶς μοῦ φαινότουν ὀκνητὸ καὶ ἀνώφελο τὸ χέρι
γιὰ νὰ τραβήξῃ ὡς ἔπρεπε καὶ ἀφανισμὸ νὰ φέρῃ!
Ἄχ! ἐποθοῦσα, βλέποντας τόσο ἐχθρικὸ τουφέκι,
τὸ μῖσος ποῦ μ’ ἐφλόγιζε νὰ γένῃ ἀστροπελέκι!
Σὲ τέτοια μέθη τῆς καρδιᾶς ἤθελε ὀμπρός πηδήσω,
ἂν ἕνας χεροδύναμος δὲ μ’ ἄδραζε ἀπ’ ὀπίσω·
κ’ ἦταν ὁ Ἡγούμενος, ποῦ ἐκεῖ νεκρὸς ἐπῆε νὰ πέσῃ,
γιὰ νὰ μέ βγάλῃ, ὁ σπλαχνικός, ἀπὸ μία τέτοια θέση.

Τὸν εἶδαν οἱ θεόργιστοι, καὶ τ’ ἄρματά τους ὅλοι
μὲ βία μεγάλη ἀδειάσανε. Τοῦ τόπου τούτου οἱ θόλοι
δὲν ἀντιβούϊσαν μοναχὰ στὸ βρόντο ἀπὸ ταὶς σφαίραις,
ἀλλὰ βρισιαὶς γιομίσανε, βλαστήμιαις καὶ φοβέραις.
Μὲ τέτοια λόγια οἱ Δαίμονες θὰ ἐσκούξανε, τὴν ὥρα
ποῦ τοῦ Θανάτου ὁ Νικητὴς ἐπῆε στὴ μαύρη χώρα·
καὶ τότες ὁποῦ, φεύγοντας ἀπὸ μαυρίλα τόση,
τὸν ἀκλουθοῦσαν ἡ ψυχαίς, ποὖχεν ὁ Θεῖος λυτρώσῃ.
Σκοπὸς οὐράνιος ἔπρεπε τὸ τέλος του νὰ λάβῃ·
γιὰ τοῦτο ἐκατεβήκαμε δίχως κἀμμία μας βλάβη,
σὰν ὀμπροστά μας τὰ φτερὰ νἆχαν ἁπλώσῃ τότες,
μέσ’ ἀπὸ τ’ ἄστρα φτάνοντας, δύο τοῦ Θεοῦ στρατιώταις.

Συνῆρθε ὡστόσο κάθε νοῦς, ὁποῦ τὸν εἶχε ἁρπάξῃ
τὸ τολμηρό μου ἀνέβασμα καὶ τοῦ Ἡγουμένου ἡ πράξη,
κ’ οἱ ἀντρεῖοι παλληκαράδες μας, καθὼς ὁρμάει τὸ βόλι,
ὁρμητικὰ χυθήκανε σταὶς πολεμίστραις ὅλοι·
ἀγκαλὰ κ’ ἦταν λιγοσταίς, τῶν τουφεκιῶν ὁ κρότος
καθόλου δὲν ἐσίγουνε. Τραβάει – κ’ εὐθὺς ὁ πρῶτος
τὴ θέσην, ὁποῦ εὐτύχησε νὰ πιάκῃ στὴν ὁρμή του,
παραχωράει τοῦ δεύτερου, καὶ ὁ δεύτερος τοῦ τρίτου.

Ποσῶς δὲ στέκουν ἄνεργα τὰ χέρια τὰ γυναίκεια·
ἀντὶς ἀπ’ ἄνθια, ὡς μία φορά, δίνουν αὐτοῦ φουσέκια,
ἐνῷ τὰ μάτια, ὅθ’ ἔλεγες πῶς ἡ ψυχή ἀνθολόγα
κάθε γλυκό της αἴσθημα, πολέμου ανάφτουν φλόγα.

Φαίνετ’ ὁ Ἡγούμενος παντοῦ· μὲ πόδια φτερωμένα
σὲ κάθε μέρος χύνεται· δὲν εἶναι σὲ κἀνένα·
κ’ ἐκεῖ ποῦ δίνει συμβουλαίς, κ’ ἐκεῖ ποῦ θάρρος δίνει,
καὶ σὰν ὀμπρὸς τὸ γόνα του στὸ μετερίζι κλίνει,
μία τόση ἀπὸ τὸ πρόσωπο σοῦ δείχνει ἀταραξία,
ποῦ λὲς καὶ κάνει ὁ σεβαστὸς τὴν ἄμωμη θυσία.

Οἱ Τούρκοι, ὁπ’ ἄλλη δύναμη δὲ νοιώθουν, παρ’ ἐκείνη
ποῦ ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς καὶ στὰ σκουλήκια δίνει,
μὲ τὴ δική μας παίζοντας, χωρὶς νὰ μᾶς θωροῦνε,
λιανὸ μολύβι, ἀδιάκοπο ψηλὰ ξερνοβολοῦνε·
λιανὸ μολύβι, ποῦ μακρυὰ νὰ πέσῃ πάει καὶ μοιάζει
δαρμένο ἀπὸ τὸν ἄνεμο πυκνότατο χαλάζι.
Παύουν σὲ λίγο οἱ κρότοι τους· ὅλα σιγοῦν τὰ χίλια,
ὁποῦ τοῦ κάκου ἐπέφτανε, μηλιόνια, καρυοφύλλια.

Τί νἆναι! ἀμέτρητοι ρωτοῦν. – Ἂν ἤθελε ἠμπορέσῃ
τὸ κρύο τοῦ φόβου μέσα μας καθόλου νὰ χωρέσῃ,
μία τέτοια πέρα ἐγίνηκε σιγὴ ἀπὸ κάθε ἀντάρα,
ποῦ θὰ προξέναε καὶ ‘ς ἑμᾶς θανάσιμη τρομάρα.

Λειψανεμιὰ φαινότουνε, ποῦ προμηνάει μεγάλη
στὸ πλοῖο ποῦ σχίζει τὰ νερὰ φριχτὴ θαλασσοζάλη·
γι’ αὐτὸ ἐδῶ μέσα ὁ ναύκληρος τὸν οὐρανὸ ξετάζει,
καὶ ἀπὸ γυναίκαις καὶ παιδιὰ τὸ περιαῦλι ἀδειάζει.

Ἀκούεται ξάφνου μία φωνή, καί, μόλις ἀγροικιέται,
τὸ πρῶτο ἀστραποπέλεκο τοῦ κανονιοῦ πετιέται,
ὁποῦ χτυπάει κατάπυργα καί, δίχως νὰ περάσῃ,
χαλάστρα κάνει καὶ σεισμὸ στὸ μέρος ποὖχε φτάσῃ.

Πλὴν ἄλλη σφαῖρα ὁλόγοργα τὴν πρώτη πάει καὶ σμίγει·
ἀπ’ τὰ θεμέλια ὣς τὴν κορφὴ τὸ μέρος ἴδιο ἀνοίγει,
καί, καθὼς ηὗρε ὀπίσω του πέντ’ ἕξι ἀρματωμένους,
ἐκεῖ σωρὸ τοὺς ἄφηκε νεκροὺς ἢ λαβωμένους.

Πολλοὶ δικοί μας κατ’ αὐτοῦ πηδοῦν, καὶ ἀκαρτεροῦνε
μὴν ὅθε ὁ πύργος ἔχασκε τ’ ἄγρια σκυλλιὰ διαβοῦνε·
δὲν ἦταν ὅμως πέρασμα γιὰ ρογιασμένο ἀσκέρι,
ποῦ στιὰ νὰ ρίξῃ ἀκλούθουνε ‘ς αὐτὸ καὶ ‘ς ἄλλα μέρη.

Ἔτρεχαν αἵματα πολλὰ μὲς τ’ ἅγιο μοναστῆρι,
ἀλλὰ μακρυὰ κ’ οἱ βάρβαροι δὲν εἶχαν πανηγύρι·
μὲ ὀργὴ παραπατούσανε σὲ πορφυρένιαις γλίστραις,
τὶ νέαις αὐτοὶ μᾶς ἄνοιξαν τριγύρου πολεμίστραις.

Ἐκορυφώθη τέτοια ὀργή, χωρὶς ν’ ἀποτυφλώσῃ,
καθὼς καὶ τ’ ἄλλα πνεύματα, τοῦ Μουσταφᾶ τὴ γνώση,
ποῦ σκούζει τὴν αὐλόθυρα γοργὰ νὰ ρίξουν κάτου,
μόνον ἐκεῖ τὰ στόματα γυρνῶντας τοῦ θανάτου.

Ἐκεῖ ποῦ κάθε σύνεργο ξολοθρεμοῦ κινοῦσε,
κ’ ἡ γῆ ὁχ τὸ βάρος ἔτρεμε καὶ ἀπὸ βαθυὰ βογγοῦσε,
ἀζάλιστος ὁ Γαβριὴλ στὴ ζάλη τέτοιου κρότου,
μαζόνει αὐτοὺς ποῦ γνώριζαν τὸ μέγα μυστικό του,
καί, σὰ μᾶς εἶδε ἀνάμερα, στοὺς ἄλλους, που συφταίνει
καὶ κράζει ὁλοῦθε γύρω του, τὰ λόγια τοῦτα κρένει:

Σκορπῆστε, ἀδέλφια, στὰ κελλιά! Παιδιά, γυναίκαις, γέροι
ἐκεῖ βοήθεια καρτεροῦν ἀπ’ τὸ γενναῖο σας χέρι·
πλήν, ὅσο ἐμεῖς τὸ χείμαρρο τοῦ ἐχθροῦ θὲ νὰ βαστοῦμε
ξεμακρυσμένον ἀπὸ σᾶς, κ’ ἐδῶ θὰ πολεμοῦμε,
μὴ τὴ φωνὴ κἀνένας σας ἀκούσῃ τῆς ψυχῆς του
καὶ ρίξῃ βόλι ἀπὸ ψηλὰ, γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Ὑψίστου!

Ἀλλὰ νὰ φύγῃ κάμετε κρυφὰ ὀχ τ’ ὀπίσω μέρος
κάθε γυναῖκα καὶ παιδὶ καὶ ἀσθενισμένος γέρος,
καὶ βγῆτε σύγκαιρα καὶ σεῖς, γιὰ μάχη ἑτοιμασμένοι,ἄν, τὴ φυγή σας βλέποντας, χουμήσουν οἱ ὠργισμένοι!

Τοῦ κάκου αὐτοὶ παρακαλοῦν, τοῦ κάκου γονατίζουν,
θαρρεῖς ποῦ τὸν ἀπόκρυφο σκοπό του ξεχωρίζουν,
κ’ οἱ μεγαλόψυχοι γι’ αὐτὸ σὰ διακονιὰ γυρεύουν
τὴν ἴδια τύχη ναὔρουνε, ποῦ κἄπως προμαντεύουν.

Τοῦ κάκου κλαῖνε· ἀσάλευτος ὁ Εὐλογημένος μνήσκει,
καὶ τόση δύναμη φωνῆς καὶ τέτοια λόγια βρίσκει,
ποῦ ἐδῶθε φεύγουν ὅλοι τους, θλιμμένοι, ἀγάλια ‘γάλια,
μὲ ταπεινὰ ματόφυλλα καὶ μὲ σκυφτὰ κεφάλια.

Ποτὲ σὲ ἀνθρώπου μέτωπο μὲ δάφνη στολισμένο
τῆς Δὸξας δὲν ἐφάνηκε τὸ φῶς περιχυμένο,
σὰν εἰς αὐτά, ποῦ γέρνανε τοῦ πόνου ἀπὸ τὸ βάρος,
γιατὶ δὲν τὰ στεφάνονε μίαν ὥρα πρῶτα ὁ Χάρος.
Μόλις ὁ Ἡγούμενος μακρυὰ τοὺς εἶχε προβοδήσῃ:
Τρεχᾶτε! φώναξε, κ’ ἐδῶ, χωρὶς ν’ ἀργοπορήσῃ,
κοντά, κοντὰ μᾶς ἔστησε στὸ ἀθάνατο κελλί του,
τοῦ Τούρκου ν’ ἀποκρούσωμε τὴν πρώτη ὁρμὴ μαζί του.

Καὶ μὴ δὲν ἤτανε καιρός; – Ἡ Κόλαση βροντοῦσε
στὴ θύρα τῆς Παράδεισος. Πότε βαρυὰ χτυποῦσε
τὰ μαρμαρόχτιστα πλευρά, καὶ πότε πέρα πέρα,
τρυπῶντας τὰ θυρόφυλλα, μὲ ὁρμὴ πετοῦσε ἡ σφαῖρα,
ποῦ, ἐνῷ τὸ δεύτερο φραγμὸ πάει τῆς λιθιᾶς καὶ δέρνει,
μακρυὰ πολὺ τὰ χώματα καὶ τὰ κοντράκια σπέρνει.

Ἔτρεμαν ὅλα· μοναχά, στὴ γενικὴν ἀντάρα,
ἐδῶ ἡ ψυχαὶς ἀπόμνησκαν δίχως κἀμμία τρομάρα·
ὡς ταξειδιάρικα πουλιά, σὲ βράχο καθισμένα,
ποῦ δὲ φοβοῦνται, ἂν αγροικοῦν τὰ κύματα ὠργισμένα,
τὶ ξέρουν ποῦ ἡ φτεροῦγα τους γοργὰ θὲ νὰ τὰ φέρῃ
ὅπου εἶν’ ἡ γῆ ἀνθοστόλιστη καὶ γλυκοπνέει τ’ ἀέρι.

Ἡ θύρα ὡστόσο ἐκόντευε στὴ γῆ νὰ πάῃ κομμάτια,
κ’ εἴχαμε πάντα κατ’ αὐτοῦ γυρμένα ἐμεῖς τὰ μάτια,
ποῦ δὲ σπαρνοῦσαν βλέφαρο, καὶ ἀπὸ τὸ φῶς τους μία,
μία μόνη ἐσπιθοβόλουνε μεγάλη ἐπιθυμία·
νὰ πέσῃ ὁλόβολη μὲ μιᾶς· γιουροῦσι ἐδῶ νὰ γένῃ·
γιὰ μία στιγμὴ τὴν ὄψη μας νὰ ἰδοῦν οἱ ἀφωρεσμένοι,
καὶ πλῆθος τούρκικα κορμιά, πρὶν γένουν ἄλλα στάχτη,
στὸ διάβα ποῦ θ’ ἀνοίξουνε μία νέα νὰ κάμουν φράχτη.

Ξακούετ’ ὁ πόθος μας· ἰδού! πυροβολοῦν ἀκόμα
τοῦ ἀφανισμοῦ τὰ σύνεργα, καί, ὡς λαβωμένο σῶμα,
ξεγέρνει ἀντάμα τὸ δεξὶ μὲ τ’ ἄλλο παραστάρι,
καὶ χάμου τῆς αὐλόθυρας βροντάει τ’ ἀπομεινάρι!

Μεγάλο σκούξιμο χαρᾶς, γιὰ τέτοια νέα χαλάστρα,
ἐξέσυραν οἱ Ἀγαρηνοί, κ’ ἣθελε φτάκῃ ὣς τ’ ἄστρα,
ἀνίσως καὶ τὴν ἄναντρη κραυγὴ τῆς βαρβαρότης
δὲν εἶχε ἡ Κόλαση δεχτῇ σὰ γέννημα δικό της.

Στιγμὴ κἀμμια δὲν ἄργησε τ’ ἀσκέρι ὀμπρὸς νὰ τρέξῃ
κατὰ τὸ ξέφραγο τσ’ αὐλῆς· ἀλλά, προτοῦ πέντ’ ἕξι,
στὸ δρόμο ποῦ μᾶς χώριζε, πέντ’ ἕξι ὀργυιαὶς νὰ κάμῃ,
ὡς παγωμένο ἐστάθηκε μακρύπλατο ποτάμι
τὶ ἐδῶθε μέσα μία φωνὴ δὲν ἔφτακε ν’ ἀκούσῃ·
ἐχθρὸς δὲν ἀντιβάδιασε τ’ ὁρμητικὸ γιουροῦσι,
κ’ ἐφανταζότουν ποῦ ἡ Σιωπή, σὰν ἕνα ξένο πλάσμα,
τρόμο θανάτου ἐσκόρπουνε τοῦ πύργου ἀπὸ τὸ χάσμα.

Πλὴν κάθε φόβου δισταγμὸ ξάφνου ὁ θυμὸς νικάει,
καὶ γνέφι αἱματοχρώματο στὰ μάτια τους περνάει·
ξαναπηδοῦν· ζυγόνουνε· τὰ βόλια μας σφυρίζουν·
στὴν ἀνεπάντεχη φωτιὰ χλωμοὶ καὶ κρύοι ποδίζουν,
ἐνῷ στὰ ρέπια ἐκεῖ τῆς γῆς τ’ ἀποσυρτό τους ρέμα
ἀφίνει τετραπάνωτα νεκρὰ κουφάρια κ’ αἷμα·
ὣς ἄγριο κῦμα φουσκωτό, ποῦ σκάει στὸ περιγιάλι,
μ’ ἕνα γοργὸ ξανάρεμα τραβιέται ὀπίσω πάλι,
στὸν ἄμμο ἀπάνου τοῦ γιαλοῦ, στὴν ξέρα, στὰ χαλίκια
πολὺν ἀφρὸ ἀπαρῃάζοντας καὶ σωριασμένα φύκια.

Στέκουν γιὰ λίγο, ἀλλὰ μὲ μιᾶς τὴ χύση ξαναδίνουν,
καὶ πάλε, ἀπομακραίνοντας, θροφὴ κοράκου ἀφίνουν·
πρὶν ὅμως ἔβγῃ ὁ λογισμὸς τοῦ φόβου ἀπὸ τὴ ζάλη,
καὶ νὰ μετρήσουν φτάκουνε μία τόσο ἀνόμοια πάλη,
ὁ ρασοφόρος ἀρχηγὸς οὔτε στιγμὴ δὲ χάνει,
ἀλλὰ στὸ διάπλατο κελλὶ νὰ ὁρμήσωμε μᾶς κάνει,
καί, σὰν ἀπ’ ὅλους ἔρημος ὁ τόπος παραιτιέται,
στερνὸς ἐκεῖθε φεύγει αὐτός, κ’ ἡ θύρα ὀπίσω κλειέται,
ἀκόμα λίγο ἂν ἄργουνε, δυνότουν ἡ γενναία
θεοτική του ἀπόφαση νὰ μείνῃ στεῖρα ἰδέα·
γιατὶ δὲν εἴχαμε καλὰ μὲς τὸ κελλί του φτάσῃ,
ὁποῦ μ’ ὁρμὴ ἀχαλίνωτη, στ’ ἄγριου θυμοῦ τὴ βράση,
ἀδρασκελῶντας τὰ κορμιὰ καὶ ὅσ’ ἄρματα εἶχαν σπείρῃ,
πελάγωσαν οἱ ἀκάθαρτοι τ’ ὰγνό μας μοναστῆρι.

Ὤ! σὲ ποιὸ κάστρο ἀπάτητο, ποῦ ξάφνου ἐπαραδόθη,
τέτοια χαρμόσυνη κραυγὴ στ’ ἀέρι ἀνασηκώθη,
σὰν ταὶς μεγάλαις χλαλοαίς, ὁποῦ ξεράσαν τότες
ἀπὸ τὰ αἰσχρὰ λαρύγγια τους οἱ βάρβαροι στρατιώταις;

Ἐτραγουδοῦσαν, ἔσκουζαν, ἐπροξενοῦσαν φρίκη…
Ποτέ τους ἐνδοξότερη νὰ μὴ γνωρίσουν νίκη!

Στὰ παρεθύρια ὡστόσο ἐμεῖς γονατιστὰ βαλμένοι,
κατὰ τ’ ἀσκέρι τῶν ἐχθρῶν, ὁπ’ ὅσο πάει πληθαίνει,
πυκνὸ μολύβι ἐρρίχναμε σὲ ἀγνώριστο σημάδι,
τραγούδια κάνοντας πολλὰ ν’ ἀποσωθοῦν στὸν Ἅδη.

Δὲν εἶχεν ὅμως δύναμη καὶ τὸ συχνό μας βόλι
νὰ κράξῃ γύρωθεν ἐδῶ τὴν προσοχή τους ὅλη,
ἀνίσως πρὶν ὁ Ἡγούμενος ἀπὸ ‘να παρεθύρι
ὁλόρθος δὲν ἐπρόβαινε λόγια ὡς αὐτὰ νὰ σύρῃ:

Ζυγῶστε. ἂν ἔχετε καρδιά! Σᾶς εἶπε ἀλήθεια ἡ φήμη
πῶς μαζωμένο βρίσκεται χρυσάφι ἐδῶ καὶ ἀσῆμι·
ἀλλ’ εἶμαι φύλακας ἐγὼ στὸ ἀμέτρητο λογάρι,
μήτε, ὅσο ζῶ, σκυλλότουρκοι, κἀνεὶς θὰ μοῦ τὸ πάρῃ!

Μὲ μιᾶς πετοῦν ἀνάερα βόλια ἐχθρικὰ περίσσα,
τὶ τοὺς ἀπίστους ἃναψε μία τέτοια ὀργὴ καὶ λύσσα,
ποῦ, γιὰ νὰ πνίξουνε γοργὰ ταὶς μισηταὶς φοβέραις,
θαρρῶ πῶς καὶ τὰ μάτια τους ἤθε νὰ κάμουν σφαίραις.

Ἀλλ’ οἱ ὠργισμένοι, βλέποντας ποῦ ὀμπρός τους πλειὰ δὲν ἔχουν
τέτοιο κυνῆγι ποθητό, κατὰ τὴ θύρα τρέχουν·
λὲς καὶ ταράζει μία ψυχὴ τ’ ἄπειρου ἐχθροῦ τὰ μέλη·
σωρὸ ἀπὸ σφήκαις μοιάζουνε, ποῦ ὁρμοῦν ‘ς ἕνα κυψέλι.
Τοῦ κάκου σβυοῦνται γιὰ πολλοὺς τοῦ θείου φωτὸς ἡ ἀχτίναις,
τὶ τρέχουν ἄλλοι καὶ χτυποῦν μὲ πέτραις καὶ μ’ ἀξίναις,
καὶ πάντα σκούζουν, ἀπὸ ἀφρὸ γιομίζοντας τὰ χείλη:

Γιὰ λίγο ἀκόμα κρύβεσαι, γκιαοὺρ Χατζῆ-Γαβρίλη! –
Σὲ τόση ἀντράλα ταραχῆς ἀκούω σὰν τ’ ὄνομά μου·
στρωνάω, καταπῶς ἤμουνα γονατισμένος χάμου,
καὶ τὸν Ἡγούμενο θωρῶ. – Δαυλὶ ἀναμμένο ἐκράτει,
ποὺ τόσο δὲν ξεσπίθιζε σὰν τοῦ γενναίου τὸ μάτι,
γιατὶ τὸν εὕρηκε πικρό, φαρμακωμένο βόλι
καὶ ἀπὸ τὴν ὄψη του ἡ ζωὴ ‘ς ἐκεῖνο ἐπῆγεν ὅλη.

Χλωμός, χλωμὸς ἐτρέκλιζε, κ’ ἤθελε πέσῃ κάτου,
ἀνίσως καὶ δὲν ἔτρεχα σὰν ἀστραπὴ κοντά του·
τὸν ἀνασήκωσα, κ’ εὐθὺς τὸν ὦμο αὐτὸς μοῦ ἀδράχτει
καί, δείχνοντας τὸν ἀνοιχτὸ τοῦ πάτου καταρράχτη:

Προτοῦ, μοῦ λέει, στὸ σῶμα μου ν’ ἀδειάση κάθε φλέβα,
βόηθα τ’ ἀδύνατο πλευρό· μαζί του ἐκεῖ κατέβα. –
Μὲς τὸ χαμῶι σὰν ἔφτασα, καί, ὡς μοὖχε παραγγείλῃ
τ’ ἅγιο κορμί του ἀπόθωκα σὲ μαρμαρένια στήλη,
ἔμεινα ἀκίνητος, βουβός· μὲ μία μεγάλη φρίκη
ἀργὰ τὰ μάτια ἐγύρισα στὴν μαύρην ἀποθήκη·
ἄχ! μ’ ἐπλακόνανε βαρυὰ τοῦ τόπου τὰ σκοτάδια,
καὶ ὁ νοῦς μου ἀποχαιρέτουνε πέλαο, βουνά, λαγκάδια,
ὅλα τὰ ἐλεύθερα πουλιὰ στ’ ἀέρι σκορπισμένα,
ταὶς αὔραις ὅλαις τ’ οὐρανοῦ, τὸ φῶς τοῦ ἡλίου κ’ ἐσένα.

Γιὰ μία στιγμή, ποῦ διάβηκε σὰν ἀστραπῆς ἀχτίδα,
τὰ χρυσωμένα ὀνείρατα τῆς εὐτυχιᾶς μας εἶδα,
καὶ νὰ προφέρω ἤμουν σιμά, στοῦ νοῦ μου τὴν ἀντάρα,
γι’ αὐτοὺς ποῦ μοῦ τὰ σβύνανε μία τρομερὴ κατάρα.

Πλήν, στὸν Ἡγούμενο μὲ μιᾶς γυρίζοντας τὸ βλέμμα,
ἐκεῖ ποῦ ὀρθὸς βαστιώτανε κ’ ἦταν γιομάτος αἷμα,
ἐκεῖ ποῦ ὡς Μάρτυρας ψηλὰ κατὰ τὰ θεῖα λημέρια
τὸ λογισμό του ἀσήκωνε, τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια,
τὴ γῆ ξαστόχησα γοργὰ καὶ κάθε της ἀγῶνα,
μὲ συντριβὴ λυγίζοντας, ὁ ἁμαρτωλὸς, τὸ γόνα.

Στὸ θεῖο, χλωμό του πρόσωπο δίχως νὰ πνέω τηροῦσα,
κ’ ἐνῷ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς τὸν οὐρανὸ ἀγροικοῦσα,
χουμοῦν ἀπάνου οἱ δαίμονες· τὰ πάντα πλημμυρίζουν·
σφαγὴ ἀρχινοῦν ἀλύπητη, καὶ σὰ θεριὰ μουγγρίζουν.

Ὤ! δὲν τοὺς ἄκουσα πολύ! – Τὸ εὐλογημένο χέρι
στὴν κεφαλή μου ὁ Σεβαστὸς δὲν ἄργησε νὰ φέρῃ,
καί, σὰ μ’ εὐχήθη, τ’ ἄλλο του ποῦ τὸ δαυλί φουχτόνει,
στὴ μαύρη εὐθὺς κατέβηκε θανατηφόρα σκόνη.

Σύγνεφο μέγα, φλογερὸ καὶ ἀπὸ βροντὴ γιομάτη
σὲ ἀνοιγοσφάλισμα ὀφθαλμοῦ μᾶς ἅρπαξε άπὸ κάτω,
κ’ ἐδῶ γοργὰ ξανάπεσε κάθε ζεστὸ λιθάρι,
ὁποῦ μ’ ἐμᾶς τὸ σκάσιμο τοῦ λαγουμιοῦ εἶχε πάρῃ.

Ἀλλὰ βαθυά, πολὺ βαθυά, μὲ τὴν ὁρμὴ τὴν ἴδια,
μαύραις τῶν Τούρκων ἡ ψυχαίς, ὡσὰν τ’ ἀποκαΐδια,
‘ς ἄγριο σκοτάδι ἀκούσαμε νὰ βυθιστοῦν, καὶ ἀκόμα
θυμοῦ βλαστήμιαις εἴχανε στὸ κολασμένο στόμα.

Σὰν ἡ φωτιά, ποῦ μέσα της μᾶς εἶχε ξάφνου ἁρπάξῃ,
γύρω ἐλαγάρισε ἀπ’ αὐτούς, τὰ ψήλου ἐπῆε ν’ ἀράξῃ,
κ’ ἐκεῖ, καταπῶς ἄνοιξαν ὅλα τὰ οὐράνια βάθη,
μὲ βία στὴ μάννα τοῦ φωτὸς μᾶς ἔρριξε κ’ ἐχάθη.

Πῶς, Εὐδοκιά μου, νὰ σοῦ πῶ τί μὲ τοὺς ἄλλους εἶδα
στὴ νέα ποῦ μᾶς ἐδέχτηκε παντοτεινὴ Πατρίδα;
Δὲν ἔχεις χρεία τ’ ἀπόκρυφα τοῦ κόσμου νὰ γνωρίσῃς,
ὅπου σὲ λίγο ἀθάνατη κ’ ἐσὺ θὰ κατοικήσῃς.

Τί τρέμεις; – Ἂν ἡ δάφνη μου τόσο δειλὴ σὲ κάνει,
θὰ βγάλω ἀπὸ τὸ μέτωπο τῆς δόξας τὸ στεφάνι·
πόσο εἶν’ αὐτὸ λαμπρότερο, ποῦ τὰ πολλά σου πάθια
γύρω στὰ ὁλόχρυσα μαλλιὰ σοῦ ἐπλέξαν ἀπὸ ἀγκάθια!

Καὶ ἀκόμα πάσχεις, ἡ φτωχή! Τὸ βλέπω – ἀπάνου κάτου
σὰν κῦμα πάει τὸ στῆθος σου μὲ λεχασμὸ θανάτου·
ἀγκαλὰ πνεῦμα ἐγὼ γυμνό, τὴ λάβρα σου ἀγροικάω,
σπαρνῶ μ’ ἐσένα ὁλόβολος, μ’ ἐσὲ ψυχομαχάω·
μήτε βαραίνω, ἀγάπη μου, σὲ τέτοιαν ἀγωνία,
μ’ αὐτὸ τὸ δύστυχο κορμί, ποῦ τοῦ κακοῦ εἶν’ αἰτία·
χίλια γλυκὰ φιλήματα θὰ σκύψω νὰ τοῦ δώσω,
καὶ θὰ τὸ κλάψω σὰν θνητὸς – τ’ ἀγάπουνα ἐγὼ τόσο!

Ἄχ! ὅταν πέσῃ καταγῆς ἀναίσθητο καὶ κρύο,
μαζί, σὰν ἀπὸ μέσα του, ψυχαὶς θὰ φύγουν δύο.
Γιὰ λίγο ἀκόμα, καὶ ὁ Θεὸς ἀπάνου θὰ μᾶς κράξῃ.
Τ’ ἀστέρια, ἰδές, ἀχνίζουνε, κοντεύει νὰ χαράξῃ!

Τί κλαῖς; Γιατὶ τὰ μάτια σου πέρα καρφόνεις πέρα;
Ἄχ! τὴ φωλιά σου ἀγνάντεψες, λευκή μου περιστέρα!
Ἐκεῖ χαραὶς καὶ βάσανα δεμένη τὴν καρδιά σου
ἔχουν μὲ μάγια δυνατά! Μὴ θλίβεσαι· ἀφοκράσου!

Τί θὲ νὰ ἰδῇς ἀνέλπιστα μὲς τὴν αἰώνια χώρα
κρυφὸ τὸ βάσταα· νὰ σ’ τὸ πῶ σὺ μ’ ἀναγκάζεις τώρα·
γοργότερα τὸ πνεῦμα σου τοῦτο ψηλὰ θὰ γύρῃ
καὶ θὰ γλυκάνῃ τὸ στερνὸ τῆς θλίψης σου ποτῆρι.

Ἄκου, Εὐδοκιά! – Σὰν ἔπαψαν στὸ οὐράνιο περιγιάλι
τοῦ φτάσιμού μας ἡ χαραὶς – ὠιμέ! – τὰ μύρια κάλλη,
ποῦ μ’ ἕνα βλέμμα ἐξάνοιξα τριγύρου σκορπισμένα,
χλωμὰ καὶ κρύα μοῦ φάνηκαν, θυμούμενος ἐσένα.

Ἐπῆρα δρόμο μακρυνό. Σὰν πότε θὰ σὲ φέρῃ
στὴν ἀγκαλιά μου ὁ Θάνατος ρωτοῦσα κάθε ἀστέρι,
καὶ ὀμπρὸς ἀπέρναα κ’ ἔκανα σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
τὸ ἀγαπητό σου τ’ ὄνομα γλυκὰ νὰ ἠχολογήσῃ.

Σὲ πλάγι οὐράνιο, ποῦ ψυχὴ δὲν ἤτανε κἀμμία,
θλιμμένος χάμου ἐκάθισα. Στὴ μοναξιὰ τὴ θεία
τὰ πρῶτα τῆς ἀγάπης μας εὐτυχισμένα χρόνια
μοῦ φτερουγιάζανε ὀμπροστά, σὰν τόσα χελιδόνια.

Στὰ μέρη, ποὖχαν μᾶς ἰδῇ τόσαις φοραὶς ἀντάμα,
ὁ νοῦς μου ξαναγύριζε – κ’ ἰδὲς θαυμάσιο πρᾶμα! –
Ὅ,τι θωροῦσε ὁ λογισμὸς ἔπαιρνε σῶμα ὀμπρός μου,
ὁποῦ δὲν εἶναι πρόσκαιρο, σὰν τ’ ἄλλα ἐδῶ τοῦ κόσμου.
Τ’ ἄχαρο σπίτι ποῦ κυτᾷς, ἡ αὐλή του, τὸ κηπάρι,
κάθε του δέντρο φουντωτό, κάθε λιανὸ βλαστάρι,
ὅσα λουλούδια εἴχαμε κεῖ τὸ Μάη καὶ τὸν Ἀπρίλη,
ὁ κρίνος, τὸ τριαντάφυλλο, τὸ ταπεινὸ γιοφύλλι, –
ἐβγῆκαν ὅλα, καὶ ‘ς αὐτά, ποῦ ὀμπρός μου ξαναζοῦσαν,
οἱ ἀγγέλοι, σὰν τ’ ἀηδόνια μας, κρυμμένοι ἐκιλαϊδοῦσαν.

Πῶς ἀναγάλλιασα νὰ ἰδῶ τ’ ἀγαπημένα μέρη,
στὸν οὐρανὸ τῆς τέχνης του μόνον ἐκεῖνος ξέρει,
ποῦ ὡραῖο νὰ δώκῃ εὐτύχησε στὰ ὀνείρατά του σῶμα
μὲ στίχον ἢ μὲ μάρμαρο, μ’ ἦχο ἁρμονίας ἢ χρῶμα.
Ὤ! πᾶμε, ἀγάπη μου γλυκειά! πᾶμε, ὁ καιρὸς μᾶς βιάζει!

Δὲν εἶναι χόρτο ἢ λούλουδο ποῦ ἐκεῖ νὰ μὴ σὲ κράζῃ·
ἐκεῖ ἀπὸ χρόνια ἡ μάννα σου καὶ ὁ δοξαστός σου κύρης
τὴ θεία φτεροῦγα τῆς ψυχῆς ἀκαρτεροῦν νὰ γύρῃς.
Πᾶμε! – ὁ καλὸς Ἡγούμενος, οἱ Κρητικοί μας ὅλοι
θὰ ἰδῇς ποῦ θἄρχωνται συχνὰ στ’ ὡραῖο σου περιβόλι,
καὶ θ’ ἀγροικήσῃς ἀπ’ αὐτούς, ποῦ γύρω μαζωμένοι
στὴ χλωρασιὰ θὰ κάθωνται, τί μάχαις ἔχουν γένῃ,
καὶ πόσα ἐβάψαν αἵματα κάθε βουνὸ τῆς Κρήτης,
πρὶν σκύψῃ πάλε στὸ ζυγὸ τὴν ἔρμη κεφαλή της.
Ἐδῶ τὰ λόγια τους θὰ ἠχοῦν, – Ἂν ἡ σκλαβιὰ ἠμπορέσῃ
‘ς αὐτούς, ὁποῦ στὰ βάρβαρα δεσμά της ἔχουν πέσῃ,
τέτοιου πολέμου δοξαστοῦ τὴ μνήμη νὰ ψυχράνῃ,
ὁ μυστικὸς ἀντίλαλος ἀπὸ ψηλὰ θὰ φτάνῃ,
καὶ στοὺς θλιμμένους ἀδελφούς, ὁποῦ μὲ τόσο βάρος
ἡ ὀργὴ τῆς τύχης ἔπεσε, θὰ δίνῃ οὐράνιο θάρρος.

Καὶ σύ, ἀκριβή μου, γέρνοντας κἀμμία φορὰ τὰ μάτια
μὲς τὰ καλύβια τὰ φτωχά, μὲς τ’ ἄκληρα παλάτια,
ἂν ἰδῇς φίδι ἀπελπισιᾶς νὰ κάμῃ αὐτοῦ κονάκι,
στὰ φυλλοκάρδια χύνοντας θανατερὸ φαρμάκι,
ὤ! κόψε λούλουδα πολλά, μάσε βοτάνια πλήθια
καὶ τὴ δροσιά τους ράντισε στ’ ἀπελπισμένα στήθια.
Μία στάλα νἆχα μοναχὴ γιὰ τὰ δικά σου, τώρα
ποῦ μὲ τὸ Χάρο πολεμοῦν! Σήκω, Εὐδοκιά μου – εἶν’ ὥρα.

Ἔκλινε ἡ κόρη τὸ κορμί, καὶ ‘ς ὅλα της τὰ κάλλη
ἡ ἀθώα ψυχὴ πετάχτηκε στοῦ Μάνθου τὴν ἀγκάλη·
μόνον ὴ ἀσώματη θωριὰ φαινότουν ζαλισμένη,
σὰν ὁ τυφλός, ποῦ άνέλπιστα τὸ φῶς του ἀναλαβαίνει.

Μὲς τὴν πλεξίδα, ποῦ στὴ γῆ δὲν ἔχει βέβαια ταῖρι,
ὁ νέος τὸν κρίνο ἐκάρφωσε, ποῦ βάστουνε στὸ χέρι,
στερνὰ κ’ οἱ δύο γονάτισαν γιὰ ν’ ἀσπαστοῦν τὸ σῶμα,
ποῦ ἀναπαυότουνε γλυκὰ στὸ εὐλογημένο χῶμα.
Μὲ μιᾶς ἐκεῖ ἀνυπόμονα πολλαὶς ὡραίαις παρθέναις,
ποῦ ἀπὸ τὸν πόνο ἐτήχτηκαν, ἢ ἐπέσαν σκοτωμέναις,
γι’ αὐτήν, ὁπ’ ἄγρειε νὰ φανῇ στὰ οὐρανικὰ λημέρια,
φεγγοβολῶντας χύθηκαν, ὡς ροβολοῦν τ’ ἀστέρια·
καί, σὰν ἐπάτησαν τὴ γῆ δίχως ν’ ἀφήκουν χνάρι,
κ’ ἐκεῖνο ἐκαμαρώσανε τὸ ἐρωτικὸ ζευγάρι,
στὸ νέο ποῦ πρόσμενε ὁ Θεὸς ἁγνότατο ἀγγελοῦδι,
προτοῦ νὰ φύγουν, εἴπανε, τὸ ἀκόλουθο τραγοῦδι:

Νυφοῦλα, ποῦ μᾶς ἔρχεσαι μὲ μάτια δακρυσμένα,
κάμε καρδιά! στὴ χώρα μας εἶναι τὰ δάκρυα ξένα·
ἔχυσες ἄμετρα, καὶ αὐτὰ νὰ γένουν ἑτοιμάσου
μαργαριτάρια κάτασπρα γιὰ τὰ χρυσὰ μαλλιά σου.

Ἐδῶ, καθὼς τὴν ἄνοιξη γυρνάέι τὸ χελιδόνι,
θὰ ξαναγύρῃς, ποθητή, καὶ δὲ θὲ νἆσαι μόνη·
παιδιά, γυναίκαις, γέροντες, ἀγώρια θὰ γυρίσουν,
τραγούδια ἐλεύθερα νὰ ποῦν καὶ νέο χορὸ νὰ στήσουν.

Ναί· τοῦ βουνοῦ σου ὁλόχαρη θὰ κατεβῇς τὸ πλάϊ,
σὰ νύφη ὡραία, ποῦ ταὶς ὀχτὼ στὰ γονικά της πάει,
μόλις χυθῇ, διαβαίνοντας αἱματηρὸ ποτάμι,
στὴν Κρήτη τὰ πιστρόφια της κ’ ἡ Ἐλευθεριὰ νὰ κάμῃ.

Ελαιογραφία του Νικηφ. Λύτρα-Γεράσιμος-Μαρκοράς.

Leave a Comment