Διάφορα

Ο Όρκος (Γεράσιμος Μαρκοράς) β

Εἶχε νυχτώσῃ – τ’ οὐρανοῦ βαθύτατη μαυρίλα
τὴ χλόη τοῦ κάμπου ἐσκέπαζε καὶ τοῦ βουνοῦ τὰ φύλλα·
μαυρολογοῦσαν τὰ νερὰ κ’ οἱ βράχοι τῆς θαλάσσης·
ἄστρο χλωμὸ δὲν ἔφεγγε στὴν ἐρημιὰ τῆς πλάσης,
καὶ μόνον ἔκανε, κρυφὰ περνῶντας τὸ φεγγάρι,
μίαν ἄκρη ἀπὸ τὰ σύγνεφα λάμψη ἀργυρὴ νὰ πάρῃ.
Φωνὴ δὲν ἄκουες· πούπετα δὲν ἔβλεπες διαβάτη·
εἶχε τὸν Ὕπνο ἀποδεχτῇ καλύβι καὶ παλάτι·
δὲν ἐσπαρνοῦσαν τὰ πουλιά, ποῦ σύσκοτα εἶχαν βάλῃ,
σκέπη θερμή, τὴν ἴδια τους φτεροῦγα στὸ κεφάλι·
ἦταν τὸ χόρτο, τὸ κλαρὶ κι’ ὁ ἀνθὸς τὴν ὥρα ἐκείνη
τοῦ μαμμουδιοῦ προσκέφαλο, τῆς πεταλούδας κλίνη·
τ’ ἀρνὶ στὴν μάντρα ἐπλάγιαζε, τ’ ἀγρίμι στὴ μονιά του·
ὅλα τὰ πλάσματα, Θεέ, στὸν ἴσκιο του ἀποκάτου!

Καὶ σύ, βαρειόμοιρη Εὐδοκιά, καὶ σὺ ποῦ παραδέρνεις;
Πῶς τὸ χωριό σου ἀπάρῃακες καὶ τ’ ἀνηφόρι παίρνεις;
Σταυροκοπήσου· γύρισε· ν’ ἀναπαυτῇς εἷν’ ὥρα·
τὸ κρύο τους μνῆμα παραιτοῦν οἱ βρυκολάκκοι τώρα·
πάντα στὸ φῶς τὸ πόδι σου, σὰν ἡ ψυχή σου, ἂς τρέχῃ·
ἡ μαύρη νύχτα τίποτε μὲ σὲ κοινὸ δὲν ἔχει.

Ἄχ! εὐκολώτερα κἀνεὶς θ’ ἀνάγκαζε μὲ τρόμο
τ’ ἀχνὸ φεγγάρι ἀντίστροφα γοργὰ νὰ κόψῃ δρόμο,
παρὰ σὲ φόβου γυρισμὸ τὴν Εὐδοκιὰ νὰ φέρῃ.
Ἂν εἶναι γνέφι, ἂν εἶναι φῶς, ἢ νύχτα ἢ μεσημέρι,
στὸ τρέξιμό της προσοχὴ καθόλου αὐτὴ δὲ δίνει,
μὸν δρόμο παίρνει ἀδιάκοπα, καὶ ὀπίσω δρόμο ἀφίνει.

Ξάστερα βλέπει μὲ τὸ νοῦ τὸ μέρος ποῦ θὰ πάῃ·
ἐκεῖ τὴ σέρνει ὁ πόθος της, ἐκεῖ τὴν ὁδηγάει
αὐτὸς ποῦ κάνει στὴ γλυκειὰ φωλιά της ἀπὸ πέρα
νὰ φτερουγιάσῃ ἀλάθευτα μηνύτρα περιστέρα.

Κάθε ποῦ τ’ ἄχαρο κορμὶ τὴν πρώτη βία του παύει
καὶ ἀργοκινάει, γυρεύοντας ἥπατα νέα νὰ λάβῃ,
μέσα ἡ ψυχή της φαίνεται πῶς ξάφνου λέει ‘ς ἐκεῖνο:
Δειλὸ κουφάρι, ἀκλούθα με, τὶ φεύγω καὶ σ’ ἀφίνω! –
Τόσο ἀνεπίστευτα μὲ μιᾶς ἡ θέληση νικάει
τ’ ἀποσταμένο πόδι της, ποῦ πάλε ὀμπρὸς πετάει.

Σὰν ποῦ θὰ φτάσῃ; – Ὁ ποταμὸς τρέχει ἀφρισμένος κάτου,
μὲ τὰ νερὰ τῆς θάλασσας νὰ σμίξῃ τὰ νερά του·
τὸν οὐρανὸ γοργότατα καταμετράει τ’ ἀστέρι,
καὶ πέφτει ἐκεῖ ποῦ σπρώχτηκε τοῦ Ὑψίστου ἀπὸ τὸ χέρι·
αὐτή, χωρὶς ὀπίσω της κἀμμία ματιὰ νὰ γύρῃ,
θὰ σταματήσῃ στ’ Ἀρκαδιοῦ τὸ μέγα μοναστῆρι.

Ὁ κόσμος ὅλος εἶν’ ἐκεῖ, μόνον ἐκεῖ γι’ αὐτήνε·
στοὺς ἄλλους τόπους ἐρημιὰ καὶ μαῦρος Ἅδης εἶναι,
ἀπὸ τὴν ὥρα πὤμαθε, ποῦ στὴν αἰώνια θέση,
τῆς Κρήτης τέκνο ἀληθινό, καὶ ὁ Μάνθος εἶχε πέσῃ,
μ’ αὐτούς, ὁποῦ, ξυπάζοντας τ’ ἀφωρεσμένο ἀσκέρι,
ἔκαμαν ξάφνου ἐλευθεριὰ μία σπίθα νὰ τοὺς φέρῃ,
καὶ στ’ ἅγιο χῶμα ἐσκόρπησαν γυμνὰ τὰ κόκκαλά τους,
ἀπάνου στ’ ἄστρα ταὶς ψυχαίς, ὁλοῦθε τ’ ὄνομά τους.

Νεκρὸς ὁ Μάνθος! – Ὤ Χριστέ! καὶ πῶς, καὶ πῶς ἐκείνη
στ’ ἄκουμα τοῦτο ζωντανὴ δυνήθηκε νὰ μείνῃ;
Σωρὸ τὴν ηὗραν καταγῆς, καὶ σὰν ἀπεθαμένη
ἀπ’ τ’ ἀκρογιάλι σπίτι της ἐπῆαν τὴ μαυρισμένη,
ὅπου, καθὼς ἡ ἀπάντεχη ποδοβολὴ ἀγροικήθη,
ἐδῶ γλιστροῦσε ὁ βόστερας, ἐκεῖ τὸ σαμαμίθι·
ὅπου, στολίδι τῆς ἐρμιᾶς, τριγύρου, ἀπάνου, κάτου
περιπλεμένοι ἐσέρνονταν οἱ πλοκαμοὶ τοῦ βάτου.

Ὠιμέ! καλῶς μᾶς ἔρχεσαι φωνὴ δὲν εἶπε ἀνθρώπου
στὴ δειλιασμένη ὀρφανή, βασίλισσα τοῦ τόπου·
καί, καθὼς τότες ἔτρεχαν κακὰ καὶ μαῦρα χρόνια,
ὁποῦ δὲν ἄφιναν καιρὸ γιὰ ξένη ψυχοπόνια,
ἐκεῖ ποῦ ἀρχίναε μεταβιᾶς ἡ αθλία νὰ ξελιγόνῃ,
μὲς τ’ ἄδειο σπίτι ἀντήχησαν οἱ στεναγμοί της μόνοι.

Ἀνασηκώθη· ἐγύρισε τὰ μάτια ὁλόγυρά της
βασιλεμένα, ὁλάνοιχτα καὶ ἀργά, σὰν ὑπνοβάτης·
μήτ’ ἕνα δάκρυ μοναχὸ ‘ς ἐκεῖνα ἐπροκαλοῦσαν
ὅσαις γλυκαὶς ἐνθύμησαις ἐδῶ κ’ ἐκεῖ πετοῦσαν,
βγάνοντας ἤχους μαγικοὺς ἀπ’ ὅσα ἡ δόλια βλέπει,
σὰν τὰ πουλάκια ὁπὤστησαν φωλιὰ στὴν ἔρμη σκέπη.

Καὶ μὴ τῆς πρώτης εὐτυχιᾶς ἐκεῖ ξυπνοῦσε ὁ μόνος
λυπητερὸς ἀντίλαλος; Ἀλοιά! τοῦ Χάρου ὁ πόνος
γύρω ἠχολόγαε μυστικά, χωρὶς νὰ κατορθώσῃ
μὲ μιὰ σταξιὰ τῆς ἄμοιρης τὰ μάτια νὰ βουρκώσῃ.

Δὲν εἶν’ αὐτοῦ ποῦ ξάνοιξε τὸν ἀκριβό της κύρη,
τοῦ Μάνθου βάρος θλιβερό, δίχως πνοὴ νὰ γύρῃ;
Στὴν ἴδια ἐκείνη κατοικιά, σὰν εἶχε ὁ μῆνας κλείσῃ,
δὲν εἶδε τὴ μανοῦλα της – ὠιμέ! – νὰ ξεψυχήσῃ;
Ἄχ! στὴν εἰκόνα τους ὀμπρὸς κατάντησε νὰ στέκῃ
σὰ βρύση, ὁποῦ τὴ στέρεψε μὲ μιᾶς τ’ ἀστροπελέκι.

Νεκρὸς ὁ Μάνθος! – μοναχὰ στὸ νοῦ της τέτοια ἰδέα
μὲ πεῖσμα ἐσυχνογύριζε. Θλίψαις, χαραίς, γενναῖα
φιλοπατρίας ὀνείρατα, καὶ λογισμοί, καὶ πόθοι
στ’ ἄπειρο χάος, ποῦ μέσα της μὲ κρύο σκοτάδι ἀπλώθη,
σκόρπια ἐσαλεύανε, καθώς, ἕν’ ἀπὸ τ’ ἄλλο ἀνάρῃα,
χαμένου πλοίου στὴ θάλασσα θωρεῖς τ’ ἀπομεινάρια.

‘Σ ἄκρη βαράθρου σκοτεινοῦ πῶς ἦταν ἐθαρροῦσε,
πῶς ὅλα ὀμπρός της γύριζαν, καὶ ἀπὸ βαθυὰ γροικοῦσε
τοῦ μαύρου τόπου τὸ Στοιχειό, ποῦ βρύχιζε στ’ αὐτιά της:

Τρελλὴ γυναῖκα! ἐστάθηκες παιγνίδι τῆς ἀπάτης,
ὁποῦ τ’ ὡραῖο κατάφερε πιστό σου παλληκάρι
ψεύτικον ἦχο τῆς καρδιᾶς γιὰ θεία φωνὴ νὰ πάρῃ.
Τὸ οὐράνιο φῶς, ποῦ μάρτυρα στὸν ὅρκο του εἶχε βάλῃ,
σὰ θαρρεμένος έλεγε πῶς θὰ σὲ σμίξῃ πάλι,
ὅσαις φοραὶς ἀναφανῇ καὶ ξαναπάῃ στὴ Δύση,
τ’ ἀθλίου τὰ σκόρπια κόκκαλα ποτὲ δὲ θ’ ἀναστήσῃ.

Ἀναθεμάτισε τὴ γῆ, ποῦ τὰ παιδιά της κάνει
σὲ μάχαις ἄγριαις νὰ ζητοῦν ἀπατηλὸ στεφάνι,
κ’ ἐνῷ ρουφάει τὸ αἷμα τους, ποῦ γιὰ τὴν ἴδια τρέχει,
χαλεύει ἀδιάκοπα νὰ πιῇ, καὶ χορταμὸ δὲν ἔχει! –
Δύστυχη κόρη! Ἐβάστουνε δεμένα σὰ λυγέρια
μαζὶ στὸν ἀντικέφαλο τὰ δύο λιγνά της χέρια,
ἐνῷ, ζυγόνοντας ὀμπρὸς ἕνα στὸν ἄλλο ἀγκῶνα,
ἔκανε φράχτη ἀνώφελη γιὰ κάθε τρόμου εἰκόνα,
ὁποῦ δὲν ἔπαυε ποσῶς νὰ πλάθῃ μὲς τὴν ἔρμη
τοῦ λογισμοῦ της ἄβυσσο τσ’ ἀπελπισιᾶς ἡ θέρμη.

Στερνά, καθὼς ἐχάραξε φέγγος ἀχνὸ στὸ νοῦ της,
σὰν ὅλοι νὰ τὴν πλάκοναν οἱ τοῖχοι τοῦ σπιτιοῦ της,
ἄχ! γιὰ μίαν αὖρα δροσερὴ στὰ λεχασμένα στήθη
δίψα μεγάλη ἀκούοντας, ἀπὸ τὴ θύρα ἐχύθη·
μήτε νὰ τρέχῃ τὴν αὐλὴ μὲ γλήγορα ποδάρια
ποσῶς τὴν άντιβάδιαζαν οἱ σκῖνοι, τὰ πρινάρια,
ὡς δὲν ἐμπόδισαν ποτὲ κακοτροπιαὶς καὶ τράφοι
νερὸ νὰ πάῃ γυρεύοντας ἡλιοκαϊμένο ἀλάφι,
μὲς τὸ μικρὸ στμάτησε κατάσκιο περιβόλι,
ἐκεῖ ποῦ κάθε ἀργατικὴ συνευρισκόνταν ὅλοι,
ἡ μάννα, ὁ κύρης της, αὐτὴ καὶ ὁ Μάνθος, ποῦ ‘ς ἐκείνη
τὴν ἀνθηρὴ Παράδεισο συνήθιζε νὰ μείνῃ.

Ὣς ὅλα τ’ ἄστρα νὰ φανοῦν χωρὶς νὰ τὸ νοήσῃ
κ’ ἕνα θλιμμένο στὸ καλὸ θλιμμένος ν’ ἀγροικήσῃ.
Μόνη της, ἔρμη ἐκάθισε ‘ς αὐτὴ τὴν ἴδια πέτρα,
ὅπου μία μέρα τ’ ἀηδονιοῦ ν’ ἀφοκραστῇ τὰ μέτρα,
τόση κρυφὴ ἀναγάλλιαση δὲν αἰσθανότουν, ὅση
ποτὲ δὲν ἔλειπε ἡ φωνὴ τοῦ Μάνθου νὰ τῆς δώσῃ·
στὸ μέρος ὅπου μία φορά, σὰν ἄγγελος προστάτης,
γονέων ἀγάπη κ’ ἔρωτας πετοῦσε ὁλόγυρά της,
κ’ εἶχε, χωρὶς νὰ φανταστῇ πολέμου ἀνεμοζάλη,
ἄνθια καὶ χλόη στὰ πόδια της, ἀστέρια στὸ κεφάλι.

Ὁ ἥλιος ἐβασίλευε. Μὲ θλίψη αὐτὴ τὸ μάτι
πέρα στὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ προσηλωμένο ἐκράτει,
ὅπου ἀκλουθοῦσε τοῦ φωτὸς ἡ ἀναλαμπὴ νὰ παίζῃ,
ὅπου ὁ καπνὸς ἐκάλουνε στὸ φτωχικὸ τραπέζι.
Ἔβλεπε ὁλοῦθε κατ’ αὐτοῦ νὰ πᾶνε δουλευτάδες,
ποῦ κουρασμένοι ἐγύριζαν ἀπὸ βουνὰ ἢ πεδιάδαις,
κ’ ἔλεε στὸ νοῦ της: Ἀδελφή, γυναῖκα, θυγατέρα
προσμένει ἐκεῖ τὸ ταῖρι της, τ’ ἀδέλφι, τὸν πατέρα·
γιὰ μένα ὁ κόσμος ἔρημος· ἄδεια γιὰ μένα ἡ χτίση·
τοῦ κάκου, ἡ μαύρη, ἀκαρτερῶ· κἀνεὶς δὲ θὰ γυρίσῃ!

Γιομάτο, πρὶν τοῦ πόνου της ἡ συγνεφιὰ ξεκόψῃ,
σὰ φουσκωμένη θάλασσα στοῦ φεγγαριοῦ τὴν ὄψη,
τὸ στῆθος ἔχοντας αὐτή, μὲ κόπο ἀγκομαχοῦσε·
ἀλλ’, ὡς μακρυὰ ἕνα σήμαντρο τ’ ἅγιο σπερνὸ ἐβαροῦσε,
στὴ γῆ γονάτισε, κ’ εὐθὺς ἀρχίνησε, ἡ καϊμένη,
νὰ κλαίῃ καὶ νὰ προσεύχεται, νὰ κλαίῃ καὶ ν’ ἀνασαίνῃ.
Ἐκεῖθε ποῦ τὴν ἔβλεπαν ἐρωτεμένοι ἀγγέλοι,
στὸ βάθος ἄκουε τῆς ψυχῆς νὰ ρέῃ δροσιὰ καὶ μέλι·
ὡς ἕνας κρίνος, ὁπ’ αὐτοῦ, γιὰ κἄποια οὐράνια χάρη,
στὴ μέση ἐβγῆκε ἀπὸ πυκνό, παράσιτο χορτάρι,
ἄκουε γλυκὰ στὴ ρίζα του νὰ τρέχουν οἱ ὀφθαλμοί της…
Ὤ ναί! μαζὶ ἐποτίστηκαν ὁ κρίνος κ’ ἡ ψυχή της.

Τὶ προσευχήθη; – Ὁρμητικὰ σηκώθηκε, γιομάτη
ἀπὸ μία φλόγα οὐρανικὴ στὴν ὄψη καὶ στὸ μάτι,
καί, τῆς ἡμέρας βλέποντας τὸ φῶς νὰ κατεβαίνῃ:
Στ’ Ἀρκάδι! – ἐφώναξε μὲ μιᾶς, – ὁ Μάνθος μὲ προσμένει!
Εἶπε, κ’ ἐχύθηκε. Ἀγκαλὰ στὸ μακρυνό της δρόμο
ποτὲ δὲν ἐσταμάτησε μὲ δισταγμὸ καὶ τρόμο,
σὰν εἰς τὰ μάτια της ὀμπρὸς τὸ μοναστῆρι ἐφάνη,
ἔμεινε ξάφνου ἀκίνητη· τὰ σωθικά της πιάνει
ὅση λαχτάρα αἰσθάνεται καθένας ὁποῦ κάτου
ρίξῃ ἕνα βλέμμα στὰ βαθυὰ μυστήρια τοῦ θανάτου.

Δίχως καθόλου μέσα της ὁ φόβος ν’ ἀπολείπῃ,
σὰ νὰ τὴν ἔσπρωχνε ὀμπροστὰ τὸ μέγα καρδιοχτύπι,
σὲ λίγο, ἐκεῖθε φεύγοντας ὁποὖχε μαρμαρώσῃ,
τὸ λυπηρὸ ταξεῖδι της περιμαχάει νὰ σώσῃ.

Ἰδού! Στὴ μέση τῆς αὐλῆς ἀργοκινάει, κ’ αἰφνίδια
βλέπει – ὤ Χριστέ! – τ’ ἀθάνατα τοῦ τόπου ἀποκαΐδια·
μὲ τὴ στερνή της δύναμη χουμῶντας, ἀνεβαίνει
στὰ ρεπεθέμελα ψηλά, καὶ πέφτει λιγωμένη.

Λὲς καὶ ‘ς αὐτὸ τὸ χάλασμα, ποῦ ἡ πέτρα καὶ τὸ χῶμα
σὰ ροῦχο ξυλοκρέββατου μαυρολογοῦσε ἀκόμα,
νὰ ρίξῃ λούλουδο λευκὸ μὴν ἔχοντας κἀνένα,
τὸ δειλιασμένο ἐπρόσφερε κορμί της ἡ παρθένα.

Ξανοίγοντάς την ὡς νεκρὴ καὶ ‘ς ὅλα της τὰ κάλλη,
μὲ τρόμο βέβαια θἄλεγες ὅτι στ’ ὡραῖο κεφάλι
εἶχε θλιμμένος ὁ Καιρὸς ἀπάνου σταματήσῃ,
νὰ ἰδῇ τὸ πλάσμα, ὁπὤπρεπε γοργὰ νὰ τὸν ἀφήσῃ.

Σὰν τί βοτάνι μαγικό, τίνος ἀγγέλου χέρι
δυνήθη στὴ βαρειόμοιρη ζωὴ νὰ ξαναφέρῃ;

Τὸ κρύο της αἷμα, ποῦ μὲ μιᾶς εἶχε ἡ καρδιὰ συμμάσῃ,
ξεπαγωμένο ἀρχίναε σταὶς φλέβαις νὰ περάσῃ·
κ’ ἐνῷ καθάριο καὶ ζεστὸ κυκλοφορῶντας ρέει
στὰ μέλη ποῦ ἀναδεύονται, στὸ στῆθος ποῦ ἀναπνέει,
μὲ ρόδου χρῶμα, ὁποῦ πιστὰ νὰ μιμηθοῦν ζωγράφοι
ποτὲ δὲ θὰ ἠμπορούσανε, τὴν ὄψη πάει καὶ βάφει.

Μία τέτοια αἰσθάνεται ἡδονή, τέτοια ψυχῆς γαλήνη,
τόσο ἀγροικάει τὸ σῶμα της ἀλαφρωμένο ἐκείνη,
ὁποῦ, σταὶς πέτραις ἀγκαλὰ καὶ τὸ πλευρὸ γυρίζει,
ψηλὰ μὲ γνέφι ὁλόλαμπρο θαρρεῖ πῶς ἀρμενίζει·
πῶς μέσ’ αὐτοῦ ἀναπαύεται, καθὼς ἀνάερα πλέει·
πῶς μία γλυκόφωνη λαλιά: Ξύπνα, Εὐδοκιά! – τῆς λέει.

Στ’ ἀγαπητὸ μουρμούρισμα συνέρχεται ἡ καϊμένη·
ἀνασηκόνεται, κ’ ἐκεῖ τηράει προσηλωμένη,
ὅθ’ ἕνα φύσημα τερπνὸ μακρυά, μακρυὰ εἶχε πάρῃ
ὅσα μαυράδια ἐκρύβανε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι.

Σὲ λίγο, ἀπὸ τὴν ἄπειρη, θεοχτισμένη σκέπη
τὰ μάτια κατεβάζοντας, βλέπει – ὢ λαχτάρα! βλέπει
ὁποῦ κοντά της κάθεται, χαμογελάει, καὶ τ’ ἄνθος,
βρεμένο ἀπὸ τὸ κλάϊμα της, κρατεῖ στὸ χέρι ὁ Μάνθος!
Δὲν εἶναι λείψανο φριχτό, ποῦ βγαίνει ἀπὸ τὸ μνῆμα,
ὅπου βαρυὰ τὸ πλάκοναν ὁ λίθος καὶ τὸ κρῖμα·
μάτια δὲν ἔχει ἀβλέφαρα, γυμνὴ δὲν ἔχει κάρα
καὶ ζωντανὰ κινήματα, ποῦ προξενοῦν τρομάρα.

Ὁ Μάνθος ὁλοφάνερος κοντὰ της εἶναι· ὡς πρῶτα,
γύρω σκορπάει τὸ στόμα του τῆς Ἄνοιξης τὰ χνότα·
κ’ ἐνῷ σιμά του τὰ φτερὰ μαζόνει, καὶ θωράει
πῶς ἡ ζωὴ στὴν ὄψη του κι’ ὁ ἔρωτας γελάει·
πῶς λάμπει ἐκεῖθε, ὡς ἔλαμπε, τῆς λεβεντιᾶς τὸ θάρρος,
μὲ τρόμο λέει μὴν ἔσφαλε τὸ χτύπημά του ὁ Χάρος.

Τὴν ἴδια ἐφάνηκε στιγμὴ στῆς Εὐδοκιᾶς τὸ βλέμμα
πῶς ἡ μορφὴ τοῦ Μάνθου της εἶναι ἀπὸ σάρκα κ’ αἷμα.
Πρόσκαιρη ἀπάτη! Οὐρανικαὶς ἀχτίναις κατεβαίνουν
ὡς πλούσια βρύση ἀπάνου του, καὶ χάμου ἀκήρῃαις μένουν·
ἐνῷ ἡ πνοή, ποῦ ξέβγαλε τοῦ φεγγαριοῦ τ’ ἁμάξι,
περνάει στὰ μαῦρα του μαλλιά, χωρὶς νὰ τὰ πειράξῃ.

Τοῦτο ἀπεικάζοντας αὐτή, προτοῦ γοργὰ ἠμπορέσῃ
μὲ τῆς χαρᾶς τὸ κίνημα στὰ στήθια του νὰ πέσῃ,
βαστάει τσ’ ἀγκάλαις ἁπλωταίς, καί, τρέμοντας μὴ φύγῃ
τ’ ἀγαπημένο φάντασμα, τ’ ἀχνά της χείλη ἀνοίγει,
καὶ λέει ‘ς ἐκεῖνο θλιβερά, μὲ ζάλισμα μεγάλο:

Γιὰ τὸ Θεό, ποῦ σ’ ἔστειλε, μὴ μ’ ἀπαρῃάκῃς ἄλλο! –
Μὲ μιᾶς – ὢ Παντοδύναμε! – τὸ στόμα ποὖχε κλείσῃ
μήναις καὶ χρόνια ὁ θάνατος, ἀκούει νὰ τῆς μιλήσῃ·
μὲ ξαστερόφωνη λαλιὰ μιλεῖ ‘ς αὐτήνε, δίχως
τριγύρω ἀπὸ τὰ λόγια του νὰ ταραχτῇ ἕνας ἦχος:

Ὄχι, τῆς λέει, μὴ φοβηθῇς, ἀγγελικό μου ταῖρι,
νὰ μᾶς χωρίσουνε ποτέ! Τ’ ἀθάνατο λημέρι
μακρυὰ δὲν ἀπαράτησα, μὲ προσταγὴ σὲ λίγο
νὰ γύρω ἀπάνου μοναχός. Ἐγὼ ἀπὸ σὲ νὰ φύγω!

Μὴν ὅσα πέρασες κακὰ δὲν εἶδα ἐγώ, καὶ πόση
δύναμη θεία κατώρθωσεν ἡ πίστη νὰ σοῦ δώσῃ,
ἡ πίστη αὐτή, ποῦ, χύνοντας προφητικὸ ποτάμι,
ἔκαμε πλάτανον ἐσὲ τὸ λυγερό καλάμι!

Ἂν ἀπὸ τώρα ἐσάλεψε, τί φταῖς ἡ ἀθλία; Μεγάλη
ἐστάθη, ναί, τῆς Κόλασης καὶ τὴς ψυχῆς σου ἡ πάλη,
σὰν ἐπρωτάκουσες ποῦ ἐγὼ στὸ μέρος τοῦτο ἐπῆρα
φλόγας φτερά, ποῦ μ’ ἔβγαλαν εἰς τὴν αἰώνια θύρα.

Πῶς ἕνα θαῦμα ἡ ταπεινὴ ψυχοῦλα σου νὰ ἐλπίσῃ
τὸ θάνατό μου ἀκούοντας; Τὴν εἶχε ἡ νύχτα κλείσῃ·
κ’ ἐκεῖ ποῦ ὡς πρῶτα τ’ οὐρανοῦ δὲν ἔφεγγαν ἡ ἀχτίδαις,
πνεύματα μαῦρα ἐξώρμησαν, ὡς ἄϋλαις νυχτερίδαις·
ἀλλ’ ἐβυθήσανε γοργὰ στὴν ἄβυσσο μὲ φρίκη,
ὅταν ροδάτη ἐχάραξε στὸ πρόσωπό σου ἡ νίκη·
ὅταν στὰ μάτια σου θερμὸ τὸ πρῶτο δάκρυ ἐφάνη,
κ’ ἡ προσευχή σου ἀνέβαινε, σὰν ἐκκλησιᾶς λιβάνι.

Ἐκεῖ σ’ ἐζύγωσα, Εὐδοκιά· πλὴν τ’ ἄλλου κόσμου οἱ νόμοι,
ὡς ἐποθοῦσα, νὰ φανῶ δὲν ἔστεργαν ἀκόμη·
καὶ νά! τὸ δρόμο τ’ Ἀρκαδιοῦ προτοῦ μαζί σου κάμω,
τὶ ἁγνὸ λουλοῦδι πὤκοψα γιὰ τὸν ἁγνό μας γάμο!

Βαστάω τὸν ὅρκο μου. Ὁ Θεὸς μία μέρα σοὖχε στείλῃ
παρηγορήτρα ὑπόσχεση μὲ τὰ θνητά μου χείλη·
σὺ τὴν ἐδέχθηκες· κ’ ἰδού! – πνεῦμα ζωῆς πυκνόνει
τὴ σκορπισμένη στάχτη μου, ποῦ ὁλόγυρα μὲ ζώνει,
καὶ δείχνει ἐκείνη τὴ μορφή, καὶ δείχνει αὐτὸ τὸ σῶμα,
ὁποῦ βαθυὰ στὸ στῆθος σου μόνον ἐζοῦσε ἀκόμα.

Τώρα, ἡ καϊμένη, δὲ ζητᾷς παρὰ τὴ γῆ ν’ ἀφήσῃς,
ποθῶντας ἀνυπόμονα ψηλὰ νὰ μ’ ἀκλουθήσῃς·
ὤ στάσου ἀκόμα! Εἶναι καιρὸς ὁποῦ κ’ ἐγὼ δὲν εἶδα
τὸν οὐρανό μου τὸ μικρό, τὴν ἄχαρη Πατρίδα·
γιὰ τὴν ἀγάπη, πὤβαλε ‘ς αὐτήνε κ’ ἡ καρδιά σου,
μήν, ἀγγελοῦδι μου, βιαστῇς! γιὰ λίγο ἀκόμα στάσου!

Μήπως καὶ Τούτη, ἀπὸ πολὺ στὰ μαῦρα φορεμένη,
τὴν ἀκριβὴν ἐλπίδα της δὲν ἔκλαψε θαμμένη;

Ἀπὸ τὸ χάσμα, ποῦ πλατὺ στὰ θεῖα ποδάρια ἐσχίστη,
κάθε γενναῖο της φρόνημα, τὴν ἐθνική της πίστη
νὰ περιπαίζουν, ὡς τρελλῆς ὀνειρεμένα πλούτη,
πνεύματα μύρια τῆς νυχτὸς δὲν ἀγροικάει καὶ Τούτη;

Ὤ μὴ δειλιάσῃς, Μάννα μου! σὰν ἡ Εὐδοκιά, σταὶς πρώταις
ἐλπίδαις ξαναγύρισε· πετάξου ὀρθή, καὶ τότες
θὲ νὰ σκιρτήσουν οἱ νεκροί, σὰν ἀπὸ θεῖο μαγνήτη·
θ’ ἀνοίξῃ ὁ θόλος τ’ οὐρανοῦ· καὶ σύ, θλιμμένη Κρήτη,
τὰ μάτια στρίφοντας, θὰ ἰδῇς τὸ ποθητό σου ταῖρι,
τῆς Λευθεριᾶς τὸν ἄγγελο, μὲ δάφνη ὡραία στὸ χέρι.
Ναί! μὰ τὸ χῶμα ποῦ πατῶ, θὰ φέξῃ τέτοια μέρα! –
Καί, λέοντας τοῦτο, ἀπὸ τὴ γῆ σηκόνεται, καὶ πέρα
σέ κάμπους ρίχνει, σὲ βουνά, σὲ χώραις καὶ σὲ δάση,
ὀμπρός, ὀπίσω, ἀντίσταυρα, τὴ στάχτη ποὖχε μάσῃ,
τὴ στάχτη ἐκείνη, ποῦ ψηλὰ σὰ γνέφι πάλε ἀστράφτει
καὶ σταὶς ψυχαὶς ἀκοίμητη φλόγα μεγάλη ἀνάφτει.

Τὰ μάτια ὡστόσο ἀπάνου του μὲ θαυμασμὸ βαστοῦσε
προσηλωμένα ἡ κορασιά, καὶ τρέμοντας θωροῦσε
μεγάλο τί, ποῦ φάνταζε σὲ κάθε κίνημά του,
στὰ ὡραῖα μαλλιά, στ’ ἀνάστημα, στὸ βλέμμα, στὴ θωριά του.

Δὲν ἦταν δόξα τ’ οὐρανοῦ, φέγγος δὲν ἦταν θεῖο,
ποῦ τὴ μορφή του ἐστόλιζε μὲ τέτοιο μεγαλεῖο,
μὸν τῆς ἀθάνατης ψυχῆς ἡ ριζωμένη ἐλπίδα
πῶς ἄλλη τύχη ἐπρόσμενε μία μέρα τὴν πατρίδα.

Μὲ χέρια πάντα σταυρωτὰ καὶ δίχως ν’ ἀναπνέῃ,
θωρῶντας τοῦτο ἡ λυγερή, κρυφὰ στὸ νοῦ της λέει:
Ἄπειρο σπλάχνος βέβαια τὸν ἔχει φέρῃ ὀμπρός μου,
γιὰ νὰ μέ βγάλῃ ἀπ’ τοὺς καϊμοὺς καὶ τὰ κακὰ τοῦ κόσμου
πλὴν τέτοιο καύχημα τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ καμάρι
συντρόφισσά του ἀθάνατη πῶς ἔχει νὰ μὲ πάρῃ;
Πῶς μοιάζει στὸ τρισένδοξο πλευρό του νὰ μὲ βλέπῃ;
Ἔπραξα τίποτα γι’ αὐτό; Τέτοια χαρὰ μοῦ πρέπει; –

Ὁ ἀχὸς ἀπὸ τοὺς θόλους του μὲ γληγοράδα τόση
ἀπολογιὰ δὲ δύνεται σὲ μία κραυγὴ νὰ δώσῃ,
ὅπως ὁλόγοργα, ‘ς αὐτὰ ποῦ τὰ κλεισμένα στήθη
τῆς Εὐδοκιᾶς ἐτάραζαν, ὁ νέος ἀπολογήθη:

Δὲν ηὗραν τόπο μοναχὰ στὸ μέγα οὐράνιο δῶμα
ὅσοι γενναῖοι, παλεύοντας, ἀπάρῃακαν τὸ σῶμα·
ἐκεῖ τοῦ πόνου οἱ Μάρτυρες, ποῦ ἐβγῆκαν νικηφόροι
ἀπ’ τὸν ἀγῶνα τῆς ψυχῆς, θὰ σὲ δεχτοῦν, ὦ κόρη!

Σὲ κράζει ἀπάνου ἡ δύστυχη, ποῦ ξάφνου ὁλόγυρά της
εἶδε ἀπὸ τούρκικο σπαθὶ κομμένα τὰ παιδιά της,
κ’ ἐκεῖ ποῦ ‘ς ἔρμο ξάγναντο τ’ ἀθῷα μυρολογοῦσε,
μακρυὰ κυτάζοντας μακρυά, ταὶς μάχαις εὐλογοῦσε.

Ἡ ὡραία σὲ κράζει κορασιά, ποῦ τρέχοντας τὰ δάση,
λύσσαν αἰσχρὴ στενεύτηκε τ’ ἀπίστου νὰ χορτάσῃ,
κ’ ἔφερε αὐτοῦ, ποῦ ἡ θλίψη της γοργὰ τὴν ἐπροβόδα,
μὲς τὴν ἀπείραχτη ψυχὴ τῆς παρθενιᾶς τὰ ρόδα.

Τοῦ κρύου τῆς πείνας θύματα, ψηλὰ σὲ κράζουν ἄλλαις,
ποῦ δὲν ἐδείλιασαν ποτέ, κ’ ἐδείχτηκαν μεγάλαις,
τὶ ἐλπίδα θεία στὸ στῆθος τους, ἄδειο ἀπὸ κάθε κρῖμα,
ἔφεγγε πάντα, ὡς τ’ Ἅγιο Φῶς μὲς τοῦ Χριστοῦ τὸ μνῆμα.
Μήπως ἡ ἀθάναταις ψυχαίς, ὁποῦ τὸν κόσμο τρέχουν
‘ς ἄϋλους ἐχθροὺς ἀνάμεσα, τ’ Ἀρκάδι τους δὲν ἔχουν,
ὅταν, ὡς ἔκαμες καὶ σύ, πρὶν τὸ κορμὶ γδυθοῦνε,
ψηλὰ μὲ πίστη ὁλόθερμη στὸν οὐρανὸ πετοῦνε;

Ἄν ἕνας πρέπει ἀπὸ τοὺς δυὸ τὰ μάτια του νὰ κλείνῃ
μὲ σέβας καὶ ταπείνωση, δὲν εἶσαι, κόρη, ἐκείνη.
Ἐσὺ – ποῦ δὲν ἐγνώριζες πίκρα τῆς γῆς κἀμμία,
ὁποὖχες ἥλιο τὴ χαρά, πνοὴ τὴν εὐτυχία,
κ’ ἔδειχνες ὅτι στῆς ζωῆς τὴν πρώτη ἀνεμοζάλη
νεκρὸ σὰν ἄνθος ἔμελλε νὰ γύρῃς τὸ κεφάλι –
δύστυχη ξάφνου καὶ ὀρφανή, σὲ μέρη μακρυσμένα
ἔκλαιες θερμὰ τοῦ τόπου σου τὸν οὐρανὸ κ’ ἐμένα,
καὶ ἀντὶς ἡ μαύρη συφορὰ νὰ σὲ νικὴσῃ, φῶς μου,
τὰ πλούτη, ὁποὖχες μέσα σου, φανέρωσε τοῦ κόσμου·
στὸν ἴδιο τρόπο καὶ μία γῆ, ποῦ λέει κἀνεὶς πλασμένη
γιὰ νἆναι ἀπ’ άνθια μοναχὰ καὶ χόρτα στολισμένη,
δείχτει στὸν ἥλιο, ἂν ὁ σεισμὸς βαθυὰ βαθυὰ τὴ σχίσῃ,
ἐδῶ χρυσάφι ἀπάρθενο, κ’ ἐκεῖ καθάρια βρύση.

Εἶχε θερμότερη ἁπλωθῇ τ’ ἅγιου πολέμου ἡ φλόγα,
παντοῦ τῆς Κρήτης τ’ ὄνομα περίφημο ἠχολόγα,
κ’ ἐνῷ ἡ γυναίκαις εὕρισκαν παρηγοριὰ στὰ ξένα
‘ς αὐταὶς τὰ μάτια νὰ θωροῦν μὲ σέβας γυρισμένα·
ἐνῷ, περνῶντας, καθενοῦ θαρροῦσες ποῦ θὰ ποῦνε:

Εἶναι παιδιά μας, ἄντρες μας αὐτοὶ ποῦ πολεμοῦνε! –
Ἐσὺ δὲν ἀποκότουνες μίαν ὄψη ν’ ἀντικρύσῃς,
ἐντροπαλὴ ποῦ σ’ ἔκαμαν πέλαο μακρὺ νὰ σχίσῃς,
ἀντί, συντρόφισσα καλή, νὰ μοιραστῇς μ’ ἐκείνους,
ποῦ σὰ λιοντάρια ἐπάλευαν, καὶ δόξα καὶ κινδύνους.

Στὸν ὕπνο σ’ ἄκουσαν νὰ πῇς τ’ ἄλλα κοράσια τότες:
Ὀμπρός! χτυπᾶτε τοὺς ἐχθρούς, ἀτρόμητοι νησιώταις! –
Κ’ ἐλόγιαζαν μὲ θαυμασμὸ πῶς εἶχαν ἀγροικήσῃ
σὰν ἄτι φιλοπόλεμο τ’ ἀρνὶ νὰ χλιμιτρήσῃ.

Ἔσερνε ἡ Φήμη ἀπὸ καιρὸ φωναὶς φαρμακωμέναις·
τὸ πρῶτο θάρρος ἔχασαν ἡ ἀθλίαις ξενιτεμέναις,
καὶ μόνη ἐσὺ ταὶς ἔκανες ἀπ’ τοῦ καϊμοῦ τὸ βάρος
νὰ ξαλαφρόνωνται συχνά, καὶ νέο νὰ βρίσκουν θάρρος.

Σά, μὲ τό σκότος τ’ οὐρανοῦ, σκοτεινιασμένο χρῶμα
οἱ λογισμοί τους ἔπαιρναν, κ’ ἐσίγαε κάθε στόμα·
σὰν εἰς ἐκείνη τὴ σιωπὴ πῶς ἄκουαν ἐθαρροῦσαν
πολλὰ σφαμένα θύματα, ποῦ ἀπὸ τὴ γῆ βογγοῦσαν,
καὶ ἀντιστοριάζανε στὸ νοῦ καὶ προεσταὶς καὶ κόραις
χωριὰ ποῦ κατακάηκαν κ’ ἐρημασμέναις χώραις·
τότες, ὤ! τότες, Εὐδοκιά, προτοῦ ἀπὸ τέτοια χείλη
τὸ βραχνιασμένον ἦχο της ἡ ἀπελπισιὰ νὰ στείλῃ,
ἐσὺ μὲ στίχους, πὤχυναν στὰ φυλλοκάρδια μέλι,
μὲ στίχους-γλῶσσα, ποῦ μιλοῦν στὸν οὐρανὸ κ’ οἱ ἀγγέλοι
τοὺς ἥρωαις ὑμνολόγουνες καὶ τὴ χρυσή τους δόξα,
ποῦ δὲν ψηφάει τοῦ Χάροντα καὶ τοῦ Καιροῦ τὰ τόξα·
ποῦ, σὰν ἐρμιαὶς καὶ κάψαλα στὸν ἥλιο της πυρώσῃ,
πρέπει λουλοῦδι ἐλευθεριᾶς κ’ ἡ στάχτη νὰ φυτρώσῃ!

Ἐγὼ σ’ ἀγροίκαα. Μοναχὰ μὲ τὸ στερνό μας βόλι
ἡ θεία φωνή σου ἐσβύστηκε· νεκρὴ σ’ ἐκλαῖγαν ὅλοι·
καί, σὰν ἠμπόρεσες μ’ ἀργὸ καὶ ἀδύνατο ποδάρι
ν’ ἀφήκῃς ἀνεπάντεχα τοῦ πόνου τὸ κλινάρι,
σ’ εἶδα τὴ νύχτα ν’ ἀγρυπνᾷς μονάχη στ’ ἀκρογιάλι,
σὰ λυπημένο φάντασμα, μὲ ξέπλεκο κεφάλι·
ἐκεῖ ποῦ τ’ ἄστρα σὤρριχναν μία σπλαχνκὴν ἀχτίδα,
χλωμὴ στὴν ὄψη σὰν αὐτά, γονατισμένη σ’ εἶδα
ποῦ προσευχόσουν ἄφωνη μ’ ἑνὸς ἀγγέλου βλέμμα,
ἐνῷ βοοῦσε ἀνάερα τ’ ἀθῷο τῆς Κρήτης αἷμα,
σὰ νἆχε φόβος δυνατὰ κατάκαρδα σὲ πιάσῃ
μὴ τὴν ἀθλία φωνοῦλα σου τέτοια βοὴ σκεπάσῃ.

Ὄχι, βαρειόμοιρη! Ὁ Θεός, τὴν ὥρα ποῦ μὲ βία
μαύρη χτυπάει τὴ θάλασσα θανάτου τρικυμία,
στὸ μέγα βρόντο ἀνάμεσα, π’ ὅλους τοὺς ἤχους κρούει,
ὣς καὶ τὴν ὕστερη πνοὴ τοῦ βουλιασμένου ἀκούει.
Ἄχ! ἡ ζωή σου ἀδιάκοπα βασανισμένη ἐστάθη
στὸ μακρυνό μας χωρισμό· μηδὲ σὲ τόσα πάθη
ἕνα πικρὸ παράπονο σοῦ έβγῆκε ἀπὸ τὸ στόμα·
καὶ τρέμεις, ὄμορφη ψυχή, τρέμεις ὀμπρός μου ἀκόμα;

Ἂν ἐγὼ λάχτισα, ὡς ποτὲ κἀνεὶς δὲ λαχταρίζει,
τὸ πλοῖο ποῦ σ’ εῖχε βλέποντας ἐδῶθε ν’ ἀρμενίζῃ·
ἄν, ὅπως ἔφευγε γοργά, σὰ ριζωμένος χάμου,
νὰ φεύγουν ἄκουα μέσαθε τὰ δόλια σωθικά μου,
μία πλούσια κἄνε ἀνταμοιβὴ μοὖχε ὁ Θεὸς φυλάξῃ,
πρὶν ὴ ψυχή μου ἐλεύθερα δίχως κορμὶ πετάξῃ.

Μόλις τοῦ πόνου ἡ καταχνιὰ καλὰ νὰ ξεχωρίσῃ
ἀπ’ τὶ κινδύνους ἔγλυσες εἶχε τὸ νοῦ μου ἀφήσῃ·
μόλις ἀντίκρυ ἐχάθηκε, λευκή μου περιστέρα,
ἡ κιβωτώ, ποῦ σ’ ἔπαιρνε μ’ ἄλλαις γυναίκαις πέρα,
ἔσχισα κάμπους καὶ βουνά, σὰν ὁ γοργὸς πετρίτης,
καὶ μὲ χαρὰ βυθίστηκα στὴ νέα ζωὴ τῆς Κρήτης.

Τὴν εἶδα στ’ ἄρματα παντοῦ! Τοῦ κάκου ὁλόγυρά της
τ’ ἀμπέλια ἡ στιὰ κατάτρωε, τοὺς κήπους, τὰ χωριά της·
μὲς τοῦ καπνοῦ τὸ σύγνεφο λὲς κ’ ἔδειχνε ἡ Μεγάλη,
σὰν τὸ πουλὶ τῆς Ἀραπιᾶς, ξανανιωμένα κάλλη.

Εἶχε φορέσῃ τυλιχτὰ κατάπλατη σημαία,
στὸ χρῶμα σὰν τὰ μάτια σου, σὰν ὁ οὐρανὸς ὡραία·
πίστη θερμὴ στὸ μέτωπο τῆς ἔλαμπε σὰν ἄστρο.
Θρόνο της εἶχε τὰ βουνά, κάθε της ράχη κάστρο!

Ὤ! καθὼς πρῶτα κλαυτερὴ δὲν ἦταν ἡ φωνή της!
Ἐβόα μ’ αὐτὴν ἡ θάλασσα κ’ ἐβρόντα ὁ Ψηλορίτης,
ἀλλ’ ὅπου δυνατώτερα νὰ ἠχάῃ τὴν ἀγροικοῦσα,
μὲ ὁρμὴν ἀκράτητη κ’ ἐγὼ στὴ μέση ἐρροβολοῦσα.

Μία μέρα – δὲν ἀστόχησα τέτοια φωνὴ ποτέ μου! –
λὲς κ’ ἦταν πόνου βογγητὸ καὶ σάλπιγγα πολέμου:
Στ’ Ἀρκάδι, λέει, τὸ βλέμμα σας, καλὰ παιδιά μου, ἂς γύρῃ!
Ἄγρια Τουρκιὰ περίζωσε τὸ μέγα μοναστῆρι·
λυσσομανοῦνε τὰ σκυλλιά, τὶ ἀνοίγει ὁ θησαυρός του
ροῦχα νὰ δώσῃ τοῦ γυμνοῦ, προσκέφαλο τ’ ἀρρώστου·
τὶ στὰ κελλιά του κρύβεται κάθε ὀμορφιά, ποῦ τρέμει
νὰ μὴ τὴ ρίξουν ἄπονα στὸ μνῆμα ἢ στὸ χαρέμι·
τὶ σέρνει αὐτοῦ ὁ πολύπαθος ἀγωνιστὴς τὰ πόδια,
καὶ βρίσκει εὐχαίς, ἀνάσαση, ψωμί, πολεμοφόδια.

Ἀλλ’ ἀτιμώρητα ἡ Τουρκιὰ δὲ θέλη καταφέρῃ
νὰ σπρώξῃ ἐκεῖ τὸ πάτημα, ν’ ἁπλώσῃ ἐκεῖ τὸ χέρι.
Ἀκοῦτε! ἀκοῦτε! – πολεμοῦν! στὴ γῆ τὰ γόνατά σας!
Τ’ ἄρματα χάμου! κατ’ αὐτοῦ τὰ μάτια καὶ ἡ καρδιά σας!

Μέσα στὴ φλόγα, ποῦ ψηλὰ σὰν ἀστραπὴ θὰ ἰδῆτε,
γενναῖα σὲ κάθε φλέβα σας, ὦ τέκνα, πυρωθῆτε! –
Φαντάσου, τότες, Εὐδοκιά, τὸ τί ‘ς ἐμὲ εἶχε γένῃ!

Μ’ αὐτὴ τὴ βία πετάχτηκα ποῦ ἕν’ ἄστρο κατεβαίνει·
κ’ ἐκεῖ ποῦ ἐκατηφόρουνα, κ’ ἐκεῖ ποῦ ἀνηφοροῦσα,
τὰ λόγια πάντα ὁπ’ ἄκουσα στ’ αὐτιὰ ξαναγροικοῦσα·
ὣς ποῦ τὸ πόδι, μοναχὰ συρμένο ἀπὸ τὴ μέθη,
ποῦ ἐκεῖνα μοῦ προξένησαν, ἐδῶ σὲ λίγο εὑρέθη.

Πῶς ὅλα ὀμπρός μου ξαναζοῦν! Σ’ αὐτὴ τὴ ράχη ἀπάνου
τ’ ἀσκέρι ἐκοντοστάθηκα νὰ ἰδῶ τοῦ Μουσουλμάνου·
ἄμετρο ἀσκέρι, πὤχοντας ὁλημερῆς χτυπήσῃ
μία μόνη φοῦχτα Κρητικούς, χωρὶς νὰ τοὺς νικήσῃ,
στεκότουν τότες, ἐνῷ ἡ γῆ βαθυὰ κοιμώτουν ὅλη,
σὲ μέρος ποῦ δὲν ἔτρεμε τοῦ ἐχθροῦ νὰ πάῃ τὸ βόλι.

Εἶδα σκηνώματα πυκνά· καὶ ἂν οὔτε μίαν ἀχτῖνα
φεγγάρι ἀχνὸ δὲν ἔστερνε, τόσο εἶχαν φῶς ἐκεῖνα,
ὁποῦ δυνόμουν ξάστερα πολλοὺς νὰ ξεχωρίσω,
ποῦ παραδέρναν ἄγρυπνοι σὰν ἴσκοι ὀμπρὸς ὀπίσω.
Μὲ τὴ βλαστήμια τοῦ θυμοῦ, γι’ αὐτὴν ὁπ’ ὅλη μέρα
ηὗραν οἱ σκύλλοι ἀντίσταση, γροικώτουν ἡ φοβέρα,
ἡ ταραχὴ γροικώτουνε, ποῦ προμηνοῦσε κι’ ἄλλη
πεισματωμένη, αἱματερή, θανατηφόρα πάλη.

Τότε κατέβηκα, κ’ ἐδῶ κινῶντας γύρω γύρω,
ἀκαρτεροῦσα μία φωνή στοὺς ἀδελφοὺς νὰ σύρω·
ἀλλὰ παντοῦ βασίλευε βαθειὰ ἡσυχία κ’ εἰρήνη
μὲς τ’ ἅγιο περιτείχισμα, παρόμοια σὰν ἐκείνη
ὁποῦ δὲν ἔπαψ’ ὁ οὐρανὸς οὐδὲ καὶ τότες νἄχῃ
ποῦ οὶ πρῶτοι ἀντάρταις τόλμησαν νὰ τοῦ κηρύξουν μάχη.

Τοῦ κάκου ἐπρόσμενα· ψυχὴ δὲν ἄκουα ν’ ἀνασάνῃ
ἀπὸ τὸν ὄξω αὐλόγυρο, ποῦ ὼς μαγικὸ στεφάνι
μ’ ἐτράβαε τόσο, πὤκαμε, στοῦ πόθου μου τὴ ζάλη,
νὰ σκαρβαλώσω μία μεριά, καὶ νὰ βρεθῶ στὴν ἄλλη.

Μόλις ἐπάτησα τὴ γῆ, μοῦ φάνη ὅτ’ εἰχα φτάκῃ
στὸ πρῶτο μέρος, πὤδωκε τσ’ Ἐλευθεριᾶς κονάκι,
καί, γονατίζοντας, θερμὰ προσκόλλησα τὸ στόμα,
μὲ μία βαθειὰ συγκίνηση, στὸ εὐλογημένο χῶμα.

Τοῦτο ἀπὸ χέρι ἀδελφικὸ νὰ μὴ σωριάσω χάμου
θαυματουργὰ μ’ ἐφύλαξε. Στὸ μέγα πήδημά μου
ξαφνίστη ἕνας καλόγερος, ποῦ βίγλιζε παρέκει,
κ’ ἔλειψε λίγο ἀπάνου μου ν’ ἀδειάσῃ τὸ τουφέκι·
ἀλλά, θωρῶντας ποὖχα ἐγὼ πέσῃ μὲ σέβας κάτου,
χωρὶς νὰ στρίψῃ ὁλότελα τὸ στόμα τοῦ θανάτου,
ἐζύγωσε, καί, πρὶν ὀρθὸ στηλώσω τὸ ποδάρι,
ποιὸς ἤμουν εἶδε, κ’ εἶπε μου: Καλῶς τὸ παλληκάρι! –
Μὴ δὲ μ’ ἐγνώριζαν ἐδῶ; Πόσαις φοραίς, ὢ πόσαις!

ὅ,τι αἰσθανόνταν ἡ καρδιαὶς καὶ δὲν ἐλέαν ἡ γλώσσαις
νὰ ξεθυμάνω ἐρχόμουνα στ’ αὐτιὰ τ’ ἀγαπημένου,
ὁποῦ τὸ νοῦ μου ἐφώτισε, τοῦ σεβαστοῦ Ἡγουμένου!
Γιὰ τοῦτο, ἀγάλια, μυστικὰ ταράζοντας τὰ χείλη,
αὐτὸς ποῦ πῆε πρωτήτερα στὸν Ἅδη νὰ μὲ στεὶλῃ:
Τ’ ἅγιου Πατρός, μουρμούρισε, θὰ πῇς, λογιάζω, κἄτι;

Σῦρε· εἶναι μέσα στὸ Ναό· δὲν ἔχει κλείσῃ μάτι. –
Νὰ πάω δὲν ἄργησα. Βουβὴ ‘ς ὅλα τὰ μέρη κι’ ἄδεια
ἦταν ἡ ἁπλόχωρη ἐκκλησιά· τοῦ τόπου τὰ σκοτάδια
μόνον ἀντίκοβε τὸ φῶς ἀπ’ τὸ καντῆλι ἐκεῖνο,
ποῦ ἀγνάντια καίει μερόνυχτα στὸν ἅγιο Κωνσταντῖνο.

Δὲν ἐδυνότουν ὡς ἐμὲ μορφὴ κἀμμία νὰ φτάσῃ·
ἀλλ’, ἀπὸ σκότος ἔχοντας τὸ μάτι μου χορτάσῃ,
μὲ τὴν ἀχνὴ τ’ ἀκοίμητου τρεμάμενην ἀχτίδα,
τὸν ἔρμο Ἡγούμενον ὀμπρὸς ἔφτακα τέλος κ’ εἶδα.
Αὐτός, ποῦ ξέρα ἐφάνηκε στοῦ ἐχθροῦ τὸ μέγα κῦμα,
γονατισμένος ἔστεκε μὲς τ’ ἀνοιχτὸ Ἅγιο Βῆμα·
σταὶς ἀπαλάμαις του γυρτὸ βαστοῦσε τὸ κεφάλι,
μήτε καθόλου ἀγροίκουνα λόγο ἢ πνοὴ νὰ βγάλῃ.
Πλήν, ὅταν εἶδα σὰ φτερὰ τὰ χέρια του ἁπλωμένα,
τὸ ἀγγελικό του μέτωπο, τὰ μάτια σηκωμένα,
θαρρῶντας ποὖχαν οἱ οὐρανοί, γιὰ τόση εὐλάβειας πύρα,
μὲ μιᾶς ν’ ἀνοίξουν διάπλατη κάθε χρυσή τους θύρα,
τὴν ὄψη ἐσκέπασα γοργὰ στὰ δύο μου χέρια ὀπίσω,
καὶ θεία τρομάρα μ’ ἔκαμε στὴ γῆ νὰ γονατίσω.

Δὲν ἀναδεύτηκα, προτοῦ ν’ ἀφοκραστοῦν τ’ αὐτιά μου
τοῦ Γαβριὴλ τὸ πάτημα, ποῦ ἀργὰ βροντοῦσα χάμου.
Καί, σὰν ἀπάνου ἠμπόρεσα τὰ μάτια νὰ σηκώσω,
τὴν ἅγια ἐξάνοιξα θωριὰ πόσο άλλασμένη, ὢ πόσο!

Ἀπὸ μία πάλη τρομερή, ποῦ μέσα του εἶχε γένῃ,
πολλὰ σημάδια ἐφαίνονταν στὴν ὄψη τὴ σβυσμένη.
Καὶ ἀπαρατήρητα κἀνεὶς δὲν ἤθελε τ’ ἀφήκῃ,
ὅση χαρὰ καὶ ἂν ἄστραφτε τσ’ ὡραίας ψυχῆς του ἡ νίκη·
μίαν ὄψη δείχνουν σὰν αὐτὴ κ’ οἱ χαλασμένοι κάμποι
σάν, ὅτι πάψῃ ὁ πόλεμος, ἥλιος καθάριος λάμπει.

Μ’ ἐκύταε, δίχως νὰ μὲ ἰδῇ· τὸ φλογερό του βλέμμα
ὅλα περνοῦσε, ἀράζοντας ὅπου δὲν πάει τὸ ψέμα·
ἀλλ’, ὡς δυνήθη ἀνθρωπινὰ ‘ς ἐμὲ νὰ τὸ γυρίσῃ:

Μάνθο μου! ἐφώναξε, εἶσαι σύ; Δὲν εἶχα τοῦτο ἐλπίσῃ.
Ἀκόμα ὁ λόγος ἔστεκε, ποῦ εὑρέθηκα κλεισμένος
μὲς ταὶς ἀγκάλαις του στενὰ καί, σὰν ὁ Εὐλογημένος
μὤδωκε ὁλόθερμο φιλὶ στὴ μέση ἀπὸ τά φρύδια,
σὰν εἰσὲ δύο καθίσαμε σιμοτινὰ στασίδια,
τοὺς θησαυροὺς ἀρχίνησε ν’ ἀνοίξῃ τῆς ψυχῆς του,
καὶ μοὖπε: Ὦ τέκνο, σ’ ἔφερε τὸ χέρι ἐδῶ τοῦ Ὑψίστου,
ὀλίγαις ὥραις πρὶν χυθῶ στὸν κόσμο τοῦ θανάτου·
μ’ ὅσαις καὶ ἂν ἔχω δύναμαις δοξάζω τ’ ὄνομά του!

Πῶς αὔριο τοῦτοι θὰ σειστοῦν τῆς ἐκκλησιᾶς οἱ τοῖχοι,
θέλει τὸ μάθουν ξέμακρα πολλοί, χιλιάδαις ἤχοι,
πλήν, τὶ σεισμὸς μοῦ γίνηκε μέσα στὰ ἐγκάρδια βάθη
τ’ ἀνθρώπου πὤστειλε ὁ Θεὸς κἂν ὴ ψυχὴ ἂς τὸ μάθῃ.

Ναί, ποθητέ μου! σήμερα, σὰν ἀπὸ τούρκους εἶδα
στ’ ἀμπέλι τοῦτο τοῦ Χριστοῦ πλῆθος νὰ πέσῃ ἀκρίδα,
ἡ ὀργή, ποῦ ὡς φλόγα μ’ ἄναψε, δὲν ἔχει εὐθὺς ἀφήκῃ
νὰ ἰδῶ ἂν μελλότουνε ‘ς ἐμᾶς ἢ θάνατος ἢ νίκη.

Θάνατος; – Ἔτρεχε παντοῦ τέτοια ζωῆς πλημμύρα,
γιομάταις ἦταν ἡ καρδιαὶς ἀπὸ μία τέτοια πύρα,
καὶ τόσο ἡ γῆ τοῦ τόπου μας εἶχε τὴν ὄψη ὡραία,
ποῦ δὲν ἐχώρουνε στὸ νοῦ μαύρη θανάτου ἰδέα.

Μία μόνη μοῦ τὸν ἅρπαξε, μία μοναχὴ φροντίδα,
νὰ πολεμήσω τὴ σκλαβιά, τοῦ Χάρου παλλακίδα,
κ’ ἐδῶ, ποῦ λὲς κ’ ἐσύμμασε τὴ δύναμή της ὅλη,
νὰ τῆς πετάξω στὴν καρδιὰ καὶ τὸ δικό μου βόλι.

Μόνον, ὡς εἶχε ἡ πρώτη ὁρμὴ στὸ στῆθος παγαδώσῃ,
ἔφταξα κ’ εἶδα πόσοι ἐμεῖς, κ’ οἱ ἀφωρεσμένοι πόσοι·
ἀλλὰ μαζί, ξανοίγοντας ποῦ λίγοι καλογέροι
καὶ παλληκάρια μετρητὰ φοβοῦσαν τέτοιο ἀσκέρι,
εἶπα: ὁ θνητὸς ἀκίνητος, ἂν ἦναι ἡ δύναμή του
μέσα στὸ κάστρο τῆς ψυχῆς, ποῦ δὲ χωροῦν οἱ ἐχθροί του.

Καὶ τότες, κράζοντας ἐδῶ σὰ λυτρωτὴ τὸ Χάρο,
μίαν τρομερὴν ἀπόφαση δὲν ἄργησα νὰ πάρω.
Ναί! Σὰν οὶ λύκοι στὸ μαντρὶ χουμήσουν λιμασμένοι,
ἐγώ, ποῦ τ’ ἀποφάσισα, καὶ λίγοι ἀρματωμένοι,
ἀπ’ τὸ κελλί μου ρίχνοντας τουφέκια στοὺς ἀπίστους,
ὅλη ‘ς ἐμᾶς θὰ σύρωμε τὴ λύσσα τῆς ὀργῆς τους·
κ’ εὐθὺς ὁποῦ στὰ βρόχια μου πλῆθος Τουρκιὰ μαυλίσω,
μὲς τὸ χαμῶι θὰ κατεβῶ φωτιὰ νὰ τοῦ πατήσω,
τί, ὡς χρυσολάτρης, ποῦ βαθυὰ τὸ θησαυρό του κρύβει,
ἐκεῖ ἀπὸ χρόνια μάζωξα μπαρούτη καὶ μολύβι.

Ἔχοντας τοῦτο μὲς τὸ νοῦ, κἀμμία δὲν ἐψηφοῦσα
δύναμη ἀντίπαλη τῆς γῆς· ἂν ὅλα ὀμπρὸς θωροῦσα
τὰ κολασμένα πνεύματα, δὲν ἤθελα τρομάξῃ·
γι’ αὐτὸ ἐπολέμησα μ’ ἐχθροὺς ἀπὸ τὴν ἴδια τάξη.
Βραδυάζει ὡστόσο· ἀνάερα τὰ βόλια δὲ σφυρίζουν·
ἄστρα χλωμὰ τὴ νίκη μας ἀπὸ ψηλὰ φωτίζουν,
καὶ λὲς ποῦ θλίψη ἀθάνατη δείχνουν στὴν ὄψη ἐκεῖνα,
τὶ δὲ θὰ ἰδοῦμε ἄλλη βραδειὰ τὴν ἄσπρη τους ἀχτῖνα.

Ὄμορφαις κόραις ἀνθηραίς, παιδιὰ χαριτωμένα,
εἶχαν ἐκεῖ τὰ μάτια τους μὲ ἀγάπη γυρισμένα,
κ’ ἐγὼ ἀναμέρησα κρυφὰ σὲ χωρισμένην ἄκρη,
στὰ μάγουλά μου ἀκούοντας δάκρυ νὰ ρέῃ σὲ δάκρυ.

Ἄχ! γιὰ τὰ μαῦρα πλάσματα τόσο ἡ ψυχή μου ἐπόνα,
σὲ τόσο αὐτὰ μ’ ἐβάλανε σφοδρότατον ἀγῶνα,
ὁποῦ ὁ θλιμμένος λογισμὸς ἀρχίναε ν’ ἀμφιβάλλῃ
ἂν ἡ Πατρίδα ἐγύρευε τέτοια θυσία μεγάλη·
κ’ εἶχα τρομάρα δυνατὴ μὴ τῆς προσφέρω μία,
γιὰ πειρασμοὺς φιλόδοξους, ἀνώφελη θυσία.

Ἀλλ’ ἴσως πόθοι κοσμικοὶ μ’ εἶχαν ποτὲ νικήσῃ;
Δὲ βλάβει τοῦτο· ἐγνώριζα τί ‘ναι ἡ φθαρτή μας φύση,
κ’ εἶδα τὸ κρῖμα, ποῦ συχνά, προτοῦ θυμὸ νὰ πάρῃ,
στὰ φυλλοκάρδια κρύβεται, σὰ φίδι στὸ χορτάρι.

Βαρειὰ ὑποψία μοῦ τάραζε τόσο πολὺ τὰ στήθια
ποῦ ἐμὲ τὸν ἴδιο ἐρώτουνα: Χριστέ! καὶ νἆναι ἀλήθεια;
Σὰν ἐδιαλάλει ὁ Μουσταφᾶς ἀπὸ τὴν ὄξω θέση
ποῦ, ἀνίσως προσκυνήσωμε, κεφάλι δὲ θὰ πέσῃ,
ἐγὼ ἀποκρούοντας μὲ θυμὸ τὴν πρότασή του ἐκείνη,
πρὶν ἄλλη γνώμη νὰ δοθῇ, προτοῦ κἀνένας κρίνη,
μὴν ἐποθοῦσα μοναχά, χωρὶς νὰ τὸ νοήσω,στὸν ἔρμο κόσμο ἀθάνατη φήμη λαμπρὴ ν’ ἀφήσω;

Ἐκεῖ ποῦ μ’ ηὗρες κ’ ἤμουνα γυρτός, γονατισμένος,
ἔτρεξα, ὡς τρέχει, τέκνο μου, στὴ βρύση ὁ διψασμένος·
κ’ ἐνῷ σὲ φόβου ταραχὴ τὸ στῆθος τοῦτο ἐχτύπα,
στὸν οὐρανὸν ἀσήκωσα τὰ δύο μου χέρια, κ’ εἶπα:
Ρίξε στὸ νοῦ μου, γιὰ νὰ ἰδῶ ποιὰ αἰτία μ’ ἐπαρακίνα
στὴν τολμηρὴν ἀπόφαση, μία μόνη ρίξε ἀχτῖνα·
καὶ σοῦ τ’ ὀρκίζομαι, οὐρανέ, ποῦ, ἀνίσως καὶ γνωρίσω
πῶς πάω σὲ λίγο ἀνώφελα τόσαις πνοαὶς νὰ σβύσω,
στὰ πόδια πέφτοντας τοῦ ἐχθροῦ, θέλει φωνάξω ἀπόψε:

Leave a Comment