<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"><channel><title>Ποιητικές Φωνές</title><description>Ένας χώρος όπου η τέχνη της ποίησης βρίσκει το δρόμο που χάραξαν οι μεγάλοι στοχαστές.</description><link>https://www.poihtikesfones.gr/</link><language>el</language><item><title>Parisina (Lord George Gordon Byron VI , Λόρδος Βύρων)Μετάφραση Λορέντζος Μαβίλης</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/parisina-lord-george-gordon-byron-vi-lordos-byrwnmetafrash-lorentzos-mabilhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/parisina-lord-george-gordon-byron-vi-lordos-byrwnmetafrash-lorentzos-mabilhs/</guid><description>Ἡ ὧρα εἶν’ αὐτὴ ποῦ ἀπὸ τοὺς κλώνους βγαίνει ὁ ψιλὸς τ’ ἀηδονιοῦ κελαϊδισμός, ποῦ εἰς κάθε του μιλιὰ μουρμουρισμένη φαίνεται ὁ πόθος τοῦ ἐραστῆ γλυκός. Καὶ τ’ ἀεράκι ποῦ τερπνὰ φυσάει καὶ τὸ ρυάκι ποῦ σιμὰ κυλάει μουσικὴ χύνουν σὰ φιλέρμ’ αὐτιά. Εἶναι ψηλὰ τ’ ἀστέρι’ ἀνταμωμένα, κάτου στὴν γῆν εἶν’ ἐλαφρὰ βρεμένα ὅλα τὰ λουλουδάκια μὲ δροσιά. Τὸ γαλάζιο τὸ κῦμα εἶναι βαθύτερο κ’ ἕνα ξάστερο σκότος ‘ς τὸν αἰθέρα, στὴ γλυκειά του μαυράδα καθαρό, ὁπ’ ἔρχεται ὅταν βασιλεύσ’ ἡ μέρα τὴν ὥρα ποῦ φεγγάρι λαμπηρὸ τοῦ δειλινοῦ τὸ φῶς σκορπίζει πέρα. Ἀλλ’ ὄχι τοῦ νεροῦ γιὰ ν’ ἀγροικήσῃ τὸν καταρράκτ’ ἡ Παριζίνα βγαίνει, ὄχι τὸ οὐράνιο φῶς γιὰ ν’ ἀντικρύσῃ εἰς τὰ μαυράδια τῆς νυκτὸς προβαίνει. Κι’ ἂν εἰς τὸ περιβόλι αὐτὴ καθίζει δὲν εἶναι γιὰ τὰ ὁλάνοικτα λουλούδια, αὐτιάζεται – ὄχι γι’ αἠδονιοῦ τραγούδια – ἂν καὶ τέτοια λαλιὰ ν’ ἀκούσῃ ἐλπίζει. Καὶ νά μὲς τὰ πυκνὰ φύλλα γλυστράει ἕνα πάτημα, ἡ ὄψη της χλωμιάζει – καὶ ἡ καρδιά της γοργότερα κτυπάει. Μέσ’ ἀπ’ τὰ στήθη της φουσκόνουν! Μιὰ στιγμὴ μόνη ἀκόμα – κι’ ἀνταμόνουν – ἐπέρασε ἡ στιγμή – καὶ πέφτει ἐμπρός της μὲ μιᾶς γονατισμένος ὁ καλός της. Καὶ τί τοὺς μέλει τώρα ὁ κόσμος ὅλος μὲ τὸν καιρὸν ὁποῦ τὰ πάντα ἀλλάζει; Ὅσα ἐκεῖ ζοῦν – ἡ γῆ κι’ ὁ οὐρανὸς θόλος – σὰν τίποτα ὅλα ὁ νοῦς τὰ λογιάζει. Καθὼς νεκροὶ νὰ ἦσαν δὲν προσέχουν ‘ς ὅ,τι κάτω, ψηλά, γύρω τους ἔχουν, πῶς ὅλα τἄλλα ἐπέρασαν θαρροῦν, πῶς ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο μόνοι ζοῦν. Στενάζουν μὲ βαθειὰ γλυκάδα τόση ποῦ ἂν δὲν ἔπαυε ἐκείνη ἡ εὐτυχισμένη τρέλλα, στάχτ’ ᾑ καρδιαῖς ἤθελαν γένῃ ὅσαις παρόμοια φλόγα ἔχει πυρώσῃ. Φαντάζονται οὐδὲ κἂν κρῖμα ἢ κινδύνους ‘ς τοῦ τρυφεροῦ τῶν ὄνειρων τὴ ζάλη; Ποιὸς ποτέ του ἐσταμάτησε ἀπ’ ἐκείνους ὅσοι ἀγροικῆσαν μέσα τὴν μεγάλη τοῦ πάθους τούτου ὁρμή; ποιὸς ἐφοβήθη μιὰν τέτοιαν ὥρα; ἢ ποιὸς ἀνανοήθη πόσο λίγο βαστοῦν τέτοιες στιγμές; Ἀλλ’ ὅμως νὰ ποῦ πέρασαν κι’ αὐταῖς! Κι’ ὁ καθείς μας ξυπνᾷ προτοῦ γνωρίσῃ π’ ὄνειρο τέτοιο πλιὰ δὲ θὰ γυρίσῃ. Μὲ ματιαῖς φεύγουν κεῖθε ἀργὰ ριγμέναις, ποῦ ἀπόλαυσαν χαραῖς κριματισμέναις, κ’ ἐλπίζουν, πλῆν λυποῦνται, ὡσὰν στερνὸς γι’ αὐτοὺς ἐκεῖνος νὰ ἦταν χωρισμός. Οἱ πλήθιοι στεναγμοί, τὸ σφιχτοἀγκάλιασμα καὶ τῶν φιλιῶν τὸ ἀτέλειωτο ἀναγάλλιασμα ἐνῷ φέγγει ὁ οὐρανὸς εἰς τὴ θωριά της, ὁποῦ, ὡς φοβᾶται, δὲν τὴ συχωράει, ὡς νἄβλεπε τὸ μέγα ἁμάρτημά της κάθ’ ἄστρο γαληνὸ ποῦ τοὺς τηράει – τ’ ἀγκάλιασμα κ’ οἱ πλήθιοι στεναγμοὶ δεμένους τοὺς κρατοῦν ἀκόμη ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἔφθασε ἡ συιγμὴ νὰ χωρισθοῦν, μὲ βαρειὰ τὴν καρδιὰ καὶ τρομασμένοι, ἀπ’ ταῖς ἀνατριχίλαις παγωμένοι ὁποῦ γοργὰ τὸ κρῖμ’ ἀκολουθοῦν. Καὶ ὁ Οὗγος πάει στὴν ἔρημή του κλίνη. Ἄλλου γυναῖκα ἐκεῖ νὰ ἐπιθυμήσῃ, πλὴν τ’ ἄπιστο κεφάλι της ἐκείνη σιμὰ στὸν καλὸν ἄνδρα θ’ ἀκουμβήσῃ. Στὸν ὕπνον ὅμως δείχνει θερμασμένη. ……………………………………………………. Τὴ σφίγγει στὴν καρδιά του κοιμημένη, γροικῶντας κάθε λέξη της κομμένη· κι’ ἀκούει – τί σαστίζει κι’ ὅλος φρίκη σὰ νἄκουε τ’ Ἀρχαγγέλου τὴ φωνή; Καὶ πῶς νὰ μὴ σαστίσῃ; Καταδίκη δὲ θὲ νὰ τοῦ βροντᾷ πλιὸ τρομερὴ ‘ς τὸ μνῆμα ὅταν γιὰ πάντα θὰ ξυπνήσῃ τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ γιὰ ν’ ἀντικρύσῃ. Πῶς νὰ μὴ φρίξῃ; Τὴ γλυκειά του εἰρήνη ἡ μιλιὰ τοῦ κατάστρεψεν ἐκείνη. Ἕνα μουρμουρητὸ ἀποκοιμισμένο, τὄνομ’ αὐτὸ σιγὰ ψιθυρισμένο, τῆς γυναικὸς τὸ κρῖμα φανερόνει καὶ μ’ ἐντροπὴ τὸν Ἄζο κηλιδόνει. Καὶ τίνος τὄνομα εἶναι ποῦ βογγάει εἰς τὸ προσκέφαλό του φοβερό, καθὼς τὸ κῦμα ποῦ στὴν ἄκρη σπάει πετῶντας τὸ σανίδι ‘ς τὸ σκληρὸ βράχο καὶ τὸν πνιμμένον κομματιάζει τὸν δύστυχο ποῦ πέφτει καὶ βουλιάζει, γιὰ νὰ μὴν ἀνεβῇ στὸν κόσμο πλιά; Παρόμοια στὴν ψυχὴ τοὖλθ’ ἡ κτυπιά. Τίνος τ’ ὄνομ’ αὐτό; Τ’ Οὕγου; Ἐκεινοῦ; Ἀλήθεια! αὐτὸ δὲν τοὖχ’ ἐλθεῖ στὸ νοῦ! Τοῦ Οὕγου, τοῦ παιδιοῦ μιᾶς π’ ἀγαποῦσε, τοῦ δικοῦ του παιδιοῦ ποῦ ἦταν κακὸς τῆς διεστραμμένης νειότης του καρπός, ὅταν τὴ Λεύκω ὁ Ἄζος ἀπατοῦσε, τὴν κόρη ποῦ ‘ς τὴν τρέλλα της πιστεύθη αὐτὸν ποῦ ἀπέκει δὲν τὴν ἐπαντρεύθη. Τὸ μαχαῖρι ἀπ’ τὴ θήκη πάει νὰ βγάλῃ, ἀλλὰ πρὶν ὅλο βγῇ τὸ κρύβει πάλι. Ἄν καὶ τῆς ἄξιζε, ὅμως δὲν τολμάει μορφὴ νὰ σφάξῃ τόσο ἀγγελική, κἄν ὄχι ἐνῷ γελᾷ στὸν ὕπνο – ἐκεῖ, ὄχι, δὲν εἰμπορεῖ. Δὲν τὴν ξυπνάει! Ἀλλ’ ἀπάνου της βλέπει μ’ ἕνα μάτι, ποῦ ἂν σηκονόνταν κείνη ἀπ’ τὸ κρεββάτι, θἄπεφτε πάλι πίσω κοιμισμένη μὲ τὴν κάθε αἴσθησή της παγωμένη. ‘Σ τὰ φρύδια του χοντραῖς σταλαματιαῖς ἄστραφταν εἰς τοῦ λύχνου ταῖς φωτιαῖς, ἀκόμη αὐτὴ κοιμοῦνταν. Δὲ μιλοῦσε. ‘Σ τὸ νοῦ του αὐτὸς ταῖς μέραις της μετροῦσε. Painting : Alberto Pancorbo (b.1956)</description><pubDate>Thu, 25 Jun 2026 14:34:37 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ορφικός ύμνος προς τη Θεά Αθηνά (Ανώνυμος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/orfikos-ymnos-pros-th-thea-a8hna-anwnymos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/orfikos-ymnos-pros-th-thea-a8hna-anwnymos/</guid><description>Επάκουσόν μου, κόρη του Διός, του κατόχου της αιγίδος, Που σύ εξεπέμφθης από την γενέτειραν πηγήν Και από την υψηλοτέραν σειράν τών όντων ! Καρδιά αρρενωπή φέρουσα ασπίδα , Θεά με μεγάλο σθένος και από ισχυρόν Πατέρα. Παλλάς ,Τριτογένεια , Πάλλυσα το δόρυ, παρθένος με Το χρυσούν κράνος, ακουσόν με ! Δέξου τον ύμνον μου, σεβάσμια Θεά , Με καλοπροαίρετη καρδιά και μη αφήσεις Να παρασυρθούν ματαίως οι λόγοι μου υπό των ανέμων. Ώ ! εσύ που άνοιξες πρό των βημάτων των θεών, τας θύρας της σοφίας, Που εδάμασες το γένος των Γιγάντων, των τέκνων της γής , Που προσέβαλαν τους Θεούς. Σύ πού απέφυγες τους πόθους του Ηφαίστου και διετήρησες ανέπαφον τον χαλινόν της παρθενίας.! Σύ που έσωσες , είς τα βάθη του αιθέρος, την αμέριστον καρδίαν του Διονύσου, όταν ο Βάκχος διαμελίσθη από τας χείρας των τιτάνων την επήρες και την ενεπιστεύθης είς τον Πατέρα του,όπου,όταν επέστη η κατάλληλος στιγμή κατά τας αρρήτους βουλάς του γεννητορός του , ανήλθεν είς τον κόσμον ένας νέος Διόνυσος γεννηθής από την Σεμέλην! Σύ που με τον Πέλεκυν απέκοψες τα γερά κεφάλια των τεράτων που εγγένησε ή παντεπόπτης Εκάτη και κατηύνασες την πρόκλησην των κακών. Ω! Σύ που με δραστηριότητα εξύψωσες τας αρετάς που εξαίρουν τας ενέργειας των ανθρώπων. Και διακοσμείς ολόκληρον τον βίον μας., αποκαλύπτουσα τας πολυειδείς Μορφάς των τεχνών ,και ενσπείρεις εις τας ψυχάς την επιθυμίαν Να δημιουργήσουν σύμφωνα με την νόησιν. Σύ , είς την οποίαν αφιερώθη επί υψηλού λόφου η Ακρόπολης. Σύμβολον σεβάσμια ,της Υψίστης σου τάξεως είς την άλυσιν των όντων. Σύ που ηγάπησες την Γήν αυτήν ,που διέθρεψες Ήρωες, μητέρα των βιβλίων. Και η οποία θριαμβεύσασα επί της ιεράς επιθυμίας του έκ πατρός συγγενούς Σου Ποσειδώνος , έδωσες το όνομα σου είς την πόλην των Αθηνών, την τροφόν διασήμων διανοητών.! Και εκεί πάνω για να μας αφήσεις , όπως και είς τους επερχόμενους ανθρώπους. Σϋμβολον λαμπρόν της Νίκης σου, έκαμες να βλαστήσει η ελαία, Ενώ υπό την ενέργειαν του Ποσειδώνος ,μύρια κύματα έκ του Πόντου ήλθον Επί των απογόνων του Κέκροπος , μαστιγώνοντα τας ακτάς με τα γοερά ύδατα….. Δώσε είς την ΛΕΜΒΟΝ της ζωής μου ,ανέμους γαλήνης. Χάρισέ μου τέκνα, σύζυγο, δοξασμένο όνομα, ευτυχία, Την χαρά που καθιστά τον άνθρωπο αξιαγάπητο, την πειθώ εις τους λόγους, Την έλξη της φιλίας , την λεπτή διεισδυτικότητα του πνεύματος, Την δύναμη να αντιστέκομαι στις αντιξοότητες του βίου και την ευνοιαν Να κατέχω μεταξύ των συμπολιτών μου εξέχουσα θέση. Επάκουσόν, άνασσα, επακουσόν μου. Συνθλιβόμενος από αδηρίτους ανάγκας Σε ικετεύω με θερμάς προσευχάς. Στρέψον προς εμέ ευήκοον την προσευχή σου.</description><pubDate>Tue, 16 Jun 2026 09:45:44 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Άγγελος Σικελιανός, «Μνημόσυνο Παπαδιαμάντη»</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/aggelos-sikelianos-mnhmosyno-papadiamanth/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/aggelos-sikelianos-mnhmosyno-papadiamanth/</guid><description>Του Θεού το πέλαγο, βροντή το μέγα κύμα εβάρει… Σαν τ’ Άγιο Πνέμμα εφώταγε ψηλάθε το φεγγάρι στ’ ακρόγιαλα τις γλώσσες των αφρών που καβαλίκευαν τα βράχια, θαμπωτικές, όταν αυτός, διαβαίνοντας απ’ το στερνό προσκυνητάρι τ’ ακρωτηριού, καθώς σφυρίζαν οι σβιλάδες του Βορριά, έκλειν’ απάνω του σφιχτά το τρύπιο πανωφόρι, κι όπως σιγόψελνε, με πρόσωπο στο στήθος του χωμένο «τη ταπεινώσει τα υψηλά και τη πτωχεία τα πλούσια,» ξάφνου πλημμύριζεν αδόκητα η καρδιά του, πλατιά, πιο πάνω από το βόγγο του πελάγου κι απ’ το τραγούδι των αθώρητων Σειρήνων, Ιερουσαλήμ, από τον ύμνο το δικό Σου! Και τότε, το φιδίσιο μονοπάτι, που απ’ το ξωκλήσι τ’ Άη-Νικόλα κατέβαινε του λιμανιού ως με κάτου την ταβέρνα, που μέσα της ακόμα, νυχτωμένο, εκάπνιζε θαμπό ένα φως, τον ετραβούσε κιόλας, εκεί, που το ποτήρι του κρασιού κρατώντας, σε λίγο, από το νάμα γκαρδιωμένος της Αμπέλου, της μιας Αμπέλου που πλατειά ’ναι και μεγάλη μα λιγοστά τ’ αληθινά τα κλήματά της, θα νάμπαινε στη ζέστα μέσα του Μυστήριου του ζωντανού, κι ο Διονυσόδοτος Χριστός του, κι αν στο σταυρόν απάνω ακόμα καρφωμένος μ’ αιματοστάλαχτο πλευρό, μα αγάλι-αγάλι την Απολλώνεια θα σαρκώνονταν γαλήνη, κι από τη ρίζα μέσα της ταπεινωσύνης, τόσο θα ψήλωνε βαθειά του το τροπάρι και τόσο μέσα του οι κρυφές αισθήσεις σε νοσταλγίας θεοτικό ρυθμό δοσμένες θα τραγουδούσαν, που η ψυχή του, μοναχή της, σαν το πουλί που ξάφνου ανοίγουν το κλουβί του, στης ίδιας της τής λευτεριάς συνεπαρμένη το θάμπος, θα να ορμούσε να μας φέρει κάτι απ’ το μήνυμα της Μέθης της μεγάλης, ως που ακουμπώντας πάνω στης ταβέρνας το τραπέζι λίγα φύλλα χαρτιού τσαλακωμένα και σκύβοντας απάνω τους, με το ποτήρι του κρασιού μπροστά του, θα ν’ αρχινούσε, ως να τραγούδαε τώρα κι όλο το νησί μαζί του, κι ακόμα σιγοψέλνοντας ανάμεσα στα δόντια του, να γράφει… Και να, που ως σήμερα μ’ εκείνα τα γραφτά του αγάλλεται η Σιών, και στο πλευρό της, παλιά και νέα, σκιρτά κρυφά η Ελλάδα, κάποιοι από μας οπούμαστε ενωμένοι απ’ τη βαθειά τη λάτρα της Αμπέλου της ζωντανής, οπού πλατειά ’ναι και μεγάλη μα λιγοστά τ’ αληθινά τα κλήματά της, σ’ ευλαβικό Μνημόσυνο κινώντας μαζί, το μονοπάτι παίρνουμε τ’ ακρογιαλίσιο της Σκιάθου, που απ’ το ξωκλήσι τ’ Άη-Νικόλα, του λιμανιού ως με κάτου κατεβαίνει την ταβέρνα κι εκεί, ενώ γύρα μας μυρόβλητο ανασαίνει παντούθε το νησί, απ’ το κύμα κι απ’ το φύκι, κι από τα πεύκα κι απ’ τα σκίνα κι απ’ τα ρείκια, με το βαθύ ποτήρι μας γιομάτο από της νέας μας της σοδειάς το γιοματάρι, ορθοί, στον ίσκιο του μπροστά, για μια στιγμή, με το ποτήρι αυτό στο χέρι, του ζητάμε, αν ευδοκεί, να το τσουγκρίσομε με το δικό του! Άγγελος Σικελιανός ΔΥΟ ΤΡΙΑ ΛΟΓΙΑ Φωτ. Αλέξανδρος Παπαδιαμαντης</description><pubDate>Tue, 16 Jun 2026 09:28:14 GMT</pubDate><category>Ελληνικό Φως</category></item><item><title>Η Δημοκρατία καταστρέφεται (Ισοκράτης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-dhmokratia-katastrefetai-isokraths-3054/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-dhmokratia-katastrefetai-isokraths-3054/</guid><description>“Η Δημοκρατία καταστρέφεται διότι καταχράστηκε το δικαίωμα της Ελευθερίας και της Ισότητας. Έμαθε στους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα, την αναρχία ως ευδαιμονία.” Ισοκράτης 436-338 π.χ</description><pubDate>Sat, 13 Jun 2026 13:53:31 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Mαρτυρία γιὰ μιὰν ἄνοιξη (Γιώργης Παυλόπουλος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/martyria-gi-min-noiksh-giwrghs-paulopoulos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/martyria-gi-min-noiksh-giwrghs-paulopoulos/</guid><description>Τὴν ἄνοιξη κατέβηκα πάλι στοὺς δρόμους· τὰ χελιδόνια γύρω στὸ καπέλο μου κι ἐγὼ τυφλὸς ποὺ ἀκούει πηγαίνοντας φωνὲς ἀπ’ τὶς μικρές του ἀγάπες. Κοντὰ στοὺς κήπους κάτω ἀπὸ τὰ παράθυρα βράδιασα καὶ δὲν ἔνιωθα ποιὸς ἤμουν. Τὴν νύχτα ὁ ψίθυρος ἀπ’ τὰ πουλιὰ μ’ ἀνέβαζε σὲ οὐράνιες ἀγορές, θέατρα τοῦ ἀπείρου. Painting: Gino Severini-Sea dancer-1914 –</description><pubDate>Tue, 26 May 2026 21:56:10 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ρίγος (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/rigos-nikos-tsintros-3045/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/rigos-nikos-tsintros-3045/</guid><description>Νιώθε φρίκη, ανόητε άνθρωπε, σαν βλέπεις την ισότητα στα πάντα. Σαν βλέπεις τον ιδρώτα για νερό, το έλεος σαν λύση και δικαίωμα ζωής. Νιώθε φρίκη, σαν βλέπεις τον πόνο ως ασπίδα επιβίωσης και δικαίωμα στην ανταμοιβή. Νιώθε θλίψη, σαν βλέπεις την τιμιότητα ίδια με την αδυναμία. Σαν βλέπεις την ευγένεια και την πονηριά, ντυμένες με το ίδιο χρώμα. Νιώθε κενός, σαν βλέπεις την τέχνη με την κακοτεχνία το ίδιο όπως την αγάπη με το όνειρο. Νιώθε νεκρός. Ίσως είναι καλύτερα για τους ζωντανούς, που πιστεύουν ότι ζουν. Painting:Nightmares-Zdzislaw Beksinski</description><pubDate>Thu, 07 May 2026 16:46:51 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Αχ! η καρδιά σου μάνα μου (Νικόλαος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ax-h-kardia-sou-mana-mou-nikolaos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ax-h-kardia-sou-mana-mou-nikolaos-tsintros/</guid><description>Αχ! η καρδιά σου μάνα μου, τι δάκρυ κουβαλάει. Τι πόνο, τι χαμόγελο, τι φλόγα πικραμένη. Αχ! η καρδιά σου μάνα μου, τι λόγια έχει να κρύψει. Τι πόνο, τι χαμόγελο, τι μαύρο στο κορμί σου. Αχ! η καρδιά σου μάνα μου, τη νύχτα πώς κοιμάται, στα σκαλοπάτια της αυγής, στους δρόμους τους σχισμένους. Αχ! ή καρδιά σου μάνα μου, δεν είναι από πέτρα. Φτιαγμένη από όνειρο, απ’ του Θεού τα χέρια. Μην τη φορτώνεις, μάνα μου, με πόνο σκουριασμένο. Μην τη χτυπάς με δάκρυα, με τύψεις μη γεμίζεις. Μάνα, ότι κι αν έκανες, το έκανες μ’ αγάπη. Προσπάθησες για το καλό, λαβώθηκες στη μάχη. Μάνα μου, μην υποταχτείς στον πόνο τον καινούριο. Είμαι εγώ προστάτης σου, τη μάχη εγώ θα δώσω.</description><pubDate>Wed, 22 Apr 2026 10:30:23 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική (Οδυσσέας Ελύτης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/th-glwssa-mou-edwsan-ellhnikh-odysseas-elyths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/th-glwssa-mou-edwsan-ellhnikh-odysseas-elyths/</guid><description>Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική. το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου… Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου… Εκεί σπάροι και πέρκες ανεμόδαρτα ρήματα ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε σφουγγάρια, μέδουσες με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη… Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη… Εκεί ρόδια, κυδώνια θεοί μελαχροινοί, θείοι κ’ εξάδελφοι το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια. Και πνοές από τη ρεμματιά ευωδιάζοντας λυγαριά και σχίνο σπάρτο και πιπερόριζα με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι… Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!.. Εκεί δάφνες και βάγια θυμιατό και λιβάνισμα τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα , κνίσες, τσουγκρίσματα και Χριστος Ανέστη με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων! Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου… Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του “Υμνου !.. Μαθητές-από-το-Καστόρι-Λακωνίας-τοποθέτησαν-σε-βράχο-του-Ταΰγετου-μια-τεράστια-ελληνική-σημαία.</description><pubDate>Wed, 25 Mar 2026 12:58:53 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Τραγική συμφωνία (Γ. Θ. Βαφόπουλος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/tragikh-symfwnia-g-th-bafopoulos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/tragikh-symfwnia-g-th-bafopoulos/</guid><description>Ω ενθύμηση, το πνεύμα μου σαν Ερινύα που ακολουθείς, ίσκιε ενός ίσκιου, μάταια που γυρεύει τη γαλήνη· εχθρέ της ησυχίας μου φθονερέ, κι αν φαίνομαι απαθής στην αναπόλησή σου, όμως κάτι η ψυχή μου κλείνει από τη θύελλα των μαχών, κάτι απ’ του ζοφερού ωκεανού την τρικυμία, κάτι απ’ τη συντριμμένη Καρχηδόνα, όταν του πάθους μου τη θάλασσα μ’ ενός σου σκοτεινού την τρίαινα βλέμματος, σκληρέ, ταράζεις, Ποσειδώνα! Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)</description><pubDate>Mon, 16 Mar 2026 11:14:05 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ειρήνη (Γιάννης Ρίτσος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/eirhnh-giannhs-ritsos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/eirhnh-giannhs-ritsos/</guid><description>“Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα είναι η ειρήνη Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο, είναι η ειρήνη. Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου και μες στους λάκους που ‘ καψε η πυρακαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου, είναι η ειρήνη. Ειρήνη είναι η μυρουδίά του φαγητού το βράδυ, τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο δεν είναι φόβος, τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος, και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός, γιορτάζοντας τά μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του, είναι ειρήνη. Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει. τότε που τα στάχυα γέρνουν το ‘να στ’ άλλο λέγοντας: το φως, το φως και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως, είναι η ειρήνη. Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες, τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα, τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο, είναι η ειρήνη. Τότε που η μέρα που πέρασε, δεν είναι μια μέρα που χάθηκε, μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιο ύπνος, που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορφίνια του να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου, είναι η ειρήνη. Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής. Όταν λες: αδελφές μου, – όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε. όταν χτίζουμε και τραγουδάμε, είναι η ειρήνη. Τότε που ο θάνατς πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά κι οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία, τότε που το μεγάλο γαρίφαλο του δειλινού το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος, είναι η ειρήνη. Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου είναι το χαμόγελο της μάνας Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη. Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακές σ’ όλη της γης, ένα όνομα μονάχα γράφουν: Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη Πάνω στις ράγες των στίχων μου το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα, είναι η ειρήνη Αδέρφια, μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά μας Δώστε τα χέρια αδέρφια μου, αυτό ‘ ναι η ειρήνη.”</description><pubDate>Tue, 10 Mar 2026 21:04:41 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Στοιχεία Tαυτότητας (Καρύδης Nίκος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/stoixeia-tautothtas-karydhs-nikos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/stoixeia-tautothtas-karydhs-nikos/</guid><description>Mπορείτε να γράψετε, κύριε αστυνομικέ, ότι πατρίδα μου εμένα είναι ο φίλος μου ο Σάκης Mανουηλίδης που σκοτώθηκε στα βουνά της Aλβανίας ο συμμαθητής μου Aλέξανδρος Kαΐρης που εξετέλεσαν οι Γερμανοί ξημερώματα στο Σκοπευτήριο και ο Nίκος Mαθάς που πέθανε από τις κακουχίες στην Kατοχή. Aν αυτά δεν σας λένε τίποτα, κύριε αστυνομικέ, τότε μπορείτε να γράψετε ότι πατρίδα μου εμένα είναι οι λεμονιές στον κάμπο της Σπάρτης οι ελαιώνες της Mυτιλήνης η Παναγιά η Oρφανή στο λαγκάδι του Mυλοπόταμου η Aγία Mόνη στο βουνό του Tσιρίγου. Eγώ υπογράφω. Φωτογραφία : Καστόρι Λακωνίας βράχος του Ταΰγετου</description><pubDate>Fri, 20 Feb 2026 09:03:18 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Η μνήμη (Άγγελος Σημηριώτης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-mnhmh-aggelos-shmhriwths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-mnhmh-aggelos-shmhriwths/</guid><description>Τι είναι λοιπόν η μνήμη;- Κάτοπτρον του παρελθόντος, άψυχος εικών και κρύα φίλου μας αποθανόντος ίνα προκαλή το δάκρυ εις το ξηρανθέν μας όμμα, λίμν’ εις ην διατηρείται των δασών το σχήμ’ ακόμα, αφ’ ου έλειψεν ό κόσμος των οχθών της των πενθίμων, ίχνος χαίνον διαβάτου εις άμμον των ερήμων προκλούν εις την ψυχή μας ειδός μελαγχολίας γλυκυπίκρου,- Η υπάτη έκφρασις της ειρωνείας! Painting : jackson Pollock-Watery paths-1947</description><pubDate>Sun, 08 Feb 2026 11:03:02 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ο Όρκος (Γεράσιμος Μαρκοράς) α μέρος</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/o-orkos-gerasimos-markoras-a-meros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/o-orkos-gerasimos-markoras-a-meros/</guid><description>Μὲς τὸ γοργὸ πλεούμενο, ’ποῦ τὰ νερά σου τρέχει, Τώρα ’ποῦ ἡ ξάστερη βραδειὰ κἀμμία πνοὴ δὲν ἔχει, Νά ’ξερες, θάλασσα καλή, μὲ πόση τρικυμία Χτυπάει ψυχαῖς ἀδύναταις νύχτα τυφλὴ καὶ κρύα! Γυρνοῦν τὰ γυναικόπαιδα στὰ αἱματωμένα μέρη, Ὅπου ὁ Σταυρὸς νικήθηκε τοῦ Τούρκου ἀπὸ τ’ ἀστέρι· Στὰ κακοῤῥίζικα—γειὰ ἰδές!—παρηγοριὰ δὲ δίνει Μήτε οὐρανοῦ χαμόγελο, μήτε πελάου γαλήνη· Ἔχουν ἀκίνητα, στεγνά, ’ς ὅλη τὴ φύσι ξένα, Στὴν ἄβυσσο τσ’ ἀπελπισιᾶς τὰ μάτια βυθισμένα, Καί, ’σὰν ἀπάνου στ’ ἄπειρο κ’ ἔρμο στοιχεῖο θωροῦνε, Τὴ μαύρη μοῖρα τους ἀργὰ λὲς καὶ ’ς αὐτὸ μετροῦνε. Φοβᾶτ’ ὁ ναύκληρος νὰ ’πῇ, ’πῶς αὔριο τὸ καράβι Θ’ ἀράξῃ στὴν πατρίδα τους. Κ’ ἔχουν πατρίδα οἱ σκλάβοι! Ἐλπίδα θεία, ’ποῦ ξέμακρα, σὲ βάσανα, σὲ πόνους, Ἔκαμες πλάσματα ὡς αὐτὰ ν’ ἀντισταθοῦν τρεῖς χρόνους, Γύρισε πάλε, ὢ γύρισε! Στοῦ καραβιοῦ τὴν πλώρη Ἔλα, ἡ γυναῖκα νὰ σὲ ἰδῇ, τ’ ἀνήλικο κ’ ἡ κόρη, Ὡς, μ’ ἕνα πράσινο κλαρὶ, ξανοίξανε μία ’μέρα Τῆς κιβωτῶς οἱ κάτοικοι τὴν ἄσπρη περιστέρα! Ἔλα! Στὸν ἴσκιο σου ἂς διαβοῦν τὸ νέο τῆς τύχης ῥέμμα, Ψηλὰ, ψηλὰ κυττάζοντας μὲ θαῤῥεμένο βλέμμα· Βάλε τὸ χέρι σου γλυκὰ στὰ πονεμένα στήθια, ’Ποῦ δὲ γυρεύουνε τῆς γῆς ἢ τ’ οὐρανοῦ βοήθεια, Καὶ ἀπὸ τὸν κόρφο τῆς μητρὸς μὲς τοῦ παιδιοῦ τὸ στόμα, Ἐλπίδα θεία, τὸ γάλα σου κάμε νὰ τρέξῃ ἀκόμα! Ἐκεῖ, σὲ τόση ἀναισθησιὰ, ’ποῦ τοῦ θανάτου ’μοιάζει, Μία κόρη μόνη ἀντίπερα μ’ ἀνησυχία κυττάζει· Τοῦ μάκρου τὸ κατάστρωμα γοργὰ συχνομετράει, Ἀναστενάζει, κάθεται, καὶ πάλε ὀρθὴ πηδάει· «Γιατὶ, Χριστέ μου!—τὴν ἀκοῦς καὶ κλαίοντας μουρμουρίζει— Μὲ τὰ φτερὰ τοῦ πόθου μου τὸ πλοῖο δὲν ἁρμενίζει;» Θωρῶντας τέτοια ταραχὴ, φαντάζεσαι ’ποῦ ἡ μαύρη Στὰ κρητικά της χώματα μάννα ἢ πατέρα θαὔρῃ· —Δύστυχο τέκνο τῆς ἐρμιᾶς!—πρὶν φύγῃ ἐκεῖθε πέρα, Τῆς εἶχε ἁρπάξῃ ὁ Θάνατος καὶ μάννα καὶ πατέρα· Τοῦτος ἀτρόμητα, τυφλὰ, ’ς ἐχθροῦ μεγάλο πλῆθος Ὡσὰν τὰ βόλια ἐχύθηκε, ’ποῦ τ’ ἄνοιξαν τὸ στῆθος· Ἕνα φεγγάρι μεταβιᾶς δυνήθη νὰ ὑπομείνῃ Τοῦ χωρισμοῦ του τὸν καϋμὸ, κ’ ἐπῆε στὸν ᾍδη ἐκείνη. Ἀλοιά! καὶ ποιὸς θὰ σὲ δεχτῇ, καὶ ποιὸς θὰ σ’ ἀγκαλιάσῃ, Στὰ γονικά σου φτάνοντας, διπλόρφανο κοράσι; Ὁ νέος, ’ποῦ φλόγα σ’ ἄναψε μὲς τὴν καρδιὰ μεγάλη, Ἐβγῆκε τάχα ζωντανὸς ἀπὸ τὴν ἄγρια πάλη; Ὤ! φανερόνεις ξάστερα, καὶ μὲ κλεισμένο στόμα, ’Πῶς τέτοια ἐλπίδα στὴ ζωὴ σφιχτὰ σὲ δένει ἀκόμα! Τὶ βλάβει ἀνίσως καὶ ποτὲ γιὰ τ’ ἄξιο παλληκάρι Κἀμμία ν’ ἀκούσῃς εἴδησι δὲν ἔλαβες τὴ χάρι; Βουβὴ μηνύτρα συφορᾶς εἶναι τοῦ κάκου ἡ Φήμη, Ὅσαις φοραῖς τὰ λόγια του σοῦ ἀντιλαλοῦν στὴ μνήμη. «Μὴν, Εὐδοκιά μου, φοβηθῇς—τὴν ὥρα ’ποῦ τὰ ξένα Σ’ ἀκαρτεροῦσαν, ἔλεγε—μὴ φοβηθῇς γιὰ μένα! Ἐδῶ, βαθυὰ στὸ στῆθος μου, ’ποῦ τώρα, ἐνῷ σπαράζει, Θρησκεία, Πατρίδα κ’ Ἔρωτας κάθε του χτύπο ἁγιάζει, Λὲς κ’ ἕνα κἄποιο αἰσθανομαι Πνεῦμα κρυφὸ τοῦ Ὑψίστου Ὁποῦ μοῦ στέρνει ἀπὸ ψηλὰ τὸν ἦχο τῆς φωνῆς του, Καὶ λέει, καθὼς, ἀγάπη μου, σὲ ξεκινάω γιὰ πέρα, ’Πῶς ἔχω πάλε νὰ σὲ ἰδῶ, ’πῶς θὰ μὲ ἰδῇς μία ’μέρα. Ἄν σὲ θωράω περίλυπος, ἀνίσως κλαίω καὶ βρέχω Μὲ δάκρυα τοῦτο τὸ φιλὶ, φόβους ἐγὼ δὲν ἔχω. Θλιμμένα, ἰδὲς, τὰ βλέμματα στὸ φῶς τοῦ ἡλίου γυρνοῦνε, Ἐνῷ ἡ στερναῖς ἀχτίνες του τὸν κόσμο χαιρετοῦνε, Δίχως ἀνθρώπου λογισμὸς τρόμου ὑποψία νὰ βάλῃ ’Πῶς αὔριο τ’ ἄστρο τῆς ζωῆς δὲ θὲ νὰ φέξῃ πάλι. Ἔχε καὶ σὺ τὸ θάῤῥος μου! Μὴν, Εὐδοκιὰ, θελήσῃς Μὲ τέτοια μαύρη ἀπελπισιὰ νὰ φύγῃς, νὰ μ’ ἀφήσῃς! Τὸ Πνεῦμα, ’ποῦ κατάκαρδα προφητικὰ μοῦ κραίνει, Σοῦ τάζει ’πῶς θὰ μείνωμε γιὰ ’λίγο χωρισμένοι. Θὲ νὰ γυρίσῃς· θὰ σὲ ἰδῶ· τὸ λέω καὶ θ’ ἀληθέψῃ· Ναί· σοῦ τ’ ὀρκίζομαι ’ς τὸ φῶς, ’ποῦ πάει νὰ βασιλέψῃ!» Τὰ μαῦρα μάτια, ’π’ ἄστραφταν, ἡ κόμη, ’ποῦ τ’ ἀέρι Στὸ μέτωπό του ἀνάδευε, τ’ ἀσηκωμένο χέρι, Ὁ ἥλιος, ’ποῦ τὴν ὤμορφη θωριά του ἀχτινοβόλα, Τὰ μοσχολίβανα τῆς γῆς, ἡ ὥρα, ὁ τόπος, ὅλα Τὸ νοῦ τῆς κόρης ἔφεραν νὰ κρίνῃ ’πῶς ἀλήθεια Φώτισι θεία κατέβηκε στ’ ἀγαπημένα στήθια. Πιστεύοντάς το, πάει μακρυὰ, καὶ μὲ τὴν ἴδια πίστι, Ὁποῦ σὲ χίλιαις δοκιμαῖς ποτὲ δὲν ἐκλονίστη, Πάλε τοῦ μαύρου της νησιοῦ τώρα τὸ κῦμα σχίζει· Ἀλλ’ ἄχ! νὰ γύρῃ ἐπάντεχε καθὼς ἡ ἀθλία γυρίζει; Ἀπὸ τὴν ἔρμη ξενιτειὰ ποτέ της δὲν ἐθώρα Μὲ τῆς ψυχῆς τὰ βλέμματα τοῦ γυρισμοῦ τὴν ὥρα, Δίχως ἐλεύθερη μαζῆ στὸ νοῦ της νὰ προβάλῃ Ἡ Κρήτη, ’ποῦ τῆς ἄνοιγε τὴ μητρικὴν ἀγκάλη. Ὄνειρο θεῖο! Γοργότατα, ’σὰν ἕνα χελιδόνι, Ἐκεῖ χαιρότουν τὰ φτερὰ τῆς φαντασίας ν’ ἁπλώνῃ· Ἀπὸ μίαν ἄκρη τοῦ νησιοῦ στὴν ἄλλην ἄκρη πέρα Νὰ πνέῃ μὲ δεῖψα λαίμαργη τὸν καθαρὸν ἀέρα, Ὅπου τῆς μάχης ἡ κραυγαῖς εἶχαν σβυστεῖ, καί, ὡς πρῶτα, Μίαν αὖρα δὲν ἐμόλευαν τ’ Ἀγαρηνοῦ τὰ χνότα. Καί, ποιός, καὶ ποιὸς τὴν ἔκαμε νὰ ῥοβολήσῃ κάτου Ἀπ’ τὸ χρυσό της ὄνειρο στὴ νύχτα τοῦ θανάτου; Χαρᾶς ἀπάντεχη φωνή, τρομαχτικὰ συρμένη Ἀπὸ τὴ μαύρη Κόλασι, λὲς κ’ εἶπε στὴ θλιμμένη— «Ἔπεσε ἡ Κρήτη! μὲ τὸ νοῦ πλατυὰ μὴν ἀρμενίσῃς· Ἐκεῖθε σκλάβα ἐμίσεψες καὶ σκλάβα θὰ γυρίσῃς!» ’Σὰν τὸ πουλάκι, ποῦ μὲ μιᾶς θανατερὸ μολύβι Τὴν ἁπλωτὴ φτεροῦγα του σκληρὰ κατασυντρίβει, Κεραυνωμένη στὰ ψηλὰ κ’ ἡ ἐλεύθερη ψυχή της Ἔπεσε ξάφνου, ἀκούοντας τὴ συφορὰ τῆς Κρήτης. Τότες, ἀχνὴ στὸ πρόσωπο, μὲ θαμπωμένο μάτι, Δίχως λαλιά, κατάκοιτη ’ς ἕνα φτωχὸ κρεββάτι, Πολλοὶ τὴν εἶδαν, καὶ κἀνεὶς νὰ ’πῇ δὲν ἐτολμοῦσε ’Πῶς ἦταν ἄψυχο κορμί, ’πῶς ἡ καϋμένη ἐζοῦσε. Ὁ Χάρος, ’ποῦ, διαβαίνοντας κάμπους, βουνὰ καὶ δάση, Πλῆθος λουλούδια κρητικὰ τρεῖς χρόνους εἶχε μάσει, Τὴν ἐπαράστεκε, ὁ σκληρός, μ’ ἔπιθυμία μεγάλη Στὸ νεκρικὸ στεφάνι του τέτοια μοσκιὰ νὰ βάλῃ. Πλὴν ἄλλο ἡ τύχη θέλησε, καὶ πάλε μ’ ἕνα δάκρυ Ἐγλυκοχάραξ’ ὴ ζωὴ στ’ ὡραίου ματιοῦ τὴν ἄκρη· Μὲ στεναγμοὺς πρωτάνοιξαν τὰ πικραμένα χείλη, Ὅπου τὸ ῥόδο ἐφύτρωνε κ’ ἐσβυότουν τὸ γιοφύλλι, Καί, καθὼς ἔπεφτε τὸ φῶς ἀπὸ μία ῥάχη ὀπίσω, Εἶπε βραχνὰ ἡ πολύπαθη «Μ’ ἀκαρτερεῖ—θὰ ζήσω!» Ξένη ἀπὸ τότες μέριμνα στὸ νοῦ της δὲ χωράει· Νὰ ἰδῇ γυρεύει μοναχὰ τ’ ἀγῶρι ’π’ ἀγαπάει, Ὁποῦ τῆς εἶναι, ὡς ἔχασε κάθε της ἄλλη ἐλπίδα, Μάννα, πατέρας, ἀδελφός, ὁλόκληρη πατρίδα. Πλέει τὸ καράβι ἀδιάκοπα, κ’ ἡ Πούλια ὡστόσο δείχτει, Στὸν οὐρανὸ ἀρμενίζοντας, ’πῶς εἶναι μεσανύχτι. Ὅλα σιγοῦν—Στὴ θάλασσα γλυκοκοιμοῦντ’ οἱ ἀνέμοι, Καί, κάθε ἀστέρι, ’ποῦ ψηλὰ φεγγοβολάει καὶ τρέμει, Φαίνετ’ ἀγγέλου σπλαχνικοῦ προσηλωμένο βλέμμα Στὸν κόσμο, ποῦ ποτίζεται πάντα μὲ δάκρυα κ’ αἷμα. Κἄποιο, στὰ βάθη τῆς νυκτός, Πνεῦμα καλὸ καὶ θεῖο Μ’ ἐλεημοσύνη θά ’γυρε τὰ μάτια καὶ στὸ πλοῖο, Ἂν ἕνα κούρασμα γλυκὸ κ’ ὕπνος ἀγάλια ἐχύθη Σὲ τόσα ἐκεῖ, ’ποῦ λάχτιζαν, ἀπελπισμένα στήθη. Ὅλοι κοιμοῦνται· μοναχὰ δὲν εἶναι σφαλισμένα Δύο μάτια οὐρανογάλαζα, δύο μάτια ἐρωτεμμένα. Ὁ στοχασμός, ’ποῦ ’γλήγορα θ’ ἀράξῃ στ’ ἀκρογιάλι, Ὅπου φαντάζεται νὰ ἰδῇ τὸν ἀκριβό της πάλι, Ὡς ἔχει χρεία, τῆς Εὐδοκιᾶς ἀνάσασι δὲ δίνει, Μήτε νὰ κλείσῃ βλέφαρο καθόλου τὴν ἀφίνει· Πλὴν στὸν ἀγῶνα, ’ποῦ ξυπνὴ τὴν ἐβαστοῦσε ἀκόμα, Τὸ τρυφερό της ἔπεσε παραδαρμένο σῶμα, Κ’ ἐκεῖ ’ποῦ ἡ μαύρη καταγῆς ἀκίνητη ἀπομένει, Στὴ χλόη θαῤῥεῖ τοῦ τόπου της ’πῶς εἶναι πλαγιασμένη. Ἂν στὸ ῥοδάτο μάγουλο σιγὰ σιγὰ τ’ ἀέρι Μίαν ἄκρη ἀπὸ τὰ ξέπλεκα σγουρὰ μαλλιά της φέρῃ, Τ’ ἀγαπημένου τὸ φιλὶ ’πῶς ἀγροικάει παντέχει, Καὶ νέα σὲ κάθε φλέβα της γλυκάδα οὐράνια τρέχει. Θωράει λαγκάδια, καὶ βουνά, καὶ ξέφωτα, καὶ δάση, Τὴν ἐκκλησιά, τὸ σπίτι της, τὸ πατρικὸ λῃοστάσι· Ὅ,τι ποθοῦσε ἀπὸ μακρυὰ τρεῖς χρόνους, ἡ καϋμένη, Ὡραία μορφὴ ὁλοφάνερη στὰ μάτια της λαβαίνει. Ἀκούει πουλάκια ’ποῦ λαλοῦν, μελίσσια ’ποῦ βοΐζουν, Πλῆθος νερά, ’ποῦ ἀνάμεσα σταῖς πέτραις μουρμουρίζουν· Ἐδῶ τὸ κῦμα, ’ποῦ κουφὰ χτυπάει κατὰ ταῖς ξέραις, Τραγούδια ἐκεῖ, βελάσματα, κουδούνια καὶ φλογέραις. Ἀπάνου, κάτου, ὁλόγυρα, στὴ μέση ἀπὸ τ’ ἀμπέλια Ἀκούει τοῦ τρύγου ταῖς χαραῖς, τοῦ τρύγου ἀκούει τὰ γέλια, Καί, μὲ τῆς κόρης τὸ’ σκοπό, τ’ ἀγώρου μὲ τὸ’ στίχο, Ἄμετρους ἤχους, ’πὤκαναν ἁρμονικὰ ἕναν ἦχο. Ὡς κυματίζει ἀνάλαφρα στὸ φανταστὸ χορτάρι, Ξένην αἰσθάνεται ἡδονὴ κ’ ὕπνο ἀρχινάει νὰ πάρῃ, Μακρυά, σβυσμένη ἀκούοντας κάθε ὰρμονία τῆς Κρήτης, ’Ποῦ τὴ νανούριζε τερπνά, ’σὰ μάννα τὸ παιδί της. Ὦ θεῖε τ’ ἀνθρώπου Φύλακα, ’ποῦ χάμου ἀγάλι ’γάλι Στὰ γόνατά σου ἐδέχτηκες τὸ ὑπνόγυρτο κεφάλι, Ψάλλε μου σὺ τὶ ὀνείρατα ’ς ἐκεῖνο φτερουγιάζουν, Κ’ εὔχομαι πάντα νὰ φυλᾷς ψυχαὶς ’ποῦ νὰ σοῦ ’μοιάζουν! Εἶναι τοῦ γάμου της ἡ αὐγή. Πετιέται ἀπὸ τὴν κλίνη, Μὲ τὴ λαχτάρα τοῦ πουλιοῦ, ’ποῦ τὸ κλαρί του ἀφίνει, Πρώτη φορὰ γυρεύοντας, ὀλίγο ἐκεῖθε πέρα, Νὰ ἰσοζυγιάσῃ τὸ κορμὶ στὸν ἄγνωστον ἀέρα. Φιλεῖ τ’ ἀθῷα στρωσίδια της· ὁλόγυρα κυτάζει Μ’ ἀγγέλου ἀγάπη κάθε τί, καὶ κλαίει ’πῶς τ’ ἀπαρῃάζει. Νὰ ξαναϊδῇ καὶ τ’ ἄνθια της, πρὶν στολιστῇ καὶ φύγῃ, Τ’ ἄνθια ποῦ φύτεψεν αὐτή, τὸ παρεθύρι ἀνοίγει, Καί, πυρωμένα τοῦ φωτὸς ἀπὸ τὴ θείαν ἀχτῖνα, Λέει ’πῶς γιὰ τέτοιο χωρισμὸ δακρύζουνε κ’ ἐκεῖνα· Ὁπῶς γλυκὰ τὴ χαιρετοῦν, προτοῦ νὰ τὰ ὀρφανέψῃ, μ’ ὅση εὐωδία τὸν κόρφο τους ὁ Ἀπρίλης εἶχε θρέψῃ. «Χαριτωμένα λούλουδα, μὴ σᾶς πικράνῃ—λέει— Ἂν ἡ καρδιά μου, ’ποῦ γιὰ σᾶς τρέμει, πονεῖ καὶ κλαίει, Μηδὲ μὲ τόσα δάκρυα, μηδὲ μὲ τέτοια θλίψι Τὴν εὐτυχιὰ ’ποῦ αἰσθάνεται θὰ δυνηθῇ νὰ κρύψῃ. Τοῦ κάκου! ἀκράτητη χαρά, ’σὰ φλόγα θεία, μ’ ἀνάφτει, Σπιθίζει ἀπὸ τὰ μάτια μου, στὸ μέτωπό μου ἀστράφτει, Καὶ δὲν τὴ σβύνει ὁ λογισμός, ὁποὖναι χρεία σὲ ’λίγο, Ὠϊμὲ! καὶ τοὺς γονέους μου ν’ ἀφήσω καὶ νὰ φύγω. Μὴν ἡ θλιμμένη σας θωριὰ γι’ αὐτὸ μὲ κατακρίνῃ, Ἀγαπητὰ τριαντάφυλλα, παρθενικοί μου κρίνοι! Δίχως τ’ ἀέρι καὶ τὸ φῶς, ἀνθεῖ ἀπὸ σᾶς κἀνένα; Ἄχ! εἶν’ ὁ Μάνθος μου πνοὴ καὶ φῶς ἡλίου γιὰ μένα! Ἀπόψε—καλοθύμητη παραμονὴ τοῦ γάμου!— Ἔλεα, μὲ φρίκη δυνατή, στὴν ὑπνοφαντασιά μου Ὁπῶς ἡ τύχη μ’ ἔῤῥιξε, φτωχὴ καὶ μαυροφόρα, Σὲ ἀκρογιαλιαὶς ἀγνώρισταις, μακρυὰ σὲ ξένη χώρα· Καὶ στὴν ἠχώ, ’ποῦ μέσα μας, μὲ φόβους ἢ μ’ ἐλπίδα, Ξυπνάει στὰ πέρατα τῆς γῆς ἡ ἀγαπητὴ Πατρίδα, Ἄκουα κ’ ἐμούγγριζε βαθυὰ—δὲν τ’ ἀστοχάω ποτέ μου!— Βροντὴ μεγάλη, ἀδιάκοπη τρομαχτικοῦ πολέμου. Τὴν ἀγροικοῦσα—καὶ μὲ μιᾶς, τὸν τρόμο μου ν’ αὐξήσῃ, Λὲς κ’ ἠσυχία νεκρώσιμη τὴν εἶχε ἀκολουθήσῃ· Καὶ φανταζόμουν πῶς ἐγὼ ’ς ἔρμο, ἀναμμένο στρώμα Τοῦ κάκου ἐγύρευα φωνὴ νὰ βγάλω ἀπὸ τὸ στόμα, Ὁπὤτρεμε καὶ τ’ ὄνομα τοῦ Μάνθου νὰ προφέρῃ Στὸ ξυππασμένο, ἀκίνητο τῆς ἐξοριᾶς μου ἀγέρι. Χαῖρε, λαμπρότατε οὐρανέ, χαῖρε, τῆς Κρήτης αὖρα! Οἱ φόβοι τώρα ἐσβύστηκαν κ’ ἡ ὀνειρεμένη λαῦρα. Ὦ ἀκριβοπότιστα τῆς γῆς καμαρωμένα δῶρα, Ἀφῆστε ἀκέρῃα νὰ χαρῶ τὴν εὐτυχιά μου τώρα!» Ἡ μαύρη! μὲς τὸν ὕπνο της ἀχνά, ξεθωριασμένα Μόνον ἠμπόρειε μεταβιᾶς νὰ ἰδῇ τὰ περασμένα· Ἐνῷ, μὲ χρώματα ζωῆς θωρῶντας ν’ ἀναβρύσῃ Ὅ,τι βαθυὰ ἡ καρδοῦλα της εἶχε ἀπὸ χρόνια ἐλπίσῃ, Τῆς ἐφαινότουν, αἰσθητὴ μὴν ἔχοντας βοήθεια, Ἡ συφορά της ὄνειρο τ’ ὀνείρου ἡ πλάνη ἀλήθεια. Πάντα περίχαρη, ἀγκαλὰ καὶ κάθε τόσο ἀλλάζει, Τὸ ἀπατηλό της ὅραμα τὴν ὄψι παρουσιάζει· Ὡς ἕνα γνέφι τῆς αὐγῆς, ὁποῦ στὰ οὐράνια μέρη, Ὄθε τὸ φῶς μᾶς ἔρχεται καὶ πνέει γλυκὰ τ’ ἀέρι, Ἄπειρα σχήματα συχνὰ θωρεῖς καὶ περιγράφει, Σὲ κάθε σχῆμα δείχνοντας τὸ ῥόδο ἢ τὸ χρυσάφι. Νά!—φαίνεταί της ’ποῦ, σεμνὰ ’σὰ νύφη στολισμένη, Τ’ ἀγαπημένο ἀγῶρι της ἐντροπαλὴ ἀναμένει· Πλούσιαις ὡστόσο φορεσιαῖς, ἀγερικὰ μαγνάδια, Μαλαματένια εἰδίσματα, πολύτιμα πετράδια Θωράει σὲ ξέναις καὶ δικαῖς, ὁποῦ τὴν παραστέκουν· ’Ποῦ ζωντανὸ τριγύρω της ὡραῖο στεφάνι πλέκουν, Καί, μὲ τὰ μάγια του χοροῦ, συσμίγουν ἐπιτήδεια Νέαν ὠμορφιὰ στὰ κάλλη τους, νέα χάρι στὰ στολίδια· Ὡς πεταλούδαις, ’ποῦ σιμὰ στὸν κρίνο παιγνιδίζουν, Κ’ ἐνῷ μίαν αὖρα ὁλόγυρα πετῶντας δὲ συγχίζουν, Βλέπεις καὶ δείχνουν στὰ φτερά, μὲ τ ἄκοπο παιγνίδι, Λευκό, γαλάζιο, πράσινο, κάθε βαφῆς πλουμίδι. Οὔτε τραγοῦδι, οὔτε χορὸς τὴν Εὐδοκιὰ ἐμποδάει, Μακρόθεν ἀλλὰ ξάστερα, στ’ αὐτιά της ν’ ἀγροικάῃ Ἀπὸ γλυκὰ λαλούμενα μία τέτοια μελῳδία, Ποῦ τῆς ἀφίνει τὴν ψυχὴ στοὺς ἄλλους ἤχους κρύα. «Ἔρχετ’ ὁ Μάνθος, ἔρχεται!» στὸ νοῦ της λογαριάζει Τὰ χνάρια, ὁποῦ τὸ πόδι του ’ς ὅλο τὸ δρόμο ἀλλάζει· «Θἆναι—στοχάζεται—κοντὰ στὸ πέρα μοναστῆρι! Μὲς τ’ ἀντικλάδι τοῦ χωριοῦ! στὴ βρύσι! στὸ γιοφύρι! Τὰ πρώτα σπίτια ὀγλήγορα τῆς γειτονιᾶς διαβαίνει! Νάτος! ἐμπῆκε στὴν αὐλή· πετιέται καὶ ἀνεβαίνει! Σπαρνοῦν τὰ φυλλοκάρδια της· χάμου γυρνάει τὸ βλέμμα· Πυρομαχοῦν τὰ μάγουλα καὶ ξεσταλάζουν αἷμα· Ἀλλὰ τ’ ἁγνό της αἴσθημα τοῦ πόθου ἡ ὁρμὴ νικάει, Τὰ μάτια πάλε ἀπὸ τὴ γῆ σηκόνει—καὶ ξυπνάει. Εἶχαν ῥοδίσῃ τὰ νερά· καί, καθὼς ὅλα ἡ ’μέρα Ἔκαμε τ’ ἄστρα νὰ σβυστοῦν ἀπάνου στὸν αἰθέρα, Σβυσμένα, εὐθὺς ὁπὤφεξε τοῦ λογισμοῦ κ’ ἡ ἀχτῖνα, Τὰ ὀνείρατά της ἔμειναν—ἄστρα οὐρανοῦ κ’ ἐκεῖνα. Ξυπνάει, καί, τόσα βλέποντας κουφάρια στρυμωμένα Χάμου νὰ κείτωνται ὡς νεκρά, ’πῶς εἶναι λέει στὰ ξένα, Ὅπου, τρεῖς χρόνους μακρυνούς, κοντά της τὰ θωροῦσε, Καὶ ’σὰν ἐξύπναε τὴν αὐγή, καὶ ’σὰν κακονυχτοῦσε Μὲ φρίκη τὰ ματόφυλλα γοργὰ σφαλίζει πάλι, Στὰ δύο της χέρια κλίνοντας τὸ ἀγγελικὸ κεφάλι, Κ’ ἐνῷ τοῦ κάκου μέσα ἐκεῖ περιμαχάει νὰ κράξῃ Τὰ ὡραῖα χρυσὰ φαντάσματα, ποὖχαν μακρυὰ πετάξει, Ἀκούει, μὲ λάχτισι χαρᾶς, τὸ κῦμα, ποῦ βογγάει Στὸ καπνοκάραβο κοντά· τὸ τρίξιμο ἀγροικάει, ’Ποῦ τὰ πλευρά του κάνουνε, καθὼς μὲ βία κινιέται, Καὶ ξάφνου ὁλόρθη βρίσκεται· κατάπλωρα πετιέται. Ὤ! στὰ θεμέλια τ’ οὐρανοῦ τί κοκκινίζει; Ἄν ἦστε Τσ’ αὐγῆς δροσάτα σύγνεφα, σύρτε ψηλά, καὶ ἀφῆστε Νὰ πάῃ τὸ βλέμμα της ἐκεῖ ποῦ τρέχει κ’ ἡ ψυχή της! Δέσποινα θεία! δὲ φαίνονται ’σὰν τὰ βουνὰ τῆς Κρήτης; Ποιὸ μάτι, βλέποντάς τηνε, θὲ ν’ ἀμφιβάλῃ ἀκόμα; Γειὰ ἰδές! ἀχνίζει, καὶ μὲ μιᾶς ἕνα παρόμοιο χρῶμα Μὲ αὐτὸ ποῦ φέγγει ἀπόπερα στὴν ὄψι της ἁπλόνει· Τὰ χέρια ὁλάνοιχτα—γειὰ ἰδές—μ’ ἀγάπη ἀνασηκόνει, Κ’ ἐκεῖ ποῦ συχνοτρέμουνε σὲ λυγερὸ καλάμι, Λὲς καὶ ἀγωνίζεται θερμὰ φτερούγαι νὰ τὰ κάμῃ. Θὲ νὰ φωνάξῃ· κατ’ αὐταῖς ὁποῦ κοιμοῦνται γέρνει, Καὶ, δυνατὰ λεχάζοντας, κἀμμία φωνὴ δὲ σέρνει· Ἀλλ’, ὡς ἡ φλόγα, ’ποῦ συχνὰ κουφοδρομάει, καὶ πέρα Μὲ ὁρμὴ πετιέται ἀκράτητη, ’σὰν ἔβγῃ στὸν ἀέρα, Τρανή, γιομάτη, ξάστερη, στὰ ἐμπόδια πυρωμένη, Μὲ τῆς πατρίδας τ’ ὄνομα ξάφνου ἡ λαλιά της βγαίνει. Παρόμοιος ἦχος μία φορὰ τὸν Ἅδη θὰ ταράξῃ, Ὡς τ’ Ἀρχαγγέλου ἡ σάλπιγγα τοὺς πεθαμένους κράξῃ, Καὶ ἀπὸ τὸν ὕπνο, σὰν αὐτούς, μ’ ἀχνὴ θωριὰ καὶ ζάλη, Γυναῖκαις, κόραις καὶ παιδιὰ σηκόνουν τὸ κεφάλι. «Ἡ Κρήτη!—δὲν ἐχύθηκε τέτοια φωνὴ τριγύρου; Δὲν εἶν’ ἀπάτη λογισμοῦ, δὲν εἶναι πλάσμα ὀνείρου· Ἀκόμα—νά!—τῆς Εὐδοκιᾶς ἀχνολογάει τὸ στόμα· Ὁ μαγεμένος ἦχος του δὲν ἀποσβύστη ἀκόμα!» Ὤ! πῶς χουμᾶνε γιὰ νὰ ἰδοῦν τ’ ἀγαπημένα μέρη, ’Ποῦ σημαδεύει ἀκίνητο τῆς κορασιᾶς τὸ χέρι! Μὲ τὶ φωνή, ξανοίγοντας μακρυὰ τὸν Ψηλορίτη, Χίλιαις φωναῖς νὰ ξαναποῦν, «ἡ Κρήτη!—ἀκοῦς—ἡ Κρήτη!» Λὲς ὅτ’ ἡ φλόγα τῆς αὐγῆς, ’ποῦ φέγγει ἀπὸ τὴν Ἴδα, Τὰ στήθη αὐτὰ ξεπάγωσε σὲ μία της μόνη ἀχτίδα; Καὶ τόσα κλάϋματα χαρᾶς ἐκεῖθε μέσα βγαίνουν, Ὁποῦ τὰ πρώτα αἰσθήματα σὰ χόρτο ἀναχλωραίνουν. Χαίρονται ᾑ δύστυχαις! Καὶ τί στὸν κόσμο θὲ νὰ ἐλπίσουν; Ἄχ! γιὰ τὴν ἔρμη τους χαρὰ κ’ οἱ ἀγγέλοι θὰ δακρύσουν! Στὴ γῆ, ποῦ πλῆθος ἔπεσαν, ’σὰ θερισμένο στάρι, Ἴσως κἀνένα θαὔρουνε τ’ ὀλέθρου ἀπομεινάρι· Ἡ μία, χωρὶς τὰ τέκνα της, τὸν ἄκληρο ἀσπρομάλλη, Ἔνα της μόνον ἀδελφὸ κἄποιο παιδί της ἄλλη. Στὸ χῶμα ἐκεῖνο, πωὔρηκαν τόσοι γενναῖοι τὸ μνῆμα, Νὰ κλάψουνε θὰ δυνηθοῦν, ὡς τὸ κομμένο κλῆμα· Μία μέρα ἐκεῖ τὰ κόκκαλα θέλει καὶ αὐταὶς ἀφήσουν… Ἄχ! γιὰ τὴν ἔρμη τους χαρὰ κ’ οἱ ἀγγέλοι θὰ δακρύσουν! Ἐκεῖ ’ποῦ κλαῖνε, καὶ γελοῦν, καὶ δυνατὰ φωνάζουν, Μ’ ἀθώα τρομάρα τὰ μικρὰ στὰ μάτια ταῖς κυτάζουν Ψευδὰ τῆς Κρήτης τ’ ὄνομα κατόπι ξαναλένε, Καί, ’σὰν τὴ μάννα τους κι’ αὐτά, χαμογελοῦν καὶ κλαῖνε. Ἀλλ’ ὅσα Κρητικόπουλα χλωμὴ καὶ μακρυσμένη Στὸ’ νοῦ τους μνήμη ἐφύλαξαν τῆς γῆς ’ποῦ τ’ ἀναμένει, Σκαρβαλωμένα στὰ σκοινιὰ καὶ στὸ κατάρτι τώρα, Νὰ ξαναϊδοῦν γυρεύουνε τὴν ἀκριβή τους χώρα· Κ’ ἐνῷ κατάγναντα τὸ φῶς ἁπλοχωράει καὶ βάνει Στὰ πορφυρένια γνέφια της ἕνα χρυσὸ στεφάνι, Βλέποντας τοῦτα νὰ σειστοῦν ἁπ’ τὴν πνοὴ τ’ ἀνέμου, Θαῤῥοῦν πῶς εἶναι οἱ γίγαντες τοῦ κρητικοῦ πολέμου, Ὀποῦ μὲ ῥοῦχα αἱματερὰ καὶ δόξας θεῖο σημάδι, Ψηλά στὰ κορφοβούνια τους γυρνοῦν ἀπὸ τὸν Ἅδη. Ἰδὲς τ’ ἀτρόμητα παιδιά! στιγμὴ δὲν ἀπαρῃάζουν Τ’ ἀνάερο ξάγναντο, κ’ ἐκεῖ συμμαζωμένα, ’μοιάζουν Χρυσὸ μελίσσι ἀρίθμητο, πιασμένο ἀπὸ κλωνάρι, ’Ποῦ πλέει σταῖς αὔραις τοῦ Μαγιοῦ, κρεμάμενο κουβάρι! Πλὴν σὲ ψηλότερη κορφή, σὲ τέτοιο μέρος, ὅπου Δὲ φτάνει πέταμα πουλιοῦ, δὲ φτάνει μάτι ἀνθρώπου, Τῶν γυναικῶν ἡ δέηση φλογόβολη ἀνεβαίνει, Κ’ ἴσως οἱ ἀγγέλοι τὴν ἀκοῦν, κατὰ τὸ πλοῖο γυρμένοι. Παρακαλοῦν ᾑ δύστυχαις, θερμὰ παρακαλοῦνε Γιὰ τοὺς πολλοὺς ὁπὤπεσαν, γιὰ τοὺς ἀθλίους ’ποῦ ζοῦνε, Δίχως ἐρώτηση κρυφὴ στὸν Πλάστη ν’ αὐθαδειάσουν Ποιὸν ἀκριβὸ θὰ κλάψουνε καὶ ποιόνε θ’ ἀγκαλιάσουν. Ἐλπίδα, φόβος, λύπηση, χαρὰ κ’ εὐγνωμοσύνη, Σμίγονται χίλια αἰσθήματα στὴν προσευχὴν ἐκείνη, ’Ποῦ μουρμουρίζουνε τ’ ἁγνὰ τῆς Κρήτης περιστέρια, Μὲ σηκωμένα βλέμματα, μὲ σηκωμένα χέρια. Ἔτσι, κ’ ἡ νύχτα ’σὰ διαβῇ ’σὰν πάψ’ ἡ ἀνεμοζάλη, Στὸ φῶς ξανασηκόνονται τὰ λουλουδάκια πάλι· Ξανασηκόνονται στὸ φῶς, καί, πυρωμένα, βγάνουν Χίλιαις ὁλόγυρα εὐωδιαῖς, ’ποῦ μία μονάχη κάνουν. Ὤ ναί! περνῶντας τὰ βουνά, περνῶντας κάθε ἀστέρι, Βυθίστε τὴν ἁγνότατη ψυχὴ στὰ οὐράνια μέρη, Ἐκεῖ ’ποῦ μ’ ἄργητα ὁ Καιρὸς ἢ μὲ τρεχάτη βία Ποτέ του δὲν ἐτάραξε τὴν ἄπειρη εὐτυχία. Μὴν ἕνας ξένος λογισμὸς αὐτοῦθε σᾶς ἁρπάξῃ, Πρὶν στ’ ἀκρογιάλι τοῦ νησιοῦ τὸ ξύλο πάῃ κι’ ἀράξῃ, Γιατί, ἀγκαλὰ τραβήξετε πολυκαιρνοὺς ἀγώνες, Ὀλίγαις ὥραις καὶ στιγμαῖς θὰ σᾶς φανοῦν αἰῶνες! Ὀμπρός!—Ἡ γῆ, ποῦ ξέμακρα πολὺ δὲν εἶναι ἀκόμα, Ὀλίγο ’λίγο ἀπόσβυσε τὸ ἀγερικό της χρῶμα· Φαίνετ’ ἡ χλόη, καὶ μὲ τὸ φῶς τοῦ ἴσκιου τὸ σκοτάδι Βουνὸ χωρίζει ἀπὸ βουνό, καὶ ῥάχη ἀπὸ λαγκάδι. Δὲν εἶν’ ἀπάτη! ξάστερα ’ς αὐτὸ τὸ πλάγι κάτου Ἀσπρολογάει τὸ Ῥέθυμνο, καὶ γύρω τὰ χωριά του· Πλὴν μαῦρο κάψαλο κ’ ἐρμιὰ δείχνουν τὰ μέρη ἐκεῖνα, Ὅθε ὀργισμένη ἀπέρασε Τούρκου φωτιὰ καὶ ἀξίνα. Γοργά, πουλί μου, ἀρμένιζε, κ’ εὔχομαι πάντα ὀμπρός σου Σὲ κάθε πέλαγο νὰ ἰδῇς τὸ’ μοναχὸν ἀφρό σου! Μικρὸς ὁ δρόμος· μοναχὰ στὰ μάτια μεγαλόνει, Γιατὶ τὸ’ μαῦρον ἴσκιο τους ῥίχνουν αὐτοῦ τρεῖς χρόνοι. Τρεχᾶτε, ἀγγέλου τ’ οὐρανοῦ, μὴ τὰ θλιμμένα στήθια Στὴ νέα χαροτρομάρα τους βρεθοῦν χωρὶς βοήθεια! Νά! μὲ τ’ ἀρώματα τῆς γῆς τερπνὸ άγεράκι φτάνει! Ἀγνάντια—ἰδές!—ἐπρόβαλε τὸ ποθητὸ λιμάνι! Ἐδῶθε σκούζουν· μὲ φωναῖς ἐκεῖθε ἀπολογιῶνται· Μικρὰ ξεφτέρια τοῦ γιαλοῦ κατὰ τὸ πλοῖο πετιῶνται, Γοργὰ τὰ γυναικόπαιδα λαβαίνουν, καὶ κατόπι Ξαναχτυποῦν καὶ σχίζουνε τὸ κῦμα οἱ λαμνοκόποι· Γλιστροῦνε, χύνονται, πετοῦν, κοντὰ ὅσο πάει ζυγόνουν, ᾘ βάρκαις ὅλαις τὸ κουπὶ μὲς τὰ ῥηχὰ στηλόνουν! Μὲ τόση ὁρμὴ καὶ δύναμη, βαθυὰ ῥιμμένο κάτω, Τοῦ καραβιοῦ τὸ σίδερο δὲν ἅρπαξε τὸν πάτο, Ὡς ἡ γυναίκαις, ’ποῦ μὲ μιᾶς ὁρμοῦν στὸ περιγιάλι, Ἀδράζουν σταῖς ἀγκάλαις τους μίαν ἀκριβὴν ἀγκάλη. Ἐκεῖ φιλιῶνται καὶ φιλοῦν· ἐκεῖ πολληώρα μνήσκουν, Κ’ ἐνῷ τὰ μαῦρα πλάσματα φωνὴ κἀμμία δὲ βρίσκουν, ’Μιλοῦν τὰ χνάρια, ὁπ’ ἄφηκε στὴν ὄψη τους ἡ λύπη, Τ’ ἄφθονα κλάϊματα μιλοῦν καὶ τῆς καρδιᾶς οἱ χτύποι. Πῶς ἀπὸ τέτοιο ἀγκάλιασμα πῶς ἔχουν λείψῃ τόσοι; Ἄχ! ᾑ καϋμέναις! καὶ προτοῦ κἀνεὶς τὸ φανερώσῃ, Γιατὶ δὲν ἦρθαν, τὸ νογοῦν· ποῦ ’πήανε, τ’ ἀπεικάζουν, Καὶ χάμου—ἰδές!—τὰ πίστομα βροντοῦνε καὶ τοὺς κράζουν. Φιλῆστε, ναί, χίλιαις φοραῖς φιλήσετε τὸ χῶμα, ’Ποῦ ὁλοῦθε ἀπὸ τὸ αἷμα τους εἶναι βαμμένο ἀκόμα! Μὴ σᾶς πικράνῃ ὁλότελα πῶς κάθε παλληκάρι Δὲν ἔχει χώρια ἕνα σταυρὸ κ’ ἕνα στενὸ λιθάρι! Γιὰ τέτοια ἐλεύθερα κορμιά, ’ποῦ ἐσώριασε τὸ βόλι, Εἶν’ ἄξιο μνῆμα μεταβιᾶς ἡ γῆ τῆς Κρήτης ὅλη, Κι’ ὅσο αὐτοῦ μέσα δὲ θ’ ἀκοῦν παρ’ ἅλυσαις καὶ θρήνους, Ἅχ! τῆς πατρίδας ὁ σταυρὸς θά ’ναι σταυρὸς γιὰ ἐκείνους! Φωναὶς, ἀντάραις, κλάϊματα, θερμῆς ἀγάπης λόγια, Μὲς τὴν πλημμύρα τοῦ καϋμοῦ πνιμένα μοιρολόγια, Ἄμετρα χέρια, ’ποῦ χτυποῦν μίαν ἀπαλάμη ’ς ἄλλη, Μύριους ξυπνοῦν ἀντίλαλους τριγύρου στ’ ἀκρογιάλι. Πότε τὸ χῶμα ᾑ δύστυχαις, πότε ψηλὰ κυττάζουν, Μὲ τὴ θλιμμένη τους ψυχὴ δύο κόσμους ἀγκαλιάζουν, Καὶ φαίνεταί σου ’ποῦ θὰ ἰδῇς γοργὰ νὰ τοὺς ἑνώσουν Μ’ ὅσα φιλιὰ δὲν παύουνε τῆς γῆς νὰ ξαναδώσουν. Ὡς εἶχε ἡ λάβρα τῆς καρδιᾶς ὀλίγο ξεθυμάνει, Μαζῆ μ’ αὐτοὺς ποῦ ξέφυγαν τ’ ἀνήλεο γιαταγάνι, Σκορποῦν ἐδῶ, σκορποῦν ἐκεῖ, σκορποῦνε ἀπάνου, κάτου, Μὲ χλωμιασμένο πρόσωπο καὶ μὲ σιωπὴ θανάτου· Μόνον ἑλπίδες μακρυναῖς τὴν ὄψι τους φωτίζουν, Ὅταν στ’ ἀθῷα παιδόπουλα κἀμμία ματιὰ γυρίζουν, Στεγνόνουν τοῦτα τοῦ πατρός ἢ τ’ ἀδελφοῦ τὸ δάκρυ, Ποῦ ῥέει στ’ ἁγνό τους μάγουλο, καὶ πᾶνε ἀπ’ ἄκρη ’ς ἄκρη· Στὴ φράχτη πᾶνε, στὴν ὀχτιά, στὸ φρύδι ἀπὸ τ’ αὐλάκι, Τραγουδιστὰ μαζόνοντας κἀνένα λουλουδάκι. Μοιάζουν ἀηδόνια ὁπὤχουνε μὲ φόβο ξενυχτήσῃ, Ἀκούοντας πάλη τρομερὴ στὴν ὀργισμένη φύσι· ’Ποῦ περιβόσκουν τὸ πουρνό, χωρὶς νὰ τὰ πειράξῃ Ἂν ὁ οὐρανὸς ἀπάνου τους κἀμμιὰ ῥανίδα στάξῃ, Καί, κηλαϊδῶντας, προμηνοῦν ’ποῦ στ’ ἄγνεφο κεφάλι Τὸν ἥλιο γιὰ στεφάνι της ἡ Ἀνατολὴ θὰ βάλῃ. Painting Ελαιογραφία του Νικηφ.Λύτρα (Γεράσιμος Μαρκοράς)</description><pubDate>Tue, 03 Feb 2026 22:05:24 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ο Όρκος (Γεράσιμος Μαρκοράς) β</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/o-orkos-gerasimos-markoras-b/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/o-orkos-gerasimos-markoras-b/</guid><description>Εἶχε νυχτώσῃ – τ’ οὐρανοῦ βαθύτατη μαυρίλα τὴ χλόη τοῦ κάμπου ἐσκέπαζε καὶ τοῦ βουνοῦ τὰ φύλλα· μαυρολογοῦσαν τὰ νερὰ κ’ οἱ βράχοι τῆς θαλάσσης· ἄστρο χλωμὸ δὲν ἔφεγγε στὴν ἐρημιὰ τῆς πλάσης, καὶ μόνον ἔκανε, κρυφὰ περνῶντας τὸ φεγγάρι, μίαν ἄκρη ἀπὸ τὰ σύγνεφα λάμψη ἀργυρὴ νὰ πάρῃ. Φωνὴ δὲν ἄκουες· πούπετα δὲν ἔβλεπες διαβάτη· εἶχε τὸν Ὕπνο ἀποδεχτῇ καλύβι καὶ παλάτι· δὲν ἐσπαρνοῦσαν τὰ πουλιά, ποῦ σύσκοτα εἶχαν βάλῃ, σκέπη θερμή, τὴν ἴδια τους φτεροῦγα στὸ κεφάλι· ἦταν τὸ χόρτο, τὸ κλαρὶ κι’ ὁ ἀνθὸς τὴν ὥρα ἐκείνη τοῦ μαμμουδιοῦ προσκέφαλο, τῆς πεταλούδας κλίνη· τ’ ἀρνὶ στὴν μάντρα ἐπλάγιαζε, τ’ ἀγρίμι στὴ μονιά του· ὅλα τὰ πλάσματα, Θεέ, στὸν ἴσκιο του ἀποκάτου! Καὶ σύ, βαρειόμοιρη Εὐδοκιά, καὶ σὺ ποῦ παραδέρνεις; Πῶς τὸ χωριό σου ἀπάρῃακες καὶ τ’ ἀνηφόρι παίρνεις; Σταυροκοπήσου· γύρισε· ν’ ἀναπαυτῇς εἷν’ ὥρα· τὸ κρύο τους μνῆμα παραιτοῦν οἱ βρυκολάκκοι τώρα· πάντα στὸ φῶς τὸ πόδι σου, σὰν ἡ ψυχή σου, ἂς τρέχῃ· ἡ μαύρη νύχτα τίποτε μὲ σὲ κοινὸ δὲν ἔχει. Ἄχ! εὐκολώτερα κἀνεὶς θ’ ἀνάγκαζε μὲ τρόμο τ’ ἀχνὸ φεγγάρι ἀντίστροφα γοργὰ νὰ κόψῃ δρόμο, παρὰ σὲ φόβου γυρισμὸ τὴν Εὐδοκιὰ νὰ φέρῃ. Ἂν εἶναι γνέφι, ἂν εἶναι φῶς, ἢ νύχτα ἢ μεσημέρι, στὸ τρέξιμό της προσοχὴ καθόλου αὐτὴ δὲ δίνει, μὸν δρόμο παίρνει ἀδιάκοπα, καὶ ὀπίσω δρόμο ἀφίνει. Ξάστερα βλέπει μὲ τὸ νοῦ τὸ μέρος ποῦ θὰ πάῃ· ἐκεῖ τὴ σέρνει ὁ πόθος της, ἐκεῖ τὴν ὁδηγάει αὐτὸς ποῦ κάνει στὴ γλυκειὰ φωλιά της ἀπὸ πέρα νὰ φτερουγιάσῃ ἀλάθευτα μηνύτρα περιστέρα. Κάθε ποῦ τ’ ἄχαρο κορμὶ τὴν πρώτη βία του παύει καὶ ἀργοκινάει, γυρεύοντας ἥπατα νέα νὰ λάβῃ, μέσα ἡ ψυχή της φαίνεται πῶς ξάφνου λέει ‘ς ἐκεῖνο: Δειλὸ κουφάρι, ἀκλούθα με, τὶ φεύγω καὶ σ’ ἀφίνω! – Τόσο ἀνεπίστευτα μὲ μιᾶς ἡ θέληση νικάει τ’ ἀποσταμένο πόδι της, ποῦ πάλε ὀμπρὸς πετάει. Σὰν ποῦ θὰ φτάσῃ; – Ὁ ποταμὸς τρέχει ἀφρισμένος κάτου, μὲ τὰ νερὰ τῆς θάλασσας νὰ σμίξῃ τὰ νερά του· τὸν οὐρανὸ γοργότατα καταμετράει τ’ ἀστέρι, καὶ πέφτει ἐκεῖ ποῦ σπρώχτηκε τοῦ Ὑψίστου ἀπὸ τὸ χέρι· αὐτή, χωρὶς ὀπίσω της κἀμμία ματιὰ νὰ γύρῃ, θὰ σταματήσῃ στ’ Ἀρκαδιοῦ τὸ μέγα μοναστῆρι. Ὁ κόσμος ὅλος εἶν’ ἐκεῖ, μόνον ἐκεῖ γι’ αὐτήνε· στοὺς ἄλλους τόπους ἐρημιὰ καὶ μαῦρος Ἅδης εἶναι, ἀπὸ τὴν ὥρα πὤμαθε, ποῦ στὴν αἰώνια θέση, τῆς Κρήτης τέκνο ἀληθινό, καὶ ὁ Μάνθος εἶχε πέσῃ, μ’ αὐτούς, ὁποῦ, ξυπάζοντας τ’ ἀφωρεσμένο ἀσκέρι, ἔκαμαν ξάφνου ἐλευθεριὰ μία σπίθα νὰ τοὺς φέρῃ, καὶ στ’ ἅγιο χῶμα ἐσκόρπησαν γυμνὰ τὰ κόκκαλά τους, ἀπάνου στ’ ἄστρα ταὶς ψυχαίς, ὁλοῦθε τ’ ὄνομά τους. Νεκρὸς ὁ Μάνθος! – Ὤ Χριστέ! καὶ πῶς, καὶ πῶς ἐκείνη στ’ ἄκουμα τοῦτο ζωντανὴ δυνήθηκε νὰ μείνῃ; Σωρὸ τὴν ηὗραν καταγῆς, καὶ σὰν ἀπεθαμένη ἀπ’ τ’ ἀκρογιάλι σπίτι της ἐπῆαν τὴ μαυρισμένη, ὅπου, καθὼς ἡ ἀπάντεχη ποδοβολὴ ἀγροικήθη, ἐδῶ γλιστροῦσε ὁ βόστερας, ἐκεῖ τὸ σαμαμίθι· ὅπου, στολίδι τῆς ἐρμιᾶς, τριγύρου, ἀπάνου, κάτου περιπλεμένοι ἐσέρνονταν οἱ πλοκαμοὶ τοῦ βάτου. Ὠιμέ! καλῶς μᾶς ἔρχεσαι φωνὴ δὲν εἶπε ἀνθρώπου στὴ δειλιασμένη ὀρφανή, βασίλισσα τοῦ τόπου· καί, καθὼς τότες ἔτρεχαν κακὰ καὶ μαῦρα χρόνια, ὁποῦ δὲν ἄφιναν καιρὸ γιὰ ξένη ψυχοπόνια, ἐκεῖ ποῦ ἀρχίναε μεταβιᾶς ἡ αθλία νὰ ξελιγόνῃ, μὲς τ’ ἄδειο σπίτι ἀντήχησαν οἱ στεναγμοί της μόνοι. Ἀνασηκώθη· ἐγύρισε τὰ μάτια ὁλόγυρά της βασιλεμένα, ὁλάνοιχτα καὶ ἀργά, σὰν ὑπνοβάτης· μήτ’ ἕνα δάκρυ μοναχὸ ‘ς ἐκεῖνα ἐπροκαλοῦσαν ὅσαις γλυκαὶς ἐνθύμησαις ἐδῶ κ’ ἐκεῖ πετοῦσαν, βγάνοντας ἤχους μαγικοὺς ἀπ’ ὅσα ἡ δόλια βλέπει, σὰν τὰ πουλάκια ὁπὤστησαν φωλιὰ στὴν ἔρμη σκέπη. Καὶ μὴ τῆς πρώτης εὐτυχιᾶς ἐκεῖ ξυπνοῦσε ὁ μόνος λυπητερὸς ἀντίλαλος; Ἀλοιά! τοῦ Χάρου ὁ πόνος γύρω ἠχολόγαε μυστικά, χωρὶς νὰ κατορθώσῃ μὲ μιὰ σταξιὰ τῆς ἄμοιρης τὰ μάτια νὰ βουρκώσῃ. Δὲν εἶν’ αὐτοῦ ποῦ ξάνοιξε τὸν ἀκριβό της κύρη, τοῦ Μάνθου βάρος θλιβερό, δίχως πνοὴ νὰ γύρῃ; Στὴν ἴδια ἐκείνη κατοικιά, σὰν εἶχε ὁ μῆνας κλείσῃ, δὲν εἶδε τὴ μανοῦλα της – ὠιμέ! – νὰ ξεψυχήσῃ; Ἄχ! στὴν εἰκόνα τους ὀμπρὸς κατάντησε νὰ στέκῃ σὰ βρύση, ὁποῦ τὴ στέρεψε μὲ μιᾶς τ’ ἀστροπελέκι. Νεκρὸς ὁ Μάνθος! – μοναχὰ στὸ νοῦ της τέτοια ἰδέα μὲ πεῖσμα ἐσυχνογύριζε. Θλίψαις, χαραίς, γενναῖα φιλοπατρίας ὀνείρατα, καὶ λογισμοί, καὶ πόθοι στ’ ἄπειρο χάος, ποῦ μέσα της μὲ κρύο σκοτάδι ἀπλώθη, σκόρπια ἐσαλεύανε, καθώς, ἕν’ ἀπὸ τ’ ἄλλο ἀνάρῃα, χαμένου πλοίου στὴ θάλασσα θωρεῖς τ’ ἀπομεινάρια. ‘Σ ἄκρη βαράθρου σκοτεινοῦ πῶς ἦταν ἐθαρροῦσε, πῶς ὅλα ὀμπρός της γύριζαν, καὶ ἀπὸ βαθυὰ γροικοῦσε τοῦ μαύρου τόπου τὸ Στοιχειό, ποῦ βρύχιζε στ’ αὐτιά της: Τρελλὴ γυναῖκα! ἐστάθηκες παιγνίδι τῆς ἀπάτης, ὁποῦ τ’ ὡραῖο κατάφερε πιστό σου παλληκάρι ψεύτικον ἦχο τῆς καρδιᾶς γιὰ θεία φωνὴ νὰ πάρῃ. Τὸ οὐράνιο φῶς, ποῦ μάρτυρα στὸν ὅρκο του εἶχε βάλῃ, σὰ θαρρεμένος έλεγε πῶς θὰ σὲ σμίξῃ πάλι, ὅσαις φοραὶς ἀναφανῇ καὶ ξαναπάῃ στὴ Δύση, τ’ ἀθλίου τὰ σκόρπια κόκκαλα ποτὲ δὲ θ’ ἀναστήσῃ. Ἀναθεμάτισε τὴ γῆ, ποῦ τὰ παιδιά της κάνει σὲ μάχαις ἄγριαις νὰ ζητοῦν ἀπατηλὸ στεφάνι, κ’ ἐνῷ ρουφάει τὸ αἷμα τους, ποῦ γιὰ τὴν ἴδια τρέχει, χαλεύει ἀδιάκοπα νὰ πιῇ, καὶ χορταμὸ δὲν ἔχει! – Δύστυχη κόρη! Ἐβάστουνε δεμένα σὰ λυγέρια μαζὶ στὸν ἀντικέφαλο τὰ δύο λιγνά της χέρια, ἐνῷ, ζυγόνοντας ὀμπρὸς ἕνα στὸν ἄλλο ἀγκῶνα, ἔκανε φράχτη ἀνώφελη γιὰ κάθε τρόμου εἰκόνα, ὁποῦ δὲν ἔπαυε ποσῶς νὰ πλάθῃ μὲς τὴν ἔρμη τοῦ λογισμοῦ της ἄβυσσο τσ’ ἀπελπισιᾶς ἡ θέρμη. Στερνά, καθὼς ἐχάραξε φέγγος ἀχνὸ στὸ νοῦ της, σὰν ὅλοι νὰ τὴν πλάκοναν οἱ τοῖχοι τοῦ σπιτιοῦ της, ἄχ! γιὰ μίαν αὖρα δροσερὴ στὰ λεχασμένα στήθη δίψα μεγάλη ἀκούοντας, ἀπὸ τὴ θύρα ἐχύθη· μήτε νὰ τρέχῃ τὴν αὐλὴ μὲ γλήγορα ποδάρια ποσῶς τὴν άντιβάδιαζαν οἱ σκῖνοι, τὰ πρινάρια, ὡς δὲν ἐμπόδισαν ποτὲ κακοτροπιαὶς καὶ τράφοι νερὸ νὰ πάῃ γυρεύοντας ἡλιοκαϊμένο ἀλάφι, μὲς τὸ μικρὸ στμάτησε κατάσκιο περιβόλι, ἐκεῖ ποῦ κάθε ἀργατικὴ συνευρισκόνταν ὅλοι, ἡ μάννα, ὁ κύρης της, αὐτὴ καὶ ὁ Μάνθος, ποῦ ‘ς ἐκείνη τὴν ἀνθηρὴ Παράδεισο συνήθιζε νὰ μείνῃ. Ὣς ὅλα τ’ ἄστρα νὰ φανοῦν χωρὶς νὰ τὸ νοήσῃ κ’ ἕνα θλιμμένο στὸ καλὸ θλιμμένος ν’ ἀγροικήσῃ. Μόνη της, ἔρμη ἐκάθισε ‘ς αὐτὴ τὴν ἴδια πέτρα, ὅπου μία μέρα τ’ ἀηδονιοῦ ν’ ἀφοκραστῇ τὰ μέτρα, τόση κρυφὴ ἀναγάλλιαση δὲν αἰσθανότουν, ὅση ποτὲ δὲν ἔλειπε ἡ φωνὴ τοῦ Μάνθου νὰ τῆς δώσῃ· στὸ μέρος ὅπου μία φορά, σὰν ἄγγελος προστάτης, γονέων ἀγάπη κ’ ἔρωτας πετοῦσε ὁλόγυρά της, κ’ εἶχε, χωρὶς νὰ φανταστῇ πολέμου ἀνεμοζάλη, ἄνθια καὶ χλόη στὰ πόδια της, ἀστέρια στὸ κεφάλι. Ὁ ἥλιος ἐβασίλευε. Μὲ θλίψη αὐτὴ τὸ μάτι πέρα στὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ προσηλωμένο ἐκράτει, ὅπου ἀκλουθοῦσε τοῦ φωτὸς ἡ ἀναλαμπὴ νὰ παίζῃ, ὅπου ὁ καπνὸς ἐκάλουνε στὸ φτωχικὸ τραπέζι. Ἔβλεπε ὁλοῦθε κατ’ αὐτοῦ νὰ πᾶνε δουλευτάδες, ποῦ κουρασμένοι ἐγύριζαν ἀπὸ βουνὰ ἢ πεδιάδαις, κ’ ἔλεε στὸ νοῦ της: Ἀδελφή, γυναῖκα, θυγατέρα προσμένει ἐκεῖ τὸ ταῖρι της, τ’ ἀδέλφι, τὸν πατέρα· γιὰ μένα ὁ κόσμος ἔρημος· ἄδεια γιὰ μένα ἡ χτίση· τοῦ κάκου, ἡ μαύρη, ἀκαρτερῶ· κἀνεὶς δὲ θὰ γυρίσῃ! Γιομάτο, πρὶν τοῦ πόνου της ἡ συγνεφιὰ ξεκόψῃ, σὰ φουσκωμένη θάλασσα στοῦ φεγγαριοῦ τὴν ὄψη, τὸ στῆθος ἔχοντας αὐτή, μὲ κόπο ἀγκομαχοῦσε· ἀλλ’, ὡς μακρυὰ ἕνα σήμαντρο τ’ ἅγιο σπερνὸ ἐβαροῦσε, στὴ γῆ γονάτισε, κ’ εὐθὺς ἀρχίνησε, ἡ καϊμένη, νὰ κλαίῃ καὶ νὰ προσεύχεται, νὰ κλαίῃ καὶ ν’ ἀνασαίνῃ. Ἐκεῖθε ποῦ τὴν ἔβλεπαν ἐρωτεμένοι ἀγγέλοι, στὸ βάθος ἄκουε τῆς ψυχῆς νὰ ρέῃ δροσιὰ καὶ μέλι· ὡς ἕνας κρίνος, ὁπ’ αὐτοῦ, γιὰ κἄποια οὐράνια χάρη, στὴ μέση ἐβγῆκε ἀπὸ πυκνό, παράσιτο χορτάρι, ἄκουε γλυκὰ στὴ ρίζα του νὰ τρέχουν οἱ ὀφθαλμοί της… Ὤ ναί! μαζὶ ἐποτίστηκαν ὁ κρίνος κ’ ἡ ψυχή της. Τὶ προσευχήθη; – Ὁρμητικὰ σηκώθηκε, γιομάτη ἀπὸ μία φλόγα οὐρανικὴ στὴν ὄψη καὶ στὸ μάτι, καί, τῆς ἡμέρας βλέποντας τὸ φῶς νὰ κατεβαίνῃ: Στ’ Ἀρκάδι! – ἐφώναξε μὲ μιᾶς, – ὁ Μάνθος μὲ προσμένει! Εἶπε, κ’ ἐχύθηκε. Ἀγκαλὰ στὸ μακρυνό της δρόμο ποτὲ δὲν ἐσταμάτησε μὲ δισταγμὸ καὶ τρόμο, σὰν εἰς τὰ μάτια της ὀμπρὸς τὸ μοναστῆρι ἐφάνη, ἔμεινε ξάφνου ἀκίνητη· τὰ σωθικά της πιάνει ὅση λαχτάρα αἰσθάνεται καθένας ὁποῦ κάτου ρίξῃ ἕνα βλέμμα στὰ βαθυὰ μυστήρια τοῦ θανάτου. Δίχως καθόλου μέσα της ὁ φόβος ν’ ἀπολείπῃ, σὰ νὰ τὴν ἔσπρωχνε ὀμπροστὰ τὸ μέγα καρδιοχτύπι, σὲ λίγο, ἐκεῖθε φεύγοντας ὁποὖχε μαρμαρώσῃ, τὸ λυπηρὸ ταξεῖδι της περιμαχάει νὰ σώσῃ. Ἰδού! Στὴ μέση τῆς αὐλῆς ἀργοκινάει, κ’ αἰφνίδια βλέπει – ὤ Χριστέ! – τ’ ἀθάνατα τοῦ τόπου ἀποκαΐδια· μὲ τὴ στερνή της δύναμη χουμῶντας, ἀνεβαίνει στὰ ρεπεθέμελα ψηλά, καὶ πέφτει λιγωμένη. Λὲς καὶ ‘ς αὐτὸ τὸ χάλασμα, ποῦ ἡ πέτρα καὶ τὸ χῶμα σὰ ροῦχο ξυλοκρέββατου μαυρολογοῦσε ἀκόμα, νὰ ρίξῃ λούλουδο λευκὸ μὴν ἔχοντας κἀνένα, τὸ δειλιασμένο ἐπρόσφερε κορμί της ἡ παρθένα. Ξανοίγοντάς την ὡς νεκρὴ καὶ ‘ς ὅλα της τὰ κάλλη, μὲ τρόμο βέβαια θἄλεγες ὅτι στ’ ὡραῖο κεφάλι εἶχε θλιμμένος ὁ Καιρὸς ἀπάνου σταματήσῃ, νὰ ἰδῇ τὸ πλάσμα, ὁπὤπρεπε γοργὰ νὰ τὸν ἀφήσῃ. Σὰν τί βοτάνι μαγικό, τίνος ἀγγέλου χέρι δυνήθη στὴ βαρειόμοιρη ζωὴ νὰ ξαναφέρῃ; Τὸ κρύο της αἷμα, ποῦ μὲ μιᾶς εἶχε ἡ καρδιὰ συμμάσῃ, ξεπαγωμένο ἀρχίναε σταὶς φλέβαις νὰ περάσῃ· κ’ ἐνῷ καθάριο καὶ ζεστὸ κυκλοφορῶντας ρέει στὰ μέλη ποῦ ἀναδεύονται, στὸ στῆθος ποῦ ἀναπνέει, μὲ ρόδου χρῶμα, ὁποῦ πιστὰ νὰ μιμηθοῦν ζωγράφοι ποτὲ δὲ θὰ ἠμπορούσανε, τὴν ὄψη πάει καὶ βάφει. Μία τέτοια αἰσθάνεται ἡδονή, τέτοια ψυχῆς γαλήνη, τόσο ἀγροικάει τὸ σῶμα της ἀλαφρωμένο ἐκείνη, ὁποῦ, σταὶς πέτραις ἀγκαλὰ καὶ τὸ πλευρὸ γυρίζει, ψηλὰ μὲ γνέφι ὁλόλαμπρο θαρρεῖ πῶς ἀρμενίζει· πῶς μέσ’ αὐτοῦ ἀναπαύεται, καθὼς ἀνάερα πλέει· πῶς μία γλυκόφωνη λαλιά: Ξύπνα, Εὐδοκιά! – τῆς λέει. Στ’ ἀγαπητὸ μουρμούρισμα συνέρχεται ἡ καϊμένη· ἀνασηκόνεται, κ’ ἐκεῖ τηράει προσηλωμένη, ὅθ’ ἕνα φύσημα τερπνὸ μακρυά, μακρυὰ εἶχε πάρῃ ὅσα μαυράδια ἐκρύβανε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι. Σὲ λίγο, ἀπὸ τὴν ἄπειρη, θεοχτισμένη σκέπη τὰ μάτια κατεβάζοντας, βλέπει – ὢ λαχτάρα! βλέπει ὁποῦ κοντά της κάθεται, χαμογελάει, καὶ τ’ ἄνθος, βρεμένο ἀπὸ τὸ κλάϊμα της, κρατεῖ στὸ χέρι ὁ Μάνθος! Δὲν εἶναι λείψανο φριχτό, ποῦ βγαίνει ἀπὸ τὸ μνῆμα, ὅπου βαρυὰ τὸ πλάκοναν ὁ λίθος καὶ τὸ κρῖμα· μάτια δὲν ἔχει ἀβλέφαρα, γυμνὴ δὲν ἔχει κάρα καὶ ζωντανὰ κινήματα, ποῦ προξενοῦν τρομάρα. Ὁ Μάνθος ὁλοφάνερος κοντὰ της εἶναι· ὡς πρῶτα, γύρω σκορπάει τὸ στόμα του τῆς Ἄνοιξης τὰ χνότα· κ’ ἐνῷ σιμά του τὰ φτερὰ μαζόνει, καὶ θωράει πῶς ἡ ζωὴ στὴν ὄψη του κι’ ὁ ἔρωτας γελάει· πῶς λάμπει ἐκεῖθε, ὡς ἔλαμπε, τῆς λεβεντιᾶς τὸ θάρρος, μὲ τρόμο λέει μὴν ἔσφαλε τὸ χτύπημά του ὁ Χάρος. Τὴν ἴδια ἐφάνηκε στιγμὴ στῆς Εὐδοκιᾶς τὸ βλέμμα πῶς ἡ μορφὴ τοῦ Μάνθου της εἶναι ἀπὸ σάρκα κ’ αἷμα. Πρόσκαιρη ἀπάτη! Οὐρανικαὶς ἀχτίναις κατεβαίνουν ὡς πλούσια βρύση ἀπάνου του, καὶ χάμου ἀκήρῃαις μένουν· ἐνῷ ἡ πνοή, ποῦ ξέβγαλε τοῦ φεγγαριοῦ τ’ ἁμάξι, περνάει στὰ μαῦρα του μαλλιά, χωρὶς νὰ τὰ πειράξῃ. Τοῦτο ἀπεικάζοντας αὐτή, προτοῦ γοργὰ ἠμπορέσῃ μὲ τῆς χαρᾶς τὸ κίνημα στὰ στήθια του νὰ πέσῃ, βαστάει τσ’ ἀγκάλαις ἁπλωταίς, καί, τρέμοντας μὴ φύγῃ τ’ ἀγαπημένο φάντασμα, τ’ ἀχνά της χείλη ἀνοίγει, καὶ λέει ‘ς ἐκεῖνο θλιβερά, μὲ ζάλισμα μεγάλο: Γιὰ τὸ Θεό, ποῦ σ’ ἔστειλε, μὴ μ’ ἀπαρῃάκῃς ἄλλο! – Μὲ μιᾶς – ὢ Παντοδύναμε! – τὸ στόμα ποὖχε κλείσῃ μήναις καὶ χρόνια ὁ θάνατος, ἀκούει νὰ τῆς μιλήσῃ· μὲ ξαστερόφωνη λαλιὰ μιλεῖ ‘ς αὐτήνε, δίχως τριγύρω ἀπὸ τὰ λόγια του νὰ ταραχτῇ ἕνας ἦχος: Ὄχι, τῆς λέει, μὴ φοβηθῇς, ἀγγελικό μου ταῖρι, νὰ μᾶς χωρίσουνε ποτέ! Τ’ ἀθάνατο λημέρι μακρυὰ δὲν ἀπαράτησα, μὲ προσταγὴ σὲ λίγο νὰ γύρω ἀπάνου μοναχός. Ἐγὼ ἀπὸ σὲ νὰ φύγω! Μὴν ὅσα πέρασες κακὰ δὲν εἶδα ἐγώ, καὶ πόση δύναμη θεία κατώρθωσεν ἡ πίστη νὰ σοῦ δώσῃ, ἡ πίστη αὐτή, ποῦ, χύνοντας προφητικὸ ποτάμι, ἔκαμε πλάτανον ἐσὲ τὸ λυγερό καλάμι! Ἂν ἀπὸ τώρα ἐσάλεψε, τί φταῖς ἡ ἀθλία; Μεγάλη ἐστάθη, ναί, τῆς Κόλασης καὶ τὴς ψυχῆς σου ἡ πάλη, σὰν ἐπρωτάκουσες ποῦ ἐγὼ στὸ μέρος τοῦτο ἐπῆρα φλόγας φτερά, ποῦ μ’ ἔβγαλαν εἰς τὴν αἰώνια θύρα. Πῶς ἕνα θαῦμα ἡ ταπεινὴ ψυχοῦλα σου νὰ ἐλπίσῃ τὸ θάνατό μου ἀκούοντας; Τὴν εἶχε ἡ νύχτα κλείσῃ· κ’ ἐκεῖ ποῦ ὡς πρῶτα τ’ οὐρανοῦ δὲν ἔφεγγαν ἡ ἀχτίδαις, πνεύματα μαῦρα ἐξώρμησαν, ὡς ἄϋλαις νυχτερίδαις· ἀλλ’ ἐβυθήσανε γοργὰ στὴν ἄβυσσο μὲ φρίκη, ὅταν ροδάτη ἐχάραξε στὸ πρόσωπό σου ἡ νίκη· ὅταν στὰ μάτια σου θερμὸ τὸ πρῶτο δάκρυ ἐφάνη, κ’ ἡ προσευχή σου ἀνέβαινε, σὰν ἐκκλησιᾶς λιβάνι. Ἐκεῖ σ’ ἐζύγωσα, Εὐδοκιά· πλὴν τ’ ἄλλου κόσμου οἱ νόμοι, ὡς ἐποθοῦσα, νὰ φανῶ δὲν ἔστεργαν ἀκόμη· καὶ νά! τὸ δρόμο τ’ Ἀρκαδιοῦ προτοῦ μαζί σου κάμω, τὶ ἁγνὸ λουλοῦδι πὤκοψα γιὰ τὸν ἁγνό μας γάμο! Βαστάω τὸν ὅρκο μου. Ὁ Θεὸς μία μέρα σοὖχε στείλῃ παρηγορήτρα ὑπόσχεση μὲ τὰ θνητά μου χείλη· σὺ τὴν ἐδέχθηκες· κ’ ἰδού! – πνεῦμα ζωῆς πυκνόνει τὴ σκορπισμένη στάχτη μου, ποῦ ὁλόγυρα μὲ ζώνει, καὶ δείχνει ἐκείνη τὴ μορφή, καὶ δείχνει αὐτὸ τὸ σῶμα, ὁποῦ βαθυὰ στὸ στῆθος σου μόνον ἐζοῦσε ἀκόμα. Τώρα, ἡ καϊμένη, δὲ ζητᾷς παρὰ τὴ γῆ ν’ ἀφήσῃς, ποθῶντας ἀνυπόμονα ψηλὰ νὰ μ’ ἀκλουθήσῃς· ὤ στάσου ἀκόμα! Εἶναι καιρὸς ὁποῦ κ’ ἐγὼ δὲν εἶδα τὸν οὐρανό μου τὸ μικρό, τὴν ἄχαρη Πατρίδα· γιὰ τὴν ἀγάπη, πὤβαλε ‘ς αὐτήνε κ’ ἡ καρδιά σου, μήν, ἀγγελοῦδι μου, βιαστῇς! γιὰ λίγο ἀκόμα στάσου! Μήπως καὶ Τούτη, ἀπὸ πολὺ στὰ μαῦρα φορεμένη, τὴν ἀκριβὴν ἐλπίδα της δὲν ἔκλαψε θαμμένη; Ἀπὸ τὸ χάσμα, ποῦ πλατὺ στὰ θεῖα ποδάρια ἐσχίστη, κάθε γενναῖο της φρόνημα, τὴν ἐθνική της πίστη νὰ περιπαίζουν, ὡς τρελλῆς ὀνειρεμένα πλούτη, πνεύματα μύρια τῆς νυχτὸς δὲν ἀγροικάει καὶ Τούτη; Ὤ μὴ δειλιάσῃς, Μάννα μου! σὰν ἡ Εὐδοκιά, σταὶς πρώταις ἐλπίδαις ξαναγύρισε· πετάξου ὀρθή, καὶ τότες θὲ νὰ σκιρτήσουν οἱ νεκροί, σὰν ἀπὸ θεῖο μαγνήτη· θ’ ἀνοίξῃ ὁ θόλος τ’ οὐρανοῦ· καὶ σύ, θλιμμένη Κρήτη, τὰ μάτια στρίφοντας, θὰ ἰδῇς τὸ ποθητό σου ταῖρι, τῆς Λευθεριᾶς τὸν ἄγγελο, μὲ δάφνη ὡραία στὸ χέρι. Ναί! μὰ τὸ χῶμα ποῦ πατῶ, θὰ φέξῃ τέτοια μέρα! – Καί, λέοντας τοῦτο, ἀπὸ τὴ γῆ σηκόνεται, καὶ πέρα σέ κάμπους ρίχνει, σὲ βουνά, σὲ χώραις καὶ σὲ δάση, ὀμπρός, ὀπίσω, ἀντίσταυρα, τὴ στάχτη ποὖχε μάσῃ, τὴ στάχτη ἐκείνη, ποῦ ψηλὰ σὰ γνέφι πάλε ἀστράφτει καὶ σταὶς ψυχαὶς ἀκοίμητη φλόγα μεγάλη ἀνάφτει. Τὰ μάτια ὡστόσο ἀπάνου του μὲ θαυμασμὸ βαστοῦσε προσηλωμένα ἡ κορασιά, καὶ τρέμοντας θωροῦσε μεγάλο τί, ποῦ φάνταζε σὲ κάθε κίνημά του, στὰ ὡραῖα μαλλιά, στ’ ἀνάστημα, στὸ βλέμμα, στὴ θωριά του. Δὲν ἦταν δόξα τ’ οὐρανοῦ, φέγγος δὲν ἦταν θεῖο, ποῦ τὴ μορφή του ἐστόλιζε μὲ τέτοιο μεγαλεῖο, μὸν τῆς ἀθάνατης ψυχῆς ἡ ριζωμένη ἐλπίδα πῶς ἄλλη τύχη ἐπρόσμενε μία μέρα τὴν πατρίδα. Μὲ χέρια πάντα σταυρωτὰ καὶ δίχως ν’ ἀναπνέῃ, θωρῶντας τοῦτο ἡ λυγερή, κρυφὰ στὸ νοῦ της λέει: Ἄπειρο σπλάχνος βέβαια τὸν ἔχει φέρῃ ὀμπρός μου, γιὰ νὰ μέ βγάλῃ ἀπ’ τοὺς καϊμοὺς καὶ τὰ κακὰ τοῦ κόσμου πλὴν τέτοιο καύχημα τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ καμάρι συντρόφισσά του ἀθάνατη πῶς ἔχει νὰ μὲ πάρῃ; Πῶς μοιάζει στὸ τρισένδοξο πλευρό του νὰ μὲ βλέπῃ; Ἔπραξα τίποτα γι’ αὐτό; Τέτοια χαρὰ μοῦ πρέπει; – Ὁ ἀχὸς ἀπὸ τοὺς θόλους του μὲ γληγοράδα τόση ἀπολογιὰ δὲ δύνεται σὲ μία κραυγὴ νὰ δώσῃ, ὅπως ὁλόγοργα, ‘ς αὐτὰ ποῦ τὰ κλεισμένα στήθη τῆς Εὐδοκιᾶς ἐτάραζαν, ὁ νέος ἀπολογήθη: Δὲν ηὗραν τόπο μοναχὰ στὸ μέγα οὐράνιο δῶμα ὅσοι γενναῖοι, παλεύοντας, ἀπάρῃακαν τὸ σῶμα· ἐκεῖ τοῦ πόνου οἱ Μάρτυρες, ποῦ ἐβγῆκαν νικηφόροι ἀπ’ τὸν ἀγῶνα τῆς ψυχῆς, θὰ σὲ δεχτοῦν, ὦ κόρη! Σὲ κράζει ἀπάνου ἡ δύστυχη, ποῦ ξάφνου ὁλόγυρά της εἶδε ἀπὸ τούρκικο σπαθὶ κομμένα τὰ παιδιά της, κ’ ἐκεῖ ποῦ ‘ς ἔρμο ξάγναντο τ’ ἀθῷα μυρολογοῦσε, μακρυὰ κυτάζοντας μακρυά, ταὶς μάχαις εὐλογοῦσε. Ἡ ὡραία σὲ κράζει κορασιά, ποῦ τρέχοντας τὰ δάση, λύσσαν αἰσχρὴ στενεύτηκε τ’ ἀπίστου νὰ χορτάσῃ, κ’ ἔφερε αὐτοῦ, ποῦ ἡ θλίψη της γοργὰ τὴν ἐπροβόδα, μὲς τὴν ἀπείραχτη ψυχὴ τῆς παρθενιᾶς τὰ ρόδα. Τοῦ κρύου τῆς πείνας θύματα, ψηλὰ σὲ κράζουν ἄλλαις, ποῦ δὲν ἐδείλιασαν ποτέ, κ’ ἐδείχτηκαν μεγάλαις, τὶ ἐλπίδα θεία στὸ στῆθος τους, ἄδειο ἀπὸ κάθε κρῖμα, ἔφεγγε πάντα, ὡς τ’ Ἅγιο Φῶς μὲς τοῦ Χριστοῦ τὸ μνῆμα. Μήπως ἡ ἀθάναταις ψυχαίς, ὁποῦ τὸν κόσμο τρέχουν ‘ς ἄϋλους ἐχθροὺς ἀνάμεσα, τ’ Ἀρκάδι τους δὲν ἔχουν, ὅταν, ὡς ἔκαμες καὶ σύ, πρὶν τὸ κορμὶ γδυθοῦνε, ψηλὰ μὲ πίστη ὁλόθερμη στὸν οὐρανὸ πετοῦνε; Ἄν ἕνας πρέπει ἀπὸ τοὺς δυὸ τὰ μάτια του νὰ κλείνῃ μὲ σέβας καὶ ταπείνωση, δὲν εἶσαι, κόρη, ἐκείνη. Ἐσὺ – ποῦ δὲν ἐγνώριζες πίκρα τῆς γῆς κἀμμία, ὁποὖχες ἥλιο τὴ χαρά, πνοὴ τὴν εὐτυχία, κ’ ἔδειχνες ὅτι στῆς ζωῆς τὴν πρώτη ἀνεμοζάλη νεκρὸ σὰν ἄνθος ἔμελλε νὰ γύρῃς τὸ κεφάλι – δύστυχη ξάφνου καὶ ὀρφανή, σὲ μέρη μακρυσμένα ἔκλαιες θερμὰ τοῦ τόπου σου τὸν οὐρανὸ κ’ ἐμένα, καὶ ἀντὶς ἡ μαύρη συφορὰ νὰ σὲ νικὴσῃ, φῶς μου, τὰ πλούτη, ὁποὖχες μέσα σου, φανέρωσε τοῦ κόσμου· στὸν ἴδιο τρόπο καὶ μία γῆ, ποῦ λέει κἀνεὶς πλασμένη γιὰ νἆναι ἀπ’ άνθια μοναχὰ καὶ χόρτα στολισμένη, δείχτει στὸν ἥλιο, ἂν ὁ σεισμὸς βαθυὰ βαθυὰ τὴ σχίσῃ, ἐδῶ χρυσάφι ἀπάρθενο, κ’ ἐκεῖ καθάρια βρύση. Εἶχε θερμότερη ἁπλωθῇ τ’ ἅγιου πολέμου ἡ φλόγα, παντοῦ τῆς Κρήτης τ’ ὄνομα περίφημο ἠχολόγα, κ’ ἐνῷ ἡ γυναίκαις εὕρισκαν παρηγοριὰ στὰ ξένα ‘ς αὐταὶς τὰ μάτια νὰ θωροῦν μὲ σέβας γυρισμένα· ἐνῷ, περνῶντας, καθενοῦ θαρροῦσες ποῦ θὰ ποῦνε: Εἶναι παιδιά μας, ἄντρες μας αὐτοὶ ποῦ πολεμοῦνε! – Ἐσὺ δὲν ἀποκότουνες μίαν ὄψη ν’ ἀντικρύσῃς, ἐντροπαλὴ ποῦ σ’ ἔκαμαν πέλαο μακρὺ νὰ σχίσῃς, ἀντί, συντρόφισσα καλή, νὰ μοιραστῇς μ’ ἐκείνους, ποῦ σὰ λιοντάρια ἐπάλευαν, καὶ δόξα καὶ κινδύνους. Στὸν ὕπνο σ’ ἄκουσαν νὰ πῇς τ’ ἄλλα κοράσια τότες: Ὀμπρός! χτυπᾶτε τοὺς ἐχθρούς, ἀτρόμητοι νησιώταις! – Κ’ ἐλόγιαζαν μὲ θαυμασμὸ πῶς εἶχαν ἀγροικήσῃ σὰν ἄτι φιλοπόλεμο τ’ ἀρνὶ νὰ χλιμιτρήσῃ. Ἔσερνε ἡ Φήμη ἀπὸ καιρὸ φωναὶς φαρμακωμέναις· τὸ πρῶτο θάρρος ἔχασαν ἡ ἀθλίαις ξενιτεμέναις, καὶ μόνη ἐσὺ ταὶς ἔκανες ἀπ’ τοῦ καϊμοῦ τὸ βάρος νὰ ξαλαφρόνωνται συχνά, καὶ νέο νὰ βρίσκουν θάρρος. Σά, μὲ τό σκότος τ’ οὐρανοῦ, σκοτεινιασμένο χρῶμα οἱ λογισμοί τους ἔπαιρναν, κ’ ἐσίγαε κάθε στόμα· σὰν εἰς ἐκείνη τὴ σιωπὴ πῶς ἄκουαν ἐθαρροῦσαν πολλὰ σφαμένα θύματα, ποῦ ἀπὸ τὴ γῆ βογγοῦσαν, καὶ ἀντιστοριάζανε στὸ νοῦ καὶ προεσταὶς καὶ κόραις χωριὰ ποῦ κατακάηκαν κ’ ἐρημασμέναις χώραις· τότες, ὤ! τότες, Εὐδοκιά, προτοῦ ἀπὸ τέτοια χείλη τὸ βραχνιασμένον ἦχο της ἡ ἀπελπισιὰ νὰ στείλῃ, ἐσὺ μὲ στίχους, πὤχυναν στὰ φυλλοκάρδια μέλι, μὲ στίχους-γλῶσσα, ποῦ μιλοῦν στὸν οὐρανὸ κ’ οἱ ἀγγέλοι τοὺς ἥρωαις ὑμνολόγουνες καὶ τὴ χρυσή τους δόξα, ποῦ δὲν ψηφάει τοῦ Χάροντα καὶ τοῦ Καιροῦ τὰ τόξα· ποῦ, σὰν ἐρμιαὶς καὶ κάψαλα στὸν ἥλιο της πυρώσῃ, πρέπει λουλοῦδι ἐλευθεριᾶς κ’ ἡ στάχτη νὰ φυτρώσῃ! Ἐγὼ σ’ ἀγροίκαα. Μοναχὰ μὲ τὸ στερνό μας βόλι ἡ θεία φωνή σου ἐσβύστηκε· νεκρὴ σ’ ἐκλαῖγαν ὅλοι· καί, σὰν ἠμπόρεσες μ’ ἀργὸ καὶ ἀδύνατο ποδάρι ν’ ἀφήκῃς ἀνεπάντεχα τοῦ πόνου τὸ κλινάρι, σ’ εἶδα τὴ νύχτα ν’ ἀγρυπνᾷς μονάχη στ’ ἀκρογιάλι, σὰ λυπημένο φάντασμα, μὲ ξέπλεκο κεφάλι· ἐκεῖ ποῦ τ’ ἄστρα σὤρριχναν μία σπλαχνκὴν ἀχτίδα, χλωμὴ στὴν ὄψη σὰν αὐτά, γονατισμένη σ’ εἶδα ποῦ προσευχόσουν ἄφωνη μ’ ἑνὸς ἀγγέλου βλέμμα, ἐνῷ βοοῦσε ἀνάερα τ’ ἀθῷο τῆς Κρήτης αἷμα, σὰ νἆχε φόβος δυνατὰ κατάκαρδα σὲ πιάσῃ μὴ τὴν ἀθλία φωνοῦλα σου τέτοια βοὴ σκεπάσῃ. Ὄχι, βαρειόμοιρη! Ὁ Θεός, τὴν ὥρα ποῦ μὲ βία μαύρη χτυπάει τὴ θάλασσα θανάτου τρικυμία, στὸ μέγα βρόντο ἀνάμεσα, π’ ὅλους τοὺς ἤχους κρούει, ὣς καὶ τὴν ὕστερη πνοὴ τοῦ βουλιασμένου ἀκούει. Ἄχ! ἡ ζωή σου ἀδιάκοπα βασανισμένη ἐστάθη στὸ μακρυνό μας χωρισμό· μηδὲ σὲ τόσα πάθη ἕνα πικρὸ παράπονο σοῦ έβγῆκε ἀπὸ τὸ στόμα· καὶ τρέμεις, ὄμορφη ψυχή, τρέμεις ὀμπρός μου ἀκόμα; Ἂν ἐγὼ λάχτισα, ὡς ποτὲ κἀνεὶς δὲ λαχταρίζει, τὸ πλοῖο ποῦ σ’ εῖχε βλέποντας ἐδῶθε ν’ ἀρμενίζῃ· ἄν, ὅπως ἔφευγε γοργά, σὰ ριζωμένος χάμου, νὰ φεύγουν ἄκουα μέσαθε τὰ δόλια σωθικά μου, μία πλούσια κἄνε ἀνταμοιβὴ μοὖχε ὁ Θεὸς φυλάξῃ, πρὶν ὴ ψυχή μου ἐλεύθερα δίχως κορμὶ πετάξῃ. Μόλις τοῦ πόνου ἡ καταχνιὰ καλὰ νὰ ξεχωρίσῃ ἀπ’ τὶ κινδύνους ἔγλυσες εἶχε τὸ νοῦ μου ἀφήσῃ· μόλις ἀντίκρυ ἐχάθηκε, λευκή μου περιστέρα, ἡ κιβωτώ, ποῦ σ’ ἔπαιρνε μ’ ἄλλαις γυναίκαις πέρα, ἔσχισα κάμπους καὶ βουνά, σὰν ὁ γοργὸς πετρίτης, καὶ μὲ χαρὰ βυθίστηκα στὴ νέα ζωὴ τῆς Κρήτης. Τὴν εἶδα στ’ ἄρματα παντοῦ! Τοῦ κάκου ὁλόγυρά της τ’ ἀμπέλια ἡ στιὰ κατάτρωε, τοὺς κήπους, τὰ χωριά της· μὲς τοῦ καπνοῦ τὸ σύγνεφο λὲς κ’ ἔδειχνε ἡ Μεγάλη, σὰν τὸ πουλὶ τῆς Ἀραπιᾶς, ξανανιωμένα κάλλη. Εἶχε φορέσῃ τυλιχτὰ κατάπλατη σημαία, στὸ χρῶμα σὰν τὰ μάτια σου, σὰν ὁ οὐρανὸς ὡραία· πίστη θερμὴ στὸ μέτωπο τῆς ἔλαμπε σὰν ἄστρο. Θρόνο της εἶχε τὰ βουνά, κάθε της ράχη κάστρο! Ὤ! καθὼς πρῶτα κλαυτερὴ δὲν ἦταν ἡ φωνή της! Ἐβόα μ’ αὐτὴν ἡ θάλασσα κ’ ἐβρόντα ὁ Ψηλορίτης, ἀλλ’ ὅπου δυνατώτερα νὰ ἠχάῃ τὴν ἀγροικοῦσα, μὲ ὁρμὴν ἀκράτητη κ’ ἐγὼ στὴ μέση ἐρροβολοῦσα. Μία μέρα – δὲν ἀστόχησα τέτοια φωνὴ ποτέ μου! – λὲς κ’ ἦταν πόνου βογγητὸ καὶ σάλπιγγα πολέμου: Στ’ Ἀρκάδι, λέει, τὸ βλέμμα σας, καλὰ παιδιά μου, ἂς γύρῃ! Ἄγρια Τουρκιὰ περίζωσε τὸ μέγα μοναστῆρι· λυσσομανοῦνε τὰ σκυλλιά, τὶ ἀνοίγει ὁ θησαυρός του ροῦχα νὰ δώσῃ τοῦ γυμνοῦ, προσκέφαλο τ’ ἀρρώστου· τὶ στὰ κελλιά του κρύβεται κάθε ὀμορφιά, ποῦ τρέμει νὰ μὴ τὴ ρίξουν ἄπονα στὸ μνῆμα ἢ στὸ χαρέμι· τὶ σέρνει αὐτοῦ ὁ πολύπαθος ἀγωνιστὴς τὰ πόδια, καὶ βρίσκει εὐχαίς, ἀνάσαση, ψωμί, πολεμοφόδια. Ἀλλ’ ἀτιμώρητα ἡ Τουρκιὰ δὲ θέλη καταφέρῃ νὰ σπρώξῃ ἐκεῖ τὸ πάτημα, ν’ ἁπλώσῃ ἐκεῖ τὸ χέρι. Ἀκοῦτε! ἀκοῦτε! – πολεμοῦν! στὴ γῆ τὰ γόνατά σας! Τ’ ἄρματα χάμου! κατ’ αὐτοῦ τὰ μάτια καὶ ἡ καρδιά σας! Μέσα στὴ φλόγα, ποῦ ψηλὰ σὰν ἀστραπὴ θὰ ἰδῆτε, γενναῖα σὲ κάθε φλέβα σας, ὦ τέκνα, πυρωθῆτε! – Φαντάσου, τότες, Εὐδοκιά, τὸ τί ‘ς ἐμὲ εἶχε γένῃ! Μ’ αὐτὴ τὴ βία πετάχτηκα ποῦ ἕν’ ἄστρο κατεβαίνει· κ’ ἐκεῖ ποῦ ἐκατηφόρουνα, κ’ ἐκεῖ ποῦ ἀνηφοροῦσα, τὰ λόγια πάντα ὁπ’ ἄκουσα στ’ αὐτιὰ ξαναγροικοῦσα· ὣς ποῦ τὸ πόδι, μοναχὰ συρμένο ἀπὸ τὴ μέθη, ποῦ ἐκεῖνα μοῦ προξένησαν, ἐδῶ σὲ λίγο εὑρέθη. Πῶς ὅλα ὀμπρός μου ξαναζοῦν! Σ’ αὐτὴ τὴ ράχη ἀπάνου τ’ ἀσκέρι ἐκοντοστάθηκα νὰ ἰδῶ τοῦ Μουσουλμάνου· ἄμετρο ἀσκέρι, πὤχοντας ὁλημερῆς χτυπήσῃ μία μόνη φοῦχτα Κρητικούς, χωρὶς νὰ τοὺς νικήσῃ, στεκότουν τότες, ἐνῷ ἡ γῆ βαθυὰ κοιμώτουν ὅλη, σὲ μέρος ποῦ δὲν ἔτρεμε τοῦ ἐχθροῦ νὰ πάῃ τὸ βόλι. Εἶδα σκηνώματα πυκνά· καὶ ἂν οὔτε μίαν ἀχτῖνα φεγγάρι ἀχνὸ δὲν ἔστερνε, τόσο εἶχαν φῶς ἐκεῖνα, ὁποῦ δυνόμουν ξάστερα πολλοὺς νὰ ξεχωρίσω, ποῦ παραδέρναν ἄγρυπνοι σὰν ἴσκοι ὀμπρὸς ὀπίσω. Μὲ τὴ βλαστήμια τοῦ θυμοῦ, γι’ αὐτὴν ὁπ’ ὅλη μέρα ηὗραν οἱ σκύλλοι ἀντίσταση, γροικώτουν ἡ φοβέρα, ἡ ταραχὴ γροικώτουνε, ποῦ προμηνοῦσε κι’ ἄλλη πεισματωμένη, αἱματερή, θανατηφόρα πάλη. Τότε κατέβηκα, κ’ ἐδῶ κινῶντας γύρω γύρω, ἀκαρτεροῦσα μία φωνή στοὺς ἀδελφοὺς νὰ σύρω· ἀλλὰ παντοῦ βασίλευε βαθειὰ ἡσυχία κ’ εἰρήνη μὲς τ’ ἅγιο περιτείχισμα, παρόμοια σὰν ἐκείνη ὁποῦ δὲν ἔπαψ’ ὁ οὐρανὸς οὐδὲ καὶ τότες νἄχῃ ποῦ οὶ πρῶτοι ἀντάρταις τόλμησαν νὰ τοῦ κηρύξουν μάχη. Τοῦ κάκου ἐπρόσμενα· ψυχὴ δὲν ἄκουα ν’ ἀνασάνῃ ἀπὸ τὸν ὄξω αὐλόγυρο, ποῦ ὼς μαγικὸ στεφάνι μ’ ἐτράβαε τόσο, πὤκαμε, στοῦ πόθου μου τὴ ζάλη, νὰ σκαρβαλώσω μία μεριά, καὶ νὰ βρεθῶ στὴν ἄλλη. Μόλις ἐπάτησα τὴ γῆ, μοῦ φάνη ὅτ’ εἰχα φτάκῃ στὸ πρῶτο μέρος, πὤδωκε τσ’ Ἐλευθεριᾶς κονάκι, καί, γονατίζοντας, θερμὰ προσκόλλησα τὸ στόμα, μὲ μία βαθειὰ συγκίνηση, στὸ εὐλογημένο χῶμα. Τοῦτο ἀπὸ χέρι ἀδελφικὸ νὰ μὴ σωριάσω χάμου θαυματουργὰ μ’ ἐφύλαξε. Στὸ μέγα πήδημά μου ξαφνίστη ἕνας καλόγερος, ποῦ βίγλιζε παρέκει, κ’ ἔλειψε λίγο ἀπάνου μου ν’ ἀδειάσῃ τὸ τουφέκι· ἀλλά, θωρῶντας ποὖχα ἐγὼ πέσῃ μὲ σέβας κάτου, χωρὶς νὰ στρίψῃ ὁλότελα τὸ στόμα τοῦ θανάτου, ἐζύγωσε, καί, πρὶν ὀρθὸ στηλώσω τὸ ποδάρι, ποιὸς ἤμουν εἶδε, κ’ εἶπε μου: Καλῶς τὸ παλληκάρι! – Μὴ δὲ μ’ ἐγνώριζαν ἐδῶ; Πόσαις φοραίς, ὢ πόσαις! ὅ,τι αἰσθανόνταν ἡ καρδιαὶς καὶ δὲν ἐλέαν ἡ γλώσσαις νὰ ξεθυμάνω ἐρχόμουνα στ’ αὐτιὰ τ’ ἀγαπημένου, ὁποῦ τὸ νοῦ μου ἐφώτισε, τοῦ σεβαστοῦ Ἡγουμένου! Γιὰ τοῦτο, ἀγάλια, μυστικὰ ταράζοντας τὰ χείλη, αὐτὸς ποῦ πῆε πρωτήτερα στὸν Ἅδη νὰ μὲ στεὶλῃ: Τ’ ἅγιου Πατρός, μουρμούρισε, θὰ πῇς, λογιάζω, κἄτι; Σῦρε· εἶναι μέσα στὸ Ναό· δὲν ἔχει κλείσῃ μάτι. – Νὰ πάω δὲν ἄργησα. Βουβὴ ‘ς ὅλα τὰ μέρη κι’ ἄδεια ἦταν ἡ ἁπλόχωρη ἐκκλησιά· τοῦ τόπου τὰ σκοτάδια μόνον ἀντίκοβε τὸ φῶς ἀπ’ τὸ καντῆλι ἐκεῖνο, ποῦ ἀγνάντια καίει μερόνυχτα στὸν ἅγιο Κωνσταντῖνο. Δὲν ἐδυνότουν ὡς ἐμὲ μορφὴ κἀμμία νὰ φτάσῃ· ἀλλ’, ἀπὸ σκότος ἔχοντας τὸ μάτι μου χορτάσῃ, μὲ τὴν ἀχνὴ τ’ ἀκοίμητου τρεμάμενην ἀχτίδα, τὸν ἔρμο Ἡγούμενον ὀμπρὸς ἔφτακα τέλος κ’ εἶδα. Αὐτός, ποῦ ξέρα ἐφάνηκε στοῦ ἐχθροῦ τὸ μέγα κῦμα, γονατισμένος ἔστεκε μὲς τ’ ἀνοιχτὸ Ἅγιο Βῆμα· σταὶς ἀπαλάμαις του γυρτὸ βαστοῦσε τὸ κεφάλι, μήτε καθόλου ἀγροίκουνα λόγο ἢ πνοὴ νὰ βγάλῃ. Πλήν, ὅταν εἶδα σὰ φτερὰ τὰ χέρια του ἁπλωμένα, τὸ ἀγγελικό του μέτωπο, τὰ μάτια σηκωμένα, θαρρῶντας ποὖχαν οἱ οὐρανοί, γιὰ τόση εὐλάβειας πύρα, μὲ μιᾶς ν’ ἀνοίξουν διάπλατη κάθε χρυσή τους θύρα, τὴν ὄψη ἐσκέπασα γοργὰ στὰ δύο μου χέρια ὀπίσω, καὶ θεία τρομάρα μ’ ἔκαμε στὴ γῆ νὰ γονατίσω. Δὲν ἀναδεύτηκα, προτοῦ ν’ ἀφοκραστοῦν τ’ αὐτιά μου τοῦ Γαβριὴλ τὸ πάτημα, ποῦ ἀργὰ βροντοῦσα χάμου. Καί, σὰν ἀπάνου ἠμπόρεσα τὰ μάτια νὰ σηκώσω, τὴν ἅγια ἐξάνοιξα θωριὰ πόσο άλλασμένη, ὢ πόσο! Ἀπὸ μία πάλη τρομερή, ποῦ μέσα του εἶχε γένῃ, πολλὰ σημάδια ἐφαίνονταν στὴν ὄψη τὴ σβυσμένη. Καὶ ἀπαρατήρητα κἀνεὶς δὲν ἤθελε τ’ ἀφήκῃ, ὅση χαρὰ καὶ ἂν ἄστραφτε τσ’ ὡραίας ψυχῆς του ἡ νίκη· μίαν ὄψη δείχνουν σὰν αὐτὴ κ’ οἱ χαλασμένοι κάμποι σάν, ὅτι πάψῃ ὁ πόλεμος, ἥλιος καθάριος λάμπει. Μ’ ἐκύταε, δίχως νὰ μὲ ἰδῇ· τὸ φλογερό του βλέμμα ὅλα περνοῦσε, ἀράζοντας ὅπου δὲν πάει τὸ ψέμα· ἀλλ’, ὡς δυνήθη ἀνθρωπινὰ ‘ς ἐμὲ νὰ τὸ γυρίσῃ: Μάνθο μου! ἐφώναξε, εἶσαι σύ; Δὲν εἶχα τοῦτο ἐλπίσῃ. Ἀκόμα ὁ λόγος ἔστεκε, ποῦ εὑρέθηκα κλεισμένος μὲς ταὶς ἀγκάλαις του στενὰ καί, σὰν ὁ Εὐλογημένος μὤδωκε ὁλόθερμο φιλὶ στὴ μέση ἀπὸ τά φρύδια, σὰν εἰσὲ δύο καθίσαμε σιμοτινὰ στασίδια, τοὺς θησαυροὺς ἀρχίνησε ν’ ἀνοίξῃ τῆς ψυχῆς του, καὶ μοὖπε: Ὦ τέκνο, σ’ ἔφερε τὸ χέρι ἐδῶ τοῦ Ὑψίστου, ὀλίγαις ὥραις πρὶν χυθῶ στὸν κόσμο τοῦ θανάτου· μ’ ὅσαις καὶ ἂν ἔχω δύναμαις δοξάζω τ’ ὄνομά του! Πῶς αὔριο τοῦτοι θὰ σειστοῦν τῆς ἐκκλησιᾶς οἱ τοῖχοι, θέλει τὸ μάθουν ξέμακρα πολλοί, χιλιάδαις ἤχοι, πλήν, τὶ σεισμὸς μοῦ γίνηκε μέσα στὰ ἐγκάρδια βάθη τ’ ἀνθρώπου πὤστειλε ὁ Θεὸς κἂν ὴ ψυχὴ ἂς τὸ μάθῃ. Ναί, ποθητέ μου! σήμερα, σὰν ἀπὸ τούρκους εἶδα στ’ ἀμπέλι τοῦτο τοῦ Χριστοῦ πλῆθος νὰ πέσῃ ἀκρίδα, ἡ ὀργή, ποῦ ὡς φλόγα μ’ ἄναψε, δὲν ἔχει εὐθὺς ἀφήκῃ νὰ ἰδῶ ἂν μελλότουνε ‘ς ἐμᾶς ἢ θάνατος ἢ νίκη. Θάνατος; – Ἔτρεχε παντοῦ τέτοια ζωῆς πλημμύρα, γιομάταις ἦταν ἡ καρδιαὶς ἀπὸ μία τέτοια πύρα, καὶ τόσο ἡ γῆ τοῦ τόπου μας εἶχε τὴν ὄψη ὡραία, ποῦ δὲν ἐχώρουνε στὸ νοῦ μαύρη θανάτου ἰδέα. Μία μόνη μοῦ τὸν ἅρπαξε, μία μοναχὴ φροντίδα, νὰ πολεμήσω τὴ σκλαβιά, τοῦ Χάρου παλλακίδα, κ’ ἐδῶ, ποῦ λὲς κ’ ἐσύμμασε τὴ δύναμή της ὅλη, νὰ τῆς πετάξω στὴν καρδιὰ καὶ τὸ δικό μου βόλι. Μόνον, ὡς εἶχε ἡ πρώτη ὁρμὴ στὸ στῆθος παγαδώσῃ, ἔφταξα κ’ εἶδα πόσοι ἐμεῖς, κ’ οἱ ἀφωρεσμένοι πόσοι· ἀλλὰ μαζί, ξανοίγοντας ποῦ λίγοι καλογέροι καὶ παλληκάρια μετρητὰ φοβοῦσαν τέτοιο ἀσκέρι, εἶπα: ὁ θνητὸς ἀκίνητος, ἂν ἦναι ἡ δύναμή του μέσα στὸ κάστρο τῆς ψυχῆς, ποῦ δὲ χωροῦν οἱ ἐχθροί του. – Καὶ τότες, κράζοντας ἐδῶ σὰ λυτρωτὴ τὸ Χάρο, μίαν τρομερὴν ἀπόφαση δὲν ἄργησα νὰ πάρω. Ναί! Σὰν οὶ λύκοι στὸ μαντρὶ χουμήσουν λιμασμένοι, ἐγώ, ποῦ τ’ ἀποφάσισα, καὶ λίγοι ἀρματωμένοι, ἀπ’ τὸ κελλί μου ρίχνοντας τουφέκια στοὺς ἀπίστους, ὅλη ‘ς ἐμᾶς θὰ σύρωμε τὴ λύσσα τῆς ὀργῆς τους· κ’ εὐθὺς ὁποῦ στὰ βρόχια μου πλῆθος Τουρκιὰ μαυλίσω, μὲς τὸ χαμῶι θὰ κατεβῶ φωτιὰ νὰ τοῦ πατήσω, τί, ὡς χρυσολάτρης, ποῦ βαθυὰ τὸ θησαυρό του κρύβει, ἐκεῖ ἀπὸ χρόνια μάζωξα μπαρούτη καὶ μολύβι. Ἔχοντας τοῦτο μὲς τὸ νοῦ, κἀμμία δὲν ἐψηφοῦσα δύναμη ἀντίπαλη τῆς γῆς· ἂν ὅλα ὀμπρὸς θωροῦσα τὰ κολασμένα πνεύματα, δὲν ἤθελα τρομάξῃ· γι’ αὐτὸ ἐπολέμησα μ’ ἐχθροὺς ἀπὸ τὴν ἴδια τάξη. Βραδυάζει ὡστόσο· ἀνάερα τὰ βόλια δὲ σφυρίζουν· ἄστρα χλωμὰ τὴ νίκη μας ἀπὸ ψηλὰ φωτίζουν, καὶ λὲς ποῦ θλίψη ἀθάνατη δείχνουν στὴν ὄψη ἐκεῖνα, τὶ δὲ θὰ ἰδοῦμε ἄλλη βραδειὰ τὴν ἄσπρη τους ἀχτῖνα. Ὄμορφαις κόραις ἀνθηραίς, παιδιὰ χαριτωμένα, εἶχαν ἐκεῖ τὰ μάτια τους μὲ ἀγάπη γυρισμένα, κ’ ἐγὼ ἀναμέρησα κρυφὰ σὲ χωρισμένην ἄκρη, στὰ μάγουλά μου ἀκούοντας δάκρυ νὰ ρέῃ σὲ δάκρυ. Ἄχ! γιὰ τὰ μαῦρα πλάσματα τόσο ἡ ψυχή μου ἐπόνα, σὲ τόσο αὐτὰ μ’ ἐβάλανε σφοδρότατον ἀγῶνα, ὁποῦ ὁ θλιμμένος λογισμὸς ἀρχίναε ν’ ἀμφιβάλλῃ ἂν ἡ Πατρίδα ἐγύρευε τέτοια θυσία μεγάλη· κ’ εἶχα τρομάρα δυνατὴ μὴ τῆς προσφέρω μία, γιὰ πειρασμοὺς φιλόδοξους, ἀνώφελη θυσία. Ἀλλ’ ἴσως πόθοι κοσμικοὶ μ’ εἶχαν ποτὲ νικήσῃ; Δὲ βλάβει τοῦτο· ἐγνώριζα τί ‘ναι ἡ φθαρτή μας φύση, κ’ εἶδα τὸ κρῖμα, ποῦ συχνά, προτοῦ θυμὸ νὰ πάρῃ, στὰ φυλλοκάρδια κρύβεται, σὰ φίδι στὸ χορτάρι. Βαρειὰ ὑποψία μοῦ τάραζε τόσο πολὺ τὰ στήθια ποῦ ἐμὲ τὸν ἴδιο ἐρώτουνα: Χριστέ! καὶ νἆναι ἀλήθεια; Σὰν ἐδιαλάλει ὁ Μουσταφᾶς ἀπὸ τὴν ὄξω θέση ποῦ, ἀνίσως προσκυνήσωμε, κεφάλι δὲ θὰ πέσῃ, ἐγὼ ἀποκρούοντας μὲ θυμὸ τὴν πρότασή του ἐκείνη, πρὶν ἄλλη γνώμη νὰ δοθῇ, προτοῦ κἀνένας κρίνη, μὴν ἐποθοῦσα μοναχά, χωρὶς νὰ τὸ νοήσω,στὸν ἔρμο κόσμο ἀθάνατη φήμη λαμπρὴ ν’ ἀφήσω; Ἐκεῖ ποῦ μ’ ηὗρες κ’ ἤμουνα γυρτός, γονατισμένος, ἔτρεξα, ὡς τρέχει, τέκνο μου, στὴ βρύση ὁ διψασμένος· κ’ ἐνῷ σὲ φόβου ταραχὴ τὸ στῆθος τοῦτο ἐχτύπα, στὸν οὐρανὸν ἀσήκωσα τὰ δύο μου χέρια, κ’ εἶπα: Ρίξε στὸ νοῦ μου, γιὰ νὰ ἰδῶ ποιὰ αἰτία μ’ ἐπαρακίνα στὴν τολμηρὴν ἀπόφαση, μία μόνη ρίξε ἀχτῖνα· καὶ σοῦ τ’ ὀρκίζομαι, οὐρανέ, ποῦ, ἀνίσως καὶ γνωρίσω πῶς πάω σὲ λίγο ἀνώφελα τόσαις πνοαὶς νὰ σβύσω, στὰ πόδια πέφτοντας τοῦ ἐχθροῦ, θέλει φωνάξω ἀπόψε:</description><pubDate>Tue, 03 Feb 2026 22:02:00 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ο Όρκος (Γεράσιμος Μαρκοράς) γ</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/o-orkos-gerasimos-markoras-g/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/o-orkos-gerasimos-markoras-g/</guid><description>Ἐγὼ μονάχος ἔφταιξα· μόνον ἐμένα κόψε! Πόσο εἶναι, Μάνθο, ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς μεγάλη! Ὡς ἀπὸ μία ‘ς ἄλλη μεριά, καὶ πάλε ξάφνου ‘ς ἄλλη περνάει κἀνεὶς ὁλόγοργα στὴν ὑπνοφαντασιά του, μὲ μιᾶς εὑρέθηκα κ’ ἐγὼ τὰ ψήλου ἐδῶθε κάτου· καὶ μοῦ φαινότουν ποῦ τῆς γῆς εἶχα διαβῇ τ’ ἀέρι, ποῦ βυθιζόμουν κ’ ἔπλεα ‘ς ἕνα καὶ ‘ς ἄλλο ἀστέρι. Ἐκεῖθε ἀπάνου, σὰν ἀετός, ὁποῦ τὸν ἥλιο σμίγει καὶ τὴ φωλιά του ξάστερα μὲ μία ματιὰ ξανοίγει, μόλις θυμήθηκα τοῦ Ἀδὰμ τὸν ἄτυχο πλανήτη, ἀγάπης βλέμμα ἐγύρισα νὰ ξαναϊδῶ τὴν Κρήτη. Μὲ δίχως φόβο ἀπὸ μακρυὰ βλάβη ‘ς ἐμὲ νὰ κάμῃ, ἐθώρεια κι’ ἄκουα τοῦ Καιροῦ τὸ ἀκάθαρτο ποτάμι, ὁποῦ βροντάει, πηγάζοντας ὅθε γεννιέται ἡ μέρα, καὶ σβυεῖ τ’ ἀφράτο κῦμα του μακρυὰ στὴ Δύση πέρα· τρανὸ ποτάμι, ποῦ στιγμὴ ξανάρεμα δὲν ἔχει, ποῦ ὀμπρὸς ὀμπρὸς ἀδιάκοπα κατὰ τὸ σκότος τρέχει, ποῦ σέρνει χώραις καὶ βουνὰ ‘ς ἄγριου βυθοῦ μαυρίλα, ποῦ ἀνθρώπους κ’ ἔθνη ὁλόκληρα μὲ ὁρμὴ τραβάει σὰ φύλλα. Ὡς ἕνα κῦμα του ψηλὰ νὰ μ’ εἶχε αὐτοῦ πετάξῃ, τὸ στοχασμό μου κάνοντας ξετελειωμένη πράξη, ἔστεκ’ ἀνήσυχος νὰ ἰδῶ τί στὰ νερά τους κλειοῦσαν ἄλλα πολλὰ ποῦ ἐζύγοναν κ’ ἐκεῖνο ἀκολουθοῦσαν. Δὲν εἶχαν πέρα ἕνα νησί, κἀμμία στεριὰ τὰ ξένα, πέλαο ρηχό, κατάβαθο δὲν εἴχανε κἀνένα, ποῦ ζάλη νὰ μὴν ἔδειχνε καὶ θαυμασμοῦ σημάδι γιὰ τὴ θανάσιμη βροντή, ποῦ ἐβγῆκε ἀπὸ τ’ Ἀρκάδι. Στὴ μάχη, ποῦ θερμότερη μὲ τέτοιον ἦχο ἀνάβει, γυρνοῦνε ὁλοῦθε ταὶς καρδιαὶς ἐλεύθεροι καὶ σκλάβοι· τὴ νύχτα ἡ μάννα, τὴν αὐγὴ μαθαίνει τὸ παιδί της νὰ λέῃ, καθὼς προσεύχεται, καὶ τ’ ὄνομα τῆς Κρήτης· μὲς τὸ δωμάτι τὸ σεμνὸ τραβιέται ἡ ξένη κόρη· ἀφίνει ταὶς συντρόφισσαις, τ’ ἀγαπημένο ἀγῶρι, τόπους ἀφίνει ἁρμονικούς, λαμπρὰ φωτοχυμένους, καὶ κλαίει καὶ κάνει ἀδιάκοπα ξαντοὺς γιὰ λαβωμένους. Ἀκοῦν τὸ θαῦμα τ’ Ἀρκαδιοῦ, κ’ ἐδῶ μὲ γληγοράδα στρατιώταις μεγαλόψυχοι πετοῦν άπ’ τὴν Ἑλλάδα, τὶ σκλάβοι αύτοὶ λογιάζονται στὸ δοξασμένο χῶμα, ὅσο ἕνας μόνος ἀδελφὸς εἶναι ραγιᾶς ἀκόμα. Ψηλά, ψηλὰ συσμίγουνε σὲ πρόσκαιρα λημέρια μὲ τοὺς ἐλεύθερους ἀετοὺς τὰ κρητικὰ ξεφτέρια, βγαίνουν ἐκεῖθε· χύνονται· γύραις πλατειαὶς γυρίζουν ἀπὸ κραυγαὶς ὁλόχαραις τὰ πάντα τρικυμίζουν, καί, ἂν γιὰ θροφή στὸ ξέκαμπο Τοῦρκος ἢ Ἀράπης τύχῃ, τὰ νύχια κάνουν πιθαμὴ καὶ ταὶς φτερούγαις πήχη. Τοῦ κάκου ἀγρύπνια, στέρηση, ζορκιὰ καὶ κακοπάθεια ρίχτει ὡς νεκρὰ τὰ σώματα σὲ πέτραις καὶ ‘ς ἀγκάθια· τοῦ Πειρασμοῦ συντρόφισσα, γέρνει τοῦ κάκου ἡ Πεῖνα, κ’ ἐδεκεῖ χάμου καθενοῦ στ’ αὐτὶ τοῦ λέει: Προσκύνα! Τί, ἐνῷ σὲ μαύρους λογισμοὺς ὁ δόλιος κυματίζει, τ’ ἅγιο δαυλὶ ποῦ μ’ ἔκαψε τὴ μνήμη του φλογίζει, καὶ ἀπὸ τὰ στήθη, ποῦ μὲ μιᾶς ξαναλαβαίνουν θάρρος μὲ φόβο ἀπομακραίνεται κ’ ἡ Κόλαση καὶ ὁ Χάρος. Ἰδοῦ! Τὰ ἐλεύθερα σπαθιὰ πετιῶνται ἀπὸ τὴ θήκη· σπέρνουν τὰ βόλια ὁλόγυρα ξολοθρεμὸ καὶ φρίκη· ὄμως οἱ ἀτρόμητοι γιατὶ σὲ τέτοιο νέον ἀγῶνα σὰ δειλιασμένο αἰσθάνονται τὸ χέρι καὶ τὸ γόνα; Τῆς πείνας δυνατώτερη, φροντίδα λυπημένη στὴν ἄγρια μάχη ἀπὸ τὸ νοῦ σὰ γνέφι τοὺς διαβαίνει· εἶν’ ἡ φροντίδα, εἶν’ ὁ καϊμὸς ὁποῦ σὲ λόγγους κι’ ὄρη περιπλανιέται ἡ μάννα τους, ἡ τρυφερή τους κόρη, τ’ ἀθῷο παιδόπουλο κ’ ἡ ἁγνὴ τοῦ τέκνου τους μητέρα, μ’ αὐταὶς ποῦ δὲν ἐσύφτακαν νὰ καταφύγουν πέρα. Ταὶς βλέπω! – Ἡ δύστυχαις ἀργὰ μοιράζονται τὸ βράδυ μαῦρο ψωμὶ κατάξερο, σὰ μαῦρο παξιμάδι, καὶ ξάφνου, ἐκεῖ ποῦ λαίμαργα ‘ς ὅλο σπαρνοῦν τὸ σῶμα, χλωμαὶς ἀφίνουν τὴ χαψιὰ καὶ πέφτει ἀπὸ τὸ στόμα· ἄχ! πῶς ἐκλέψανε θαρροῦν τέτοια θροφὴ ἀπὸ κείνους, ποῦ, πολεμῶντας, τρέχουνε σκληρότερους κινδύνους. Ἐκεῖ, στὸ φρύδι τοῦ βουνοῦ τὶ πᾶνε καὶ γυρεύουν; Σὰν τὶ καράβι νἆναι αὐτό, ποῦ πέρα ξαγναντεύουν; Μακρυὰ τὸ ξαγναντεύουνε· τὸ δείχνει μία στὴν ἄλλη· καρδιοχτυποῦνε ἀπὸ χαρά, καὶ κάτου στ’ ἀκρογιάλι, ἂν καὶ τὰ πάντα ὁλόγυρα στὰ μαῦρα ἡ νύχτα βάφει, μὲ ὁρμὴ πετιῶνται, σὰν πουλιὰ σὲ ἀθέριστο χωράφι. Τοῦ ἐχθροῦ τὰ βόλια ξέφυγε τὸ φτερωτὸ καράβι· στοῦ καταρτιοῦ του τὴν κορφή λαμπερὸ σημάδι ἀνάβει· γυναίκαις ἔρχεται, παιδιά, καὶ προεστοὺς νὰ πάρῃ· φέρνει στρατιώταις, ἄρματα καὶ τοῦ Θευ τὴ χάρη. Ἔχοντας ὅλοι κατ’ αὐτὸ τὰ χέρια τεντωμένα, σφοδρά, σφοδρὰ λαχτίζουνε, πλὴν ὄχι σὰν ἐμένα, γιατὶ μὲ βλέμμα, πὤσχισε καὶ μάκρος καὶ σκοτάδι, βλέπω στὴν πλώρη του – ὤ χαρά! – πὤχει γραμμένο: Ἀρκάδι, θαυμάζουν τ’ ἄστρα, ποῦ τὸ φῶς ἀπανωθιό του ἁπλόνουν, κ’ ἐνῷ οἱ καλοί τους κάτοικοι γυρτοὶ τὸ καμαρόνουν, ἀκούω καὶ λένε ἁρμονικὰ σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση: Ὤ! τ’ ὄνομά του ἀθάνατο στὸν κόσμο θέλει ζήσῃ! Πελάγου άντάρα, δύνεται, βόλι ἐχθρικὸ μία μέρα νὰ σοῦ τὸ πάρῃ φθονερά· πλὴν ἀγριο κῦμα ἢ σφαῖρα κἀμμία δὲ θἄχῃ δύναμη τ’ ἄλλο ποτὲ ν’ ἁρπάξῃ, ποῦ τῶν Ἑλλήνων ἡ καρδιαὶς ἔχουν βαθυὰ χαράξῃ. Ὦ Κρήτη, γιὰ τὰ τέκνα σου, ποῦ τώρα σὲ τιμᾶνε, γι’ αὐτά, ποῦ θέλει γεννηθοῦν, ὄνομα τέτοιο θἆναι ἂν καὶ τῆς τύχης ὁ τροχὸς κακὰ καὶ ἀδέξια γύρῃ, κεντρὶ πολέμου ἀπόκρυφο καὶ δόξας φτερνιστῆρι! – Στοχάσου, Μάνθο, ἂν ἡ φωναίς, ποῦ γύρω ἠχολογοῦσαν, τὰ σωθικά μου ἀτάραχα ν’ ἀφήκουν ἠμποροῦσαν! Ἔσκυψα πάλε, ἀνώφελα τὸ μάτι μου ἀπεθύμα νὰ τρέξῃ άκόμα στοῦ καιροῦ τὸ βουρκωμένο κῦμα· μακρυὰ τοῦ κάκου ἐγύρευα νὰ ἰδῶ τὶ τέλος θἄχῃ αὐτὴ τοῦ μαύρου τόπου μας ὴ δοξασμένη μάχη· τοῦ κάκου! – κλάϊματα χαρᾶς ἕνα πυκνὸ μαγνάδι στοὺς ὀφθαλμούς μου ἁπλώσανε· τοῦ κόσμου τὸ σκοτάδι μ’ ἔζωσε πάλε, ἀφίνοντας βαθυὰ στὸ νοῦ μου ἐκεῖνα ποῦ μοῦ ξεσκέπασε ὁ Θεὸς μὲ μία λαμπρή του ἀχτῖνα. Στὸ οὐράνιο φῶς της ἔπαψαν οἱ δισταγμοί, καὶ μόνος μὲς τὴν ψυχή μου ἀπόμεινε – προικιὸ τ’ ἀνθρώπου – ὁ πόνος, ὁποῦ καὶ τώρα, ἐνῷ μιλῶ, μὲ κάνει νὰ δακρύσω γιὰ τὰ κορμιά, ποῦ ἀναίσθητα σὲ λίγο θὰ σκορπίσω. Εἶμαι, παιδί μου, ὁ χωρικός, ὁποῦ βογγάει, θλιμμένος· γιατ’ ἦρθε χρόνος δίσεχτος καὶ μῆνας ὠργισμένος· ὁποῦ, τὴν ὥρα ποῦ ψωμὶ τὸ σπίτι του γυρεύει, μὲ διαλεμένο γέννημα καλὸν ἀγρὸ σπαρμεύει, ἐλπίδα θρέφοντας γλυκειά, βοτάνι τῆς πληγῆς του, νὰ ἰδῇ ‘ς αὐτὸν ὀγλήγορα τὴν εὐλογία τοῦ Ὑψίστου. Τί βλάβει, Μάνθο μου, ἂν ἐγὼ θὲ νἆμαι ‘ς ἄλλο μέρος, σὰν ἀπὸ χέρια ἐλεύθερα γένῃ ἐδῶ κάτου ὁ θέρος! Μήπως τὰ μάτια χαμηλὰ δὲ θὲ βαστάω γυρμένα; Μὴ θεριστὴν ὁλόχαρο δὲ θὲ νὰ ἰδῶ κ’ ἐσένα; Ἄχ! ἂν ξακούσουν οἱ οὐρανοὶ μία δέηση φλογισμένη, ποῦ, τῆς ψυχῆς μου πρόδρομη, τώρα ὣς αὐτοῦ ἀνεβαίνει· ἄν, ὡς παντέχω, εἰρηνικαὶς ἡμέραις θὰ γνωρίσῃς, παρακαλῶ σε, Μάνθο μου, νὰ μὴ μ’ ἀλησμονήσῃς! Σὲ κάθε γάμου σύναξη, σὲ κάθε πανηγύρι, σὰν τῆς χαρᾶς τὸ ξέχειλο κυκλοφοράει ποτῆρι, ἐσύ, τὸ ἐπλίζω, καθιστὸς ἀπάνου στὰ χορτάρια, θὰ τραγουδᾷς τ’ ἀθάνατα τῆς Κρήτης παλληκάρια· ἀλλ’ ὡς γοργὰ τ’ ἀνάβραδο στὰ γονικά σου φτάσῃς, τὰ ὡραῖα ποῦ σὤδωκε ὁ Θεὸς παιδάκια ν’ ἀγκαλιάσῃς, ἂν ὅλα τρέξουν, ἀπὸ σὲ γυρεύοντας κἀμμία, προτοῦ πλαγιάσουν ἥσυχα, ν’ ἀκούσουν ἱστορία, στὴ στιά, μ’ ἐκεῖνα ὁλόγυρα, στὸ πλάϊ τῆς ποθητῆς σου, τοῦ καλογέρου τ’ Ἀρκαδιοῦ τὴν ἱστορία θυμήσου. Σῦρε, ἀκριβέ μου! Ἔχω κι’ ἐγὼ τέκνα πολλά, ποῦ τώρα μὲ ἀναζητοῦν ὁλόψυχα, καὶ νὰ σ’ ἀφήκω εἶν’ ὥρα. Ἀπὸ τὸ δρόμο πὤκαμες ὀπίσω ξαναγῦρε· πρὶν ἥλιος φέξῃ στὰ βουνά, σῦρε, ἀκριβέ μου, σῦρε! – Στὴν κεφαλή μου βάνοντας τὴν ἀνοιχτὴ ἀπαλάμη, μ’ εὐχήθη καὶ ξεκίνησε· πλὴν δύο δὲν εἶχε κάμῃ δύο μοναχὰ πατήματα, ποῦ τὸ στασίδι ἀφίνω, στένομαι ὀρθὸς ἀντίκρυ του καὶ λέω: Μ’ ἐσὲ θὰ μείνω! πῶς εἶχε κἄτι θαυμαστὸ σὲ λίγο ν’ ἀκλουθήσῃ φωνὴ οὐρανοκατέβατη μοῦ τὄχε προμηνύσῃ, καὶ τώρα, πὤφτακα ὣς ἐδῶ καὶ σαστισμένος εἶδα τοῦ θείου σκοποῦ σου ξάστερα κάθε κρυμμένη ἀχτίδα, μὲ σπλάχνος ἄκαιρο μακρυὰ τὸ χέρι σου μὲ σπρώχνει, ὡς ἀπ’ τὸ λύχνο του κἀνεὶς μία πεταλοῦδα διώχνει; Τοῦ κάκου, πίστεψέ μου το, τὰ πατρικά σου χείλη μ’ ὡραῖα, δροσάτα λούλουδα μοῦ τάζουν τὸν Ἀπρίλη· ἐδῶ, στὸ πλάγι σου κοντά, νεκρὸς θὰ πέσω χάμου·στὴ φλόγα ἐδῶ τῆς δόξας σου θὰ κάψω τὰ φτερά μου! Ὄχι τὰ λόγια μοναχά· τὸ πρόσωπο, τὸ μάτι, τὰ σταυρωμένα χέρια μου δὲ νἆχαν βέβαια κἄτι, ποῦ στὸν καλὸν Ἡγούμενο δὲν ἄφηκε κἀμμία, γι’ αὐτὸ ποῦ ‘γὼ ἀποφάσισα, ν’ ἀστράψῃ ἀμφιβολία. Ἔσκυψε ἀγάλια τρεῖς φοραὶς τὸ σεβαστὸ κεφάλι· γιὰ τρεῖς φοραὶς τ’ ἀσήκωσε μὲ θλίψη καὶ μὲ ζάλη· σὰ μάννα σταὶς ἀγκάλαις μου γοργὰ κατόπι ἐχύθη, κ’ ἐκεῖ μὲ κλάϊματα πολλὰ μοῦ πότισε τὰ στήθη. Στὴν οὐρανία τὴν ὄψη του βαστῶντας γυρισμένη, ἀκούω στερνότερα νὰ πῇ: Τὸ θέλημά του ἂς γένῃ! Καί, ἀφοῦ χαμοξεθύμανε τοῦ Εὐλογημένου ὁ πόνος, τ’ ἄλλα του τέκνα πάει νὰ βρῇ, κ’ ἐγὼ ἀπομνήσκω μόνος. Τοῦ δρόμου ὁ κόπος, παύοντας ἡ μέσα τρικυμία, ξάφνου αἰσθητὸς έγίνηκε· ν’ ἀναπαυτῶ εἶχα χρεία· κ’ ἐκεῖ σταὶς πλάκαις ἔπεσα δίχως κἀμμία φροντίδα, τὸν ἥλιο περιμένοντας. Ὤ! πλαγιασμένος εἶδα πῶς μία θεάρεστη βουλή, πῶς μία καλή μας πράξη εἶν’ ἁπαλὸ προσκέφαλο, στρωσίδι ἀπὸ μετάξι. Οἱ ἅγιοι στὰ μάτια μου ὀμπροστὰ σαλεῦαν, ὡς τὰ μέρη ποῦ ἀντιχτυποῦν σὲ πέλαγο σεισμένο ἀπὸ τ’ ἀέρι, καὶ ἀγάλι ‘γάλι ἐσβύστηκαν στὰ ὀνειρεμένα μάγια, ὁπ’ ἄλλη μὤδειξαν μορφὴ σὰν καὶ ταὶς πρώταις ἅγια. Ἤσουν ἐσύ! Τὰ βλέμματα νὰ γύρω δὲν τολμοῦσα στ’ ἀγαπημένα μάτια σου· μὲ φόβο ἐγὼ θαρροῦσα πῶς φλόγαις ἔβγαναν ὀργῆς, τί τἆχα ξαστοχήσῃ, μόλις ἐπῆρα ἐλεύθερος γιὰ τὰ βουνὰ τὴ χύση· πλήν, σὰν ἐζύγωσες ἀργὰ κ’ ἐκάθισες κοντά μου, τὴν ὄψη ἀσκόνω τρέμοντας, ποῦ πρὶν ἐκύταε χάμου, καὶ στὴ δική σου ἕνα γλυκὸ χαμόγελο ξανοίγω, λάμψη τοῦ Κόσμου, πὤπρεπε νὰ μὲ δεχτῇ σὲ λίγο. Δείχνοντας ὅλα σου μ’ αὐτὸ τῆς ὀμορφιᾶς τὰ δῶρα, μοῦ κάνεις: Δὲ σ’ ἀγάπησα ποτέ, ψυχή μου, ὡς τώρα! Μὴν εἶς τὸ δρόμο τῆς τιμῆς ὁλότελα δειλιάσῃς, θυμούμενος τί μὤταξες, προτοῦ νὰ μ’ ἀπαρῃάσῃς· μὲ τόλμη χάραξε στὴ γῆ χνάρια λαμπρά, μεγάλα, καὶ ξέρει ὁ Παντοδύναμος νὰ κατορθώσῃ τ’ ἄλλα. Στὸ νοῦ μου θέλοντας αὐτὰ κατόπι νὰ σφραγίσῃς μοῦ φίλησες τὸ μέτωπο· καί, πρὶν ἀκόμη ἀφήσῃς τ’ ἀνασπασμοῦ σου νὰ γευτῶ τὴν ἄπειρη γλυκάδα, μακρυά μου ἐπῆρες κ’ ἔφυγες μὲ ξένη ὀγληγοράδα, καὶ κάτου σ’ εἶδα τοῦ γιαλοῦ τὴν ἄκρη νὰ περάσῃς καὶ νὰ πατῇς ἀνάλαφρα τὸ κῦμα τῆς θαλάσσης. Γοργὰ στὴ λίμνη, σὰν ἐσέ, θωράει κἀνεὶς νὰ φύγῃ τὸν ἄσπρο κύκνο, πὤδιωξαν βρονταὶς ἀπὸ κυνῆγι. Ἔφευγες, ἔφευγες μακρυά· ‘ς ἐμὲ τὰ μάτια ὀπίσω μ’ ἀγάπη ἐσυχνογύριζες· ἀλλ’ ´αχ! νὰ σ’ ἀκλουθήσω ἢ νὰ σαλέψω ἀπὸ τὴ γῆ πολέμαα στὰ χαμένα, ἐκεῖ τὰ μέλη ἀκούοντας ἀκίνητα, δεμένα. Θαρροῦσα πὤπεσε τρανὸς ἀπάνου μου ἕνας λίθος· μοῦ σφυροκόπουνε ἡ καρδιὰ τὸ πλακωμένο στῆθος, κ’ ἐνῷ τοῦ κάκου ἐγύρευα, γιὰ νὰ σοῦ πάω κατόπι, στὰ πόδια ὁλόρθος νὰ στηθῶ, τ’ ὄνειρο ξάφνου ἐκόπη. Ἀλλὰ πῶς ἤμουν ἔλεγα σὲ πλάνη ἀκόμα ὀνείρου, τ’ ἀβέβαιο μάτι φέρνοντας μ’ ἀνησυχία τριγύρου· ἀκόμα ἐκαρδιοχτύπουνα, καὶ τὸ βαρύ μου σῶμα νὰ ξερριζώσῃ ἀπὸ τὴ γῆ δὲν ἠμποροῦσε ἀκόμα. Φαινότουν πῶς ἀκλούθαε στ’ αὐτιά μου ν’ ἀντηχήσῃ τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας ὁποὖχε μᾶς χωρίσῃ· κ’ ἦταν ἡ θάλασσα τοῦ ἐχθροῦ, ποῦ στ’ ἅγιο περιγιάλι τὸ ρέμα της ἀνέβαζε μὲ ταραχὴ μεγάλη. Ἐννόησα ξάφνου, ἀπ’ ταὶς κραυγαὶς ποῦ μὤφερνεν ὁ ἀγέρας, ποῦ ὴ πρώτη ἀχτῖνα εἶχε φανῇ τῆς ὕστερής μου ἡμέρας, καὶ στὴν αὐλὴ πετάχτηκα, σὰν ἄτι στὸ χορτάρι, μόλις ἀκούσῃ ἀσπέδιστο τὸ φτερωτὸ ποδάρι. Ἐδῶ γυναίκαις, καὶ παιδιά, καὶ προεστοί, καὶ ἀγώρια, στέκοντας ἄλλοι μαζωχτοί, στέκοντας ἄλλοι χώρια, τὴ μαύρη ἀκαρτερούσανε στερνή τους ὥρα, κι’ ὅμως νὰ κάμῃ ἀχνὴ δὲν ἔβλεπα μία μόνην ὄψη ὁ τρόμος. Ἔπνεε τ’ ἀέρι δροσερά· σὲ πλάγια, σὲ πεδιάδαις τὸ φῶς ἀρχίναε κ’ ἔδειχνε λουλούδια, πρασινάδαις, πλῆθος νερά, ποῦ ἀνάβρυζαν ἀπὸ βουνίσιαα βάθη, παντοῦ χαμόγελο ζωῆς – ἀπ’ τὴν ἐλῃὰ στ’ άγκάθι. Τὰ κορφοβούνια, τὰ ριζά, τὰ ὁλάνοιχτα λιβάδια, στὸν ἥλιο ἀργὰ ξεβγαίνοντας ἀπὸ πυκνὰ σκοτάδια, μαγευτικὴ παράστησαν ἀνάστασης εἰκόνα, ποῦ θάρρος νέο μᾶς ἔδωκε γιὰ τὸ στερνὸν ἀγῶνα. Τ’ ἄρματα εἶν’ ἔτοιμα· ἡ καρδιαὶς διπλὴ φοροῦν ἀσπίδα, τὴν Πίστη καὶ τὸν ἔρωτα γιὰ τὴ γλυκειὰ Πατρίδα· ὅταν, ἐκεῖθε ποῦ τοῦ ἐχθροῦ τὸ κῦμα καταρρέει, διαλαλητὴς ἀκούεται, ποῦ διαλαλεῖ καὶ λέει: Ραγιάδες, προσκυνήσετε! Τὴ θύρα τῆς αὐλῆς σας ξεμανταλώσετε γοργά, καὶ χάρισμα ἡ ζωή σας· τί, ἀνίσως τὴν ἀνοίξουνε, καλήτεροί μας φίλοι, τὰ τόπια, ποῦ τὸ Ρέθυμνο μᾶς ἔχει ἀπόψε στείλῃ, ἀπ’ ἄγριο θάνατον ἀργὸ θὰ πᾶτε ὅσοι κι’ ἂν ἦστε· ραγιάδες, κάτου τ’ ἄρματα! Ραγιάδες, προσκυνῆστε! Ἐκεῖ ποῦ πάει καθένας μας νὰ πῇ τὸ λόγο πὤχει στὴν ἄκρη ἀπὸ τὰ χείλη του, βροντοφωνῶντας: Ὄχι! Μὲς τὴν αὐλὴ κι’ ὁ Ἡγούμενος ἀγάλια κατεβαίνει, μὲ μία σημαία στὸ χέρι του καὶ μ’ ὄψη πυρωμένη, ὅπου, πρὶν στάχτη τὸ κορμὶ σὲ λίγο καταντήσῃ, ἡ ἀθανασία τὸ φέγγος της ἐπρόλαβε νὰ χύσῃ, βουβὸς κινάει· σοῦ φαίνεται πῶς ἡ λαμπρή του ἰδέα γιὰ σάρκα ἐπῆρε καὶ μορφὴ τὴν ἐθνικὴ σημαία· αὐτήν, ὁποῦ κατάγναντα στὸ φῶς ποῦ τὴ χρυσόνει, καὶ τὸ γλαυκὸν αἰθερα της καὶ τὸ Σταυρὸν ἁπλόνει. Ἐπέσαμ’ ὅλοι καταγῆς· κ’ ἐνῷ μᾶς εὐλογοῦσε μὲ τὸ δεξῖ ὁ τρισέβαστος, κἀνεὶς δὲν ἀγροικοῦσε τί λόγια στὸ κεφάλι μας τ’ ἁγνά του χείλη ἐκρέναν, τόσαις ἡ κλάψαις ἤτανε, ποῦ ταὶς καρδιαὶς ἐβγαῖναν. Γιὰ λίγο ἀκράτητα κ’ ἐγὼ σὰν καὶ τοὺς ἄλλους κλαίω· μὲ μιᾶς ὁλόρθος ἔπειτα σηκόνομαι καὶ λέω: Ἐμεῖς δακρύζομε, ἀδελφοί, καὶ ὁ Μουσταφᾶς ὡστόσο δειλὴ προσμένει ἀπόκριση. Θὰ πάω νὰ τοῦ τὴ δώσω. Ρίχνομαι ὁλόγοργα· φιλῶ τ’ ἅγιου Πατρὸς τὸ χέρι, καί, τὴ σημαία φουχτόνοντας, πετάω σὰν τὸ ξεφτέρι· σὲ κἄτι λίθους, ποὔτανε στὴ θύρα ὀμπρὸς βαλμένοι σὰ μία μεγάλη τροχαλιά, τὸ πόδι μου ἀνεβαίνει· εὔκολα ἐκεῖθε στὴν κορφὴ τοῦ τοίχου σκαρβαλόνω· θωράω τὸ μισοφέγγαρο, καὶ τὸ Σταυρὸ στηλόνω. Στὴ μία μεριὰ σηκόνεται κραυγὴ χαρᾶς μεγάλη· πολλὰ τουφέκια ρίχνοντας οἱ Τούρκοι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τρυποῦν τὸ φλάμπουρο, ἀλλ’ αὐτὸ στημένο μνήσκει ἀκόμα σὰ λαβωμένος ἥρωας, ποῦ δὲ λυγάει τὸ σῶμα. Ἄσειστος ἔμεινα κ’ ἐγώ. Τὰ βόλια ὁλόγυρά μου βροχὴ θανάτου ἐμοιάζανε κ’ ἐσφύριζαν στ’ αὐτιά μου· γιὰ κάθε χίλιαις τουφεκιαίς, ποῦ μὲ τυφλὴ μανία οἱ ἐχθροὶ στρατιώταις ἔρριχναν, ἀποκρινότουν μία. Ὢ μὴν ἀχνίσῃς, Εὐδοκιά! Μήτε ἡ χαρὰ τοῦ γάμου τέτοια ἡδονὴ θὰ ἠμπόρουνε νὰ δώσῃ στὴν καρδιά μου. Δὲν ἤμουν τότες ὁ ραγιᾶς, ποῦ κάθε ὀργὴ καὶ θλίψη γιὰ τὰ κακὰ τοῦ τόπου του πολέμαε ν’ ἀποκρύψῃ· ποῦ τὴς πατρίδας τ’ ὄνομα νὰ μουρμουρίσῃ ἀνθρώπου μόλις ἐκόταε, τρέμοντας τ’ αὐτιὰ τοῦ κατασκόπου· ἐκεῖ, στὴν ὄψη τ’ οὐρανοῦ, ‘ς αὐτὸ τὸν τοῖχο ἀπάνου, ψηφῶντας λίγο τ’ ἄμετρα κοπάδια τοῦ τυράννου, δυνόμουν ἄφοβα νὰ πῶ, γερὰ νὰ ξεφωνήσω: Ἢ θὰ πεθάνω ἐλεύθερος, ἢ ἐλεύθερος θὰ ζήσω! – Πῶς μοῦ φαινότουν ὀκνητὸ καὶ ἀνώφελο τὸ χέρι γιὰ νὰ τραβήξῃ ὡς ἔπρεπε καὶ ἀφανισμὸ νὰ φέρῃ! Ἄχ! ἐποθοῦσα, βλέποντας τόσο ἐχθρικὸ τουφέκι, τὸ μῖσος ποῦ μ’ ἐφλόγιζε νὰ γένῃ ἀστροπελέκι! Σὲ τέτοια μέθη τῆς καρδιᾶς ἤθελε ὀμπρός πηδήσω, ἂν ἕνας χεροδύναμος δὲ μ’ ἄδραζε ἀπ’ ὀπίσω· κ’ ἦταν ὁ Ἡγούμενος, ποῦ ἐκεῖ νεκρὸς ἐπῆε νὰ πέσῃ, γιὰ νὰ μέ βγάλῃ, ὁ σπλαχνικός, ἀπὸ μία τέτοια θέση. Τὸν εἶδαν οἱ θεόργιστοι, καὶ τ’ ἄρματά τους ὅλοι μὲ βία μεγάλη ἀδειάσανε. Τοῦ τόπου τούτου οἱ θόλοι δὲν ἀντιβούϊσαν μοναχὰ στὸ βρόντο ἀπὸ ταὶς σφαίραις, ἀλλὰ βρισιαὶς γιομίσανε, βλαστήμιαις καὶ φοβέραις. Μὲ τέτοια λόγια οἱ Δαίμονες θὰ ἐσκούξανε, τὴν ὥρα ποῦ τοῦ Θανάτου ὁ Νικητὴς ἐπῆε στὴ μαύρη χώρα· καὶ τότες ὁποῦ, φεύγοντας ἀπὸ μαυρίλα τόση, τὸν ἀκλουθοῦσαν ἡ ψυχαίς, ποὖχεν ὁ Θεῖος λυτρώσῃ. Σκοπὸς οὐράνιος ἔπρεπε τὸ τέλος του νὰ λάβῃ· γιὰ τοῦτο ἐκατεβήκαμε δίχως κἀμμία μας βλάβη, σὰν ὀμπροστά μας τὰ φτερὰ νἆχαν ἁπλώσῃ τότες, μέσ’ ἀπὸ τ’ ἄστρα φτάνοντας, δύο τοῦ Θεοῦ στρατιώταις. Συνῆρθε ὡστόσο κάθε νοῦς, ὁποῦ τὸν εἶχε ἁρπάξῃ τὸ τολμηρό μου ἀνέβασμα καὶ τοῦ Ἡγουμένου ἡ πράξη, κ’ οἱ ἀντρεῖοι παλληκαράδες μας, καθὼς ὁρμάει τὸ βόλι, ὁρμητικὰ χυθήκανε σταὶς πολεμίστραις ὅλοι· ἀγκαλὰ κ’ ἦταν λιγοσταίς, τῶν τουφεκιῶν ὁ κρότος καθόλου δὲν ἐσίγουνε. Τραβάει – κ’ εὐθὺς ὁ πρῶτος τὴ θέσην, ὁποῦ εὐτύχησε νὰ πιάκῃ στὴν ὁρμή του, παραχωράει τοῦ δεύτερου, καὶ ὁ δεύτερος τοῦ τρίτου. Ποσῶς δὲ στέκουν ἄνεργα τὰ χέρια τὰ γυναίκεια· ἀντὶς ἀπ’ ἄνθια, ὡς μία φορά, δίνουν αὐτοῦ φουσέκια, ἐνῷ τὰ μάτια, ὅθ’ ἔλεγες πῶς ἡ ψυχή ἀνθολόγα κάθε γλυκό της αἴσθημα, πολέμου ανάφτουν φλόγα. Φαίνετ’ ὁ Ἡγούμενος παντοῦ· μὲ πόδια φτερωμένα σὲ κάθε μέρος χύνεται· δὲν εἶναι σὲ κἀνένα· κ’ ἐκεῖ ποῦ δίνει συμβουλαίς, κ’ ἐκεῖ ποῦ θάρρος δίνει, καὶ σὰν ὀμπρὸς τὸ γόνα του στὸ μετερίζι κλίνει, μία τόση ἀπὸ τὸ πρόσωπο σοῦ δείχνει ἀταραξία, ποῦ λὲς καὶ κάνει ὁ σεβαστὸς τὴν ἄμωμη θυσία. Οἱ Τούρκοι, ὁπ’ ἄλλη δύναμη δὲ νοιώθουν, παρ’ ἐκείνη ποῦ ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς καὶ στὰ σκουλήκια δίνει, μὲ τὴ δική μας παίζοντας, χωρὶς νὰ μᾶς θωροῦνε, λιανὸ μολύβι, ἀδιάκοπο ψηλὰ ξερνοβολοῦνε· λιανὸ μολύβι, ποῦ μακρυὰ νὰ πέσῃ πάει καὶ μοιάζει δαρμένο ἀπὸ τὸν ἄνεμο πυκνότατο χαλάζι. Παύουν σὲ λίγο οἱ κρότοι τους· ὅλα σιγοῦν τὰ χίλια, ὁποῦ τοῦ κάκου ἐπέφτανε, μηλιόνια, καρυοφύλλια. Τί νἆναι! ἀμέτρητοι ρωτοῦν. – Ἂν ἤθελε ἠμπορέσῃ τὸ κρύο τοῦ φόβου μέσα μας καθόλου νὰ χωρέσῃ, μία τέτοια πέρα ἐγίνηκε σιγὴ ἀπὸ κάθε ἀντάρα, ποῦ θὰ προξέναε καὶ ‘ς ἑμᾶς θανάσιμη τρομάρα. Λειψανεμιὰ φαινότουνε, ποῦ προμηνάει μεγάλη στὸ πλοῖο ποῦ σχίζει τὰ νερὰ φριχτὴ θαλασσοζάλη· γι’ αὐτὸ ἐδῶ μέσα ὁ ναύκληρος τὸν οὐρανὸ ξετάζει, καὶ ἀπὸ γυναίκαις καὶ παιδιὰ τὸ περιαῦλι ἀδειάζει. Ἀκούεται ξάφνου μία φωνή, καί, μόλις ἀγροικιέται, τὸ πρῶτο ἀστραποπέλεκο τοῦ κανονιοῦ πετιέται, ὁποῦ χτυπάει κατάπυργα καί, δίχως νὰ περάσῃ, χαλάστρα κάνει καὶ σεισμὸ στὸ μέρος ποὖχε φτάσῃ. Πλὴν ἄλλη σφαῖρα ὁλόγοργα τὴν πρώτη πάει καὶ σμίγει· ἀπ’ τὰ θεμέλια ὣς τὴν κορφὴ τὸ μέρος ἴδιο ἀνοίγει, καί, καθὼς ηὗρε ὀπίσω του πέντ’ ἕξι ἀρματωμένους, ἐκεῖ σωρὸ τοὺς ἄφηκε νεκροὺς ἢ λαβωμένους. Πολλοὶ δικοί μας κατ’ αὐτοῦ πηδοῦν, καὶ ἀκαρτεροῦνε μὴν ὅθε ὁ πύργος ἔχασκε τ’ ἄγρια σκυλλιὰ διαβοῦνε· δὲν ἦταν ὅμως πέρασμα γιὰ ρογιασμένο ἀσκέρι, ποῦ στιὰ νὰ ρίξῃ ἀκλούθουνε ‘ς αὐτὸ καὶ ‘ς ἄλλα μέρη. Ἔτρεχαν αἵματα πολλὰ μὲς τ’ ἅγιο μοναστῆρι, ἀλλὰ μακρυὰ κ’ οἱ βάρβαροι δὲν εἶχαν πανηγύρι· μὲ ὀργὴ παραπατούσανε σὲ πορφυρένιαις γλίστραις, τὶ νέαις αὐτοὶ μᾶς ἄνοιξαν τριγύρου πολεμίστραις. Ἐκορυφώθη τέτοια ὀργή, χωρὶς ν’ ἀποτυφλώσῃ, καθὼς καὶ τ’ ἄλλα πνεύματα, τοῦ Μουσταφᾶ τὴ γνώση, ποῦ σκούζει τὴν αὐλόθυρα γοργὰ νὰ ρίξουν κάτου, μόνον ἐκεῖ τὰ στόματα γυρνῶντας τοῦ θανάτου. Ἐκεῖ ποῦ κάθε σύνεργο ξολοθρεμοῦ κινοῦσε, κ’ ἡ γῆ ὁχ τὸ βάρος ἔτρεμε καὶ ἀπὸ βαθυὰ βογγοῦσε, ἀζάλιστος ὁ Γαβριὴλ στὴ ζάλη τέτοιου κρότου, μαζόνει αὐτοὺς ποῦ γνώριζαν τὸ μέγα μυστικό του, καί, σὰ μᾶς εἶδε ἀνάμερα, στοὺς ἄλλους, που συφταίνει καὶ κράζει ὁλοῦθε γύρω του, τὰ λόγια τοῦτα κρένει: Σκορπῆστε, ἀδέλφια, στὰ κελλιά! Παιδιά, γυναίκαις, γέροι ἐκεῖ βοήθεια καρτεροῦν ἀπ’ τὸ γενναῖο σας χέρι· πλήν, ὅσο ἐμεῖς τὸ χείμαρρο τοῦ ἐχθροῦ θὲ νὰ βαστοῦμε ξεμακρυσμένον ἀπὸ σᾶς, κ’ ἐδῶ θὰ πολεμοῦμε, μὴ τὴ φωνὴ κἀνένας σας ἀκούσῃ τῆς ψυχῆς του καὶ ρίξῃ βόλι ἀπὸ ψηλὰ, γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Ὑψίστου! Ἀλλὰ νὰ φύγῃ κάμετε κρυφὰ ὀχ τ’ ὀπίσω μέρος κάθε γυναῖκα καὶ παιδὶ καὶ ἀσθενισμένος γέρος, καὶ βγῆτε σύγκαιρα καὶ σεῖς, γιὰ μάχη ἑτοιμασμένοι,ἄν, τὴ φυγή σας βλέποντας, χουμήσουν οἱ ὠργισμένοι! Τοῦ κάκου αὐτοὶ παρακαλοῦν, τοῦ κάκου γονατίζουν, θαρρεῖς ποῦ τὸν ἀπόκρυφο σκοπό του ξεχωρίζουν, κ’ οἱ μεγαλόψυχοι γι’ αὐτὸ σὰ διακονιὰ γυρεύουν τὴν ἴδια τύχη ναὔρουνε, ποῦ κἄπως προμαντεύουν. Τοῦ κάκου κλαῖνε· ἀσάλευτος ὁ Εὐλογημένος μνήσκει, καὶ τόση δύναμη φωνῆς καὶ τέτοια λόγια βρίσκει, ποῦ ἐδῶθε φεύγουν ὅλοι τους, θλιμμένοι, ἀγάλια ‘γάλια, μὲ ταπεινὰ ματόφυλλα καὶ μὲ σκυφτὰ κεφάλια. Ποτὲ σὲ ἀνθρώπου μέτωπο μὲ δάφνη στολισμένο τῆς Δὸξας δὲν ἐφάνηκε τὸ φῶς περιχυμένο, σὰν εἰς αὐτά, ποῦ γέρνανε τοῦ πόνου ἀπὸ τὸ βάρος, γιατὶ δὲν τὰ στεφάνονε μίαν ὥρα πρῶτα ὁ Χάρος. Μόλις ὁ Ἡγούμενος μακρυὰ τοὺς εἶχε προβοδήσῃ: Τρεχᾶτε! φώναξε, κ’ ἐδῶ, χωρὶς ν’ ἀργοπορήσῃ, κοντά, κοντὰ μᾶς ἔστησε στὸ ἀθάνατο κελλί του, τοῦ Τούρκου ν’ ἀποκρούσωμε τὴν πρώτη ὁρμὴ μαζί του. Καὶ μὴ δὲν ἤτανε καιρός; – Ἡ Κόλαση βροντοῦσε στὴ θύρα τῆς Παράδεισος. Πότε βαρυὰ χτυποῦσε τὰ μαρμαρόχτιστα πλευρά, καὶ πότε πέρα πέρα, τρυπῶντας τὰ θυρόφυλλα, μὲ ὁρμὴ πετοῦσε ἡ σφαῖρα, ποῦ, ἐνῷ τὸ δεύτερο φραγμὸ πάει τῆς λιθιᾶς καὶ δέρνει, μακρυὰ πολὺ τὰ χώματα καὶ τὰ κοντράκια σπέρνει. Ἔτρεμαν ὅλα· μοναχά, στὴ γενικὴν ἀντάρα, ἐδῶ ἡ ψυχαὶς ἀπόμνησκαν δίχως κἀμμία τρομάρα· ὡς ταξειδιάρικα πουλιά, σὲ βράχο καθισμένα, ποῦ δὲ φοβοῦνται, ἂν αγροικοῦν τὰ κύματα ὠργισμένα, τὶ ξέρουν ποῦ ἡ φτεροῦγα τους γοργὰ θὲ νὰ τὰ φέρῃ ὅπου εἶν’ ἡ γῆ ἀνθοστόλιστη καὶ γλυκοπνέει τ’ ἀέρι. Ἡ θύρα ὡστόσο ἐκόντευε στὴ γῆ νὰ πάῃ κομμάτια, κ’ εἴχαμε πάντα κατ’ αὐτοῦ γυρμένα ἐμεῖς τὰ μάτια, ποῦ δὲ σπαρνοῦσαν βλέφαρο, καὶ ἀπὸ τὸ φῶς τους μία, μία μόνη ἐσπιθοβόλουνε μεγάλη ἐπιθυμία· νὰ πέσῃ ὁλόβολη μὲ μιᾶς· γιουροῦσι ἐδῶ νὰ γένῃ· γιὰ μία στιγμὴ τὴν ὄψη μας νὰ ἰδοῦν οἱ ἀφωρεσμένοι, καὶ πλῆθος τούρκικα κορμιά, πρὶν γένουν ἄλλα στάχτη, στὸ διάβα ποῦ θ’ ἀνοίξουνε μία νέα νὰ κάμουν φράχτη. Ξακούετ’ ὁ πόθος μας· ἰδού! πυροβολοῦν ἀκόμα τοῦ ἀφανισμοῦ τὰ σύνεργα, καί, ὡς λαβωμένο σῶμα, ξεγέρνει ἀντάμα τὸ δεξὶ μὲ τ’ ἄλλο παραστάρι, καὶ χάμου τῆς αὐλόθυρας βροντάει τ’ ἀπομεινάρι! Μεγάλο σκούξιμο χαρᾶς, γιὰ τέτοια νέα χαλάστρα, ἐξέσυραν οἱ Ἀγαρηνοί, κ’ ἣθελε φτάκῃ ὣς τ’ ἄστρα, ἀνίσως καὶ τὴν ἄναντρη κραυγὴ τῆς βαρβαρότης δὲν εἶχε ἡ Κόλαση δεχτῇ σὰ γέννημα δικό της. Στιγμὴ κἀμμια δὲν ἄργησε τ’ ἀσκέρι ὀμπρὸς νὰ τρέξῃ κατὰ τὸ ξέφραγο τσ’ αὐλῆς· ἀλλά, προτοῦ πέντ’ ἕξι, στὸ δρόμο ποῦ μᾶς χώριζε, πέντ’ ἕξι ὀργυιαὶς νὰ κάμῃ, ὡς παγωμένο ἐστάθηκε μακρύπλατο ποτάμι τὶ ἐδῶθε μέσα μία φωνὴ δὲν ἔφτακε ν’ ἀκούσῃ· ἐχθρὸς δὲν ἀντιβάδιασε τ’ ὁρμητικὸ γιουροῦσι, κ’ ἐφανταζότουν ποῦ ἡ Σιωπή, σὰν ἕνα ξένο πλάσμα, τρόμο θανάτου ἐσκόρπουνε τοῦ πύργου ἀπὸ τὸ χάσμα. Πλὴν κάθε φόβου δισταγμὸ ξάφνου ὁ θυμὸς νικάει, καὶ γνέφι αἱματοχρώματο στὰ μάτια τους περνάει· ξαναπηδοῦν· ζυγόνουνε· τὰ βόλια μας σφυρίζουν· στὴν ἀνεπάντεχη φωτιὰ χλωμοὶ καὶ κρύοι ποδίζουν, ἐνῷ στὰ ρέπια ἐκεῖ τῆς γῆς τ’ ἀποσυρτό τους ρέμα ἀφίνει τετραπάνωτα νεκρὰ κουφάρια κ’ αἷμα· ὣς ἄγριο κῦμα φουσκωτό, ποῦ σκάει στὸ περιγιάλι, μ’ ἕνα γοργὸ ξανάρεμα τραβιέται ὀπίσω πάλι, στὸν ἄμμο ἀπάνου τοῦ γιαλοῦ, στὴν ξέρα, στὰ χαλίκια πολὺν ἀφρὸ ἀπαρῃάζοντας καὶ σωριασμένα φύκια. Στέκουν γιὰ λίγο, ἀλλὰ μὲ μιᾶς τὴ χύση ξαναδίνουν, καὶ πάλε, ἀπομακραίνοντας, θροφὴ κοράκου ἀφίνουν· πρὶν ὅμως ἔβγῃ ὁ λογισμὸς τοῦ φόβου ἀπὸ τὴ ζάλη, καὶ νὰ μετρήσουν φτάκουνε μία τόσο ἀνόμοια πάλη, ὁ ρασοφόρος ἀρχηγὸς οὔτε στιγμὴ δὲ χάνει, ἀλλὰ στὸ διάπλατο κελλὶ νὰ ὁρμήσωμε μᾶς κάνει, καί, σὰν ἀπ’ ὅλους ἔρημος ὁ τόπος παραιτιέται, στερνὸς ἐκεῖθε φεύγει αὐτός, κ’ ἡ θύρα ὀπίσω κλειέται, ἀκόμα λίγο ἂν ἄργουνε, δυνότουν ἡ γενναία θεοτική του ἀπόφαση νὰ μείνῃ στεῖρα ἰδέα· γιατὶ δὲν εἴχαμε καλὰ μὲς τὸ κελλί του φτάσῃ, ὁποῦ μ’ ὁρμὴ ἀχαλίνωτη, στ’ ἄγριου θυμοῦ τὴ βράση, ἀδρασκελῶντας τὰ κορμιὰ καὶ ὅσ’ ἄρματα εἶχαν σπείρῃ, πελάγωσαν οἱ ἀκάθαρτοι τ’ ὰγνό μας μοναστῆρι. Ὤ! σὲ ποιὸ κάστρο ἀπάτητο, ποῦ ξάφνου ἐπαραδόθη, τέτοια χαρμόσυνη κραυγὴ στ’ ἀέρι ἀνασηκώθη, σὰν ταὶς μεγάλαις χλαλοαίς, ὁποῦ ξεράσαν τότες ἀπὸ τὰ αἰσχρὰ λαρύγγια τους οἱ βάρβαροι στρατιώταις; Ἐτραγουδοῦσαν, ἔσκουζαν, ἐπροξενοῦσαν φρίκη… Ποτέ τους ἐνδοξότερη νὰ μὴ γνωρίσουν νίκη! Στὰ παρεθύρια ὡστόσο ἐμεῖς γονατιστὰ βαλμένοι, κατὰ τ’ ἀσκέρι τῶν ἐχθρῶν, ὁπ’ ὅσο πάει πληθαίνει, πυκνὸ μολύβι ἐρρίχναμε σὲ ἀγνώριστο σημάδι, τραγούδια κάνοντας πολλὰ ν’ ἀποσωθοῦν στὸν Ἅδη. Δὲν εἶχεν ὅμως δύναμη καὶ τὸ συχνό μας βόλι νὰ κράξῃ γύρωθεν ἐδῶ τὴν προσοχή τους ὅλη, ἀνίσως πρὶν ὁ Ἡγούμενος ἀπὸ ‘να παρεθύρι ὁλόρθος δὲν ἐπρόβαινε λόγια ὡς αὐτὰ νὰ σύρῃ: Ζυγῶστε. ἂν ἔχετε καρδιά! Σᾶς εἶπε ἀλήθεια ἡ φήμη πῶς μαζωμένο βρίσκεται χρυσάφι ἐδῶ καὶ ἀσῆμι· ἀλλ’ εἶμαι φύλακας ἐγὼ στὸ ἀμέτρητο λογάρι, μήτε, ὅσο ζῶ, σκυλλότουρκοι, κἀνεὶς θὰ μοῦ τὸ πάρῃ! Μὲ μιᾶς πετοῦν ἀνάερα βόλια ἐχθρικὰ περίσσα, τὶ τοὺς ἀπίστους ἃναψε μία τέτοια ὀργὴ καὶ λύσσα, ποῦ, γιὰ νὰ πνίξουνε γοργὰ ταὶς μισηταὶς φοβέραις, θαρρῶ πῶς καὶ τὰ μάτια τους ἤθε νὰ κάμουν σφαίραις. Ἀλλ’ οἱ ὠργισμένοι, βλέποντας ποῦ ὀμπρός τους πλειὰ δὲν ἔχουν τέτοιο κυνῆγι ποθητό, κατὰ τὴ θύρα τρέχουν· λὲς καὶ ταράζει μία ψυχὴ τ’ ἄπειρου ἐχθροῦ τὰ μέλη· σωρὸ ἀπὸ σφήκαις μοιάζουνε, ποῦ ὁρμοῦν ‘ς ἕνα κυψέλι. Τοῦ κάκου σβυοῦνται γιὰ πολλοὺς τοῦ θείου φωτὸς ἡ ἀχτίναις, τὶ τρέχουν ἄλλοι καὶ χτυποῦν μὲ πέτραις καὶ μ’ ἀξίναις, καὶ πάντα σκούζουν, ἀπὸ ἀφρὸ γιομίζοντας τὰ χείλη: Γιὰ λίγο ἀκόμα κρύβεσαι, γκιαοὺρ Χατζῆ-Γαβρίλη! – Σὲ τόση ἀντράλα ταραχῆς ἀκούω σὰν τ’ ὄνομά μου· στρωνάω, καταπῶς ἤμουνα γονατισμένος χάμου, καὶ τὸν Ἡγούμενο θωρῶ. – Δαυλὶ ἀναμμένο ἐκράτει, ποὺ τόσο δὲν ξεσπίθιζε σὰν τοῦ γενναίου τὸ μάτι, γιατὶ τὸν εὕρηκε πικρό, φαρμακωμένο βόλι καὶ ἀπὸ τὴν ὄψη του ἡ ζωὴ ‘ς ἐκεῖνο ἐπῆγεν ὅλη. Χλωμός, χλωμὸς ἐτρέκλιζε, κ’ ἤθελε πέσῃ κάτου, ἀνίσως καὶ δὲν ἔτρεχα σὰν ἀστραπὴ κοντά του· τὸν ἀνασήκωσα, κ’ εὐθὺς τὸν ὦμο αὐτὸς μοῦ ἀδράχτει καί, δείχνοντας τὸν ἀνοιχτὸ τοῦ πάτου καταρράχτη: Προτοῦ, μοῦ λέει, στὸ σῶμα μου ν’ ἀδειάση κάθε φλέβα, βόηθα τ’ ἀδύνατο πλευρό· μαζί του ἐκεῖ κατέβα. – Μὲς τὸ χαμῶι σὰν ἔφτασα, καί, ὡς μοὖχε παραγγείλῃ τ’ ἅγιο κορμί του ἀπόθωκα σὲ μαρμαρένια στήλη, ἔμεινα ἀκίνητος, βουβός· μὲ μία μεγάλη φρίκη ἀργὰ τὰ μάτια ἐγύρισα στὴν μαύρην ἀποθήκη· ἄχ! μ’ ἐπλακόνανε βαρυὰ τοῦ τόπου τὰ σκοτάδια, καὶ ὁ νοῦς μου ἀποχαιρέτουνε πέλαο, βουνά, λαγκάδια, ὅλα τὰ ἐλεύθερα πουλιὰ στ’ ἀέρι σκορπισμένα, ταὶς αὔραις ὅλαις τ’ οὐρανοῦ, τὸ φῶς τοῦ ἡλίου κ’ ἐσένα. Γιὰ μία στιγμή, ποῦ διάβηκε σὰν ἀστραπῆς ἀχτίδα, τὰ χρυσωμένα ὀνείρατα τῆς εὐτυχιᾶς μας εἶδα, καὶ νὰ προφέρω ἤμουν σιμά, στοῦ νοῦ μου τὴν ἀντάρα, γι’ αὐτοὺς ποῦ μοῦ τὰ σβύνανε μία τρομερὴ κατάρα. Πλήν, στὸν Ἡγούμενο μὲ μιᾶς γυρίζοντας τὸ βλέμμα, ἐκεῖ ποῦ ὀρθὸς βαστιώτανε κ’ ἦταν γιομάτος αἷμα, ἐκεῖ ποῦ ὡς Μάρτυρας ψηλὰ κατὰ τὰ θεῖα λημέρια τὸ λογισμό του ἀσήκωνε, τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια, τὴ γῆ ξαστόχησα γοργὰ καὶ κάθε της ἀγῶνα, μὲ συντριβὴ λυγίζοντας, ὁ ἁμαρτωλὸς, τὸ γόνα. Στὸ θεῖο, χλωμό του πρόσωπο δίχως νὰ πνέω τηροῦσα, κ’ ἐνῷ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς τὸν οὐρανὸ ἀγροικοῦσα, χουμοῦν ἀπάνου οἱ δαίμονες· τὰ πάντα πλημμυρίζουν· σφαγὴ ἀρχινοῦν ἀλύπητη, καὶ σὰ θεριὰ μουγγρίζουν. Ὤ! δὲν τοὺς ἄκουσα πολύ! – Τὸ εὐλογημένο χέρι στὴν κεφαλή μου ὁ Σεβαστὸς δὲν ἄργησε νὰ φέρῃ, καί, σὰ μ’ εὐχήθη, τ’ ἄλλο του ποῦ τὸ δαυλί φουχτόνει, στὴ μαύρη εὐθὺς κατέβηκε θανατηφόρα σκόνη. Σύγνεφο μέγα, φλογερὸ καὶ ἀπὸ βροντὴ γιομάτη σὲ ἀνοιγοσφάλισμα ὀφθαλμοῦ μᾶς ἅρπαξε άπὸ κάτω, κ’ ἐδῶ γοργὰ ξανάπεσε κάθε ζεστὸ λιθάρι, ὁποῦ μ’ ἐμᾶς τὸ σκάσιμο τοῦ λαγουμιοῦ εἶχε πάρῃ. Ἀλλὰ βαθυά, πολὺ βαθυά, μὲ τὴν ὁρμὴ τὴν ἴδια, μαύραις τῶν Τούρκων ἡ ψυχαίς, ὡσὰν τ’ ἀποκαΐδια, ‘ς ἄγριο σκοτάδι ἀκούσαμε νὰ βυθιστοῦν, καὶ ἀκόμα θυμοῦ βλαστήμιαις εἴχανε στὸ κολασμένο στόμα. Σὰν ἡ φωτιά, ποῦ μέσα της μᾶς εἶχε ξάφνου ἁρπάξῃ, γύρω ἐλαγάρισε ἀπ’ αὐτούς, τὰ ψήλου ἐπῆε ν’ ἀράξῃ, κ’ ἐκεῖ, καταπῶς ἄνοιξαν ὅλα τὰ οὐράνια βάθη, μὲ βία στὴ μάννα τοῦ φωτὸς μᾶς ἔρριξε κ’ ἐχάθη. Πῶς, Εὐδοκιά μου, νὰ σοῦ πῶ τί μὲ τοὺς ἄλλους εἶδα στὴ νέα ποῦ μᾶς ἐδέχτηκε παντοτεινὴ Πατρίδα; Δὲν ἔχεις χρεία τ’ ἀπόκρυφα τοῦ κόσμου νὰ γνωρίσῃς, ὅπου σὲ λίγο ἀθάνατη κ’ ἐσὺ θὰ κατοικήσῃς. Τί τρέμεις; – Ἂν ἡ δάφνη μου τόσο δειλὴ σὲ κάνει, θὰ βγάλω ἀπὸ τὸ μέτωπο τῆς δόξας τὸ στεφάνι· πόσο εἶν’ αὐτὸ λαμπρότερο, ποῦ τὰ πολλά σου πάθια γύρω στὰ ὁλόχρυσα μαλλιὰ σοῦ ἐπλέξαν ἀπὸ ἀγκάθια! Καὶ ἀκόμα πάσχεις, ἡ φτωχή! Τὸ βλέπω – ἀπάνου κάτου σὰν κῦμα πάει τὸ στῆθος σου μὲ λεχασμὸ θανάτου· ἀγκαλὰ πνεῦμα ἐγὼ γυμνό, τὴ λάβρα σου ἀγροικάω, σπαρνῶ μ’ ἐσένα ὁλόβολος, μ’ ἐσὲ ψυχομαχάω· μήτε βαραίνω, ἀγάπη μου, σὲ τέτοιαν ἀγωνία, μ’ αὐτὸ τὸ δύστυχο κορμί, ποῦ τοῦ κακοῦ εἶν’ αἰτία· χίλια γλυκὰ φιλήματα θὰ σκύψω νὰ τοῦ δώσω, καὶ θὰ τὸ κλάψω σὰν θνητὸς – τ’ ἀγάπουνα ἐγὼ τόσο! Ἄχ! ὅταν πέσῃ καταγῆς ἀναίσθητο καὶ κρύο, μαζί, σὰν ἀπὸ μέσα του, ψυχαὶς θὰ φύγουν δύο. Γιὰ λίγο ἀκόμα, καὶ ὁ Θεὸς ἀπάνου θὰ μᾶς κράξῃ. Τ’ ἀστέρια, ἰδές, ἀχνίζουνε, κοντεύει νὰ χαράξῃ! Τί κλαῖς; Γιατὶ τὰ μάτια σου πέρα καρφόνεις πέρα; Ἄχ! τὴ φωλιά σου ἀγνάντεψες, λευκή μου περιστέρα! Ἐκεῖ χαραὶς καὶ βάσανα δεμένη τὴν καρδιά σου ἔχουν μὲ μάγια δυνατά! Μὴ θλίβεσαι· ἀφοκράσου! Τί θὲ νὰ ἰδῇς ἀνέλπιστα μὲς τὴν αἰώνια χώρα κρυφὸ τὸ βάσταα· νὰ σ’ τὸ πῶ σὺ μ’ ἀναγκάζεις τώρα· γοργότερα τὸ πνεῦμα σου τοῦτο ψηλὰ θὰ γύρῃ καὶ θὰ γλυκάνῃ τὸ στερνὸ τῆς θλίψης σου ποτῆρι. Ἄκου, Εὐδοκιά! – Σὰν ἔπαψαν στὸ οὐράνιο περιγιάλι τοῦ φτάσιμού μας ἡ χαραὶς – ὠιμέ! – τὰ μύρια κάλλη, ποῦ μ’ ἕνα βλέμμα ἐξάνοιξα τριγύρου σκορπισμένα, χλωμὰ καὶ κρύα μοῦ φάνηκαν, θυμούμενος ἐσένα. Ἐπῆρα δρόμο μακρυνό. Σὰν πότε θὰ σὲ φέρῃ στὴν ἀγκαλιά μου ὁ Θάνατος ρωτοῦσα κάθε ἀστέρι, καὶ ὀμπρὸς ἀπέρναα κ’ ἔκανα σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση τὸ ἀγαπητό σου τ’ ὄνομα γλυκὰ νὰ ἠχολογήσῃ. Σὲ πλάγι οὐράνιο, ποῦ ψυχὴ δὲν ἤτανε κἀμμία, θλιμμένος χάμου ἐκάθισα. Στὴ μοναξιὰ τὴ θεία τὰ πρῶτα τῆς ἀγάπης μας εὐτυχισμένα χρόνια μοῦ φτερουγιάζανε ὀμπροστά, σὰν τόσα χελιδόνια. Στὰ μέρη, ποὖχαν μᾶς ἰδῇ τόσαις φοραὶς ἀντάμα, ὁ νοῦς μου ξαναγύριζε – κ’ ἰδὲς θαυμάσιο πρᾶμα! – Ὅ,τι θωροῦσε ὁ λογισμὸς ἔπαιρνε σῶμα ὀμπρός μου, ὁποῦ δὲν εἶναι πρόσκαιρο, σὰν τ’ ἄλλα ἐδῶ τοῦ κόσμου. Τ’ ἄχαρο σπίτι ποῦ κυτᾷς, ἡ αὐλή του, τὸ κηπάρι, κάθε του δέντρο φουντωτό, κάθε λιανὸ βλαστάρι, ὅσα λουλούδια εἴχαμε κεῖ τὸ Μάη καὶ τὸν Ἀπρίλη, ὁ κρίνος, τὸ τριαντάφυλλο, τὸ ταπεινὸ γιοφύλλι, – ἐβγῆκαν ὅλα, καὶ ‘ς αὐτά, ποῦ ὀμπρός μου ξαναζοῦσαν, οἱ ἀγγέλοι, σὰν τ’ ἀηδόνια μας, κρυμμένοι ἐκιλαϊδοῦσαν. Πῶς ἀναγάλλιασα νὰ ἰδῶ τ’ ἀγαπημένα μέρη, στὸν οὐρανὸ τῆς τέχνης του μόνον ἐκεῖνος ξέρει, ποῦ ὡραῖο νὰ δώκῃ εὐτύχησε στὰ ὀνείρατά του σῶμα μὲ στίχον ἢ μὲ μάρμαρο, μ’ ἦχο ἁρμονίας ἢ χρῶμα. Ὤ! πᾶμε, ἀγάπη μου γλυκειά! πᾶμε, ὁ καιρὸς μᾶς βιάζει! Δὲν εἶναι χόρτο ἢ λούλουδο ποῦ ἐκεῖ νὰ μὴ σὲ κράζῃ· ἐκεῖ ἀπὸ χρόνια ἡ μάννα σου καὶ ὁ δοξαστός σου κύρης τὴ θεία φτεροῦγα τῆς ψυχῆς ἀκαρτεροῦν νὰ γύρῃς. Πᾶμε! – ὁ καλὸς Ἡγούμενος, οἱ Κρητικοί μας ὅλοι θὰ ἰδῇς ποῦ θἄρχωνται συχνὰ στ’ ὡραῖο σου περιβόλι, καὶ θ’ ἀγροικήσῃς ἀπ’ αὐτούς, ποῦ γύρω μαζωμένοι στὴ χλωρασιὰ θὰ κάθωνται, τί μάχαις ἔχουν γένῃ, καὶ πόσα ἐβάψαν αἵματα κάθε βουνὸ τῆς Κρήτης, πρὶν σκύψῃ πάλε στὸ ζυγὸ τὴν ἔρμη κεφαλή της. Ἐδῶ τὰ λόγια τους θὰ ἠχοῦν, – Ἂν ἡ σκλαβιὰ ἠμπορέσῃ ‘ς αὐτούς, ὁποῦ στὰ βάρβαρα δεσμά της ἔχουν πέσῃ, τέτοιου πολέμου δοξαστοῦ τὴ μνήμη νὰ ψυχράνῃ, ὁ μυστικὸς ἀντίλαλος ἀπὸ ψηλὰ θὰ φτάνῃ, καὶ στοὺς θλιμμένους ἀδελφούς, ὁποῦ μὲ τόσο βάρος ἡ ὀργὴ τῆς τύχης ἔπεσε, θὰ δίνῃ οὐράνιο θάρρος. Καὶ σύ, ἀκριβή μου, γέρνοντας κἀμμία φορὰ τὰ μάτια μὲς τὰ καλύβια τὰ φτωχά, μὲς τ’ ἄκληρα παλάτια, ἂν ἰδῇς φίδι ἀπελπισιᾶς νὰ κάμῃ αὐτοῦ κονάκι, στὰ φυλλοκάρδια χύνοντας θανατερὸ φαρμάκι, ὤ! κόψε λούλουδα πολλά, μάσε βοτάνια πλήθια καὶ τὴ δροσιά τους ράντισε στ’ ἀπελπισμένα στήθια. Μία στάλα νἆχα μοναχὴ γιὰ τὰ δικά σου, τώρα ποῦ μὲ τὸ Χάρο πολεμοῦν! Σήκω, Εὐδοκιά μου – εἶν’ ὥρα. Ἔκλινε ἡ κόρη τὸ κορμί, καὶ ‘ς ὅλα της τὰ κάλλη ἡ ἀθώα ψυχὴ πετάχτηκε στοῦ Μάνθου τὴν ἀγκάλη· μόνον ὴ ἀσώματη θωριὰ φαινότουν ζαλισμένη, σὰν ὁ τυφλός, ποῦ άνέλπιστα τὸ φῶς του ἀναλαβαίνει. Μὲς τὴν πλεξίδα, ποῦ στὴ γῆ δὲν ἔχει βέβαια ταῖρι, ὁ νέος τὸν κρίνο ἐκάρφωσε, ποῦ βάστουνε στὸ χέρι, στερνὰ κ’ οἱ δύο γονάτισαν γιὰ ν’ ἀσπαστοῦν τὸ σῶμα, ποῦ ἀναπαυότουνε γλυκὰ στὸ εὐλογημένο χῶμα. Μὲ μιᾶς ἐκεῖ ἀνυπόμονα πολλαὶς ὡραίαις παρθέναις, ποῦ ἀπὸ τὸν πόνο ἐτήχτηκαν, ἢ ἐπέσαν σκοτωμέναις, γι’ αὐτήν, ὁπ’ ἄγρειε νὰ φανῇ στὰ οὐρανικὰ λημέρια, φεγγοβολῶντας χύθηκαν, ὡς ροβολοῦν τ’ ἀστέρια· καί, σὰν ἐπάτησαν τὴ γῆ δίχως ν’ ἀφήκουν χνάρι, κ’ ἐκεῖνο ἐκαμαρώσανε τὸ ἐρωτικὸ ζευγάρι, στὸ νέο ποῦ πρόσμενε ὁ Θεὸς ἁγνότατο ἀγγελοῦδι, προτοῦ νὰ φύγουν, εἴπανε, τὸ ἀκόλουθο τραγοῦδι: Νυφοῦλα, ποῦ μᾶς ἔρχεσαι μὲ μάτια δακρυσμένα, κάμε καρδιά! στὴ χώρα μας εἶναι τὰ δάκρυα ξένα· ἔχυσες ἄμετρα, καὶ αὐτὰ νὰ γένουν ἑτοιμάσου μαργαριτάρια κάτασπρα γιὰ τὰ χρυσὰ μαλλιά σου. Ἐδῶ, καθὼς τὴν ἄνοιξη γυρνάέι τὸ χελιδόνι, θὰ ξαναγύρῃς, ποθητή, καὶ δὲ θὲ νἆσαι μόνη· παιδιά, γυναίκαις, γέροντες, ἀγώρια θὰ γυρίσουν, τραγούδια ἐλεύθερα νὰ ποῦν καὶ νέο χορὸ νὰ στήσουν. Ναί· τοῦ βουνοῦ σου ὁλόχαρη θὰ κατεβῇς τὸ πλάϊ, σὰ νύφη ὡραία, ποῦ ταὶς ὀχτὼ στὰ γονικά της πάει, μόλις χυθῇ, διαβαίνοντας αἱματηρὸ ποτάμι, στὴν Κρήτη τὰ πιστρόφια της κ’ ἡ Ἐλευθεριὰ νὰ κάμῃ. Ελαιογραφία του Νικηφ. Λύτρα-Γεράσιμος-Μαρκοράς.</description><pubDate>Tue, 03 Feb 2026 21:58:52 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Μόνο τα μάτια σου (Πάνος Θασίτης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/mono-ta-matia-sou-panos-thasiths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/mono-ta-matia-sou-panos-thasiths/</guid><description>Τούτη τη νύχτα της σιγής και της απελπισίας μέσα στους κύκλους τους σφιχτούς της φυλακής, μόνο τα μάτια σου είναι δρόμος, μόνο τα μάτια σου, μόνο τα μάτια σου όπου γνώρισα το χάος της ελευθερίας. Painting ;Mikhail Vrubel Romeo and Juliet.-1896</description><pubDate>Sun, 25 Jan 2026 22:56:37 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Μακρονησιώτικο μοιρολόι (Θέμης Γαλανός)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/makronhsiwtiko-moiroloi-themhs-galanos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/makronhsiwtiko-moiroloi-themhs-galanos/</guid><description>Σ’ αυτό το βράχο του γιαλού που στέκει πέρα σιωπηλός που τονε δέρνουν οι καιροί κι ο πόντος μ’ αρμονέρια εχτές σταυρώσαν το Χριστό -Κάποιο παιδί Μυτιληνιό- μικρό-μικρό κι αχνούδιστο κύματα νάνι-νάνι. Δε γνώρισε τον έρωτα τόσο μικρό τόσο μικρό· δεν το τραγούδησε αδερφή πεντάρφανό μου εσύ παιδί που δε θα κλάψει μάνα. Κύματα ήρθ’ αστόλιστο κύματα νάνι-νάνι. Πήραν το δρόμο του γιαλού και τα μαλλιά του τα ξανθά ανέμιζαν παιδάκι μου τρισκότεινή σου η μάνα. Και μόνο ένα παράπονο μια φλέβα ωχρή απάρθενη γοργή σα νερομάνα, τα δυο σου χείλια επίκρανε. Πώς πήρες μόνο κ’ έρημο δίχως δικό παιδάκι μου του γολγοθά το δρόμο. Κύματα νανουρίστε το σύντροφε νάνι-νάνι. Painting: Walter Langley (1894)</description><pubDate>Wed, 07 Jan 2026 10:20:30 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Έτερος μύθος (Ιωάννης Καρασούτσας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/eteros-mythos-iwannhs-karasoutsas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/eteros-mythos-iwannhs-karasoutsas/</guid><description>Αἴσωπος ὁ μυθογράφος, ἀγνοῶ τὶς ἡ αἰτία εἰς τὴν ἀλεποῦ νὰ δίδῃ συνειθίζει τὰ πρωτεῖα ὡς πρὸς τὴν κατεργαρίαν καὶ τοῦ νοῦ τὴν πονηρίαν. Μήπως τάχα καὶ ὁ λύκος ἐν ἀνάγκῃ δὲν ἐξεύρει, ὅταν ἢ τοῦ ἄλλου θέλῃ τὴν ζωὴν νὰ χανδακώσῃ, ἢ τὴν ἑαυτοῦ νὰ σώσῃ, μηχανὰς πολλὰς νὰ εὕρῃ; Ἔχω λόγους νὰ πιστεύω πῶς τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτω, κ’ ἴσως ὁ διδάσκαλός μου ν’ ἀπατᾶται ὡς πρὸς τοῦτο, ἡ ἑξῆς πλὴν ἱστορία μαρτυρεῖ τὸ ἐναντίον, καὶ είς τὴν κερδὼ ἀφίνει τὴν τιμὴν καὶ τὸ βραβεῖον. Εἰς βαθὺ αὐτὴ πηγάδι ἀντανακλωμένην εἶδε τὴν σελήνην ἕνα βράδυ, καὶ ἐνόμισε τυρίον ὅτι βλέπει. Πεινασμένη ἔτυχ’ ἐνταυτῷ νὰ ἦναι. Δύω κάδδοι κρεμασμένοι ἐκ τροχίσκον μὲ σχοινίον, τὸ ὑγρὸν ἀναβιβάζουν διαδοχικῶς στοιχεῖον. Καὶ λοιπὸν καιρὸν δὲν χάνει· πιάνεται ἀπὸ τὸν ἕνα κάδδον εὔμορφα καὶ φτάνει εἰς τοῦ πηγαδιοῦ τὸ βάθος. Τότε εἶδε μὲ πολλήν της λύπην τὸ φρικτόν της λάθος. Ἐπειδὴ πῶς νὰ ἐξέλθῃ, δυστυχὴς, ἐκ τοῦ πυθμένος, ἂν ἐπίσης πεινασμένος ἄλλος τις αὐτῆς δὲν ἔλθῃ νὰ διαδεχθῇ τὸν τόπον, γελασθεὶς μ’ ὅμοιον τρόπον; Μία, δυὼ περνοῦν ἡμέραι καὶ ψυχίτσα δὲν ἐφάνη στὸ πηδάδι. Ἐκεῖ μέσα τῆς ἐγράφθη ν’ ἀποθάνῃ! Ὁ καιρὸς ὁποῦ διαβαίνει καὶ δὲν μένει εἶχ’ ἐντούτοις ἀλλοιώσει τὴν σελήνην, καὶ τοῦ κύκλου τοῦ λαμπροῦ της ἔλειπεν ἕνα κομμάτι, Λύπη καὶ ἀπελπισία τὴν κυρ’ ἀλεποῦ ταράττει. Ἐδῶ, ἔλεγε, τὸ νῆμα τῆς ζωῆς θὰ ξετελεύσω. Ἀλλ’ ἰδοὺ μὲ διψασμένον λάρυγγα ἐκεῖ περᾷ ἕνας λύκος· ἡ κυρὰ τοῦ φωνάζει ἀπὸ κάτω. Σύντεκνε, νὰ σὲ φιλεύσω ἔλα· βλέπεις τοῦτο; εἶναι, λύκε φίλτατε, τυρίον. Πλὴν σὲ λέγω πρᾶγμα θεῖον! Ὁ Θεὸς ὸ Πᾶν ὁ ἴδιος τὤπηξεν ἀπὸ τὸ γάλα τῆς Ἰοῦς τῆς ἀγελάδας· καὶ ὁ Ζεὺς ἂν ἀῤῥωστοῦσε εὕρισκε τὴν ὄρεξίν του στὴν στιγμὴν, ἂν ἐτσιμποῦσε ἀπὸ τοῦτο μία στάλα. Ἔφαγα ἐγὼ ὀλίγον ὅσον λείπει· τὸ δὲ ἄλλο εἶναι διὰ σὲ καὶ εἶναι ἀρκετὸν, δὲν ἀμφιβάλλω. Ἔβαλα αὐτοῦ καὶ ἕνα κάδδον· δι’ αὐτοῦ εὐκόλως καταβαίνεις ὅπου εἶμαι. Τῆς ἐπέτυχεν ὁ δόλος. Ὁ μωρόπιστος ὁ λύκος εἰς τὸν κάδον ἀναβαίνει· μὲ τὸ βάρος του σηκόνει παρευθὺς τὸν ἄλλον κάδδον· ἡ κυρ’ ἀλεποῦ γλυτόνει, καὶ αὐτὸς στὸν πάτον μένει. Μὴ γελῶμεν μὲ τὸν λύκον. Πόσους, φεῦ! δὲν σαγηνεύει κ’ εὐτελέστερον πολλάκις κέρδος, ἢ μικρὰ τιμή; Εὔκολα καθεὶς πιστεύει ὅ,τι ἢ πολὺ φοβεῖται ἢ πολὺ ἐπιθυμεῖ. Painting : Franz Marc-The Foxes1913</description><pubDate>Wed, 24 Dec 2025 11:45:12 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Semper Eadem (Baudelaire Charles Pierre Σαρλ Μπωντλαίρ)Μετάφραση Οδυσσέας Ελύτης</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/semper-eadem-baudelaire-charles-pierre-sarl-mpwntlairmetafrash-odysseas-elyths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/semper-eadem-baudelaire-charles-pierre-sarl-mpwntlairmetafrash-odysseas-elyths/</guid><description>-“Πούθ’ η αλλώτικη», έλεγες, «η θλίψη αυτή σε πιάνει, που λούζει σα τη θάλασσα το βράχο το γυμνό”; ‘Αμα η καρδιά μας μια φορά το τρύγημά της κάνει, και ζει κανείς ειν’ άσκημο! το ξέρουν όλοι αυτό· είν’ ένας πόνος ξάστερος, δεν είναι κρύφιος! έλα! σα τη δική σου τη χαρά, φαίνεται στη στιγμη. Πάψε λοιπόν να με ρωτάς, περίεργη κοπέλα, κι αν κι η φωνή σου είναι γλυκιά, σώπα, ωραία μου συ. Σώπαινε, ανίδεη ψυχή, μ’ όλα ξετρελαμένη! στόμα με γέλιο παιδικό! Οι άνθρωποι είναι δεμένοι πιότερο με το Θάνατο παρά με τη Ζωή. ‘Αστη καρδιά μου, άστηνα στο ψέμα να μεθύσει! στου ώριου ματιού σου τ’ όνειρο τ’ ωραίο ν’ αρμενίσει, και στων βλεφάρων σου τη σκιά πολύ να κοιμηθεί! ichtenstein-tapestry.webp lichtenstein-tapestry</description><pubDate>Tue, 16 Dec 2025 10:02:55 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Σε κλαίει λαός (Κωστής Παλαμάς)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/se-klaiei-laos-kwsths-palamas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/se-klaiei-laos-kwsths-palamas/</guid><description>Σε κλαίει λαός πάντα χλωρό να σειέται το χορτάρι στον τόπο που σε πλάγιασε το βόλι, ω παλικάρι Πανάλαφρος ο ύπνος σου τ’ Απρίλη τα πουλιά σαν του σπιτιού σου να τ’ ακούς λογάκια και φιλιά Και να σου φτάνουν του Χειμώνα οι καταρράχτες σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολεμοκράχτες Πλατειά του ονείρου μας η γη κι απόμακρη και γέρνεις εκεί και σβεις γοργά ιερή στιγμή σαν πιο πλατειά την δείχνεις και την φέρνεις σαν πιο κοντά Painting:Ghosts on a Tree by Franz-Sedlacek-1933</description><pubDate>Tue, 16 Dec 2025 09:43:08 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Στα σκοτεινά δωμάτια τρέμει η φωνή μου (Νικόλαος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/sta-skoteina-dwmatia-tremei-h-fwnh-mou-nikolaos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/sta-skoteina-dwmatia-tremei-h-fwnh-mou-nikolaos-tsintros/</guid><description>Καρδιά μου και χαμόγελο μου, Μη! Μη το πνεύμα σου χαρίσεις στο σκοτάδι. Και μου κλέψεις τη φωτιά. Τη λάβα της ζωής μου… Νίκος Τσίντρος Aubrey Beardsley – Salome – plate-7-1906</description><pubDate>Sun, 30 Nov 2025 22:14:20 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Αντιθέσεις (Τεύκρος Ανθίας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/antitheseis-teukros-anthias/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/antitheseis-teukros-anthias/</guid><description>Είναι μιαν ώρα, μια στιγμή, που με κυκλώνουνε οι λυγμοί, και πάω να κλάψω δυνατά, να λυτρωθώ απ΄ τα βάσανα, σ΄ αυτή την όμορφη βραδιά, να κλάψω για όλα τα παιδιά που μες τους δρόμους τριγυρνούν, απόκληρα, πεντάρφανα. Ιδού! ο μικρός μας Θοδωρής κι ο πιο μεγάλος ο Ριρής, στο πεζοδρόμι κάθουνται, χαζεύουν και καπνίζουνε, πιο πέρα ο Φάνης κι ο Τοτός, που τους παιδεύει ο πυρετός, βρωμολογούν και βλαστημούν, γελούνε και δακρύζουνε. Και κάποιος μορφινομανής, γιος της μαντάμας της Φανής, – σκιάχτρο και φάντασμα χλωμό, σαράβαλο κ΄ ερείπιο – περνάει μπροστά τους σιωπηλά, τους αντικρύζει και γελά, με τ΄ άθλιο παντελόνι του και το πουκάμισο το τρύπιο. Και μες τη σάλαν η κυρά, πλημμυρισμένη από χαρά, παίζει Μπετόβεν και Σοπέν, πιανίσσιμο και φόρτε, μερακλωμένη τραγουδά κ΄ έχει στο πλάι το λαδά, που προσπαθεί πολύ κουτά να της σερβίρει κόρτε. Painting: Nikolay Bogdanov Belskys-At the School Door 1897</description><pubDate>Sun, 23 Nov 2025 12:00:05 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Τα Τηλεγραφόξυλα (Τάκης Αδάμος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ta-thlegrafoksyla-takhs-adamos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ta-thlegrafoksyla-takhs-adamos/</guid><description>Η φάλαγγα προχωρούσε αγκομαχώντας στην ανηφοριά. Μπροστά, το βαρύ τανκς θρυμμάτιζε με τις ερπύστριες τα σκόρπια λιθαράκια του δρόμου κι ανάσκαβε δω και κει τον τόπο, σημαδεύοντας το διάβα του. Καθώς έγερνε δεξιά-ζερβά γυάλιζαν στον ήλιο πότε τα πλευρά και πότε το καπάκι του με τους σταυρούς. Ξοπίσω του, κρατώντας πάντα την κανονική απόσταση, ακολούθαγαν τα δυο μεγάλα φορτηγά με το στρατό, που ξεσήκωναν τρομερό θόρυβο και σύγνεφα από σκόνη. Ξαπλωμένος αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα μιας λαδόχρωμης «μερσεντές», ο κύριος Παπαχαρίσης, αφήνει λεύτερα το μάτι του να χαίρεται τη φθινοπωριάτικη ομορφιά του τοπίου. Η μέρα είναι γλυκιά και μια θαλπωρή ανοιξιάτικη ξεχύνεται παντού. Άλλες χρονιές ο Νοέμβρης έμπαινε φορτωμένος αγέρηδες και χιονόβροχα. Μα τούτη τη χρονιά η καλοκαιριά τράβαγε σε μάκρος ασυνήθιστο. Ο ήλιος περέχυνε τον τόπο με τη θερμή του ανασεμιά και πολλά αγριολούλουδα θάμνοι, ξεγελασμένοι από την καλωσύνη του πέταξαν φύλλα χρωματιστά κι ανοιξιάτικες πρασινάδες. Μονάχα οι γέρικες βελανιδιές δε λέγανε ν’ αφήσουνε τη φρονιμάδα τους. Ολόγυμνες και ξερές, στέκονταν δεξιά-ζερβά του δρόμου σαν άνθρωποι που ’χαν μπουχτίσει τη ζωή και τώρα αδιάφοροι φιλοσοφούν για τη… «ματαιότητα των εγκοσμίων». Κι ο κύριος Παπαχαρίσης θα μπορούσε τώρα να ’ναι σαν τις γέρικες βελανιδιές. Χορτάτος από ζωή, μ’ αναπαυμένη τη συνείδηση πώς ξεπλήρωσε το χρέος του σαν άνθρωπος, να διάβαινε τις μέρες του ειρηνικά… ― Άτιμοι καιροί! Αναστέναξε βαθιά και τσαλάκωσε νευρικά με τα δάχτυλα το μαλακό κάθισμα της λιμουζίνας. Ανασηκώθηκε αλαφρά, ξέσφιξε τη ζώνη της γκρι-μπεζ καμπαρτίνας του και φοβέριξε με τη γροθιά κάποιον αόρατο εχτρό: ― Σπορά του σατανά!… Στο νου του ξανάρθε η χθεσινή κουβέντα με το Δεσπότη. ― «Η πατρίς, κύριε Ταγματάρχα, έχει την ανάγκη σας!» Είχε δώσει στη φωνή του τόνο επίσημο και τον προσφώνησε «κύριε ταγματάρχα». Κι όχι «Παπαχαρίση» όπως τόσα χρόνια τώρα. Του ’ρθε να μπήξει τις φωνές. ― Η πατρίς;… χμ! βέβαια… Τόνε θυμότανε όλοι τους κάθε φορά που ’χαν την ανάγκη του. Τον πετάξανε τότε από το στρατό «επειδή και ξεσηκώθηκε κείνος ο θόρυβος γύρω από τ’ όνομά του» ― του δώσανε το βαθμό και τη σύνταξη του ταγματάρχη, έτσι για να του φράξουνε το στόμα και τον αποξέχασαν ύστερα στα κατσάβραχα του χωριού του, τριανταπέντε χρονών άντρακλα να σκεβρώνει από την αχρηστία. Θαρρείς και δεν υπήρχανε τόσες και τόσες δουλειές που του ταιριάζανε… Κι όμως είχε κι αυτός τα όνειρά του. Κάποτε ξεκίνησε να καταχτήσει τη ζωή. Κι όποτε χρειάστηκε έπεσε με τα μούτρα στη φωτιά. Κέρδισε με μόχτο και με αίμα τα γαλόνια του. Δεν μπορεί ο πασαένας από «δεκανέας εθελοντής» να φτάσει στο βαθμό του λοχαγού!… Στα στερνά όμως― όταν τους χρειάστηκε κι αυτός― όλοι τόνε παράτησαν. Και πρώτος και καλύτερος τούτος δω ο τράγος, ο Δεσπότης. Του ’ρθε να του τα φωνάξει όλα κατάμουτρα και να σηκωθεί να φύγει από το γραφείο του. Μα δεν έκανε τίποτα από αυτά. Είπε μόνο απλά: ― Θα κάνω το καθήκον μου, Σεβασμιότατε!… Στα πονηρά μάτια του Δεσπότη άστραψε μια σπίθα. Έμπλεξε τα χοντρά, σαν μαστορίτικα, δάχτυλά του στη γκριζόλευκη γενειάδα του κι άρχισε να μιλάει για το σχέδιό του… Αυτό που χρειαζότανε τώρα, κατά τη γνώμη του Σεβασμιότατου, ήταν η οργάνωση. Μια οργάνωση όμως γερή, σφιχτοδεμένη και μυστική, μέσα στην ίδια την καρδιά των «κόκκινων σατανάδων». Ν’ απλώνει τα πλοκάμια της αργά, με σιγουριά και να χτυπήσει τότε που θα χρειαστεί. Ο Σεβασμιότατος έχει μια διαβολεμένη πειστικότητα που παραλύει κάθε αντίρρηση. Ο Παπαχαρίσης τον κοιτάζει σαν υπνωτισμένος. Και μόνο εκεί στο τέλος της κουβέντας τους προβάλλει δειλά-δειλά κάποιο δισταγμό. ― Και πώς φτάνουμε ίσαμε κει, Σεβασμιότατε; Ο Δεσπότης χαμογελάει ειρωνικά. ― Μπα! Φοβάται κι ο Παπαχαρίσης τώρα; Δαγκώθηκε. Ο βρωμοκαλόγερος τόνε πάτησε κει που πόναγε πιο πολύ, στο φιλότιμο. ― Τι λόγος, Άγιε Δεσπότα! Μα, να… ο δρόμος δεν είναι κοντινός. Εβδομήντα τόσα χιλιόμετρα― και όλα μπορούνε να συμβούν. Κι όχι για μέναν προσωπικά― αυτό ούτε που το σκέφτομαι― αλλά για την αποστολή… Μα ο Δεσπότης δεν απαντά. Γυρίζει δίπλα του και ανοίγει το μεγάλο χρηματοκιβώτιο. Τραβάει ένα σακουλάκι από φίνο μεταξωτό κι αρχίζει να χωρίζει αργά-αργά τρακόσιες χρυσές εγγλέζικες. ― Για τα πρώτα σου έξοδα, λέει χαμηλόφωνα και σπρώχνει μαλακά τις λίρες προς το μέρος του. Ούτε απόδειξη του γύρεψε, ούτε άλλο τίποτε. Σήκωσε μόνο το τηλέφωνο και πρόσταξε να τον συνδέσουν με τον Ανώτατο Διοικητή, την Αυτού Εξοχότητα, τον αντιστράτηγο Φον Λανς… …Ο κύριος Παπαχαρίσης χώνει νευρικά το χέρι του στη μυστική τσέπη της φανέλας του και χαϊδεύει το κομπόδεμα με τις λίρες και τα συστατικά γράμματα του Δεσπότη. Ένα χαμόγελο ευτυχίας φωτίζει το πρόσωπό του. Γιατί όχι; Η ζωή είναι ακόμα μπροστά κι ο τροχός γυρίζει… ― Αλήθεια, πως τη βάφτισε την οργάνωση ο Σεβασμιότατος; «Σφίγγα»… Ο Παπαχαρίσης χαμογελάει. Χμ! περισσότερο μοιάζει του Σατανά και λιγότερο του θεού ο Δεσπότης!… Η φάλαγγα έφτασε πια στην κορυφή. Άφησε δεξιά το στενόμακρο δασωμένο αντέρισμα και κύλισε στο μικρό καρπερό κάμπο. ― Το Καλπάκι! Λέει ψιθυριστά κι ένα ρίγος τον αγκαλιάζει σύγκορμα. Κοιτάζει τους ήμερους χωματολόφους, τις αμπελοφυτεμένες πλαγιές, το ποτάμι που κυλάει αργά σαν το χορτάτο φίδι. Οι αναμνήσεις χυμούνε μέσα του φρέσκιες κι ολοζώντανες σαν να ’ναι χτεσινές. Πόσα χρόνια!… Και τι χρόνια!… Ήτανε τότες υπολοχαγός. Κι από τους πεντακόσιους τόσους αξιωματικούς της Μεραρχίας του αυτόν διαλέξανε για την «τιμητική αποστολή». Θυμάται που τόνε κάλεσε ο ίδιος ο Μέραρχος στο γραφείο του. ― «Υπολοχαγέ Παπαχαρίση! Η πατρίς σάς εμπιστεύεται την Διοίκησιν του Πειθαρχικού Ουλαμού Καλπακίου!… Η αποστολή είναι εμπιστευτική και τιμητική», είπε ο Μέραρχος χαϊδεύοντας το στριμμένο μουστάκι του. Κι ύστερα είχε προσθέσει εμφαντικά: «Ή κάντε τους ανθρώπους, ή…» Στάθηκε σε άψογη προσοχή κι έσφιξε με σεβασμό το χέρι που του ’δωσε ο Μέραρχος. Θα ‘κανε το καθήκον του όσο δεν έπαιρνε άλλο. Τέτοιες ευκαιρίες μια φορά έρχονται στη ζωή. Κάπου εκεί στα κατάβαθα της ψυχής του θαμπόφεγγε ο μεγάλος στόχος της ζωής του: οι χρυσές επωμίδες του ανώτερου αξιωματικού. Αυτές που θα του άνοιγαν ύστερα όλες τις πόρτες της κοινωνίας. Άλλωστε τούτη η δουλειά ήτανε στο αίμα του. Από μικρός λαχταρούσε ν’ αποχτήσει εξουσία πάνω στους ανθρώπους, να δείχνει τη δύναμή του στην κάθε περίσταση. Δεν είναι μικρή η ευτυχία να βλέπεις τους ανθρώπους να χαμηλώνουνε τα μάτια τους και να χαμογελούνε ταπεινά μόλις σ’ αντικρύζουνε!… Κι όσο τούτο τον ανέβαζε στους εφτά ουρανούς, άλλο τόσο τόνε φρένιαζαν τα μάτια που θωρούσαν θαρρετά, κατάφατσα… «…Πειθαρχικός Ουλαμός Καλπακίου… Ημερήσια Διαταγή της 1ης Μαΐου 1930… Τον στρατιώτην Μαύρον Ανδρέαν του Νικολάου, τιμωρούμεν με πενθήμερον φυλάκισιν εν τω ‘Αναρρωτηρίω’ του Ουλαμού». Χαμογέλασε. Αυτό το «Αναρρωτήριον» ήτανε δική του έμπνευση. Μια από τις πετυχημένες μέθοδές του… Έσκυψε από το παραθυράκι της «μερσεντές» και κοίταξε. Α, να! Εδώ ακριβώς. Κάτω από τούτο το γεφυράκι είχε τοποθετήσει τότε ένα κρεβάτι. Τα κρύα νερά της ρεματιάς, καθώς κυλούσαν πηδηχτά, μούσκευαν ολάκερο το αχερόστρωμα. Κι απάνω κει έπρεπε να μένει ξαπλωμένος μερόνυχτα, χειμώνα-καλοκαίρι, ο τιμωρημένος. «…Τον στρατιώτην Μαύρον Ανδρέαν του Νικολάου, τιμωρούμεν με πενθήμερον φυλάκισιν εν τω Αναρρωτήριω του Ουλαμού…» ξανάρθανε στο νου του τα λόγια της «Ημερήσιας Διαταγής»… Μαύρος Ανδρέας!… ένας κοντόχοντρος σκληροκέφαλος σιδεράς από τη Σαλονίκη. Μια κομμούνα ―παναθεμάτονε― από τις λίγες. Ο δαίμονας του Ουλαμού!… Κάποτε ― φαντάσου θράσος― τόλμησε να κάνει και στον ίδιο προπαγάνδα: ― Κρίμα, κύριε Υπολοχαγέ! Κρίμα να ’στε τόσο σκληρός. Κι εσείς παιδί του λαού είστε!… ― Τ’ είπες μωρέ; ― Άδικα παιδεύεστε κύριε Υπολοχαγέ! Η ζωή τραβάει το δρόμο της και κανείς δεν μπορεί να τη στρίψει προς τα πίσω… Θα ‘ρθει η ώρα που θα ντρέπεστε για όλα τούτα που μας κάνετε εδώ… Έγινε θηρίο. Διάταξε τους δύο «νταήδες» της φρουράς και τον σακάτεψαν στο ξύλο. Κι ύστερα, κατευθείαν στο «Αναρρωτήριον». Πήγαινε και τον έβλεπε καθημερινά. Και πάντα εκείνα τα μαύρα μάτια του τόνε κοίταζαν θαρρετά, κατάφατσα. Και πάντα του έλεγε με τη βαθιά ήρεμη φωνή του: ― Άσχημο δρόμο πήρατε στη ζωή κύριε υπολοχαγέ. Και θα ’ρθει η ώρα που θα ντρέπεστε γι’ αυτό. Θα ’ρθει. Να μου το θυμάστε!… Του τα ’λεγε με τέτοια πίστη και σιγουριά που τον φρένιαζε. Μια μέρα δεν κρατήθηκε. Τον άρπαξε από το γιακά και τον ανέβασε στη γέφυρα. ― Τα βλέπεις, ρε συ, τούτα τα τηλεγραφόξυλα; Τα βλέπεις; Ε. Άμα βγάλουνε λουλούδια και κλαριά, τότε θα γίνει κομμούνα στην Ελλάδα!… Από κείνη την ημέρα τους έπαιρνε όλους πρωί, μεσημέρι, βράδυ και τους έβαζε να ποτίζουν τα τηλεγραφόξυλα. Κι αυτός καθόταν από πάνω από τα κεφάλια τους και τους φώναζε γελώντας κοροϊδευτικά: ― Αν ανθίσουνε, ρε σεις, τούτα τα τηλεγραφόξυλα, θα γίνει τότε κομμούνα και στην Ελλάδα!… Η αλήθεια είναι πως το ‘χε παρακάνει στο Καλπάκι. Θυμήθηκε το «Ημερήσιον Πρόγραμμα Σωματικής Αγωγής» που ’χε σκαρώσει για τους κομμουνιστές φαντάρους του Καλπακιού. Δεκαπέντε ώρες την ημέρα να σκάβουνε, να κουβαλάνε και να σπάζουν λιθάρι. Το χειμώνα τους έβγαζε μόνο με το σώβρακο να κόβουνε και να μεταφέρουν ξύλα. Τότες έφτιαξε και του Σεβασμιότατου τον αυτοκινητόδρομο για το αγρόκτημα του γειτονικού μοναστηριού κι από τότε χρονολογούνταν και η «φιλία» τους. Είχε συρματοπλέξει κι ένα τετράγωνο κατακαμπίς και τους μάντρωνε μέσα για «ανάπαυση» με τις βροχές και τα λιοπύρια. Δουλειά και νηστικομάρα αδιάκοπη, που να τους φέρει το κεφάλι σβούρα! Κι όταν κάποτε θελήσανε ν’ αντισταθούν, έριξε στο ψαχνό. Μα κει στο στρατοδικείο που έστειλε καμιά δεκαριά για «στάση», τα μούσκεψαν οι «μάρτυρες κατηγορίας» ― εκείνοι οι δυο χασικλήδες της φρουράς― και βγήκανε κάμποσα στη φόρα. Βούηξε τότες ο κόσμος για δαύτονε και για τον «Ουλαμό» του και τον παραμέρισαν στα γρήγορα. Αυτός όμως είχε κάνει τον καθήκον του!… Γύρισε και κοίταξε τα τηλεγραφόξυλα. Καθώς τ’ αυτοκίνητο τα προσπερνούσε με ταχύτητα τα ‘βλεπε να στέκουνται κατάξερα και γυμνά σαν ακατάλυτα ορόσημα της πίστης του, σαν αδιάψευστοι μάρτυρες της προφητείας που ‘χει κάνει δέκα-δώδεκα χρόνια νωρίτερα: ― «Αν ανθίσουνε, ρε σεις, τούτα τα τηλεγραφόξυλα…» Αλήθεια, μπορούσανε τάχα ν’ ανθίσουν ποτέ τα τηλεγραφόξυλα; Χαμογέλασε κι απλώθηκε πιο βολικά στη θέση του. Η φάλαγγα έστριψε τώρα δεξιά, αφήνοντας πίσω το Καλπάκι με το μικρό καρπερό κάμπο του. Στην πρώτη πλατωσιά το ένα καμιόνι έκοψε ταχύτητα και παραμέρισε να περάσει η «μερσεντές». Ήτανε φανερό πως από δω και μπρος ο δρόμος γινόταν επικίνδυνος και παίρνανε τα μέτρα τους. Η διαταγή του στρατηγού Φον Λανς, που την έδωσε μπροστά του ήταν κατηγορηματική: ― «Ο χερ Παπαχαρίσης πρέπει να φτάσει οπωσδήποτε γερός στον προορισμό του!». Η «μερσεντές» έτρεχε τώρα ανάμεσα στα δυο καμιόνια με το στρατό, ενώ το τανκς «άνοιγε δρόμο» κάμποσα μέτρα πιο μπροστά. Ο Παπαχαρίσης κοίταζε τους χιτλερικούς φαντάρους που στέκονταν ατσαλάκωτοι σαν αγάλματα απάνω στα καμιόνια. Σοβαροί, με μια μάσκα δίχως έκφραση στο πρόσωπο, με τα βαθυπράσινα κράνη στο κεφάλι τους, έσφιγγαν στην αγκαλιά τ’ αυτόματα, έτοιμοι στο κάθε δευτερόλεπτο να τιναχτούν σαν ελατήρια και να τσακίσουν τον αντίπαλο. ― Στρατός μια φορά! Ψιθύρισε με θαυμασμό, ανάμεσα στα δόντια του. Σαν έχεις τέτοια στρατό, στην άκρη του κόσμου πας. Καθώς τον νανούριζε το τραμπάλισμα τ’ αυτοκίνητου απάνω στο μισοχαλασμένο δρόμο, ένιωσε ένα νάρκωμα και μισόκλεισε τα μάτια του. Άκουγε τα καμιόνια να μαρσάρουν ρυθμικά, ξεχώριζε πότε-πότε τις ερπύστριες του τανκς να τριζοβολάνε απάνω στα χαλίκια και τόνε πήρε αλαφρά, αφήνοντας ένα χαμόγελο ξεγνοιασιάς να πλανιέται απάνω στο ψαλιδισμένο μουστάκι του. Ξαφνικά μια έκρηξη τρομαχτική τον έκανε να τιναχτεί αλαφιασμένος. Η «μερσεντές» φρενάρισε απότομα κι ο χιτλερικός σωφέρ ρίχτηκε έξω σαν βολίδα φωνάζοντας ξέφρενος: ― Μπαντίτ! Καπούτ! Άλες καπούτ!… Μπροστά το μεγάλο τανκς με σπασμένη την ερπύστρια, στριφογύριζε βουρλισμένο στον τόπο του. Καπνοί και φλόγες το ’χαν τυλίξει από παντού. Τα δυο καμιόνια― μπρος και πίσω του― παρατημένα μεσοστρατίς, γαζώνονταν αλύπητα από τις σφαίρες που έρχονταν βροχή από τα τριγυρινά υψώματα. Όλα γίνανε τόσο ανεπάντεχα, που μόλις βρήκε τον καιρό να τρυπώσει κάτω από τη «μερσεντές» και να βγάλει το πιστόλι του. Είχε χάσει το καπέλο του, η καμπαρντίνα σκίστηκε και στο πρόσωπό του έτρεχε λίγο αίμα από μια σφαίρα που τόνε πήρε ξυστά στο μάγουλο. Το μυαλό του όμως δούλευε ψύχραιμα και προσπαθούσε να εκτιμήσει την κατάσταση. Δίπλα στα καμιόνια κείτονταν τρεις χιτλερικοί νεκροί. Πιο κει, κάποιος άλλος, τραυματισμένος φαίνεται βαριά, βογγούσε και κάτι φώναζε στη γλώσσα του. Οι υπόλοιποι είχαν εξαφανιστεί. ― Στρατός μωρέ!… φτου, να χαθείτε μασκαράδες. Κρίμα στο τουπέ και το νταηλίκι σας. Μια χούφτα κατσαπλιάδες και τα κάνατε απάνω σας!… Από τα γύρω υψώματα άρχισαν να κινούνται τώρα οι «άλλοι». Αραιωμένοι κανονικά, βάδιζαν με προφύλαξη και «χτένιζαν» τον τόπο. Στο πρώτο χαντάκι ξετρύπωσαν κάμποσους χιτλερικούς. Ένας από δαύτους άρχισε κάτι να λέει με μισοσπασμένα ελληνικά και κάθε τόσο φώναζε με μια φωνή φάλτσα και σουβλερή, παραμορφωμένη από το φόβο: ― Γκουτ παρτιζάν! Χίτλερ καπούτ! Άλες καπούτ! Οι «άλλοι» τον έκαναν χάζι, χαμογελώντας με συγκατάβαση. Ο Παπαχαρίσης άρχισε να σέρνεται σιγά, ελπίζοντας να φτάσει απαρατήρητος στην αντικρινή μεριά του δρόμου και ναι λουφάξει στα χαμόκλαδα. Ήταν η μόνη πιθανότητα να ξέφευγε. Μα δεν πρόλαβε να καλοβγεί και του ’ρθε μια γερή κλωτσιά στο μεσονέφρι του. Απάνω απ’ το κεφάλι του βούηξε άγρια μια φωνή: ― Ψηλά τα χέρια ρε!… Πέταξε το «παραμπέλ» κι ανασηκώθηκε. ― Μη ρίχνεις. Παραδίνουμαι… ― Έλληνας είσαι μωρέ κερατά;… Κοίταξε τον αντίπαλο. Ένα δεκαοχτάχρονο αμούστακο, με όψη αγριεμένη, ξάμωνε με το αυτόματο έτοιμο να ρίξει στο ψαχνό. Τα μάτια του δείχνανε τόσο μίσος και οργή, που άθελά του ανατρίχιασε. ― Έλληνας είσαι βρε κερατά; δευτέρωσε ο μικρός. Ο Παπαχαρίσης τον ξανακοίταξε από τα πόδια ως την κορφή και σταμάτησε το μάτι του στο στραβοφορεμένο δίκωχο του αντάρτη: ― «ΕΛΑΣ», διάβασε τα τέσσερα κεντημένα γράμματα απάνω στο μακρουλό εθνόσημο. «ΕΛΑΣ» ― ξανάπε μέσα του. Θεομπαίχτες! Και την Ελλάδα, μωρέ, μ’ ένα «λάμδα» τήνε κάνατε!… και ξαφνικά ρίχτηκε απάνω στο μικρό: ― Έλληνας είμαι, τη μάνα σου! Έλληνας είμ’ εγώ! Μα Έλληνας με δύο «λάμδα»!… Πέσαν απάνω του καμιά δεκαριά και τόνε πήραν σβαρνιστά ως το αντικρινό ανάχωμα. Εκεί του βρήκανε τις λίρες και τα χαρτιά. Τον έβαλαν ύστερα ανάμεσα στους χιτλερικούς αιχμαλώτους και ξεκινήσαν. Στο χωριό φτάσαν την άλλη μέρα τ’ απομεσήμερο. Όλη τη νύχτα βάδιζαν μέσα από χαράδρες και μέρη απάτητα κι ο Παπαχαρίσης απορούσε με την τάξη που είχαν στην πορεία τους. Περάσανε δυο φορές και το δημόσιο δρόμο κοντά στα φυλάκια του εχτρού και τα μέτρα που πήρανε δείχνανε τμήμα εκπαιδευμένο στην εντέλεια. Ο Παπαχαρίσης ζούσε σε μια κατάσταση εφιαλτική. Φορές-φορές θαρρούσε πως βρισκότανε με το τμήμα του σε νυχτερινή άσκηση και ανέβαιναν στα χείλη του διάφορα παραγγέλματα. Ύστερα συνέρχονταν. Κοίταζε τα δεμένα χέρια του, έβλεπε δεξιά-ζερβά του τους χιτλερικους, παρακολουθούσε τους αντάρτες που περπάταγαν σοβαροί και αμίλητοι και τον περέχυνε κρύος ιδρώς. Η θέση του και η τύχη του δεν προμηνούσαν τίποτε το καλό. Σε τέτοιες στιγμές σκέφτηκε να το σκάσει. Μια-δυο φορές δοκίμασε να μιλήσει στους διπλανούς του χιτλερικούς, μα εκείνοι τον κοιτάξανε γεμάτοι υποψία. Περπάταγε μηχανικά, χαμένος στο φόβο και ξαναμμένος από θυμό. ― «Και ποιοι ήτανε τούτοι οι ξυπόλυτοι, οι παλιορεμπεσκέδες, που τόνε σέρνανε δεμένον πιστάγκωνα;… Από πού το πήρανε το δικαίωμα να πομπεύουνε τους πατριώτες;…». Ήθελε να τους τα φωνάξει όλ’ αυτά, μ’ όλη του τη δύναμη, μα τ’ ανάβαλε για την αυγή. Θα τους τα ‘λεγε κει που τον πηγαίνανε. Θα τους μίλαγε μ’ όλο το κύρος του βαθμού του και της θέσης του στην κοινωνία. Αυτός, δεν ήτανε ο πρώτος τυχόντας. Ήταν ο Παπαχαρίσης. Μάλιστα. Ο ταγματάρχης κύριος Παπαχαρίσης με τ’ όνομα. Και θ’ απαιτούσε να τον αφήσουν αμέσως ελεύθερο. Να τον συνοδέψουνε κιόλας για ασφάλεια ως την άκρη της πολιτείας… Το χωριό είχε μιαν όψη τρομαχτική. Κάτω από τις πελώριες καστανιές, με τα κιτρινοκόκκινα φθινοπωριάτικα φύλλα τους, στέκονταν οι μισογκρεμισμένοι τοίχοι των σπιτιών, δοκάρια ανασκελωμένα σαν μυθικοί σκελετοί, πορτοπαράθυρα ρημαγμένα, αποκαΐδια πεταγμένα στους δρόμους δείχναν πως από δω διάβηκε ο φασισμός. Μια ησυχία απέραντη βασίλευε και μόνο τ’ άρβυλα των ανταρτών βρόνταγαν ανάκατα, χωρίς ρυθμό, απάνω στο καλντερίμι. Ο Παπαχαρίσης ένιωσε σφίξιμο στην καρδιά. Ποτέ του δεν είχε φανταστεί την τρομερή όψη ενός ρημαγμένου χωριού. Από μια παράγκα, στηριγμένη στον τοίχο του καμένου σπιτιού, σκεπασμένη με τενεκέδες και παλιοσάνιδα, πρόβαλε μια γριούλα καμπουριαστή και κοίταξε τη συνοδεία. Μόλις αντίκρισε τους χιτλερικούς, τα γέρικα μάτια της άστραψαν από το μίσος. ― Αφορεσμένοι! Φώναξε και κινήθηκε κατά πάνω τους, σηκώνοντας τα σκεβρωμένα χέρια της. Μας κάψατε, που να καείτε όλοι σας!… Στάχτη και κουρνιαχτός να γίνετε… Ο Παπαχαρίσης κοιτάζει τη γριά, ρίχνει μια λοξή ματιά στους χιτλερικούς κι αναλογίζεται τη θέση του. ― Ο Ιησούς εν μέσω των ληστών! σκέφτεται. Η γριούλα κοντοζυγώνει τη φάλαγγα κουτσαίνοντας. Καθώς βλέπει τώρα από κοντά το ρυτιδωμένο της πρόσωπο, το σκαμμένο από τις μπόρες της ζωής, θυμάται τη μάνα του. ― Κι αυτός εδώ στη μέση γιόκα μου; Αυτός με τα πολιτικά; Ρωτάει τους αντάρτες η γριά. ―Αυτός μανούλα δεν είναι γερμανός, μα δεν είναι καλύτερός τους… Η γριούλα κάνει μερικά βήματα ακόμα και στέκεται μπροστά του. Τον κοιτάζει με τ’ ασπρουλιάρικα μάτια της και μαζεύοντας όλη τη δύναμή της, τόνε φτύνει κατάμουτρα. ― Φτου σου, Γιούδα! Την κατάρα μου να ‘χεις!… Στην πλατεία του χωριού που φτάσανε σε λίγο ο κόσμος είχε πήξει. Χωριάτες με τα καλά τους ρούχα, κοπέλες ντυμένες γιορτινά, αντάρτες με τα φυσεκλίκια σταυρωτά και τα ντουφέκια ακουμπισμένα στα γόνατα, κάθονταν κατάχαμα κι άκουγαν τον ομιλητή. Δίπλα στους μαυρισμένους τοίχους του καμένου σχολειού, ήτανε στημένη μια πρόχειρη εξέδρα, στολισμένη μ’ ελατόκλαρα και χρυσάνθεμα. Καταμεσίς, με μια ταινία από κόκκινο πανί, φάνταζε από μακριά με τ’ άσπρα του γράμματα το σύνθημα: «ΖΗΤΩ ΤΑ 25ΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΚΚΕ» Ο Παπαχαρίσης σκίρτησε. Η φωνή, η φωνή του ομιλητή, του φάνηκε γνωστή. Μα πού την είχε ακούσει άραγε; Κοίταξε στην εξέδρα προσεχτικά. ― Κύριε των δυνάμεων! Είναι δυνατό; Κι όμως ήταν αυτός. Ο Μαύρος. Ο Μαύρος Ανδρέας, ο παλιός φαντάρος του Καλπακιού. Το ίδιο κοντός και χοντρός, μόνο πιο χλωμός τώρα. Τα μαλλιά του ήταν γκριζόλευκα και δυο μεγάλες χαραγματιές αυλάκωναν βαθιά το πρόσωπο. Η φωνή του όμως ήταν όπως τότε, ήρεμη και βαριά. Ο Παπαχαρίσης έχασε το χρώμα του. Μια έκφραση ζωώδικου τρόμου απλώθηκε στο πρόσωπο και κρύος ιδρώς έλουσε όλο του το κορμί. Του ’ρθε σκοτοδίνη. Τίναξε το κεφάλι του, σαν να ’θελε να διώξει κάποια σκέψη φριχτή κι έστρεψε τα μάτια του πέρα στην πλαγιά με τις καστανιές. Τα κιτρινοκόκκινα φθινοπωριάτικα φύλλα τους, καθώς τα περέχυνε ο ήλιος του δειλινού, είχανε πάρει τώρα ένα χρώμα άλικο, βαθύ. Η ματιά του, θαμπωμένη από το δυνατό χρωματισμό έπεσε στο δρόμο. Και ξαφνικά… είδε τα τηλεγραφόξυλα ν’ ανθίζουν!… κάτι λουλούδια πελώρια, κατακόκκινα, ίδιες παπαρούνες, είχαν τυλίξει τα κατάξερα κορμιά τους. Ένιωσε το μυαλό του να σαλεύει. Έμπηξε μια κραυγή ξέφρενη, κάτι σαν μουγκρητό βουβαλιού που το σφάζανε. Μα δεν ακούστηκε. Εκείνη τη στιγμή, απάνω από την πλατεία του χωριού, αντηχούσε θριαμβευτικά, από εκατοντάδες στόματα, η «Διεθνής»: «Ορθοί της γης οι κολασμένοι, της πείνας σκλάβοι εμπρός, εμπρός…» Painting: Second Battle of Ypres, 22 April to 25 May 1915 Richard Jack 1917</description><pubDate>Sun, 16 Nov 2025 22:08:21 GMT</pubDate><category>Πεζά</category></item><item><title>Αροδαφνούσα  (Δημοτικό της Κύπρου)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/arodafnousa-dhmotiko-ths-kyprou/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/arodafnousa-dhmotiko-ths-kyprou/</guid><description>Κάπου στραφτεί κάπου βροντά, κάπου χαλάζιν ρίβκει, κάπου Θεός εθέλησεν μιαν χώραν ν’αναύρη. Μήτε στραφτεί μήτε βροντά, μήτε χαλάζιν ρίβκει, μήτε Θεός εθέλησεν μιαν χώραν ν’αναύρη, μονόντας εν η ρήαινα τες σκλάβες της τζαι δέρνει, τζαί δέρνει τζαί σκοτώνει τες, γιά να της μολοήσουν, πκοιάν αγαπά ο ρήας της τζαί πκοιάν εν π’αγκαλίζει. τζαί πκοιάν βαλεί στ’αγκάλια του την νύκταν τζαί τζοιμίζει. Τζαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζαί λέει: Αν σου το πώ τζυράκκα μου, έσσιεις με σκοτωμένην, τζ’αν σου το φήκω στο κρυφόν, είμαι θανατισμένη. Τζαί πολοάται η ρήαινα της σκλάβας της τζαί λέει: Μα το σπαθίν που ζώννουμαι, που πα ομπρός τζαί πίσω, τζείνον να ένει ο χάρος μου, σκλάβα μου αν σου τζίσω. Τζαί πολοάται η σκλάβα της, της ρήαινας τζαί λέει: Πάνω στην πάνω γειτονιάν έσσιει τρεις αερφάες, την μιαν λαλούν την η Ροδού, την άλλην Αδορούσαν η τρίτη η καλλύττερη εν η Αροδαφνούσα, τον μήναν που γεννήθητζεν ούλλα τα δέντρ’ανθθούσαν, εππέφταν τ’ άνθθη πάνω της τζαί μυρωδκιοκοπούσαν. Ροδόστεμμαν εν η Ροδού, γλυκόν εν η Αδορούσα, μα το φιλίν του βασιλιά εν γιά την Αροδαφνούσαν. Τζείνην εν π’αγαπά ο αφέντης μου, τζείνην εν π’αγκαλίζει τζείνην βάλει στ’αγκάλια του, την νύκταν τζαί πλαγίζει, που το μάθεν ο Βασιλιάς τζεί πάει τζαί κονεύκει Που το μάθεν η ρήαινα, αρκώθην τζαί θυμώθην, Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνει τζαί διά το της, της σκλάβας της, στ’Αροδαφνούν να πάρει χαπάρκα τζαί μυνύνατα πεμπεί της γιά να πάει. Τζ’έπηρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν, το μονοπάτιν βκάλλει την στ’Αροδαφνούς τα σπίδκια, τζαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζαί λέει: Άνου να πάς Αροδαφνού, τζ’ωσγοιάν αν θέλεις πάμεν Άνου να πάμεν Ροδαφνού τζ’η ρήαινα σε θέλει Τζαί μέναν σκλάβα η ρήαινα που μέ’ δεν, που με ξέρει ! Ίντα με θέλει ρήαινα, ίντα’ν το μήνιμαν της; τζαί αν με θέλει γιά χορόν, να πκιάσω τα μαντήλια, αν ένι γιά το γέμωσμα, να πκιάσω τα λαήνια, αν ένι γιά το ζύμωμαν, να πάρω τες σανίες, τζ’αν ένι γιά μαείρεμαν, να πάρω τες κουτάλες. Τζαί πολοάται η σκλάβα της Αροδαφνούς τζαί λέει: Άνου να πάμε Ροδαφνού, τζ’ότι αν θέλης πκιάσε. Τζ’επκιάσεν τ’ανικτάριν της, τζαί στο σεντούτζιν πάει, τζ’έβκαλεν τα παλλιά ρούχα, φόρησεν τα καλά της π’αππέσσω βάλλει πλουμιστά, π’αππέξω γρουσαφένα, τέλεια που πάνω έβαλεν τα μαρκαριταρένα, καζάκκαν ολόγρουσην φορεί, γρουσήν μαλαματένα, ποδά κομμάτιν λασμαρίν, να μεν την πκιάνει ο ήλιος, ποζιεί γρουσόν μήλον κρατεί, τζαι παίζει το τζαί πάει, Τζαί βάλλει βάγιες που τ’ομπρός, τζαί βάγιες που τα πίσω, τζαί βάγιες που τα δκυό πλευρά τζαί πέρνουν την τζαί πάει, τζ’επολοήθην τζ’είπεν τους, των βάγιων της, τζαί λέει: Έλατε, βάγιες μου καλές στης ρήαινας να πάμεν, γιατί εν ενί θέλημαν θεού, πόψε εις την εκκλησσιάν αντίερον να φάμεν. Επίραν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν, το μονοπάτιν βκάλει τες στης ρήαινας τον πύρκον. εβκέην έναν το σκαλίν, τζαί σούστην τζ’ελυίστην, εβκέην τζ’ άλλον το σκαλίν τζ’ ενιφτοκανατζίστην, τέλεια στο πάνω το σκάλιν τζ’ η ρήαινα την νώθη, φωνάζει τζαί της σκλάβας της, τσαέραν γιά να φέρη. Που την θωρεί η ρήαινα έμεινεν σπαγιασμένη, Είδα την τζαί σπαγιάστηκα, τζ’ άντρας μου πως να μείνει! Τζ’ ώρα καλή σου ρήαινα. Καλός την πέρτικαν μου! καλός ήρτες Αροδαφνού, να φας να πκιής μετά μας Εγιώ έν ήρτα ρήαινα, να φά να ξεφαντώσω, παρά βουλήν μου έπεψες τζαί ήρτεν να με πάρη. Ρωτά την τζαί ξαννοίει την πκιάν αγαπά ο ρήας. Εγιώ τζυρά μου ρήαινα, χαπάριν εν το έχω. Τζαί τζιεί χαμαί η ρήαινα έκαμεν τζιεί να πάει τζαί πολοάτ’Αροδαφνού τζαί λέει τζαί λαλεί της: Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν, το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν ! Η ρήαινα εν άκουσεν, οι σκλάβες της πού τουν τζιεί χαμαί, τζείνες εν που τ’ ακούσαν τζ’ επήαν εις την ρήαιναν τζαί λέουν τζαί λαλούν της: Tζαί νά’ξερες τζυράκκα μου, Αροδαφνού ιντά πεν! Άδε την αναρκοδοντούν, την τουμπομετοπούσαν, το πετινάριν το τσιφνόν, καλά μου το λαλούσαν! Κάθεται γράφ’ έναν χαρτίν, γλήορις το βουλλώνη τζαί διά το εις στην σκλάβα της, Αροδαφνούς να πάρη Χαπάρκα τζαί μηνύματα πάλε στην Ροδαφνούσαν Άνου να παμεν Ροδαφνού, τζ’η ρήαινα σε θέλει. Τζαί πολοάται η Αροδαφνού της σκλάβας της τζαί λέει: Τωρά μουν εις την ρήαιναν, πάλε ίντα με θέλει! Άνου να πάμεν Ροδαφνού τωρά εν που σε θέλει. ‘Εμπην έσσω τζαί έφκαλεν τα ρούχα τα καλά της τζαί φόρισεν τα μαύρα της τα ρούχα τα παλιά της, μαυρίζει τζαί το μήλον της, τζαί πέζει το τζαί πάει τζαί πολοήθην τζ’είπεν τους τζαί λέει τζαί λαλεί τους τζ’ελάτε βάγιες δαχαμέ να ποσσιαιρετιστούμεν, γιατ’ εν ηξέρω βάγιες μου αν ενά ξαναβρεθούμεν τζαί πού σαν πάω βάγιες μου, πού σ’αποσσιαιρετώ σας γιατ’εν ηξέρω βάγιες μου, πκιόν αν τζαί ξαναδώ σας Έσσιετε γειάν ψηλά βουνά, τζαί κλίνη που τζοιμούμουν, τζ’αυλή που δκιατζενεύκουμουν, τόποι που δκιατζενούμουν Τζ’επήρεν ούλλον το στρατίν, ούλλον το μονοπάτιν, το μονοπάτιν βκάλει την στης ρήαινας το πύρκον Ίντα με θέλεις ρήαινα, τζ’ίνταν το θελημάν σου; Πού την θωρεί η ρήαινα που τα μαλιά την πκιάννει Ελα να πάμεν Ροδαφνού, τζ’ ο κάμινος αφταίννει. Τζαί πολοάτε η Αροδαφνού της ρήαινας τζαί λέει: Tζαί χάμνα με που τα μαλλιά, τζαί πκιάσ’με που το σσιέριν. Χαμνά την απού τα μαλλιά, πκιάννει την που το σσιέριν. Τζαί βάλλει μιαν φωνήν μιτσσιάν τζαί μιαν φωνήν μεάλη ντζ’ο ρήας εις την περασσιάν, εσείστην η πιννιά του, πάνω στο φάν πάνω στο πιείν ο ρήας την ακούει. Μουλλώστε ούλλα τα βκιολιά τζαί ούλλα τα λαούτα, τουτ’ η φωνή, που ξέβικεν, εν της Αροδαφνούσας, Τζαί φέρτε μου τον μαύρον μου, σελλοχαλινωμένον. Ππηά, καβαλλιτζεύκει τον, σαν ήτουν μαθημένος τζ’ώστι να πεί έσσιετε γειάν, έκοψεν σσίλια μίλια, τζ’ώστι να πούν εις το καλόν, στης ρήαινας τον πύρκον. Βρίσκει την πόρταν βαωτήν, βάλλει φωνήν μεάλην Έλ’ άννοιξε μου, ρήαινα Σαρατζηνοί με τρέχουν, Σαρατζηνοί με τα σπαθκιά, Φράντζοι με τες κουρτέλλες Τζαί πολοάται η ρήαινα τζαι λέει τζαί λαλεί του: Έπαρ’μου λλίην πομονήν, λλίην καρτερωσύνην, γεναίκαν έχω στο τζελλίν, πέρκιμον την γεννήσω. Κλοτσσιάν της πόρτας έδωκεν, όξω’τουν τζ’ έσσω βρέθην, θωρεί τζαι την Αροδαφνούν χαμαί στην γην σφαμένην, τζαί πκιάννει τζαί την ρήαιναν, στον κάμινον την βάλλει. Αγκάδκιασεν στην κόξαν του, τζ’ηύρεν χρυσόν φηκάριν, μέσα στο χρυσοφήκαρον, βρισκ’ αρκυρόν μασσιέριν, στους ουρανούς το πάταξεν, στο σσιέριν του ευρέθην, τζαί πάλε ξανασύρνει το, εις την καρκιάν του έμπην. Τζ’επκιάσαν τους τζ’εθάψαν τους τζεί πάνω πόν τα τζιόνια. Τζαί τζείνος που το έβκαλεν, σαν ποιητής, λοάται, τζείνου πρέπει μακάρισι τζ’εμέναν ως παλλά τε. Painting: Falling Star-Witold Pruszkowski-1884</description><pubDate>Sun, 09 Nov 2025 00:36:57 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Kατάβαση (Γιώργης Παυλόπουλος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/katabash-giwrghs-paulopoulos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/katabash-giwrghs-paulopoulos/</guid><description>Μονάχα ἕνα σκυλὶ κι ἐγὼ κοιτάζαμε. Τὸ ποτάμι νὰ φεύγει ὅπως ὁ πεθαμένος γύρω γονατισμένα τὰ βουνὰ ἐκεῖνο τὸ κουρέλι μαῦρο ἀνεμίζοντας στὰ σύρματα καὶ κοντὰ στὰ βοῦρλα μιὰ λιωμένη ἀρβύλα. Κι ἀνάμεσα σὲ τοῦτες τὶς εἰκόνες πάλι τὰ πολυβόλα στὴν καταχνιὰ πάλι ὁ θάνατος ἡ ἀκρίδα πηδώντας ἀπὸ κορμὶ σὲ κορμὶ πάλι νὰ χάνω τὸν τόπο νὰ μὴν ξέρω ποῦ βρίσκομαι ἐδῶ ἢ ἐκεῖ στὸ ἄλλο ποτάμι, σὲ τοῦτα τὰ βουνὰ σὲ τοῦτο τὸ χαντάκι, σὲ κεῖνα τὰ πλατάνια ἐδῶ ἢ ἐκεῖ ἀκούγοντας κάποιον νὰ μοῦ φωνάζει ἀπ’ τὴν ἀντικρινὴ ὄχθη χωρὶς νὰ ξεχωρίζω μήτε τὴ φωνὴ μήτε τὸν ἄνθρωπο. Ποιὰ φωνὴ καὶ ποιὸς ἄνθρωπος; Αὐτὸς ποὺ τὸν σκοτώνουν αὐτὸς ποὺ μᾶς σκοτώνει; Μονάχα ἕνα σκυλὶ κι ἐγὼ κοιτάζαμε. Κατεβαίνοντας τώρα ἐκεῖ ποὺ δὲν ἦταν τίποτε νὰ κοιτάξουμε. Painting :Homecoming – Hans Adolf Buhler-1936</description><pubDate>Wed, 05 Nov 2025 11:00:46 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ανάθεμα στον πόλεμο (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/anathema-ston-polemo-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/anathema-ston-polemo-nikos-tsintros/</guid><description>Άκουσα στα χαλάσματα, φωνές, λυγμούς, κατάρες. Μάνας που μόλις έχασε, για πάντα το παιδί της. Έθαβε τα όνειρα, που είχε για τον γιο της. Έθαβε τον κόσμο της, στα μάτια μου, εμπρός μου. Έσκαβαν τα νύχια της, το αίμα μέσα το χώμα. Και η ψυχή της ούρλιαζε, χαράκωνε το σώμα. Τρέμανε τα πόδια μου, φοβήθηκε η ματιά μου, τα μάτια της σαν άγγιξαν, το βλέμμα το δικό μου. Τα μάτια μου παγώσανε, χάιδεψα τη σκανδάλη. Τώρα τι κάνω ο ληστής, που ‘κλέψα τη ζωή της; Είναι εχθρός και η ψυχή, του στρατιώτη η μάνα. Είναι η κατάρα της φονιάς, ανάθεμα σε μένα. Τ’ όπλο είδαν τα μάτια της, στο στόμα της κατάρα. Ανάθεμα στον πόλεμο, και στη στιγμή κατάρα. Αν θέλεις πυροβόλησε, αν θέλεις σκότωσε με. Εσύ τον πόνο μου ‘φερες, εσύ να τον επάρεις. Και σαν γυρίσεις σπίτι σου, στη μάνα σου φονιά μου, αγκάλιασε την δυνατά, σφίξ’ την με την ζωή σου. Αγκάλιασε τη να για δυο, ζήσε και για το γιο μου. Όμως μην πεις ποτέ για ‘δω, γιατί θα την σκοτώσεις. Νίκος Τσίντρος Painting : Hans Larwins-Death and the Soldier-1917</description><pubDate>Tue, 28 Oct 2025 19:51:56 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>ΣΦΑΓΗ 7 Οκτωβρίου 2023</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/sfagh-7-oktwbriou-2023/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/sfagh-7-oktwbriou-2023/</guid><description>Αίμα, προσμένει στης γης τα σφάγια, χίλιοι ναοί. Σμύρνα στολίζει την κεφαλήν, το σώμα , καθώς χορεύει ανεμελος, στης Ελευθερίας αρετή. Άγρια ,φρικτή ,το σκότος της ψυχής. Μακάριος ο ήλιος. Μελανόπτερα σύννεφα ρίπτουν του σκότους το μολύβι και μάρμαρο κρύο ,κόκκινο μνήμα. Ω λαιμοί των αθώων παιδιών μας Με δάκρυα υγραίνουν,μάταια ανέλπιστου θανάτου, ανάσταση. Κρύψου, τρέξε, σώπασε αναπνοή μην έχεις. Ω λαιμοί των αθώων παιδιών μας Υιέ μου ,Υιέ μου ,Κόρη μου, Πατέρα, Μάνα, Αδερφέ, Φίλε μου, αγαπημένε ο ήλιος είναι μάρτυρας. κι ο αγέρας φοβερός εχθρός Ω λαιμοί … Έσπασε η στάμνα που έχυνε τα ρεύματα της λήθης και άστραψε βροντή εις των χρυσών στεφάνων αυτών ζωσμένων Ως μέσα εις την έρημο θρήνος Ως μέσα εις την θάλασσα θρήνος Στα σκοτεινά βασίλεια του ύπνου κατοικούν Φωνές, προς τους ληστές ψυχών, δρέπανον,μάχαιραν. Η γη σχισμένη ρούφηξε ποτάμια ,αίματος πηγάδια. Ω λαιμοί των αθώων παιδιών σας… Νίκος Τσίντρος Detail from the Arch of Titus in Rome</description><pubDate>Wed, 08 Oct 2025 11:34:43 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Δυὸ ἀνοίξεις (Στέφανος Μαρτζώκης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/dy-noikseis-stefanos-martzwkhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/dy-noikseis-stefanos-martzwkhs/</guid><description>Θωρῶ ἑνὸς κόσμου, ποὺ λάμπει γύρω μου τ’ ἄπειρα κάλλη, τὴν πλούσιαν ἄνοιξη, κι ἑνὸς μεγάλου κόσμου τὴν ὕπαρξη γρικῶ στὰ στήθη μου. Χρώματα, κρίνα, λάμψη καὶ πλάσματα ἀπὸ μπροστά μου γοργὰ διαβαίνουνε, καὶ μύριοι δρόμοι ἄγνωστοι ἀνοίγουνε βαθιὰ στὰ σπλάχνα μου. Μέσα στοῦ κόσμου τὴν τόση βλάστηση, πίνει τὸ μάτι τὸ φῶς ἀχόρταγα, μεθᾶ ἡ ψυχή μου μέσα στ’ ἀρώματα ποὺ τ’ ἄνθη κρύβουνε. Μὲ μύριους ἤχους ποὺ γύρω χύνονται, τὸ πέλαο τρέχω κι ἐγὼ τῆς ὕπαρξης, τρέχω καὶ σχίζω κι ἐγὼ κατάλευκος τ’ ἄπειρα κύματα· Κι ἕνα τραγούδι κινιέται, ὑψώνεται ποῦ ἀπ’ τὴν ψυχή μου θαρρῶ πὼς πλάστηκε· Δρόμους γυρεύει νὰ βρεῖ στ’ ἀπέραντο στὴ σκέψη ἀγνώριστους. Ἀγάπη, ἀγάπη, ζωὴ κι ἀνάσταση, μέσα στοὺς κόσμους γρικιέται ἀσίγητα, ἄγγελος ἦταν τὸ φίδι, ὁλόφτερος ποὺ χάμου σέρνεται. Κι αὐτῆς τῆς πλάσης ψάλλω τὴν ἄνοιξη ποὺ στὴν ψυχή μου μέσα σταμάτησε· πνοὴ ἑνὸς κόσμου μεγάλου φαίνεται ποὺ ἐχάθη στ’ ἄπειρο Painting : The Madness of Titania (Paul Jean Gervais)-1897</description><pubDate>Sun, 05 Oct 2025 14:59:52 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Άλλοτε, ήμουν περήφανη… (Μαρία Πολυδούρη)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/allote-hmoun-perhfanh-maria-polydourh/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/allote-hmoun-perhfanh-maria-polydourh/</guid><description>Άλλοτε, ήμουν περήφανη Αγάπη και μπροστά σου. Ήσουν καλή. κι’ αν ήσουνα δύστροπη, περνούσα κρατώντας μόνο το άφωνο και τρομαγμένο «στάσου». Κ’ ήμουν περήφανη για σένα, Αγάπη, κι’ ας περνούσα. Γιατί δεν ήταν βολετό ποτέ να σταματήσω, της έγνιας σου κι’ ας έμοιαζεν ο πόνος που πονούσα. Τώρα που όλα μ’ αφήσανε κι’ όλα με ξεγελούνε, ακόμα εσύ λυπητερή περνάς, γλυκοθωρούσα, Αγάπη με τα μάτια σου που λατρευτά μιλούνε. Μα εδώ που εγώ σταμάτησα κι’ ο ουρανός μου λείπει κι’ αν ούτε την καρδιά μου πια δεν έχω να χαρίσω, Αγάπη, εσύ το θέλησες να τη μαράνη η λύπη. Painting : Fairies by the Brook-by Max Pirner-1895</description><pubDate>Sun, 05 Oct 2025 14:43:24 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Τον άγγελον κοιμώμενον (Βασιλειάδης Σπυρίδων)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ton-aggelon-koimwmenon-basileiadhs-spyridwn/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ton-aggelon-koimwmenon-basileiadhs-spyridwn/</guid><description>Τον άγγελον κοιμώμενον, ω μήτερ, μη εγγίζης, αλλ’ άφες το να κοιμηθή στιγμάς χρυσής γαλήνης. Αχ! πόσον ανεκτίμητος η ώρα, δεν γνωρίζεις, όταν κοιμάται το μικρόν εις ύπνον ευφροσύνης! Painting : Parental Bliss ,Jean Eugene Buland-1903</description><pubDate>Tue, 23 Sep 2025 17:00:17 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Αλλάξτε τη μοίρα σας (Φώτης Αγγουλές)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/allakste-th-moira-sas-fwths-aggoules/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/allakste-th-moira-sas-fwths-aggoules/</guid><description>Άβουλος μη σταθείς στιγμή μπρος στης ζωής τη στράτα κι είν’ όμορφα τα γηρατειά κι είναι γλυκά τα νιάτα. Χιλιόγλωσση είν’ η προσευχή κι έχει απ’ τα χρόνια πια γεράσει κι όμως ως του θεού τ’ αφτιά ποτέ δεν έχει φτάσει. Τίποτα – Τίποτα καλό σε σας δεν έχουν δώσει όσοι σοφοί κι αν πέρασαν και παντογνώστες και μεγάλοι. Ποιον περιμένετε να ρθεί; Ποιον καρτερείτε να σας σώσει; Εσείς οι ίδιοι με τα χέρια σας με το μυαλό σας, με την πράξη, αν δεν αλλάξετε τη μοίρα σας, ποτέ της δεν θ’ αλλάξει. Art : Dora Maar-untitled-hand-shell-1934</description><pubDate>Sun, 07 Sep 2025 19:35:56 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Στὸ θάνατο Ἰουλ. Τυπάλδου (Γεράσιμος Μαρκοράς)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/st-thanato-oul-typaldou-gerasimos-markoras/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/st-thanato-oul-typaldou-gerasimos-markoras/</guid><description>Δὲν εἶναι ἀλήθεια, ὡς ἄκουσα χίλιαις φοραὶς νὰ ποῦνε, ποῦ τὰ γλυκόφωνα πουλιά, σὰ νέα θὰ κάμουνε φτερά, καθόλου δὲ λαλοῦνε. Τὴν ὥρα, φίλε, πὤπασχες, ἐκεῖ ποῦ ἀγγέλου χνοῦδι ἔβγανε μέσα σου ἡ ψυχή, τάχα δὲν ἔδωκες ἀρχὴ στοῦ κύκνου τὸ τραγοῦδι; Γιατὶ κανέναν ἦχο του στὸν κόσμο δὲν ἀφίνει; Ἄχ! ἦταν θέλημα Θεοῦ τὸ τέλος τέτοιου τραγουδιοῦ κρυφὴ ‘σου ἰδέα νὰ μείνῃ. Τόσο ψηλὰ θὰ σ’ ἅρπαξε τὸ πρῶτο πέταμά του, ποῦ, βλέποντας τὸν οὐρανό, δὲν ἦταν ἄλλο βολετὸ νὰ ξαναγύρῃς κάτου. Painting : August-Friedrich-Schencks-Anguish1878</description><pubDate>Sun, 07 Sep 2025 19:28:05 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Βαλς θανάτου (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/bals-thanatou-nikos-tsintros-2914/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/bals-thanatou-nikos-tsintros-2914/</guid><description>Μαύρος καπνός στις φλέβες μου, στρώμα φωτιάς στα μάτια. Το σώμα μου γέμισε νεκρά, δάκρυα ντροπής, σημάδια. Είναι η καρδιά μου ποταμός, οργής και υπερηφάνειας. Κ’ η λογική μου μοναχός, σε πρόσωπο ζητιάνας. Το χέρι νιώθει δυνατό, μαχαίρι να κρατήσει. Μα το στόμα μου κλειστό, δεν πρέπει να τολμήσει, λέξεις να πει. Θα προδοθώ. Πρέπει εγώ, να φαίνομαι φίλη καλή και να ωθώ συγχώρεση. Να μαίνομαι κατά του άδικου Θεού και του μοιραίου τρόμου. Να μαίνομαι για αφορισμό του μίσους και του φθόνου. Κι όταν πειστείς, πως το Θεό έχω για συντροφιά μου και είσαι εσύ πνευματικός πατέρας της θωριάς μου, φίλος κι έμπιστος γιατρός της ζωτικής φωτιάς μου, θα μπήξω το μαχαίρι μου, το θάνατο θα σφίξω κι αγκαλιασμένοι εμείς οι δυο, τρία βήματα κι ένα χορό, στο αίμα θα χορεύω. Και θα χαρώ πολύ να δω να τραγουδάς συγχώρεση σαν τρέμει η φωνή σου, σα χάνεται η χαραυγή και φεύγει η πνοή σου. Νίκος Τσίντρος Painting :Camille Claudel-TheWaltz-1905</description><pubDate>Thu, 04 Sep 2025 18:00:26 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Αφρόκρινα (Φώτης Αγγουλές)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/afrokrina-fwths-aggoules/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/afrokrina-fwths-aggoules/</guid><description>Το Εριντάν ορθόπλωρον όργωνε το γαλάζιο κάμπο τον ανθισμένο αφρόκρινα κι αν ήταν το ταξίδι μας, ταξίδι σκλάβων ή όχι, δε μ` ένοιαζε, δεν τόκρινα. Στην πλώρη στέκουμουν ορθός και κοίταζα το τέρμα τη δύση που ήταν κόκκινη σα να τη βάψαν μ` αίμα κι αν ήταν το αίμα της ζωής που τη μαχαίρωναν ανθρώποι, την ώρα αυτή δεν τόκρινα τι `ταν για μας σκληρή η ζωή και ξένοι γύρω οι τόποι και το Εριντάν ορθόπλωρον όργωνε το γαλάζιο κάμπο τον ανθισμένο αφρόκρινα. Painting : Ivan Aivazovsky-The ninth wave-1850</description><pubDate>Wed, 03 Sep 2025 15:56:12 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ω γη μητέρα (Αριστομένης Προβελέγγιος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/w-gh-mhtera-aristomenhs-probeleggios/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/w-gh-mhtera-aristomenhs-probeleggios/</guid><description>Σὺ μὲ τὸ πνεῦμά σου τὸ μυστηριακό, ὦ Γῆ μητέρα, μ’ ἔχεις ποτισμένο. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα σου παντοῦ εἶναι σκορπισμένο. Τὸ αἰσθάνομαι καὶ τ’ ἀγροικῶ νὰ πνέῃ γύρω μου σὲ κάθε βῆμα ἀπ’ τὰ βουνά σου, ἀπ’ τὰ λαγκάδια, ἀπὸ τὸ κῦμα, σὰν ἕνας πόθος, σὰν μιὰ νοσταλγία γι’ ἀγνώστων οὐρανῶν μαγεία. Μὲ πότισες μὲ τὴ λαχτάρα σου τὴν ἴδια. Στὰ προαιώνια σου ταξείδια. μέσα στοῦ χάους τὰς ἐκτάσεις, ποὺ ἡ σφαῖρά σου γυρίζει καὶ γοργοκυλᾷ, μὲ μάταιον ἔρωτα ζητᾷς νὰ φθάσῃς τ’ ἄστρο, ποὺ ἐμπρός σου φεύγει καὶ φωτοβολᾷ. Κ’ ἐγὼ τοῦ κάκου ἀνοίγω τὴν ἀγκάλη πρὸς τῶν ἰδανικῶν μου τὰ ὀνειρώδη κάλλη, ποὺ μ’ ἀνυψώνουν, τὶς ἡμέρες μου λαμπρύνουν, ἀλλ’ ἄχ! σ’ αἰώνια δίψα καὶ καϋμὸ μ’ ἀφήνουν. Ὦ μάννα Γῆ! κι’ οἱ δυό μας εἴμεθα αἰώνιοι νοσταλγοί. Πετᾷς, γυρνᾷς, γυρνῶ κ’ ἐγὼ μαζί σου μέσα στὰ θαύματα τῆς ἀστρικῆς ἀβύσσου. Κι’ ὅταν καὶ σὺ μιὰ μέρα θ’ ἀποστάσῃς καὶ θὰ διαλυθῇς σὲ σύννεφο, σὲ ἀτμόν, τὴ σκόνι μου θὰ τὴ σκορπίσῃς στὰς ἐκτάσεις μέσα σὲ πλήθη ἡλίων, πλήθη ἀστερισμῶν. Φωτοβόλοι μ’ ἔφεγγονμῆτερ, τὰς ἀγκάλας σου, καὶ νὰ κοιμηθῶ. Painting Nicholas Roerich- Kuan Yin-1933</description><pubDate>Tue, 19 Aug 2025 15:24:05 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Απολλώνιος ανάκρουσμα. Tο Πέρασμα των Mοιρών (Aπόστολος Μελαχρινός)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/apollwnios-anakrousma-to-perasma-twn-moirwn-apostolos-melaxrinos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/apollwnios-anakrousma-to-perasma-twn-moirwn-apostolos-melaxrinos/</guid><description>H A΄ MOIPA Xιτώνα εχάρηκα να υφάνω από λινάρι, χρυσό τον Ήλιο μου ιστορώντας καβαλάρη. Στην άλλη του όψη η Πούλια κρούει τον Aπρίλη, ως παν τ’ αρνιά σε αμαλαγιές να φαν τριφύλλι. H B΄ MOIPA Mια μέρα την Kερή Σελήνη αν έταξα να υφάνω της τα νυφικά με λινομέταξα, ήρθε ο καιρός που αράχνινα θα τα ‘φανα, ζώδια ξομπλιάζοντας σε υφάδια διάφανα. H A΄ MOIPA Mες στο μανδύα του χρυσούς αετούς ύφανα. H B΄ MOIPA K’ εγώ παγώνια μες στη σκεπή της περήφανα. H A΄ MOIPA Tώρα το φιλντισένιο σου αργαλειό παράτα, του Ήλιου να τραγουδήσουμε τα νιάτα· κι ας ψιχαλίζει ένας καημός μες στα λαγούτα: “Ψηλά κλωνιά βεργολυγούν με αφράτα φρούτα”. Mπαίνει η Γ΄ Mοίρα H B΄ MOIPA Ω την ωκνή αδελφούλα μας. Έλαχε να κεντήσει κ’ οι αχοί την κρατούν άνεργη πλάι στην αργόβοη βρύση, κάτου απ’ τα πλάτανα. (Ίσκινη κι αριά πλέχναν νταντέλα.) K’ η ανάβρα περιπαίζοντας τη μάταιη τέχνη εγέλα. H Γ΄ MOIPA Tάχα τα υφαίνατε κ’ εσείς όλο; Σιμά στην κρήνα πυκνά πουρπούλιαζαν οι αχοί, κοπαδιστές πιθύμιες, σε δάκτυλα λαλούμενα. Ποια μουσική τα εκίνα κι ανάβρες συνορίζουνταν; H B΄ MOIPA Eκόρφιαζαν ασήμιες κι ορμώντας απ’ το μάρμαρο παράμοιαζαν τα κρίνα. H A΄ MOIPA Mα τόσην ώρα τι έκανες; H Γ΄ MOIPA Eίναι κάπου ένα περβόλι ξωτικό. Kάθε μου σκόλη το περιδιαβάζω μόνη κ’ η ψυχή μου το αναγνώνει σα βιβλίο. K’ έλυνα πλάι σε νεροσέλινα τη ζωστρή, να γυμνωθώ, σαν τον προφαντόν ανθό. Tρέμω, νιώθω νέο παλμό. Nα βουτήξω δεν τολμώ κι ως βουτώ στα κρύα νερά, νιώθω αφάνταχτη χαρά. Tα μαλλιά σαν τα ‘λουσα, λύγερη ανεβάλλουσα, πήδησα γυμνή κι αθώα, μες σε αγνά χόρτα και ζώα. Tων δέντρων η αδερφοσύνη, το κορμί μου ολόρθο στήνει. Θάμα! Δέντρο, περπατούσα, με την κόμη αναθροούσα. Πάγω αμέσως και κοιτώ σε καθρέφτη σμαγδωτό, μια Nεράιδα που κρατεί, μαρμαροπελεκητή. Xτένια νεραϊδίστικα πήρα και χτενίστηκα κι ανθολόγουν, σα μανόλια, σε φανταχτερά περβόλια. Nερά φλοισβούν τρεξιμιά στη γλυκόπιοτη ερημιά. Tον παλιό τους πόνο λέω μ’ έναν τρόπο απλό και νέο. Kι ως τη σκιά μου, ανέμελα, βάλτα ουρανοθέμελα πλάνευαν, γιγάντισσα τηνε συναπάντησα. Tο ‘χα τάξει: να μη φύγω απ’ τον κήπο δίχως τρύγο κι από μια κορφήν αρπώ, ώριμο, άφταχτο καρπό. Tώρα με το μήλο παίζω το χρυσό και το κρεμέζο. K’ έχει στο παιχνίδι μου όλη τη δροσιά του, το περβόλι. H B΄ MOIPA Έλα να πιάσεις τη δουλειά· κι άφησε τα παιχνίδια πλια. H A΄ MOIPA Mε αϊτού φτερά πετάω, χαράματα, τον Ήλιο για να δω κατάματα. OI TPEIΣ MAZI Tα ‘δα εγώ στο μέγα δρυ, άνθρωπος δεν τα ‘χει ιδεί. H A΄ MOIPA Tου Ήλιου το κυκλογύρισμα θάμπος, τραγούδι, μοσχομύρισμα. Mόνο γι’ αυτόν γνέμα δεν πήρα, B΄ και Γ΄ MOIPA μαζί Ξεφεύγει ο Ήλιος απ’ τη Mοίρα. H A΄ MOIPA Aυτός έχει τον κόσμο υφάνει: Kι εφάνη του ως ονείρου πλάνη. Kι ύστερα το έργο του εστοχάστη: H B΄ MOIPA K’ η πλάση γνώρισε τον Πλάστη. B΄ και Γ΄ MOIPA Ήλιε μου, η κόρη σου Oμορφιά, σε λόγο, σε ήχο, ή ζωγραφιά. Φαντάζει, νείρεται και ηχεί, μες στην απάρθενη ψυχή. H Γ΄ MOIPA Mες στην ψυχή μας χύνει απ’ τ’ άστρα ρυθμό. Nιώθουμε θέρμη πλάστρα κι ανάβει τραγουδίστρα μέθη. H A΄ MOIPA Aυτός των Θεών το κλώσμα γνέθει. H Γ΄ MOIPA K’ εγώ, στο ξύπνημα του κόσμου, πρώτη φορά βρήκα το φως μου. Xρυσή τουλούπα του Ήλιου πήρα, να κλώσω του άνθρωπου τη μοίρα. H A΄ MOIPA στη Γ΄ Bάλε στη ρόκα το σκαμάγγι και γνέθε το που θέλει η Aνάγκη. H A΄ MOIPA στη B΄ Bάλε δαφνόξυλο στη ζώστρα και φούντωσε τη σκούλα, Kλώστρα. H A΄ στη B΄ και Γ΄ Φέρτε τη ρόκα παρεδώθε. στη Γ΄ Σιγοτραγούδα, (στη B΄) κρουστά κλώθε. OI TPEIΣ MOIPEΣ μαζί. Eλεφαντένιο ας γυριστεί το αδράχτι για το λυριστή. H A΄ MOIPA στη B΄ Ως στρίβει το κρουστό σου κλώσμα, βάζε διπλό, τρίδιπλο νιώσμα. στη Γ΄ Γλυκά κι αργά ο αχός να πάρει, για τον ηλιόχαρο λυράρη. H Γ΄ MOIPA Eίμαστε ομόγνωμες και τώρα: Tου Ήλιου να πάρει όλα τα δώρα. Γύρνα σφοντύλι, αδράχτι γύρνα. H A΄ MOIPA Φώτα μεθούν με. H B΄ MOIPA Σκοποί. H Γ΄ MOIPA Σμύρνα. H A΄ MOIPA H μάνα μου στα πρώτα φώτα, για αινίγματα παλαιά μ’ ερώτα: Aδράχτι μου χόρευε, πήδα. Mέθα, μαντόλαλη ορχηστρίδα. OI TPEIΣ MOIPEΣ Όλες τις τέχνες μαζί σμίγε, Ήλιε μου. Mέθα μας νέε τρύγε. H Γ΄ MOIPA Στου μέγα δρυ τη ρίζα, κλώθω του αλαφροΐσκιωτου τον πόθο. Σφοντύλι, αδράχτι μου γυρνάτε. Πέτα, κορυδαλέ σκουφάτε. H A΄ MOIPA Πάει να βοσκήσει τον Aπρίλη το φαρί το άπιαστο τριφύλλι. Bόσκοντας δίπλα στο ραγάζι, στους άγνωρους ίσκιους φρουμάζει. Γύρνα σφοντύλι, γύρνα αδράχτι, στη φουντωμένη δίπλα φράχτη. H B΄ MOIPA Mε μπρούντζινο το αλάφι γόνα δρέμει να βρεί τη λαμπηδόνα. Mες στου Mαρτιού τ’ αστραποβρόντια σα φάει την, κάμει χρυσά δόντια. Γύρνα σφοντύλι, γύρνα αδράχτι, πλάι στον πολύβοο καταρράχτη. H Γ΄ MOIPA Eίδες τον τράγον; Eπολέμα να σκαρφαλώσει σε άγρια γκρέμα. Mε αμάραντους και με άγρια κρίνα, γεύτη την άφταχτη ελλερίνα. Σφοντύλι αδράχτι μου γυρνάτε, και χόρευε τράγε κνηκάτε. H Γ΄ MOIPA Kλώσιμο λίγο θέλει ακόμη για της ζωής το μεσοδρόμι. Πάσα ομορφιά παίρνω απ’ το δάσο κι ως πρέπει θα τον εγκωμιάσω. Kλώθε κρουστά, σιγοτραγούδα. Στρίβε ηχοκλώστινη πλεξούδα. H A΄ MOIPA Kρούει ο Ήλιος και όντα πλάθει: Για κρούε του λιναριού τα πάθη. H B΄ MOIPA Γνέθω στη ρόκα το λινάρι του νεραϊδόπαρτου λυράρη. Γύρισε αδράχτι και σφοντύλι να μοιροκλώσω τον Aπρίλη. H Γ΄ MOIPA Όμορφο το άλογο σα δρέμει κι ως αρμενίζει το καράβι καμαρωτό με το μελτέμι, μα ο στίχος τις καρδιές ανάβει. H B΄ MOIPA Kι αν καμαρώνει σαν παγώνι κι ως νύφη, σαν της χύνουν ρύζι, ή σαν τη γης σαν ξανανιώνει, ο στίχος τις καρδιές ραγίζει. H A΄ MOIPA H Oμορφιά, θα κρούει παράκαιρη κι αν τη ζωή κυκλώνει ολάκερη. Mες στα μελλούμενα, στα περασμένα, πάντα τη χαίρουνται τα ξένα. Σβούρνα σφοντύλι, αδράχτι σβούρνα. Tον ίσκιο σου κυνήγαε τούρνα. H A΄ MOIPA Διαβαίνει ο ίσκιος του και πάει με τις δροσιές του Aπριλομάη. Φεύγα στην ώρα σου. Στον αιώνα ηλιόμορφη να ζει σου εικόνα. Σβούρνα σφοντύλι, αδράχτι σβούρνα. Kύκνωσε ο πίδακας στη γούρνα. H Γ΄ MOIPA Xαρά στον ώριο αγελαδάρη! Έπιανε αμάλαγο μαστάρι κι ως βύζανε λιάρα δαμάλα, φλησκούνι εμόσκιζε το γάλα. Σφοντύλι με το αδράχτι γύριζε και μύριζε, βασιλικέ πλατύριζε. H B΄ MOIPA Mιαν αυγινή σιμά του επέρασα κ’ είδα τον. Mάζευε αγριοκέρασα. “Tα δάχτυλα λίγο και τα ‘σκινα, έλεγε, στ’ άγουρα δαμάσκηνα.” Kαι πήε να μάσει σ’ άλλη στράτα μόρικα βάτσινα στα βάτα. Σφοντύλι αδράχτι μου γυρνάτε κι άνθιζε στα χαντάκια βάτε. H Γ΄ MOIPA Δέτε, το αδράχτι μου, όπως στρίβω, λες κι άλογο γυρίζει γρίβο. H B΄ MOIPA Γύρνα σφοντύλι, γύρνα αδράχτι κι άκουσα του άφαντου τον κράχτη. H A΄ MOIPA Tον στερνό λόγο μου θα πω: Πιάστε άλλον, πιο πικρό σκοπό. Σφοντύλι, αδράχτι μου, γυρίστε. Σφύριζε στα έρμα κλώνια, φίστε. H Γ΄ MOIPA Kαλέ πουλόλογε, στη Θούλη κυνήγαες το γαλαζοπούλι. Aδράχτι μου, το χορό στήνε. Mονάχεψε να το πεις, σπίνε. H B΄ MOIPA Σε όρη παρθένα, στην Kολχίδα, θεότρελος, με αρκούδια επήδα. Γεύτη της αζαλέας το μέλι. H A΄ MOIPA Tο ‘πα: Ό,τι μέλλει δεν ξεμέλλει. Σβούρνα σφοντύλι, αδράχτι σβούρνα. Λαφριάν ο ίσκιος του ήβρε κούρνα. H Γ΄ MOIPA Tο αδράχτι μου βαρύ, μολύβι, το ριζικό του, αδερφές, στρίβει. H A΄ MOIPA Γύρνα στον άδραχτο, ίσκιε βένετε. Tο γραφτό απόγραφο δε γένεται. H Γ΄ MOIPA Δεν είναι κρίμα τόσο νέος της γης του να ξοφλά το χρέος; H A΄ MOIPA Για κάμε την καρδιά σου πέτρα. Στις τυλιξιές τα χρόνια μέτρα. H B΄ MOIPA Πες, την αποκοτιά σου εμέτρα, που τον αχό πήρε για πέτρα, ο απολησμονιάρης της ζωής, του άφαντου πελεκητής; H A΄ MOIPA Γρικάτε μου: Πράξω δεν πράξω στο δάσο στοίχειωσε το φράξο. Aχόρταγο, αίμα ανθρώπου ερούφα και δάσωνέ του η άγρια τούφα. H B΄ και η Γ΄ Ω, Mοίρα των Mοιρώνε, όριζε. H A΄ MOIPA Ψήλωνε, δέντρακα βαθιόριζε. H B΄ MOIPA Στην τετρακάθαρη πηγή, δίψα ως ανοίγει του η πληγή, πίνει τον ίσκιο του το αλάφι. H A΄ MOIPA Tι γράφει η Mοίρα δεν ξεγράφει. H B΄ MOIPA Στο δάσο ανθεί, λαλεί, θαμπώνει, ρόδο κι αηδόνι και παγώνι, κι αυτός τα γράφει με ψηφί. H Γ΄ MOIPA Xαμός! Tον πήρεν η στροφή. H B΄ MOIPA Xαμόκλαδο πρίνο, πά’ σ’ έλατο ξεφύτρωσε. Παίζε, δρασκέλα το, και στοίχειωσ’ το ξωθιά πηδήχτρα. Tου ελάλεις σε νερένια πλήχτρα, κ’ έκρουες στον αχό του σείστρα, διπλόθωρη λεύκα μαυλίστρα. H Γ΄ MOIPA Aπό τα χέρια μου πετάχτη χρυσοελεφάντινο το αδράχτι. H A΄ MOIPA Σκύψε το αδράχτι σου να πάρεις. Ξεμοιρογράφτηκε ο λυράρης. (όλες μαζί) Στον Όλυμπο, στον Kόρυμπο, στα τρία τ’ άκρα τ’ ουρανού, εκεί, που οι Mοίρες των Mοιρών, λούζουνται, χτενίζουνται κι ασημοκορδίζονται κι εγώ θα πάω η Tριμερούσω, το απάρθενο κορμί να λούσω. Kι όντας λουστώ και στολιστώ θα δράμω στου Ήλιου και της Σελήνης μας το γάμο. (χάνουνται) Painting:The Madness of Titania”Paul-Jean-Gervais”1897</description><pubDate>Wed, 23 Jul 2025 08:08:23 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Κεραυνός (Νίκος Καρβούνης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/keraunos-nikos-karbounhs-2891/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/keraunos-nikos-karbounhs-2891/</guid><description>Είκοσι χρόνια τον στρατώνα εγνώρισα και δάφνας έδρεψα στης μάχης το πεδίον (Κωνσταντινούπολιν, Απείρανθον, Χαλκιδικήν) Πλην ν’ αηδιάσαν κι αι μάχαι και ο στρατών. Αφήκα τότε τον στρατόν. Κάτι με είλκυσεν εις την πολιτικήν, κάτι κι εγώ να γίνω κομματάρχης, δεν θα’μαι ο πρώτος δα συνταγματάρχης που ανήλθεν εις τοιαύτας λειτουργίας. Τον δρόμον μου ηκολούθησα γοργός και επάλαισα κατά της βασιλείας στης Δημοκρατικής Ενώσεως τους κόλπους… Αι ιδέαι της με συνεκίνησαν ολίγον πλην με καιρόν βαρέθηκα. Είναι άχαρις αγών για τάξεις, για πτωχόν λαόν, για δικαιώματα για ελευθερίας, και άλλα ηχηρά παρόμοια. Άλλωστε ο Μποδοσάκης με προέτρεψε ν’ αποσυρθώ γιατί έλεγε θα μου έκοβεν ευθύς τα λίαν γενναία δοσίματα. Έγινα τότε φασιστής και αρχηγός του νέου κόμματος του εθνικού και υπουργικόν κατέλαβα εδώλιον. Εδώ ας σταθώ. Καλά είν’ εδώ. Δεν το κουνάω. Ποτέ απ’ εδώ εξ ιδίας προαιρέσεως. Και μ΄ ευχαρίστησιν θα μείνω και ζωήν ολόκληρον εδώ. Αλλ’ αν χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ κάποια αλλαγή στις διαθέσεις γίνει και δοθεί κάποιο φύσημα για πέρα στον συνάδελφο Πρίμο ντε Ριβέρα, σ’ εμένα, στον Τσαγκόφ, στο Μουσολίνι, τότε ίσως επανέλθω στο στρατώνα και ξαναρχίσω την παλαιά ζωήν μου. Ίσως να κάνω και κανένα κίνημα σωτήριον, αξιεπαίνως ενθυμούμενος τας βενιζελικάς μου παραδόσεις. Το χρέος προς την πατρίδα και προς τον μπακάλη, που δύσκολα θα δύναμαι να εξοφλήσω, αν στερηθώ -πράγμα φρικτόν- τα λίαν γενναία της εξουσίας δοσίματα. Αλλ’ ο Εφέσιος αγρυπνεί και όλ’ αυτά δεν είναι φόβοι βάσιμοι και σοβαροί, τουλάχιστον για μέλλον λίαν προσεχές… Την παρωδία αυτή την δημοσίευσε στην εφημ. Πολιτεία στις 7/1/1925 ο ποιητής και κριτικός Νίκος Καρβούνης (1880-1947, της ομάδας της Ηγησώς, πρώτα θεοσοφιστής και από το 1930 μαρξιστής) που την υπόγραψε “Κ. Βάφης”. Στόχος της είναι να σατιρίσει όχι τον Καβάφη, αλλά τον Γεώργιο Κονδύλη, τον στρατιωτικό που είχε γίνει πολιτικός. Δεν παρωδείται συγκεκριμένο καβαφικό ποίημα, αλλά γίνεται μίμηση του ύφους του Καβάφη -και βέβαια, εδώ κι εκεί υπάρχουν ατόφιοι καβαφικοί στίχοι. Ο αναγνώστης του 1925 εύκολα αναγνώριζε τις αναφορές της παρωδίας -με την Κωνσταντινούπολη εννοείται η δράση του Κονδύλη μετά τον Νοέμβριο του 1920, όταν πολλοί βενιζελικοί αξιωματικοί κατέφυγαν στην Πόλη (που ήταν υπό διεθνή έλεγχο) και από εκεί μηχανορραφούσαν (κατά τα άλλα, έφταιξε η αντιπολεμική προπαγάνδα του ΣΕΚΕ για την καταστροφή).</description><pubDate>Mon, 07 Jul 2025 11:07:52 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Άσμα παράφρονος (Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/asma-parafronos-aleksandros-rizos-ragkabhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/asma-parafronos-aleksandros-rizos-ragkabhs/</guid><description>Νέον ἄνθος ἔθαλλον. Ἄγγελος μ’ ἐφίλησε φίλημα πικρόν. Μ’ ἔδρεψε καὶ μ’ ἔρριψε, κ’ εἰς κρημνοὺς μ’ ἐκύλισε χείμαρρος, νεκρόν. Κύκνος χιονόπτερος, ν’ ἀναβῶ ἠθέλησα εἰς τὸν οὐρανόν, πλὴν χρυσῆ μ’ ἐκέντησε κεκρυμμένη μέλισσα, κ’ ἔπεσα θανών. Φωτοβόλοι μ’ ἔφεγγον ἔρως καὶ διάνοια, ἱερὰ δυάς. Φεῦ! Ἀγρία ἔσβυσε τ’ ἄστρα τὰ οὐράνια λαῖλαψ ποντιάς. Χάρτης ὁ θεόγραπτος τῆς εὐρείας πλάσεως μ’ ἦτον ἀνοικτός. Πλὴν μοὶ τὸν ἀφήρεσεν ἀπὸ τὴς ὁράσεως κάλυμμα νυκτός. Περιφέρω ἔκτοτε, τὴν ψυχὴν ἀόμματος, βλέμμα σκοτεινὸν είς κενὴν τὴν ἔκτασιν τ’ οὐρανίου δώματος, εἰς τὸ πᾶν κενόν. Φύσις, ὡς ἠθέλησα, νέος ὤν, τὸ γάλα σου, πάλιν σὲ ποθῶ. Να μ’ ἀνοίξῃς ἔρχομαι, μῆτερ, τὰς ἀγκάλας σου, καὶ νὰ κοιμηθῶ. Painting: Another Victory for the Forces of Darkness by Baron József</description><pubDate>Wed, 02 Jul 2025 23:27:31 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Βέβηλο (Στέφανος Μαρτζώκης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/bebhlo-stefanos-martzwkhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/bebhlo-stefanos-martzwkhs/</guid><description>Ποιὰν ἄβυσσο στὰ μαῦρα σωθικά μου ὁ δόλιος κλειῶ σύ, κόρη μου, δὲν ξέρεις, μονάχ’ ἀκοῦς τὰ τόσα βάσανά μου καὶ μὲ κοιτᾶς μὲ πόνο κι ὑποφέρεις. Πότε ποθῶ νὰ σὲ θωρῶ μπροστά μου τῆς κόλασης τὶς φλόγες νὰ μοῦ φέρεις, νὰ δαιμονίσεις μέσα τὴν καρδιά μου καὶ ντροπιασμένα λόγια νὰ προφέρεις. Πότε σ’ ἐμὲ τὸν οὐρανὸ ν’ ἀνοίξεις κι αὐτὸ τὸ βάρος τῆς ζωῆς ποὺ ζοῦμε πῶς νὰ βαστάξω, μόνη νὰ μοῦ δείξεις. Καὶ πότε στὴν ἀγκάλη νὰ μὲ κλείσεις μαζὶ μ’ ἐσὲ στὴ λάσπη νὰ κυλιοῦμαι, νὰ μὲ πατεῖς καὶ νὰ μ’ ἐξευτελίσεις. A Valkyrie by Edward Robert Hughes</description><pubDate>Wed, 02 Jul 2025 23:17:27 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ἀρχεάνασσαν ἔχω,τάν ἐκ Κολοφῶνος ἑταίραν… (VII 217.ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ)Μετάφραση : I.N.Κυριαζή</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/rxeanassan-xwtan-k-kolofnos-tairan-vii-217asklhpiadoymetafrash-inkyriazh/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/rxeanassan-xwtan-k-kolofnos-tairan-vii-217asklhpiadoymetafrash-inkyriazh/</guid><description>VII 217.ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ Ἀρχεάνασσαν ἔχω, τάν ἐκ Κολοφῶνος ἑταίραν, ἇς καὶ ἐπὶ ῥυτίδων ὁ γλυκὺς ἕζετ’ Ἔρως. ἆ νέον ἥβης ἄνθος ἀποδρέψαντες ἐρασταὶ πρωτοβόλου, δι’ ὅσης ἤλθετε πυρκαϊῆς. Την Αρχεάνασσα κρατώ, εταίρα εκ Κολοφώνος, που στις ρυτίδες της πατά του Έρωτα ο θρόνος. Εσείς που δρέψατε, εραστές, της νιότης τον ανθό της ποια πυρκαγιά περάσατε, από ανάμεσό της;.. When the Heart is Young by John William Godward (1902)</description><pubDate>Mon, 30 Jun 2025 20:56:58 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>«Η Γλώσσα ως Καθρέφτης Πολιτισμού και Αντίστασης στη Σύγχρονη Σιωπή» Παναγιώτης Τζαννετάτος</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-glwssa-ws-kathrefths-politismou-kai-antistashs-sth-sygxronh-siwph-panagiwths-tzannetatos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-glwssa-ws-kathrefths-politismou-kai-antistashs-sth-sygxronh-siwph-panagiwths-tzannetatos/</guid><description>Σε κάθε εποχή, από τα αρχαία χρόνια έως τη σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας, η γλώσσα αποτελεί τον θεμέλιο λίθο του πολιτισμού. Δεν είναι απλώς ένα μέσο επικοινωνίας· είναι η ζωντανή έκφραση του τρόπου με τον οποίο ένας λαός αντιλαμβάνεται τον κόσμο, αισθάνεται, σκέφτεται και δημιουργεί. Στην καρδιά αυτής της έκφρασης στέκεται η ποίηση, η οποία ενσαρκώνει με τον πιο πυκνό και βαθύ τρόπο την αισθητική, την ιστορία και τη φιλοσοφία ενός πολιτισμού. Η γλώσσα φέρει μέσα της τα ίχνη της ιστορίας, τις αξίες και τις μνήμες ενός λαού. Μέσα από λέξεις, εκφράσεις και μεταφορές διατηρείται η παράδοση, ενώ ταυτόχρονα εξελίσσεται, εμπλουτίζεται και προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε εποχής. Είναι ο τρόπος με τον οποίο γεννιούνται, διαμορφώνονται και μεταδίδονται οι πολιτισμικές ταυτότητες. Η ελληνική γλώσσα, με τη μακραίωνη ιστορία της, είναι ένα ζωντανό παράδειγμα. Από τα ομηρικά έπη μέχρι τη σύγχρονη λογοτεχνία, υπήρξε πάντοτε φορέας στοχασμού και δημιουργίας, πυρήνας εθνικής συνείδησης αλλά και γέφυρα επικοινωνίας με τον κόσμο. Η ποίηση αποτελεί την κορυφαία μορφή λεκτικής δημιουργίας. Είναι εκεί όπου η γλώσσα αγγίζει το υπαρξιακό, το αιώνιο, το άρρητο. Μέσα από τον ρυθμό, την εικόνα και τη σιωπή, ο ποιητής μεταφέρει νοήματα που υπερβαίνουν το λεκτικό. Ταυτόχρονα, η ποίηση είναι πολιτική πράξη· μπορεί να αφυπνίσει, να εναντιωθεί, να αντισταθεί. Σε δύσκολες εποχές, όπως οι περίοδοι κοινωνικών αναταραχών ή κρίσεων, η ποίηση αναδεικνύεται σε εργαλείο συνειδητοποίησης και ψυχικής ανάτασης. Από τον Σεφέρη και τον Ελύτη μέχρι τους νεότερους ποιητές, ο ποιητικός λόγος δεν παύει να συνομιλεί με την πραγματικότητα και να προτείνει έναν άλλο τρόπο θέασης του κόσμου. Ο πολιτισμός δεν είναι απλώς ένα σύνολο έργων τέχνης ή παραδόσεων. Είναι το σύνολο των τρόπων με τους οποίους οι άνθρωποι ζουν, συνυπάρχουν και δημιουργούν νόημα. Η γλώσσα και η ποίηση είναι βασικά εργαλεία αυτής της διαδικασίας. Μέσα από αυτά καλλιεργείται ο διάλογος, η ενσυναίσθηση, η αυτογνωσία και η κριτική σκέψη. Σε μια εποχή όπου η τεχνολογία κυριαρχεί και η πληροφορία μεταδίδεται με ταχύτητα φωτός, η γλώσσα κινδυνεύει να φτωχύνει, να απλοποιηθεί ή να αλλοιωθεί. Η ποίηση και η καλλιέργεια του λόγου λειτουργούν τότε ως αντίβαρο, διατηρώντας την ουσία και το βάθος της ανθρώπινης επικοινωνίας. Η σύγχρονη κοινωνία, παρά την τεχνολογική της πρόοδο, αντιμετωπίζει κρίσεις ταυτότητας, επικοινωνίας και αξιών. Η υποχώρηση της λογοτεχνικής παιδείας, η κυριαρχία της εικόνας, η επιφανειακή χρήση των κοινωνικών δικτύων οδηγούν συχνά σε μια αποξένωση από τον πλούτο της γλώσσας. Ωστόσο, η γλώσσα παραμένει το ισχυρότερο εργαλείο διαμόρφωσης της κοινής συνείδησης. Μέσα από τη σωστή παιδεία, τη λογοτεχνία, τη δημιουργική γραφή και τη στήριξη των τεχνών, μπορεί να επανέλθει στο προσκήνιο ως δύναμη αλλαγής. Η γλώσσα, η ποίηση και ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλειες ή παρελθόντα ιδεώδη· είναι ουσιώδη στοιχεία για την κατανόηση και τη βελτίωση της σύγχρονης κοινωνίας. Μια κοινωνία που επενδύει στον λόγο και την καλλιέργεια, είναι μια κοινωνία με ρίζες, αλλά και με φτερά. Μια κοινωνία ικανή να μιλήσει για το παρόν της και να οραματιστεί το μέλλον της.</description><pubDate>Wed, 25 Jun 2025 14:50:03 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Η κατάρα του τραγουδιστή (Λούντβιχ Ούλαντ) Μεταφραστής Λορέντζος Μαβίλης</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-katara-tou-tragoudisth-lountbix-oulant-metafrasths-lorentzos-mabilhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-katara-tou-tragoudisth-lountbix-oulant-metafrasths-lorentzos-mabilhs/</guid><description>Κάστρο ‘ς τὰ χρόνια τὰ παληὰ ψηλό, καμαρωμένο μακρυὰ ‘ς τοὺς κάμπους φάνταζεν ὣς τ’ ἀκρογιάλι πέρα· μὲ περιβόλια ὁλόγυρα ἦταν στεφανωμένο, ὅπου ἄμετρ’ ἄνθη μ’ εὐωδιαὶς γιομίζαν τὸν ἀέρα, καὶ βρύσαις τὰ δροσόβολα νερὰ τὰ ψήλου ἐρρίχναν, ποὺ ὡς τὸ δοξάρι τ’ οὐρανοῦ λαμπρὰ χρώματα ἐδείχναν. Καὶ βασιλέας δυνατὸς ‘ς τὸ κάστρο αὐτὸ καθότουν εἰς τὰ ῥηγάτα πλούσιος, ‘ς ταὶς νίκαις ξακουσμένος· στὸ θρόνο του ἐβασίλευε κ’ ὑπερηφανευότουν, κ’ ἦταν ἀχνὸς ‘ς τὸ θῶρι του, ‘ς τὴν ὄψι ἀσβολωμένος· γιατ’ εἶναι φρίκ’ ἡ σκέψι του καὶ λύσσα εἶναι τὸ βλέμμα, τὰ λόγια του εἶναι φραγγελιαίς, τὸ γράψιμό του εἶν’ αἷμα. Κατὰ τὸ κάστρο μιὰ φορὰ τραβοῦσ’ ἴσια τὸ δρόμο τραγουδιστάδων θαυμαστῶν τρισεύγενο ζευγάρι· ἀσπρίζαν τὰ μαλλιὰ τοῦ ἑνός, καὶ τ’ ἀλλουνοῦ ‘ς τὸν ὦμο ὁλόξανθα χρυσὰ σγουρὰ κυμάτιζαν μὲ χάρι· ὁ γέρος μὲ τὴν ἄρπα του καθότουν ‘ς ἄτι ὡραῖο, κ’ εἶχε ‘ς τὸ πλάγι του πεζὸ τὸν ἀνθισμένο νέο. Κι’ ὁ γέρος μίλησε τοῦ νιοῦ· «Γυιέ μου καλέ, ‘τοιμάσου! Τὰ πλειὸ βαθυὰ τραγούδια μας νὰ θυμηθῇς εἶν’ ὥρα· τὴν πλειὸ γεμάτη σου φωνὴ βγάλε· τὰ δυνατά σου κάμε γιὰ νὰ ζευγαρωθοῦν γλύκα καὶ πίκρα τώρα, μὲς τὸ γλυκύτατο σκοπό, γιατί σήμερα μία ῥηγὸς πρέπει νὰ ‘γγίξουμε μαρμάρινη καρδία.» Εἰς τὸ ψηλὸ πολύστυλο κιόλης ἐφθάσαν δῶμα, ποὺ ‘ταν ‘ς τὸ θρόν’ ὁ βασιλιᾶς μὲ τὴ βασίλισσά του· καθὼς ‘ς τοὺς πάγους τοῦ βοριᾶ μ’ αἱματωμένο χρῶμα ὁ οὐρανὸς λαμποκοπᾷ, παρόμοια ‘ναι ἡ θωριά του ‘ς τὸ μεγαλεῖο της φοβερή· γεμάτ’ ὅμως γλυκάδα τὸ θῶρι τῆς βασίλισσας σὰν φεγγαριοῦ λαμπράδα. Ἀρχίζει τότε ὁ γέροντας τὴν ἅρπα του νὰ κροῦῃ, κι’ ὁ ἦχος ὅλο φουσκόνοντας ‘ς τὴν ἀκοὴ πληθαίνει γεμάτος, ποὺ ‘ναι θαυμαστὸ κανεὶς νὰ τὸν ἀκούῃ· τοῦ νέου ῥέοντας κ’ ἡ φωνὴ ξάστερη, οὐράνια βγαίνει, καὶ ἀνάμεσα ‘ς τοὺς ἤχους της τοῦ γέροντα βοΐζουν βαθυὰ ᾑ φωναίς, ὡσὰν στοιχειὰ νὰ σιγομουρμουρίζουν. Ὑμνολογοῦν τῆς ἐρωτιᾶς, τῆς ἄνοιξης τὰ μάγια, καιροὺς χρυσούς, καλότυχους, ἀντρειὰ κ’ ἐλευθερία, τὴν πίστη ψάλλουν κ’ εὐλογοῦν καὶ κάθε πρᾶξιν ἅγια, καὶ μελετοῦν κάθε καλό, ποὺ ὑψόνει τὴν καρδία, καὶ κάθε χάρι κι’ ὀμορφιά, ποὺ τὴ ζωὴ στολίζει, στενεύοντας τ’ ἀνθρώπινο στῆθος νὰ λαχταρίζῃ. Τ’ ἀρχοντολόϊ νὰ περγελᾷ τριγύρω ξεμαθαίνει, κ’ οἱ ἀπόκοτοι πολέμαρχοι γύρω ‘ς τὸ βασιλέα τὸν Θεὸν ὅλοι προσκυνοῦν· καὶ ἡ ῥήγισσα λυωμένη ἀπ’ τὸ τραγούδημα, ποὺ ἠχᾷ τόσο τερπνά κι’ ὡραῖα, πίκρα γροικῶντας ‘ς τὴν καρδιὰ σμιγμένη μὲ γλυκάδαις ῥόδο ἀπ’ τὸν κόρφο της πετᾷ πρὸς τοὺς τραγουδιστάδαις. «Μοῦ ἐξελογιάστε τοὺς πιστοὺς στρατιώται μου, δὲ φτάνεις θέλετε καὶ τὴ ῤήγισσα νὰ ξεπλανέστε ἀκόμα;» Τέτοια φωνὴ μανίζοντας ὁ βασιλέας βγάνει, κ’ ἐκεῖ ποὺ φώναζ’, ἔτρεμεν εἰς ὅλο του τὸ σῶμα· τ’ ἀστραφτερὸ ῤίχνει σπαθὶ μέσα ‘ς τοῦ νιοῦ τὰ στήθη, κι’ ὅθ’ ἔβγαιναν χρυσαὶς φωναίς, ἀχτῖδ’ ἀπὸ αἷμα ἐχύθη. Κι’ ὅλο μακρυὰ σκορπίστηκε σὰν ἀπ’ ἀνεμοζάλη τὸ πλῆθος, ποὺ τοὺς ἄκουε, κ’ ἐρρίχτηκε νὰ φύγῃ· ὁ νέος ἐξεψύχισε ‘ς τοῦ γέρου τὴν ἀγκάλη, κ’ ἐκεῖνος μέσα ‘ς τὸ μαντὺ τὸ λείψανο τυλίγει· τ’ ἀνασηκόνει ἀπὸ τὴ γῆς, ὣς τ’ ἄλογο τὸ φέρνει, τὸ δένει καθιστὸ σφιχτὰ κ’ ἐκεῖθ’ ἔξω τὸ παίρνει. Ὅμως ἐκοντοστάθηκε πρὶν ἀπ’ αὐτοῦ μακρύνῃ ὁ προεστὸς τραγουδιστὴς εἰς τὴ μεγάλη πύλη· ἄδραξ’ ἐκεῖ τὴν ἅρπα του, τὴν δοξαστὴν ἐκείνη, τὴν ἔσπασε χτυπῶντας την εἰς μαρμαρένια στήλη· ἔπειτα ἐβάλθη κ’ ἔσκουξε μὲ τὴ φωνή του ὅλη, ποὺ ἐβούϊξαν τρομαχτικὰ κάστρο καὶ περιβόλι· «Ἀλλοιὰ ‘πὸ σᾶς, περήφανα ξώστεγ’, ἀνάθεμά σας! Ποτέ σας πλειὰ γλυκὸς ἠχὸς ἐδῶ νὰ μὴν ἠχήσῃ, οὔτε τραγοῦδι, οὔτ’ ὄργανο· μονάχ’ ἀνάμεσά σας ν’ ἀκούωντ’ ἔρμα κλάϋματα καὶ στεναγμοὶ περίσσοι, καὶ τρομασμένα βήματα σκλάβων, ὣς ποὺ νὰ φτάσῃ ἡ ὀργὴ τοῦ ἐκδικητῆ Θεοῦ κι’ ὅλα νὰ σᾶς σωριάσῃ! «Ἀλλοιὰ σας, μοσκομύριστα δροσάτα περιβόλια, μ’ ὅλαις ταῖς χάραις τοῦ Μαγιοῦ σεῖς μυριοπλουμισμένα, ἐδῶ σᾶς δείχνω τοῦ νεκροῦ παλληκαριοῦ τὰ δόλια κι’ ἀγνώριστα πιθέματα, σκληρά, χαροσβυσμένα, γιὰ νὰ στερφέψουν τὰ νερὰ καὶ σεῖς νὰ μαραθῆτε καὶ γλήγορα πετρόνοντας νὰ κατερημαχτῆτε! «Ἀνάθεμά σ’. αἰσχρὲ φονιᾶ, καὶ τρισανάθεμά σε! Ὅλοι ὅσοι γλυκοτραγουδοῦν μ’ ἐμὲ σὲ καταριῶνται· τοῦ κάκου πάντ’ ἀχόρταγος σὺ γιὰ στεφάνια νὰ ‘σαι, γιὰ μεγαλεῖα, γιὰ τιμαίς, ποὺ μ’ αἵματ’ ἀποχτιῶνται· ‘ς αἰώνια νύχτα λησμονιᾶς ἡ φήμη σου ἂς βουλήσῃ, σὰν ψυχομάχημα στερνὸ ‘ς ἄδειον ἀέρ’ ἂς σβύσῃ!» Τὰ λόγια τοῦτ’ ἀπ’ τὸ Θεὸ ψηλὰ συνακουστῆκαν, καὶ νά! ποὺ οἱ πύργοι κατὰ γῆς εἶν’ ὅλοι γκρεμισμένοι· νά! τὰ ὑπερήφανα ἡλιακὰ σωρὸς ὅλα γινῆκαν ἔξω ἀπὸ μιὰ στήλη ψηλή, ποὺ ἀκόμα ὁλόρθη μένει· ἔρμη, ῥαϊσμένη ἀναθυμᾷ παληὰ μεγαλοπρέπεια, ὅμως ‘ς ὀλίγο πέφτοντας καὶ αὐτὴ θὰ γένῃ ῥέπια. Καὶ γύρω ἀντὶ περιβολιῶν λουλούδια νὰ τριοντίζουν παντέρμα εἶν’ ὅλα κι’ ἄκαρπα· τὸν ἴσκιο δὲν σκορπάει δεντρὸ κἀνένα· καὶ νερὰ τὸν ἄμμο δὲ δροσίζουν· οὔτε τραγοῦδι, οὔτε χαρτὶ τὸ ῥῆγα μελετάει· λησμονησιὰ παντοῦ, παντοῦ καταστροφῆς τρομάρα· αὐτὰ ‘κάμε τοῦ γέροντα τραγουδιστῆ ἡ κατάρα. Painting : Peter Paul Rubens -Two Satyrs -1618</description><pubDate>Thu, 19 Jun 2025 13:06:08 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>ΟΙ σκιές (Άννα ντε Νοάιγ).Μετάφραση Κ.Γ.Καρυωτάκης</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/oi-skies-anna-nte-noaigmetafrash-kgkarywtakhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/oi-skies-anna-nte-noaigmetafrash-kgkarywtakhs/</guid><description>Όταν πια θα ‘μαι κουρασμένη εδώ να ζω μόνη και ξένη χρόνους αβίωτους, θα πάω να δω τη χώρα που ‘ναι οι ποιητές και καρτερούνε με το βιβλίο τους. Φρανσουά Βιγιόν, σκιά μου φίλη, που ταπεινά καθώς οι γρύλοι ετραγουδούσες, πόσο η ψυχή μου θα σ’ επόνει, όταν σ’ επρόσμενε η αγχόνη κι έκλαιαν οι Μούσες! Τάχα τρεκλίζοντας ακόμα, Βερλαίν, κρατάς αυλό στο στόμα, δεύτερος Παν, πάντα είσαι απλός και θείος εσύ, μεθώντας με οίστρο, με κρασί, pauvre Lélian; Και τέτοιο αν είχες ριζικό, που άλλο δεν είναι πιο φριχτό, Ερίκε Χάινε, ούτ’ έτσι ωραίο σαν το δικό σου, στα χέρια μου το μέτωπό σου γείρε και πράυνε. Εμένα διάβηκε η ζωή όλη ένα δάκρυ, απ’ το πρωί έως την εσπέρα. Κι άλλο πια τώρα δε μου μένει, παρά, θεοί μου αγαπημένοι, να ‘ρθω εκεί πέρα. Painting : Power-Of-Death-by-William-Holbrook-Beard-c.-1889-1890</description><pubDate>Thu, 19 Jun 2025 12:53:06 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Νοσταλγία (Αχιλλέας Παράσχος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/nostalgia-axilleas-parasxos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/nostalgia-axilleas-parasxos/</guid><description>Α’ Β’Ὤμορφα εἶναι ὅλ’ αὐτά· ὅλα θεοπλασμένα·μὰ ἔλα ποὖναι ξενητειά, μὰ ἔλα ποὖναι ξένα…Λείπ’ ἡ Πατρίδα μου ἀπ’ αὐτα, ἡ Μάνα μου ἡ Ἀθήνα·ἀπὸ τὰ στήθεια ὁ παλμός, ἀπὸ τὸ νοῦ ἡ ἀκτῖνα·ἡ γειτονιὰ ποῦ ἔπαιζα παιδί· ἡ Ἐκκλησιά μουποῦ μὲ τὰ ροῦχα πήγαινα, σταῖς σχόλαις, τὰ καλά μου·τὸ μέρος ποῦ τραγούδησα τραγούδια τοῦ πολέμου,τραγούδι’ […]</description><pubDate>Thu, 29 May 2025 11:06:45 GMT</pubDate><category>Ελληνικό Φως</category></item><item><title>Μου το ‘χες τάχα μυστικό… (Γεώργιος Δελής)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/mou-to-xes-taxa-mystiko-gewrgios-delhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/mou-to-xes-taxa-mystiko-gewrgios-delhs/</guid><description>Μου το ‘χες τάχα μυστικό τόσον καιρόν, ω Φύση, ότι το δείλι εστάλαξε μες στην ψυχή μου απόψε; Όχι, η ζωή μου εγώ καρπός δε θέλω να κυλήσει, ρόδο όλο λάμπει, στον ανθό ή αφάνισε με ή κόψε. Και μήτε θέλω σε χρυσό ν’ αργομαδήσω βάζο. Στης νύχτας το βασίλειο σύφωτος θέλω να μπω, κι έτσι, ως ορθός κοιτάζω κατάματα τον ήλιο. Painting : Knight of the Flowers by Georges Rochegrosse (1894)</description><pubDate>Tue, 27 May 2025 17:54:29 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Δελφικός ύμνος (Κωστής Παλαμάς)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/delfikos-ymnos-kwsths-palamas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/delfikos-ymnos-kwsths-palamas/</guid><description>᾽Εσένα, τὸν κιθαριστὴ τὸν κοσμοξακουσμένο θὰ ψάλω τοῦ τρανοῦ Διός, ᾽Εσένα τὸ βλαστάρι, τὰ λόγια Σου τ’ ἀθάνατα θὰ τραγουδήσω ἐκεῖνα, ποὺ φανερώνεις, ὦ Θεέ, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ὅλουςκοντὰ στὸ χιονοστέφανο τὸ βράχο ! Θὰ κηρύξω τὸν μαντικὸ τὸν τρίποδα, ποὺ ὥρμησες καὶ πῆρες, τὸν τρίποδα, ποὺ ὁ δράκοντας ὁ ἐπίβουλος κρατοῦσε σφυρίζοντας, ἀλύπητος· καὶ πῶς μὲ τὸ δοξάρι τοῦ τρύπησες τὸ παρδαλό, τὸ στριφογυρισμένο κορμί ! Καὶ πῶς ἐκράτησες παράλυτο μπροστὰ Σου, μ’ ὅλη του τὴν παλληκαριά, τὸν ἄπιστο Γαλάτη! Τοῦ βροντεροῦ Διὸς ᾽Εσεῖς πανώριες θυγατέρες, ποὺ ὁρίζετε πυκνόδεντρο τὸν ῾Ελικῶνα, ἐλᾶτε, καὶ μὲ τραγούδια καὶ χοροὺς ὑμνεῖτε, διαλαλεῖτε τ’ ἀδέρφι σας τὸ θεϊκό, τὸ χρυσομάλλη Φοῖβο. Ἀπάνου κεῖ στοῦ Παρνασσοῦ τοὺς δίκορφους τοὺς θρόνους, στὰ κρουσταλλένια τὰ νερὰ τῆς Κασταλίας προβάλλει ἀνάμεσα στὰ Δελφικὰ τὰ πανηγύρια Ἀφέντης τοῦ φημισμένου αὐτοῦ βουνοῦ, τοῦ μαντικοῦ τοῦ βράχου. Καὶ χαῖρε, ὦ πολυδόξαστη μεγάλη χώρα, Ἀθήνα, τῆς πολεμόχαρης θεᾶς λάτρισσα, ριζωμένη σὲ γῆν ἀπάνου ἀσάλευτη γι’ αὐτή σου τὴν λατρεία ! Ὁ ῞Ηφαιστος καὶ ἀραβικὸ θυμίαμα σοκρπίζει ψηλὰ – ψηλὰ ὢς τὸν ῎Ολυμπο μαζὶ μὲ τὴ φωτιά Του. Χίλια λαλήματα κι ὁ αὐλὸς ὁ λυγερὸς κυλάει, ὕμνους κι ἡ γλυκερόφωνη χρυσῆ κιθάρα ἁπλώνει· Τῶν Ἀθηναίων ὁ λαός, Θεέ, σὲ προσκυνάει.</description><pubDate>Sat, 24 May 2025 23:52:45 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Άνοιξη υπό όρους (Παναγιώτης Τζαννετάτος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/anoiksh-ypo-orous-panagiwths-tzannetatos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/anoiksh-ypo-orous-panagiwths-tzannetatos/</guid><description>Άνθισε πάλι η Άνοιξη, χωρίς να ρωτήσει αν έχει δικαίωμα. Εμείς, ακόμα ζητάμε άδεια για να σταθούμε όρθιοι χωρίς να παραιτηθούμε από το όνειρο.</description><pubDate>Sat, 17 May 2025 11:30:48 GMT</pubDate><category>Νέες Φωνές</category></item><item><title>Που πάμε, ζωή (Παναγιώτης Τζαννετάτος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/pou-pame-zwh-panagiwths-tzannetatos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/pou-pame-zwh-panagiwths-tzannetatos/</guid><description>Που πάμε, ζωή, σε αυτόν τον κόσμο, με τόσα φορτωμένοι, περιττά ; Μόνη συντροφιά η φωνή της μοναξιάς που κατάντησε και αυτή να μοιάζει με των πολλών τις φωνές. image created by A.I</description><pubDate>Sat, 17 May 2025 11:24:02 GMT</pubDate><category>Νέες Φωνές</category></item><item><title> Δάκρυσα όταν με ρώτησες (Παναγιώτης Τζαννετάτος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/dakrysa-otan-me-rwthses-panagiwths-tzannetatos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/dakrysa-otan-me-rwthses-panagiwths-tzannetatos/</guid><description>Δάκρυσα όταν με ρώτησες αν είδα το φεγγάρι χθες το βράδυ. Όχι, δεν είδα τίποτα, τίποτα ολόκληρο, τίποτα δικό μου. Τίποτα που δεν έζησα. Μόνο εμένα μισό στη νύχτα και το σκοτάδι να με πνίγει.</description><pubDate>Sat, 17 May 2025 11:12:33 GMT</pubDate><category>Νέες Φωνές</category></item><item><title>Μαύρη Τετάρτη (5 Μαΐου 2010) (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/mayrh-tetarth-5-maiou-2010-nikos-tsintros-2820/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/mayrh-tetarth-5-maiou-2010-nikos-tsintros-2820/</guid><description>Δέντρα φωτιάς υψώθηκαν αγκάλιασαν τους τοίχους κι έσβησαν με κάρβουνο το όνομα τεσσάρων. Όνειρα σβηστήκανε χαράχτηκαν στο χώμα και θάφτηκαν με τους καπνούς στη ζέστη του τσιμέντου. Τα δάκρυα των συγγενών, τις οργισμένες λέξεις, σε μαύρο, απαλό, καθάριο μετάξι τυλίξανε τον πόνο τους και σκούπισαν τα μάτια. Είναι το μαύρο φίλος τους κι εχθρός του αγίου, πόνος. Είναι στα χέρια ουρανός, ρόζοι δεμένοι μ’ αίμα. Αυτό το μαύρο κυνηγούν, το χρώμα της φωτιάς τους. Γιατί οι δολοφόνοι… Με μαύρο κρύβουνε πανί τα μάτια, τη φωνή τους. Μακάρι να ‘χα δύναμη το χρόνο να γυρίσω, να δω το χέρι του φονιά, το πρόσωπο στον ήλιο. Να δώσω μάσκα πύρινη αντί για τη κουκούλα και στη θέση της καρδιάς να δέσω μια μολότοφ. Νίκος Τσίντρος Painting Detail Venus-Cupid-Folly and Time by Bronzino–1545</description><pubDate>Mon, 05 May 2025 17:01:54 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Έπος (Γιώργος Σαραντάρης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/epos-giwrgos-sarantarhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/epos-giwrgos-sarantarhs/</guid><description>Φύλλα δέντρου Φτερὰ πουλιοῦ Ἄνεμος Ἔπειτα θάλασσα Κύματα Χρόνος γαλάζιος Ὁρίζοντες παντοῦ Καὶ μπροστά μας Ὁ οὐρανός Painting Evening Cloud-1915Tom-Thomson</description><pubDate>Sat, 03 May 2025 22:56:24 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ρωμαίος και Ιουλιέτα Πράξις A (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) Μεταφραστής Δημήτριος Βικέλας</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/rwmaios-kai-ioulieta-praksis-a-ouilliam-saiksphr-metafrasths-dhmhtrios-bikelas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/rwmaios-kai-ioulieta-praksis-a-ouilliam-saiksphr-metafrasths-dhmhtrios-bikelas/</guid><description>ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ (3). Πλατεία. (Εισέρχονται ο ΣΑΜΨΩΝ και ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ φέροντες ξίφη και ασπίδας). ΣΑΜΨΩΝ Γρηγόρη, μα την πίστιν μου ούτ’ εγώ τρώγω άχυρα, ούτε συ! (4) ΓΡΗΓΟΡΗΣ Όχι βέβαια! μήπως είμεθα γαϊδούρια; ΣΑΜΨΩΝ Θέλω να ειπώ, αν μας θυμώσουν να πηδήσωμεν κατ’ επάνω των. ΓΡΗΓΟΡΗΣ Κύτταξε όμως να μη πηδάς πολλά παλούκια. ΣΑΜΨΩΝ Δεν αργώ να κτυπήσω, αν πάρω φωτιάν! ΓΡΗΓΟΡΗΣ Αλλ’ αργείς να πάρης φωτιάν, διά να κτυπήσης. ΣΑΜΨΩΝ Κι’ ένα σκυλί από το σπίτι του Μοντέκη με φέρνει άνω κάτω! ΓΡΗΓΟΡΗΣ Όποιος είναι άνω κάτω σαλεύει. Και η παλληκαριά είναι να μη σαλεύσης απ’ εκεί όπου ευρέθης. ΣΑΜΨΩΝ Δεν σαλεύω κ’ εγώ αν απαντήσω κ’ ένα σκυλί απ’ εκείνο το σπίτι· ή άνδρα, ή γυναίκα τύχω δεν σαλεύω! ΓΡΗΓΟΡΗΣ Λοιπόν είσαι δειλός; Μόνον οι δειλοί κολνούν εις τον τοίχον. ΣΑΜΨΩΝ Καλά λέγεις· και διά τούτο σπρώχνομεν εις τον τοί- χον τας γυναίκας, οπού είναι αδύνατα αγγεία. Λοιπόν κ’ εγώ, αν πιασθώ με τους Μοντέκιδες, θα σπρώξω τους άνδρας από τον τοίχον, και τας γυναίκας εις τον τοί- χον. ΓΡΗΓΟΡΗΣ Ο πόλεμος είναι μεταξύ των αυθεντών μας και των ανδρών οπού τους δουλεύουν. ΣΑΜΨΩΝ Τι με μέλει! Εγώ θα κάμω τον τύραννον αφού πια- σθώ με τους άνδρας, θα καταπιασθώ και τας γυναίκας. Δεν θ’ αφήσω κορίτζι. ΓΡΗΓΟΡΗΣ θα τας κόψης όλας; ΣΑΜΨΩΝ Θα τας κόψω; ή…, όπως θέλεις πάρε το. ΓΡΗΓΟΡΗΣ Να το πάρη όποιος το δοκιμάσει. ΣΑΜΨΩΝ Θα με δοκιμάσουν εμένα, όσον στέκω εις τα πόδια μου. Το ηξεύρει ο κόσμος ότι δεν μου λείπει αίμα. ΓΡΗΓΟΡΗΣ Τι καλά οπού δεν είσαι ψάρι! — Τράβα το εργαλείον σου, κ’ έρχονται δύο άνθρωποι του Μοντέκη (8). (Εισέρχεται ο ΑΒΡΑΑΜ και έτερος ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Μοντέκη). ΣΑΜΨΩΝ Εγύμνωσα το σπαθί μου. Πιάσου μαζή των. Σου, δίδω χέρι. ΓΡΗΓΟΡΗΣ Τι; να με αποχαιρετήσης; Θα φύγης; ΣΑΜΨΩΝ Μη με φοβάσαι. ΓΡΗΓΟΡΗΣ Εσένα θα φοβηθώ; ΣΑΜΨΩΝ Άφησε να ήμεθα ‘ς το δίκαιόν μας. Ας κάμουν εκείνοι την αρχήν. ΓΡΗΓΟΡΗΣ Θα σουφρώσω τα φρύδια μου καθώς περνώ, και ας το πάρουν όπως τους αρέσει. ΣΑΜΨΩΝ Ή όπως τους βαστά. Θα τους δαγκάσω το μεγάλον μου δάχτυλον, να τους σκυλιάσω! Αν το υποφέρουν, εντροπή ιδική των (6). ΑΒΡΑΑΜ Διατί μας δαγκάνεις το δάχτυλόν σου, Κύριε; ΣΑΜΨΩΝ Δαγκάνω το δάχτυλον μου, Κύριε. ΑΒΡΑΑΜ Δι’ εμένα το δαγκάνεις, Κύριε; ΣΑΜΨΩΝ, μυστικώς προς τον Γρηγόρην. Αν του ειπώ ναι, είμεθα εις το δίκαιόν μας; ΓΡΗΓΟΡΗΣ Όχι. ΣΑΜΨΩΝ Όχι, Κύριε· δεν το δαγκάνω δι’ εσένα, αλλά δαγ- κάνω το δάχτυλόν μου, Κύριε. ΓΡΗΓΟΡΗΣ Πόλεμον θέλεις, Κύριε; ΑΒΡΑΑΜ Πόλεμον, Κύριε; Όχι, Κύριε. ΓΡΗΓΟΡΗΣ Είδε μη, εδώ είμαι εγώ, Κύριε! Ο αυθέντης μου εί- ναι όσον καλός είναι και ο ιδικός σου. ΑΒΡΑΑΜ Δεν είναι καλλίτερος από τον ιδικόν μου. ΣΑΜΨΩΝ Πολύ καλά, Κύριε. (Εισέρχεται ο ΜΠΕΝΒΟΛΙΜΟΣ και κατόπιν αυτού ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ). ΓΡΗΓΟΡΗΣ Ειπέ του ότι είναι καλλίτερος, κ’ έρχεται ένας συγ- γενής του αυθέντου μας. ΣΑΜΨΩΝ Μάλιστα, Κύριε, είναι καλλίτερος από τον ιδικόν σου. ΑΒΡΑΑΜ Ψεύματα λέγεις! ΣΑΜΨΩΝ Έξω τα σπαθιά, αν είσθε παλληκάρια! — Γρηγόρη, μη ξεχνάς την σπαθιάν οπού σ’ έμαθα. (Μάχονται). ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, σύρων το ξίφος. Σταθήτε, ανόητοι! Κάτω τα σπαθιά! Δεν ηξεύρετε τι κάμνετε! (Κτυπά τα ξίφη αυτών). ΤΥΒΑΛΤΗΣ, εφορμών με τα ξίφος εις την χείρα. Με τούτα τ’ άκαρδα σκυλιά τι παίζεις το σπαθί σου; Γύρνα εδώ, Μπεμβόλιε, κι’ αντίκρυσε τον Χάρον. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Βάλε ‘ς την θήκην το σπαθί, κ’ εδώ ειρήνην θέλω· ή καν μεταχειρίσου το και συ, να τους χωρίσης. ΤΥΒΑΛΤΗΣ Κρατείς ‘ς το χέρι σου σπαθί, και μου λαλείς ειρήνην! Αυτήν την λέξιν την μισώ, όσον μισώ τον άδην, και όλους τους Μοντέκιδες, και σε! Δειλέ, φυλάξου! (Μάχονται άπαντες· εισέρχονται εκατέρωθεν οπαδοί των δύο οίκων και συμμετέχουν της μάχης· κατόπιν δε πολίται φέροντες ρόπαλα). ΕΙΣ ΠΟΛΙΤΗΣ Ξύλα, κοντάρια, ρόπαλα! Κτυπάτε τους, κτυπάτε! ‘ς τον άνεμον, Μοντέκιδες! ‘ς την ζάλην, Καπουλέτοι! (Εισέρχεται ο γέρων ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ ενδεδυμένος κοιτωνίτην, και η σύζυγος αυτού). ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τί είν’ ο θόρυβος αυτός; Δος το μακρύ σπαθί μου. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Τι θα το κάμης το σπαθί; Μη θέλης πατερίτζαν; ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Δος το σπαθί μου! Κύτταξε, ο γέρος ο Μοντέκης καταντικρύ μου στέκεται, και σείει το ‘δικόν του. (Ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ εισέρχεται μετά της συζύγου αυτού). ΜΟΝΤΕΚΗΣ Μη μ’ εμποδίζης, άφες με! — Ω παληο-Καπουλέτε! ΜΟΝΤΕΚΑΙΝΑ Βήμα δεν κάμνεις απ’ εδώ να σμίξης τον εχθρόν σου. (Εισέρχεται ο πρίγκηψ μετά της συνοδείας του). ΠΡΙΓΚΗΨ Ω άνδρες ανυπόταγοι, εχθροί της ησυχίας, ‘ς το αίμα των γειτόνων σας τι βάφετε τα χέρια; Δεν θα μ’ ακούσετε; Ω σεις, — ω άνθρωποι, — ω κτήνη, που θέλετε να σβύσετε του πάθους σας την φλόγα εις βρύσιν ολοπόρφυρην, ‘ς το αίμα των φλεβών σας! Αν θέλετε ‘ς τα σίδερα να μη σας βάλω όλους, απ’ τ’ άνομα τα χέρια σας πετάξετε ‘ς το χώμα αυτά τ’ ανόσια σπαθιά, ‘ς το έγκλημα βαμμένα, κι’ ακούσατε τον ορισμόν και την απόφασίν μου. Τρεις πόλεμοι εμφύλιοι από αέρος λόγια, Μοντέκη εξ αιτίας σου, — κ’ εσένα Καπουλέτε, — την ησυχίαν τρεις φοραίς ετάραξαν της χώρας, κ’ ηνάγκασαν τους γέροντας κατοίκους της Βερώνας, ν’ αφήσουν τα ειρηνικά στολίδια που τους πρέπουν, και με κοντάρια παλαιά κ’ ειρηνοσκουριασμένα ‘ς τα γηρασμένα χέρια των, να θέλουν να χωρίσουν την σκουριασμένην έχθραν σας! — Εάν συμβή και πάλιν τους δρόμους να ταράξετε με τα μαλώματά σας, της ταραχής η πληρωμή θα είν’ η κεφαλή σας! Τώρα πηγαίνετ’ απ’ εδώ, σεις όλοι, τραβηχθήτε. Συ, Καπουλέτε, μοναχά έλα μαζή μου τώρα· και το απόγευμα και συ να έλθης, ω Μοντέκη(7), τι άλλο απεφάσισα κι’ ορίζω να το μάθης. Φύγετ’ ευθύς, ή θάνατος θα είναι η ποινή σας! (Απέρχονται ο ΠΡΙΓΚΗΨ και η συνοδεία του, ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά της συζύγου αυτού, ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ, οι πολίται, και οι υπηρέται. Μένουσι δε ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ, η ΣΥΖΥΓΟΣ αυτού και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ). ΜΟΝΤΕΚΗΣ Ποιος ξαναέβαλε φωτιάν ‘ς την παλαιάν μας έχθραν; Ήσουν εδώ απ’ την αρχήν, ανεψιέ; Ειπέ μου. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Οπόταν έφθασα εδώ, τους δούλους του εχθρού σου μαζή με τους ανθρώπους σου τους ηύρα εις τα χέρια. Αμέσως εξεσπάθωσα διά να τους χωρίσω· αλλ’ ο Τυβάλτης έξαφνα προβάλλει κορωμένος, με το σπαθί ολόγυμνον, και μου τρυπά τ’ αυτιά μου με λόγια ερεθιστικά, και σείει το σπαθί του επάν’ απ’ το κεφάλι του, και κόπτει τον αέρα, και ο αέρας, άκοπος, σφυρίζει περιγέλιον. Ενώ σπαθοκοπήματα ‘περνούσαν μεταξύ μας, ο κόσμος επερίσσευε κι’ από τα δύο μέρη, κ’ επλήθαινεν ο πόλεμος, ως την στιγμήν ‘που ήλθεν ο πρίγκηψ, και μας ‘χώρισε. ΜΟΝΤΕΚΑΙΝΑ Πού είναι ο Ρωμαίος; ‘πέ μου τον είδες σήμερον; Πώς χαίρετ’ η καρδιά μου που εις το μάλωμα αυτό εκείνος δεν ευρέθη. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Μιαν ώραν πριν λαμπροφανή ο δοξασμένος ήλιος ‘ς την θύραν της Ανατολής την καταχρυσωμένην, ανησυχία ψυχική μ’ εσήκωσ’ απ’ την κλίνην, κ’ εβγήκα έξω ‘ς την δροσιάν κ’ εκεί καταντικρύ μου ‘ς το δάσος των συκαμινιών, ‘ς της πόλεως την άκρην τον είδα να περιπατή, πρωί, πρωί, τον υιόν σου. Να του ‘μιλήσω ‘πήγαινα· αλλά ευθύς ‘που μ’ είδεν εκείνος ετραβήχθηκε ‘ς το πύκνωμα του δάσους. Από εμένα και αυτόν τον έκρινα, (διότι οπόταν έχω συλλογαίς την μοναξιάν γυρεύω,) κ επήρα ‘γώ τον δρόμον μου κ’ εκείνος τον ‘δικόν του, κ’ έκαμα χάριν εις εμέ και χάριν εις εκείνον. ΜΟΝΤΕΚΗΣ Συχνοπηγαίνει μοναχός ‘ς το δάσος πριν να φέξη, και την δροσιάν την πρωινήν με δάκρυα πληθαίνει, και με αναστενάγματα τα νέφη συννεφιάζει (8)· Και άμα ‘ς την Ανατολήν ο Ήλιος αρχίση να πλησιάζη με χαράν εις της Αυγής την κλίνην και να τραβά τα σκιερά παραπετάσματά της, ο υιός μου ο βαρύκαρδος φεύγει το φως, γυρίζει, και κλειδομανταλόνεται, και τα παράθυρά του κλειστά τα έχει, και μισεί την λάμψιν της ημέρας, και μίαν νύκτα τεχνητήν ολόγυρα του κάμνει. Ω! τούτο μαύρα κι’ άσχημα φοβούμαι θα τελειώση, αν την αιτίαν του κακού κανείς δεν ξερριζώση. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Και η αιτία, Θείε μου, ποια είναι; Την γνωρίζεις; ΜΟΝΤΕΚΗΣ Δεν την γνωρίζω· και αυτός να την ειπή δεν θέλει. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Και τον εστενοχώρησες να την ξεμυστερεύση; ΜΟΝΤΕΚΗΣ Και μόνος επροσπάθησα, και διά μέσου φίλων. Πλην σύμβουλος του πόνου του εκείνος είναι μόνος· Δεν λέγω σύμβουλος καλός, — πλην τόσον πιστευμένος, τόσον κρυφός και μυστικός, τόσον βαθειά τον χώνει… ‘σαν άνθος ‘που το ‘δάγκασε φαρμακερόν σκουλήκι, πριν τα ευώδη φύλλα του τ’ απλώση ‘ς τον αέρα, και δώση αφιέρωμα το κάλλος του ‘ς τον ήλιον. Αν ήτο τρόπος την πηγήν της λύπης του να ‘ξεύρω, θα ήτο μόνη μου χαρά το ιατρικόν να εύρω (9). (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ μακρόθεν). ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Να, έρχεται. Παρακαλώ, αφήσατέ μας μόνους. Θα καταφέρω να μου ‘πή ποιος είναι ο καϋμός του. ΜΟΝΤΕΚΗΣ Άλλο δεν ήθελα κ’ εγώ παρά να κατορθώσης να σου ανοίξη την καρδιάν. — Πηγαίνωμεν, γυναίκα. (Αναχωρεί ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ μετά της συζύγου του). ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Εξάδελφε, καλόν πρωί! ΡΩΜΑΙΟΣ Είναι πρωί ακόμη; ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Μόλις εσήμαναν εννηά. ΡΩΜΑΙΟΣ Όταν περνά με λύπαις αργά που φεύγει ο καιρός! — Από εδώ τρεχάτος δεν έφευγ’ ο πατέρας μου, νομίζω; ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ναι, εκείνος. — Τι λύπη κάμνει μακρυναίς ταις ώραις του Ρωμαίου; ΡΩΜΑΙΟΣ Λείπει εκείνο που κονταίς ‘μπορούσε να ταις κάμη. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Είσαι εις έρωτα; ΡΩΜΑΙΟΣ Χωρίς… ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Χωρίς τον έρωτά σου, ΡΩΜΑΙΟΣ Είμαι χωρίς απόκρισιν εκεί όπου λατρεύω. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Αλλοίμονον! Ο έρωτας, να έχη τόσην γλύκαν, και τέτοιος τύραννος σκληρός όπου χωθή να είναι! ΡΩΜΑΙΟΣ Αλλοίμονον! Ο Έρωτας κι’ αν με δεμένα ‘μάτια όπου θελήση να χωθή, ευρίσκει μονοπάτια! Πού θα γευθής; — Τι έπαθαν κ’ επολεμούσαν πάλιν; Αλλ’ όμως μη μου το ειπής, διότι το γνωρίζω. Ω! είν’ εδώ μίσος πολύ και περισσή αγάπη! Αγάπη με μαλώματα! Ερωτευμένον μίσος! Ω! Κάτι, απ’ το Τίποτε αρχή αρχή πλασμένον! Μια ελαφρότης σοβαρά, — σπουδαία ματαιότης, — και χάος ασχημόπλαστον μορφαίς καλαίς γεμάτον, — και ο καπνός ολόλαμπρος, — και το πτερόν μολύβι, — ‘σαν πάγος κρύα η φωτιά, — κι’ αρρώστια η υγεία, — και ύπνος ολοάγρυπνος, που είναι και δεν είναι… Ιδού τι έχω ‘ς την καρδιάν, κ’ είν’ η καρδιά μου άδεια! Δεν με γελάς; (10) ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Δεν σε γελώ, εξάδελφέ μου· κλαίω. ΡΩΜΑΙΟΣ Καλή καρδιά! Και κλαίεις τι; ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Το βάρος της καρδιάς σου, ΡΩΜΑΙΟΣ Και όμως η αγάπη σου ‘ς αυτό παραστρατίζει. Η λύπη πώχω, αρκετά το στήθος μου βαραίνει, και τώρα με την λύπην σου το βάρος του πληθαίνει. Το αίσθημα που μ’ έδειξες, την πίκραν πλημμυρίζει που μου γεμίζει την καρδιάν την πολυπικραμένην. Είναι καπνός ο Έρωτας, και γίνετ’ απ’ τα νέφη των στεναγμών αν σηκωθή, εκείνος που λατρεύει βλέπει την λάμψιν της φωτιάς· αν ο καπνός καταίβη, δεν βλέπει παρά πέλαγος, οπού με δάκρυ τρέφει. Τι άλλο είν’ ο Έρωτας; — Μια γνωστική μανία, — πόνος που πνίγει τον λαιμόν, και γλύκα ζωογόνος! Εξάδελφε, σε χαιρετώ. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Αγάλια! πού πηγαίνεις; Μαζή σου έρχομαι κ’ εγώ. Με αδικείς, αν φύγης. ΡΩΜΑΙΟΣ Τον εαυτόν μου έχασα· δεν είμ’ εδώ· Ρωμαίος δεν είν’ αυτός που σου λαλεί· είναι αλλού εκείνος, ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ειπέ μου τώρα σοβαρά ποιαν αγαπάς; ΡΩΜΑΙΟΣ Τι θέλεις; Ν’ αναστενάξω και να ‘πώ; ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ν’ αναστενάξης; όχι· πλην σοβαρά, ποια είν’ αυτή ‘που αγαπάς, ειπέ μου. ΡΩΜΑΙΟΣ ‘Πέ σοβαρά τον ασθενή να κάμη διαθήκην! ‘Σ ένα που κείτεται βαρυά, βαρύς ο λόγος είναι. Εξάδελφέ μου, σοβαρά, λατρεύω μιαν γυναίκα. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Αφού δι’ έρωτα λαλείς, έως εκεί μαντεύω. ΡΩΜΑΙΟΣ Περίφημα επέτυχες. Κ’ είναι καλή κι’ ωραία! ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Και θα την ηύρες βέβαια ωραία ‘ς το σημάδι. ΡΩΜΑΙΟΣ Όχι· την έσφαλες εδώ. Του Έρωτος τα βέλη δεν την τρυπούν εις την ψυχήν είν’ Άρτεμις εκείνη. Μ’ ανίκητην σεμνότητα διπλοθωρακισμένη, δεν το ψηφά του Έρωτος το παιδιακίσιον τόξον, ούτε ματιαίς ερωτικαίς να την κτυπούν αφίνει, ούτε αγάπης στεναγμούς να την πολιορκήσουν. Ούτε ανοίγει την καρδιάν εις δόλωμα χρυσίου, που ως και άγιον πλανά. Πλούσια εις τα κάλλη είναι πτωχή μόνον ‘ς αυτό: πως όταν ξεψυχήση, ο θησαυρός του κάλλους της κατόπιν δεν θα ζήση(11). ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Την παρθενιάν ωρκίσθηκε να μη την παραιτήση; ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι· κ’ η φιλαργυρία της είναι φρικτή σπατάλη. Διά να μένη αυστηρή ‘ς τα τρυφερά της κάλλη, κανένας δεν θα γεννηθή να τα κληρονομήση· ‘ς την ευμορφιάν της γνωστική, ‘ς την γνώσιν της ωραία κερδίζει τον παράδεισον, διότι μ’ απελπίζει. Ετάχθη να μην αγαπά· και δι’ αυτό το τάγμα, αποθαμμένος ζω εγώ, που ζω και σε τα λέγω. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Από τον νουν σου βγάλε την. Όπως σου λέγω κάμε. ΡΩΜΑΙΟΣ Να με διδάξης και τον νουν λοιπόν να σταματήσω. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ελευθερίαν, αδελφέ, ‘ς τα μάτια σου να δώσης. Ιδέ και άλλαις ευμορφιαίς. ΡΩΜΑΙΟΣ Αυτός θα ήναι τρόπος ακόμη πλέον εύμορφη να μου φανή εκείνη. Όταν ιδής μιας γυναικός την μαύρην προσωπίδα (12) και της φιλεί το μέτωπον, μ’ εκείνην την μαυρίλαν φαντάζεσαι πως κρύπτονται λευκά κι’ αφράτα κάλλη Εκείνος οπού τυφλωθή, δεν λησμονεί ποτέ του τι θησαυρόν πολύτιμον ‘στερήθηκε το φως του! Απ’ όσαις ‘ξεύρεις δείξε μου και την ωραιοτέραν, και όλη της η ευμορφιά θα ήναι δι’ εμένα, ωσάν βιβλίον ανοικτόν, που θα με δασκαλεύη, πόσον μια άλλη ξεπερνά την ωραιότητά της. — Ώρα καλή! Να λησμονώ ποτέ δεν θα με μάθης. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Αν δεν μου ‘πής το κάθε τι, δεν εξοφλώ μαζή σου. (Απέρχονται). ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. Οδός έμπροσθεν της οικίας του Καπουλέτου. (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, ο ΠΑΡΗΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ) ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Την ιδίαν υποχρέωσιν λαμβάνει κι’ ο Μοντέκης, καθώς εγώ, και δύσκολον δεν έπρεπε να ήναι ‘ς ανθρώπους γέρους ‘σαν εμάς, να ειρηνεύσουν πλέον. ΠΑΡΗΣ Του κόσμου την υπόληψιν την έχετε κ’ οι δύο, και κρίμα είν’ αιώνια να ζήτε ‘ς τα μαχαίρια. Αλλ’ όμως τι θ’ αποκριθής ‘ς την ζήτησίν μου τώρα; ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Δεν έχω ή να ξαναπώ εκείνο που σου είπα. Είναι η κόρη μου μικρή, και εις τον κόσμον ξένη· ακόμη δεκατέσσαρα τα χρόνια της δεν είναι(13)· δυο καλοκαίρια πρόσμεινε να μαρανθούν ακόμη, και τότε είναι ώριμη, και νύμφην την μετρούμεν. ΠΑΡΗΣ Μητέρες είναι ζηλευταί νεώτεραί της άλλαι. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Και πάρωρα ‘μαράθηκαν απ’ την πολλήν την βίαν..,. Η μαύρη γη μου έφαγε τας άλλας μου ελπίδας. Αυτή μου μένει μοναχή, παρηγοριά κ’ ελπίς μου. Να της κερδίσης την καρδιάν προσπάθησε, ω Πάρη, και αν σε θέλη, σύμφωνη θα ήν’ η θέλησίς μου· αν σ’ αγαπήση, και δεχθή εκείνη να σε πάρη, ακολουθεί κ’ η ψήφος μου, κ’ η συγκατάθεσίς μου. Απόψε, κατά παλαιάν συνήθειαν, εορτάζω, και όλους, όσους αγαπώ, τους έχω καλεσμένους. Είσαι και συ από αυτούς, αν θέλης να ορίσης. Το πτωχικόν μου θα ιδής να το στολίζουν άστρα, που κι’ αν ‘ς την γην περιπατούν, την νύκτα θα φωτίζουν. Όσην λαχτάραν και χαράν αισθάνετ’ ένας νέος, οπόταν ο Απρίλιος ευμορφοστολισμένος βάλη το πόδι του γοργός ‘ς τα ίχνη του χειμώνος, τόσην και συ θα αισθανθής ‘ς το σπίτι μου απόψε, μέσ’ ταις δροσάταις ευμορφιαίς, οπού εκεί θ’ ανθίζουν. Ιδέ τας όσας είν’ εκεί, και άκουσέ τας όλας, και δόσε την προτίμησιν ‘ς εκείνην που τ’ αξίζει· ‘ς ταις άλλαις μέσα ταις πολλαίς κ’ η κόρη μου θα ήναι, κι αν δεν αξίζη ‘σαν αυταίς, ας μετρηθή μαζή των. Έλα μαζή μου. — (Προς τον υπηρέτην) Συ, μωρέ, τα πόδια σου ‘ς τον ώμον, και την Βερώναν κύτταξε να πάρης δρόμον δρόμον. Εύρε αυτούς, που είν’ εδώ εις το χαρτί γραμμένοι, κ’ ειπέ τους πως το σπίτι μου απόψε τους προσμένει, (Εγχειρίζει κατάλογον των προσκεκλημένων εις τον υπηρέτην και απέρχεται· μετ’ αυτού και ο Πάρης) ΥΠΗΡΕΤΗΣ, παρατηρών τον κατάλογον. Εύρε, λέγει, αυτούς που είν’ εδώ γραμμένοι! — Είναι γραμμένον ο ‘ποδηματάς να βλέπη την πήχυν του, και ο ράπτης το καλαπόδι του, και ο ψαράς το κονδύλι του, και ο ζωγράφος το δίχτυ του. — Με θέλει να εύρω εκεί- νους που είν’ εδώ γραμμένοι! Και πού να ‘ξεύρω εγώ τι ονόματα έγραψεν εδώ, εκείνος οπού τα έγραψε; — Ας εύρισκα κανένα γραμματισμένον! — Να, ‘ς την φωνήν! (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ). ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ω άνθρωπε, την μιαν φωτιάν άλλη φωτιά την καίει· ο ένας πόνος που πονεί, μικραίνει άλλον πόνον· αν ζαλισθής, ανάποδα γυρνάς, — περνά η ζάλη· μια λύπη απελπιστική ιατρεύει άλλην λύπην· αν μόλυσμα το ‘μάτι σου καινούριον φαρμακεύση, το παλαιόν φαρμάκι του αμέσως ξεθυμαίνει. ΡΩΜΑΙΟΣ Αυτά ιατρεύονται καλά με το πεντάνευρόν σου (14). ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ποια είν’ αυτά, παρακαλώ; ΡΩΜΑΙΟΣ Τα πόδια τα σπασμένα. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ρωμαίε, ετρελλάθηκες; ΡΩΜΑΙΟΣ Όλως διόλου όχι· Πλην είμαι και από τρελλόν σφικτώτερα δεμένος, κλεισμένος εις τα σίδερα, καταβασανισμένος, και ραβδισμένος, νηστικός… Παιδί μου, καλή ‘μέρα. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Διπλοκαλημερίζω σε. — Ηξεύρεις να διαβάζης; ΡΩΜΑΙΟΣ Ω ναι! διαβάζω το γραπτόν της μοίρας της κακής μου. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Και θα το έμαθες αυτό χωρίς βιβλίον ίσως. Αλλ’ όμως ό,τι κι’ αν ιδής, μπορείς να το διαβάσης; ΡΩΜΑΙΟΣ Εάν την γλώσσαν εννοώ, κ’ ηξεύρω τα ψηφία. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Α! μετρημένα ομιλείς. Θεός να σ’ ευλογήση! ΡΩΜΑΙΟΣ Σταμάτησε, καλό παιδί, κ’ ηξεύρω να διαβάζω. (Αναγινώσκει τον κατάλογον). «Ο σιορ Μαρτίνος και η γυναίκα του και η κόρη του, ο κόντε Ανσέλμης και αι ωραίαι αδελφαί του, η αρχόντισσα η χήρα Βιτρουβίου, ο σιορ Πλακέντιος και αι νόστιμαι ανεψιαί του, ο Μερκούτιος και ο αδελφός του ο Βαλεντίνος, ο θειος μου Καπουλέτος, η γυναίκα του και αι θυγατέρες του, η ωραία ανεψιά μου Ροζαλίνα, η Λιβία, ο σιορ Βαλέντιος και ο εξά- δελφός του Τυβάλτης, ο Λούκιος και η ζωηρά Ελένη». Να εύμορφη συνάθροισις! Και πού θα τους μαζεύσης; ΥΠΗΡΕΤΗΣ Επάνω. ΡΩΜΑΙΟΣ Πού; ΥΠΗΡΕΤΗΣ ‘Σ το δείπνον μας· ‘ς το σπίτι. ΡΩΜΑΙΟΣ Τίνος σπίτι; ΥΠΗΡΕΤΗΣ Τ’ αυθέντου μου. ΡΩΜΑΙΟΣ Α! έπρεπε αυτό να σ’ ερωτήσω. ΥΠΗΡΕΤΗΣ Να σου το ειπώ χωρίς να μ’ ερωτήσης. Ο αυθέντης μου είναι ο μεγαλόπλουτος Καπουλέτος. Και αν δεν είσαι από τους Μοντέκιδες, κόπιασε και συ, αν αγαπάς, να κερασθής ένα ποτήρι κρασί. Ο Θεός να σ’ ευλογήση! (Αναχωρεί). ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ ‘Σ του Καπουλέτου σήμερα το σπίτι θα δειπνήση κ’ η Ροζαλίνα σου αυτή, που τόσον την λατρεύεις, και όλ’ αι πλέον θαυμασταί ωραίαι της Βερώνας. Πήγαιν’ εκεί, και σύγκρινε το πρόσωπόν της μ’ άλλα που θα ιδής, (πλην δίκαιον το ‘μάτι σου να ήναι), και κόρακα τον κύκνον σου θα σου τον αποδείξω. ΡΩΜΑΙΟΣ Εάν εις την λατρείαν των ποτέ των απιστήσουν τα ‘μάτια μου, — εάν ποτέ κηρύξουν τέτοιον ψεύμα, ας χύνουν αντί δάκρυα, φωτιάν! Κι’ αυτά τα ‘μάτια, που αν κ’ επνίγηκαν συχνά, δεν ‘πέθαναν ακόμη, αυτοί εδώ οι υαλιστοί, οι κολασμένοι ψεύται, μέσα ‘ς την φλόγα να καούν, ‘σαν άπιστοι που θάναι! ‘Σ τα κάλλη την αγάπην μου θα ξεπεράση άλλη! Ο ήλιος, που το ‘μάτι του τα πάντα εξετάζει, δεν είδεν άλλην ‘σαν αυτήν απ’ την αρχήν του κόσμου! ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Καλήν την είδες, επειδή κοντά δεν ήτον άλλη, και μόνην την εζύγιζες και εις τα δυο σου ‘μάτια. Αλλ’ αν εις την κρυστάλλινην αυτήν την ζυγαριάν σου ζυγίσης την αγάπην σου και με καμμίαν άλλην, από αυτάς που ‘ς τον χορόν να λάμπουν θα σου δείξω, εκείνη, που καλλίτερην την έχεις, θα ξεπέση. ΡΩΜΑΙΟΣ Πηγαίνω· όχι να ιδώ το θέαμα που λέγεις, πλην μόνον διά να χαρώ την λάμψιν που μ’ ευφραίνει. ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ. Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου. (Εισέρχονται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Τι έγεινεν η κόρη μου; Την κράζεις, παραμάνα; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Δεν είν’ εδώ; Τι έγινε! — Αρνάκι μου, πουλί μου! Κύρι’ ελέησον, καλέ!… πού είσαι; Ιουλιέτα! ΙΟΥΛΙΕΤΑ, εισερχομένη. Τί είναι; ποιος με κράζει; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Η μητέρα σου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Εδώ είμαι, μητέρα μου· τι ορίζεις; ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Να σου το ειπώ… Παραμάνα, άφησέ μας ολίγον· έχω κάτι κρυφόν να της ειπώ. — Παραμάνα, έλα οπίσω και ήλλαξα γνώμην. Σε θέλω ν’ ακούσης την ομιλίαν μας. Η κόρη μου τώρα έχει τα χρονάκια της· εσύ τα ‘ξεύρεις. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Μα την πίστιν μου, τα ‘ξεύρω τα χρονάκια της ως το λεπτόν. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Δεν έχει τελειωμένα τα δεκατέσσαρα; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Να χάνω δεκατέσσαρα δόντια, (μολονότι, κακόν που μούλθε, δεν μου έμειναν παρά τέσσαρα,) αν τα έχη τε- λειωμένα τα δεκατέσσαρα. Πότε έχωμεν των Αγίων Αποστόλων; (15) ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Σήμερον δεκαπέντε, ή εκεί κοντά. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Κοντά ή μακρυά, από όλαις ταις ημέραις του χρό- νου, όταν έλθη των αγίων Αποστόλων θα κλείση τα δεκατέσσαρα. Αυτή και η Σουσάνα μου, (ο θεός ν’ ανα- παύση κάθε χριστιανού ψυχήν!) εγεννήθηκαν μαζή. Η καϋμένη η Σουσάνα μου! Μου την επήρεν ο Θεός· δεν την ήξιζα να την έχω εγώ. — Λοιπόν, ως καθώς σου λέ- γω, ανήμερα των Αγίων Αποστόλων, την νύκτα, τε- λειόνει τα δεκατέσσαρα· σωστά δεκατέσσαρα. — Το εν- θυμούμαι ωσάν να ήτον σήμερα. Είναι τώρα ένδεκα χρόνια, οπού έγινε ο σεισμός. Και την απέκοψα, από όλαις ταις ημέραις του χρόνου, ίσα ίσα εκείνην την ημέ- ραν του σεισμού (16). Όσον ζω, δεν θα το λησμονήσω. Είχα βάλλει αψιθιάν ‘ς το βυζί μου, και ήμουν καθισμέ- νη ‘ς τον ήλιον, κάτω από τον περιστεριώνα. — Ο αυθέν- της μου και του λόγου σου ελείπατε εις την Μάντουαν. — Δουλεύει ακόμη το μυαλόν μου! Λοιπόν, ως καθώς σου λέγω, ευθύς οπού εγεύθηκε την αψιθιάν ‘ς την ρό- γαν του βυζιού μου, και είδε την πίκραν, — ω! πώς εθύμωσε το ανοητάκι μου, και τα έβαλε με το βυζί μου. — Κ’ εκεί, δος του ο περιστεριώνας κούνημα! Δεν είχα χρείαν να μου ειπή κανείς να το ξεκόψω από τον τοί- χον. Και από τότε επέρασαν ένδεκα χρόνια· διότι έστεκε ‘ς τα πόδια της τότε. Ναι, μα τον Σταυρόν! Επεριπα- τούσε, κ’ έτρεχεν επάνω κάτω· αφού, ίσα ίσα μίαν ημέ- ραν προ του σεισμού είχε πέσει καταγής κ’ εκτύπησε ‘ς το κούτελον και ο άνδρας μου, (Θεός συγχωρέσοι τον, αγαπούσε να χωρατεύη ο μακαρίτης,) εσήκωσε το παιδί από καταγής, και του λέγει: «τι είν’ αυτά, λέγει, μου πέφτεις προύμητα τώρα; όταν βάλης γνώσιν, θα πέφ- της ανάσκελα, λέγει· αλήθεια, Ζουλή;» Και μα την Παναγίαν, το σιχαμένον αφίνει τα κλαύματα, και του λέγει, ναι. Κύτταξε τώρα, τι καλά οπού ήλθεν ο χω- ρατάς! Χίλια χρόνια να ζήσω, δεν θα το λησμονήσω. «Αλήθεια, Ζουλή,» λέγει· και το γλυκόν ανοητάκι αφίνει τα κλαύματα και του κάμνει, ναι. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Καλά, καλά! Άφησέ τα τώρα αυτά, παραμάνα. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ναι, Κυρία· αλλά δεν ημπορώ να μη γελώ, όταν μ’ έρχεται εις τον νουν πώς άφησε τα κλαύματα, και του κάμνει, ναι. Και όμως είχε ‘ς το κούτελον ένα πρήξι- μον ωσάν αυγόν — φοβερόν πρήξιμον! Και έκλαιε δυ- νατά! «Τι είν’ αυτά, λέγει ο μακαρίτης· μου πέφτεις προύμυτα τώρα, λέγει· όταν βάλης γνώσιν, θα πέφτης ανάσκελα. Αλήθεια, Ζουλή;» κ’ εκείνο αφίνει τα κλαύ- ματα και του λέγει, ναι. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τώρα σου λέγω σώπαινε, και παύσε, παραμάνα. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ιδού που ετελείωσα. — Θεός να σε χαρύνη! Αχ! ωραιότερον μωρόν δεν ‘βύζαξα ποτέ μου. Να μ’ αξιώση ο θεός να ιδώ τα στέφανά σου, και άλλο δεν επιθυμώ. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Αυτό είν’ ίσα ίσα που ήθελα να της ειπώ. — Παιδί μου, Ιουλιέτα, ειπέ μου, η καρδούλα σου τι λέγει περί γάμου; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ούτ’ ωνειρεύθηκα ποτέ τέτοιαν τιμήν ακόμη. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τιμήν! Αν δεν ετύχαινα η μόνη σου βυζάστρα, θα έλεγα πως ‘βύζαξες την γνώσιν με το γάλα. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Καιρός να το συλλογισθής. Εδώ εις την Βερώναν ονομασταί αρχόντισσαι πολύ νεώτεραί σου μητέρες κι’ όλα έγιναν κ’ εγώ που σου τα λέγω, μητέρα σου, παιδάκι μου, ήμουν επάνω κάτω ‘ς την ηλικίαν, οπού συ παρθένος είσ’ ακόμη. Αλλά, να τα κοντολογώ, ο Πάρης ο γενναίος σ’ εζήτησε γυναίκα του. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ω κόρη μου, τι άνδρας! Τι άνδρας, Ιουλιέτα μου! Αληθινά κηρένιος! ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Του τόπου μας η άνοιξις δεν έχει τέτοιον άνθος. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τω όντι άνθος είν’ αυτός· ‘ς την πίστιν μου είν’ άνθος! ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Λοιπόν τι λέγεις, κόρη μου; Ο νέος σου αρέσει; Απόψε θα τον έχωμεν ς’ την συναναστροφήν μας· το πρόσωπόν του κύτταξε να το καλοδιαβάσης· ιδέ την ωραιότητα εκεί ζωγραφισμένην, εξέτασε τ’ αρμονικά χαρακτηριστικά του, και πώς η χάρις του ενός το άλλο ευμορφαίνει. Κι αν κατά τύχην εις αυτό το εύμορφον βιβλίον εύρης και κάτι σκοτεινόν, θα το ιδής γραμμένον ‘ς το περιθώρι των ματιών (17). Εκεί επάνω γράφει, ότι αυτό το ακριβόν βιβλίον της αγάπης, το άδετον, χρειάζεται το δέσιμον του γάμου, και τότε ωραιότερον θα φαίνεται ακόμη. Το ψάρι δεν επιάσθηκε. — Το εύμορφον το πράγμα κι απ’ έξω σκέπασμα καλόν χρειάζεται να έχη· και εις τα ‘μάτια των πολλών η δόξα του βιβλίου αυξάνει, αν τα φύλλα του χρυσοδεμένα ήναι. Ό,τι κι’ αν έχη τ’ αποκτάς λοιπόν, εάν τον πάρης, και δεν μικραίνεις δι’ αυτό διόλου. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Να μικραίνη! Την μεγαλόνει μάλιστα ο άνδρας την γυναίκα. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Λοιπόν, τι αποκρίνεσαι; ο Πάρης σου αρέσει; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Να τον αρέσω θα ιδώ, αφού εσύ το θέλεις, αν ήναι με το να ιδώ να έλθη το ν’ αρέσω· αλλά δεν έχω τον σκοπόν ν’ αφήσω την ‘ματιάν μου να ‘πάγη πλέον μακρυά από την άδειάν σου. ΥΠΗΡΕΤΗΣ, εισερχόμενος. Κυρία, ήλθαν οι καλεσμένοι, το δείπνον είναι έτοι- μον, εσένα σε προσμένουν, την θυγατέρα σου την ζη- τούν, την παραμάναν την βλασφημούν εις το μαγει- ρειόν, και κάθε τι είναι εις τον τόπον του. Πηγαίνω εις την δουλειάν μου. — Κοπιάσατε αμέσως, αν αγαπάτε. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Αμέσως. — Ιουλιέτα μου, ο Πάρης μας προσμένει. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Με την ευχήν μου, κόρη μου, και την καλήν την ώραν, κ’ αι νύκταις ‘σαν ταις ‘μέραις σου να ήν’ ευτυχισμέναις! (Απέρχονται) ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ. Οδός εις Βερώναν. (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ, ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ, ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΜΟΣ και πέντε ή έξ έτεροι προσωπιδοφόροι, μετά δαδούχων) ΡΩΜΑΙΟΣ Και πώς; Με μήνυμα γραπτόν την άδειαν ζητούμεν; Ή να πηγαίνωμεν εμπρός χωρίς απολογίαν; (18) ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Δεν είναι πλέον του συρμού η τόση φλυαρία. Δεν έχομεν να στείλωμεν τον Έρωτα εμπρός μας, με τόξον εις τα χέρια του, και με δεμένα μάτια, εκεί σαν σκιάχτρον να φανή, τας νέας να τρομάξη. Ας λείψη κι’ όταν έμβωμεν ο πρόλογος ξεστίχου, που ένας τον καλαναρχά, κι’ άλλος σιγά τον λέγει. Πηγαίνομεν, ένα χορόν χοροπηδούμεν, κ’ έξω! Αν τους αρέσωμεν καλά· ει δε κακόν ‘δικόν των. ΡΩΜΑΙΟΣ Δος μου δαυλόν, και όρεξιν δεν έχω να πηδήξω. Εγώ, που είμαι σκοτεινός, το φως θα σας κρατήσω (19) ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Όχι, Ρωμαίε μου καλέ· σε θέλω να χορεύσης. ΡΩΜΑΙΟΣ Αληθινά δεν ημπορώ. Σεις ελαφρά πατείτε με υποδήματα χορού κ’ ευλύγιστην πατούνα, ενώ εμένα μου πατεί μολύβι την ψυχήν μου, κι ούτ’ ημπορώ να κινηθώ απ’ το πολύ το βάρος. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ερωτευμένε, τα πτερά του Έρωτος δανείσου, κι ανασηκώσου με αυτά, να ιδής πώς θα πετάξης. ΡΩΜΑΙΟΣ Τόσον μ’ ετρύπησε βαθειά με τα σκληρά του βέλη, που να πετάξω δεν ‘μπορώ ‘ς τα ελαφρά πτερά του. το βάρος της αγάπης μου το στήθος μου πλακόνει. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ρίξου επάνω της εσύ, να πλακωθή εκείνη. Τέτοιον παιδάκι τρυφερόν ‘ς το βάρος σου θ’ ανθέξη; ΡΩΜΑΙΟΣ Εσύ τον έχεις τρυφερόν; Σκληρός ο Έρως είναι, είναι στρυφνός κι’ ανάποδος, κεντά σαν το αγκάθι. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Εάν σου φέρνεται σκληρά, φέρσου σκληρά μαζή του· αν σε κεντά, κέντα και συ, να τον εξημέρωσης. — Δώσατ’ εδώ ένα κουτί, το μούτρον μου να χώσω. (Φορεί προσωπίδα). ‘Σ την προσωπίδα προσωπίς! Και τώρα τι με μέλει, εάν την ασχημάδα μου κανείς μου ψεγαδιάση; Τα φρύδια τούτα τα χονδρά την εντροπήν ας πάρουν. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Εμπρός! πηγαίνωμεν εμπρός! Εμβαίνωμεν, κι’ αμέσως το ρίχνομεν εις τον χορόν. ΡΩΜΑΙΟΣ Ένα δαυλόν εμένα. Εσείς, που έχετ’ ελαφρόν κι’ απλήγωτον το στήθος ταις ψάθαις γαργαλίσετε απόψε με τα πόδια (20). Εγώ το φως θα σας κρατώ, κ’ οι άλλοι ας πηδήξουν. ΜΕΡΚΟΊΊΙΟΣ Επήδησεν ο ποντικός από το παραθύρι…. (21|) Αλλ’ εάν είσαι ποντικός, σε βγάζω απ’ την τρύπαν, Ή μάλλον, με συμπάθειον, απ’ την αγάπην, όπου έως τ’ αυτιά ευρίσκεσαι, Ρωμαίε, βουτημένος. Έλα, μη χάνωμεν καιρόν, και φέγγομεν τον ήλιον. ΡΩΜΑΙΟΣ Πώς τούτο; ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Θέλω να ειπώ ‘ξοδεύομεν του κάκου τα φώτα, ‘σαν να καίωμεν το μεσημέρι λύχνον. Το νόημά μου κύτταξε, και άφηνε τα λόγια. Εάν λαλούμεν γνωστικά μίαν φοράν ‘ς ταις πέντε, πλην ο σκοπός είναι καλός συχνά και εις ταις πέντε. ΡΩΜΑΙΟΣ Κ’ εκεί όπου πηγαίνομεν καλός είν’ ο σκοπός μας, όμως δεν είναι γνωστικόν. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Και διατί; ΡΩΜΑΙΟΣ Διότι, — διότι είδα όνειρον ‘ς τον ύπνον μου απόψε. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Είδα ‘ς τον ύπνον μου κ’ εγώ. ΡΩΜΑΙΟΣ Τι ήτον τ’ όνειρόν σου; ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Πως όποιος βλέπει όνειρα αέρα κοπανίζει. ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι, μέσα εις το στρώμα του, εκεί όπου κοιμάται κι αλήθειαις ονειρεύεται. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Τώρα καταλαμβάνω! Την Μάβω την Νεράιδα εφίλευες απόψε (22). Η Μάβω κάμνει την μαμμήν, και έρχεται την νύκτα, ωσάν δακτυλιδόπετρα μεγάλη, απ’ εκείναις οπού οι δημογέροντες φορούν ‘ς το δάχτυλόν των και ζεύγει ‘ς το αμάξι της μικρά μικρά μαμμούδια, και ταξειδεύει και περνά εις μύταις κοιμισμένων. Είναι τ’ αδράχτιαν των τροχών από αράχνης πόδια, κι απ’ των ακρίδων τα πτερά του αμαξιού ο θόλος· απ’ αραχνιάν ψιλήν ψιλήν τα χαλινάρια είναι· τα ζυγολούρια από υγρήν ακτίνα της Σελήνης· η μάστιξ γρύλλου κόκκαλον, και πάχνη το σχοινί της. Και ένας κούνουπας ψαρός ο αμαξάς της είναι, μικρός μικρός, ‘σαν το ‘μισόν απ’ ένα σκουληκάκι οπού τσιμπά το δάκτυλον μιας οκνηρής κοπέλας. Τ’ αμάξι της ο σκίουρος το έχει καμωμένον, ο λεπτουργός των Μαγισσών απ’ την αρχήν του κόσμου· και της το κατεσκεύασεν απ’ άδειον λεπτοκάρυ. Κ’ έτσι με δόξαν και πομπήν περιπατεί την νύκτα εις τα μυαλά των εραστών, και βλέπουν στ’ όνειρόν των αγάπαις· — εις τα γόνατα των αυλικών, κι’ αμέσως χαιρετισμούς φαντάζονται πως κάμνουν κ’ υποκλίσεις· ‘ς των δικηγόρων απ’ εκεί ταις φούκταις μεταβαίνει, κ’ εκείνοι ονειρεύονται πελάτας, που πληρόνουν· ‘ς των γυναικών περιπατεί τα χείλη, και αμέσως φιλάκια ονειρεύονται· πλην κάποτε θυμόνει η Μάβω, και τα χείλη των γεμίζει φουσκαλίδες,. εάν τα εύρη μ’ αλοιφαίς και χρώματ’ αλειμμένα. Καμμιάν φοράν εις αυλικού παρασκαλόνει μύτην, και εύνοια βασιλική ‘ς τον ύπνον του μυρίζει. Άλλην φοράν ενός παππά την μύτην γαργαλίζει, και άρτους ονειρεύεται και προσφοραίς κ’ εκείνος(23). Και κάποτε τ’ αμάξι της τυχαίνει στρατιώτην κι απ’ το λαρύγγι του περνά, και βλέπει στ’ όνειρόν του καρτέρια, μάχαις, και σπαθιά, κ’ εχθρών λαιμούς πως [κόπτει, φαντάζεται πως τον κερνούν πεντάπηχα ποτήρια, κ’ εκεί βούζουν τύμπανα ‘ς τ’ αυτιά του, και τρομάζει, κ’ εξιππασμένος εξυπνά, — πλην κάμνει τον σταυρόν του, ξανατραβά το ‘πάπλωμα κι’ αποκοιμάται πάλιν. Η Μάβω είν’ η Μάγισσα εκείνη, οπού πλέκει την νύκτα εις τα σκοτεινά την χαίτην των αλόγων, και ταις τραχαίς ταις τρίχαις των με κόμπους εμπερ- [δεύει, π’ αλλοίμονον, κι’ αλλοίμονον εις όποιον τους ξεπλέξη! (24) Αυτ’ είν’ η στρίγλα πώρχεται την νύκτα, και πλακόνει τας νέας, όταν κείτονται ανάσκελα ‘ς την κλίνην, και τας γυμνάζει να βαστούν των γυναικών το βάρος· αυτ’ είν’ εκείνη…. ΡΩΜΑΙΟΣ Σώπαινε, Μερκούτιέ μου, σώπα, και διά τίποτε λαλείς. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Λαλώ περί ονείρων και είναι κούφιου κεφαλιού τα όνειρα παιδάκια, γεννήματα του τίποτε, ήγουν της φαντασίας· κ’ η φαντασία είναι τι, λεπτόν ‘σαν τον αέρα, και άστατον ‘σαν την πνοήν τ’ ανέμου, οπού πότε ‘ς την παγωμένην του Βορηά γλυκαίνεται αγκάλην, και αν θυμώση έξαφνα, φυσά και την αφίνει και στρέφεται προς την Νοτιάν την δροσοσκεπασμένην. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Μας ‘βγάζει απ’ τον δρόμον μας ο άνεμος που λέγεις. Το δείπνον θα’ τελείωσε. Θα φθάσωμεν εξώρας. ΡΩΜΑΙΟΣ Κ’ εγώ φοβούμαι πρόωρα! ‘Σαν να μου λέγη κάτι, ότι μεγάλη συμφορά, ‘ς το άστρον μου κρυμμένη, απ’ το νυκτοξεφάντωμα τ’ αποψινόν θ’ αρχίση, κι ότι αυτή, την ύπαρξιν την καταφρονημένην που κλείω εις τα στήθη μου, θα μου την τελείωση με μιαν φρικτήν καταστροφήν θανάτου πριν της ώρας! Αλλά Εκείνος π’ οδηγεί το σκάφος της ζωής μου ας του πρυμνίζη τ’ άρμενα! Εμπρός, καλοί μου φίλοι. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Βαρέσατε τα τύμπανα! (Εξέρχονται πάντες). ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ. Αίθουσα εν τη, οικία του Καπουλέτου. (μουσικοί εις το βάθος της σκηνής κρατούντες τα όργανα αυτών. Εισέρχονται ΥΠΗΡΕΤΑΙ). Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Πού είναι ο Τηγανάς, και δεν έρχεται να σηκώσω- μεν τα πράγματα; Που να σαλεύση πινάκι αυτός! Που να καθαρίση πινάκι! Β’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Αλλοίμονον αν απομείνη το νοικοκυριόν εις τα χέ- ρια ενός ή και δύο ανθρώπων, και εκείνα λερωμένα! Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Πάρε τα σκαμνιά απ’ εδώ. — Σπρώξε εκεί τ’ αρμά- ρι. — Έχε τον νουν σου εις το ασημικόν. — Να μου ζήσης, φύλαξέ μου κομμάτι αμυγδαλωτόν και, αν μ’ αγαπάς, ειπέ του θυρωρού ν’ αφήση την Σουσάναν την Μυλοπέτραιναν να έμβη μέσα, — και την Νέλλην. — Αντώνη! Τηγανά! Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Παρών! Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Σε φωνάζουν, σε ζητούν, σε θέλουν εις την τραπε- ζαρίαν. Γ’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Δεν ημπορώ να είμαι κ’ εδώ κ’ εκεί. — Εμπρός παι- διά! Τρέχετε επάνω κάτω, και όποιος μείνη ύστερος, χάρισμά του ό,τι απομείνη. (Αποσύρονται). (Εισέρχεται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά των προσκεκλημένων, και προσωπιδοφόροι). ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Καλώς ωρίσατ’ άρχοντες! — Όσαις δεν έχουν κάλους θα σηκωθούν εις τον χορόν να σας ξεποδαριάσουν. Α, α! Ποια τώρ’ απ’ όλαις σας θα ‘πή πως δεν χορεύει; Εάν καμμιά την δύσκολην θελήση να μας κάμη, παίρνω τον όρκον μου εγώ πως της πονούν οι κάλοι. Ωραία δεν σας έπιασα; — Καλώς τους άρχοντάς μου! Ήτον καιρός οπού κ’ εγώ ‘φορούσα προσωπίδα, και ήξευρα εις το αυτί μιας νέας να λαλήσω και να ειπώ σιγά σιγά εκείνα που αρέσουν αλλά επέρασ’ ο καιρός, επέρασε και ‘πάγει. — Καλώς ωρίσατ’ άρχοντες. — Αι μουσικοί, λαλείτε! Ολίγον τόπον κάμετε! — Κορίτσια, σηκωθήτε! (Η μουσική παιανίζει· αρχίζει ο χορός). Και άλλα φώτα γρήγορα· — ‘ς τον τοίχον τα τραπέζια· κι ας σβύση πλέον η φωτιά· κάμνει μεγάλην ζέστην(25). Αι, θείε Καπουλέτε μου, κάθισ’ εδώ κοντά μου· εκάμαμεν το χρέος μας ημείς εις τον καιρόν μας. Αφ’ ότου εχορεύσαμεν ως πόσα χρόνια είναι; ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Μα τον σταυρόν, εξάδελφε, είναι τριάντα χρόνια. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι! Ολιγώτερον καλέ, ‘λιγώτερον σου λέγω. Θα γείνουν την πεντηκοστήν είκοσι πέντε χρόνια που είχεν ο Λουκέντιος τους γάμους του· και τότε κ’ οι δυο μας εχορεύσαμεν. Θυμάσαι; ΓΕΡΩΝ ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Έχεις λάθος. Θα είναι περισσότερον, αφού τριάντα χρόνων είναι ο υιός του σήμερον. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι κάθεσαι και λέγεις! Ήτον ανήλικος αυτός τώρα και δύο χρόνοι. (Αποσύρονται). ΡΩΜΑΙΟΣ, προς υπηρέτην· Ποια είν’ αυτή που ‘πέρασε, κ’ επλούτιζε το χέρι του νέου οπού την κρατεί, εκεί; ΥΠΗΡΕΤΗΣ Δεν την γνωρίζω. ΡΩΜΑΙΟΣ Ω! εις την λάμψιν της κοντά θαμπόνουν αι λαμπάδες! Μου φαίνεται ‘ς το μάγουλον της Νύκτας κρεμασμένη, ωσάν διαμάντι λαμπερόν στ’ αυτί ενός Αράπη! Τόσον πλουσία ευμορφιά δι’ άνθρωπον δεν είναι, τόσον ωραίον θησαυρόν η γη δεν τον αξίζει! Πώς ξεχωρίζεται αυτή απ’ ταις συντρόφισσαίς της, ‘σαν περιστέρα κάτασπρη ‘ς τα μαυροπούλια μέσα! Ευθύς που παύση ο χορός, θα ιδώ πού θα καθίση, να δώσω την ανέκφραστην χαράν στ’ αδρύ μου χέρι να πιάση το χεράκι της. — Αγάπησ’ η καρδιά μου ως τώρα; Όχι! Μάτια μου, εσείς να ορκισθήτε πως ευμορφιάν αληθινήν απόψε πρωτοβλέπω! ΤΥΒΑΛΤΗΣ, παρατηρών τον Ρωμαίον μακρόθεν. Μοντέκης είναι βέβαια! Γνωρίζω την φωνήν του. (Προς τον ακόλουθόν του) Συ το σπαθί μου φέρε μου. — Και πώς αυθαδιάζει ο άθλιος να έρχεται με μούτρα σκεπασμένα, και ‘ς τον χορόν μας να χωθή], να μας περιγελάση! Μα την τιμήν του γένους μου και μα την γενεάν μου, κρίμα δεν τόχω αν εδώ ‘ς τον τόπον τον αφήσω! ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι έπαθες, ανεψιέ; τι έχεις και ανάπτεις; ΤΥΒΑΛΤΗΣ Αυτός εδώ ένας εχθρός, ένας Μοντέκης είναι, ένας αχρείος, θείε μου, που ήλθε με κακίαν την εορτήν μας να ιδή και να μας περιπαίξη! ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι; ο Ρωμαίος είν’ αυτός; ΤΥΒΑΛΤΗΣ Εκείνος, ο αχρείος! ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Ησύχασε και άφες τον, ανεψιέ καλέ μου· αρχοντικόν κ’ ευγενικόν το φέρσιμόν του είναι, κι αν θέλης την αλήθειαν, τον έχει καύχημά της όλ’ η Βερώνα, ως καλόν και καθώς πρέπει νέον. Και όλα να μου έδιδες του τόπου μας τα πλούτη, δεν το ‘καμνα ‘ς το σπίτι μου να τον καταφρονήσω. Κάμε λοιπόν υπομονήν και συ. Μη τον κυττάζης. Το θέλημά μου είν’ αυτό, και αν ψηφάς τι θέλω, πρόσχαρος τώρα να φανής. Μη μου τα καταιβάζης, και δεν ταιριάζουν ‘ς τον χορόν καταιβασμένα μούτρα. ΤΥΒΑΛΤΗΣ Ταιριάζουν, όταν χώνεται κ’ ένας αχρείος μέσα! Δεν υποφέρεται αυτό! ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Πλην θα το υποφέρης! Τι είναι τούτο, Κύριε; Σου λέγω δα! Πού είσαι; Ο νοικοκύρης είμ’ εγώ, ή συ; — Δεν υποφέρεις! Ποιος σ’ ερωτά; Ακούς εκεί! Θεέ συγχώρεσέ με, θέλεις οι φίλοι μου εδώ να γείνουν άνω κάτω; να γείν’ ανάστα ο Θεός; τι θέλεις; να μου κάμης το παλλικάρι; ΤΥΒΑΛΤΗΣ Θειε μου, είν’ εντροπή μας. ΤΥΒΑΛΤΗΣ Σώπα! Συμμάζωξε τα λόγια σου! Ακόμη τι θ’ ακούσω; Να μη πλήρωσης ακριβά το φέρσιμόν σου τούτο. Θα μου εναντιώνεσαι! Καιρός μα την αλήθειαν…. (προς νέαν τινά). Πολύ καλά, ψυχούλα μου. (Προς τον Τυβάλτην) Πού έχεις τα μυαλά σου; Να που το λέγω, ‘σύχασε, ή… (Προς τους υπηρέτας). Κι άλλα φώτα! φώτα! (Προς τους υπηρέτας). Εμπρός να ζήτε. (Προς τον Τυβάλτην) Ειδεμή, εγώ σε ησυχάζω! ΤΥΒΑΛΤΗΣ Βιάζομαι να κρατηθώ· πλην ο θυμός με πνίγει, κι από την στενοχώριαν μου ανατριχιάζω όλος. Ας τραβηχθώ. Όμως αυτός εδώ ο ερχομός του, και αν του φαίνεται γλυκός, εις πίκραν θα γυρίση. (Αποσύρεται.). ΡΩΜΑΙΟΣ Αν τύχη κ’ εβεβήλωσε τ’ ανάξιόν μου χέρι το άγιον εικόνισμα οπού κρατώ, ας σκύψουν δυο κόκκινοι προσκυνηταί, τα πρόθυμά μου χείλη, και το τραχύ μου έγγιγμα μ’ ένα φιλί ας σβύσουν. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Το αδικείς το χέρι σου, καλέ προσκυνητά μου· δεν έδειξεν ευλάβειαν οπού να μην αρμόζη. Εγγίζουν οι προσκυνηταί τα χέρια των αγίων, κι ασπάζονται μ’ ευλάβειαν τα εικονίσματά των (26). ΡΩΜΑΙΟΣ Τα χείλη των προσκυνητών οι άγιοι δεν τάχουν; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τα έχουν να προσεύχωνται, προσκυνητά καλέ μου. ΡΩΜΑΙΟΣ Λοιπόν, ω δέσποινα γλυκειά, ό,τι τα χέρια κάμνουν ας κάμουν και τα χείλη μου· ‘ς την δέησίν των κλίνε! Μην τ’ αρνηθής, κι’ απελπισθούν εκεί οπού πιστεύουν. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Οι άγιοι ακίνητοι ακούουν τας δεήσεις. ΡΩΜΑΙΟΣ Μείνε ακίνητη και συ, ενώ εγώ θα παίρνω εκείνο που σου δέομαι. (Την ασπάζεται). Μ’ αυτό την αμαρτίαν Των ιδικών μου των χειλιών την σβύνουν τα ‘δικά σου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μένει ‘ς τα χείλη μου λοιπόν το κρίμα που επήραν. ΡΩΜΑΙΟΣ Το κρίμ’ από τα χείλη μου; Το μάλλωμα μ’ ευφραίνει. Δος μου το ‘πίσω το λοιπόν. (Την ασπάζεται εκ νέου). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Φιλείς ‘σαν κομπολόγι(27). ΠΑΡΑΜΑΝΑ Κυρία, η μητέρα σου να σου ‘μιλήση θέλει. (Η Ιουλιέτα διευθύνεται προς την μητέρα της). ΡΩΜΑΙΟΣ Ποια είναι η μητέρα της; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλόν μου παλλικάρι, είν’ η κυρία του σπιτιού. Εξαίρετη Κυρία, και φρόνιμη νοικοκυρά, και αρεταίς γεμάτη. Εβύζαξα την κόρην της, αυτήν που ωμιλούσες. Χαρά ς’ εκείνον που θα ‘πή: «την έβαλα ‘ς το χέρι, διότι παίρνει θησαυρόν. ΡΩΜΑΙΟΣ Του Καπουλέτου κόρη! Ω! τι γλυκός λογαριασμός! ‘ς την κόρην του εχθρού μου την ύπαρξίν μου χρεωστώ. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Καιρός ν’ αναχωρούμεν Τελειόν’ η διασκέδασις. ΡΩΜΑΙΟΣ Κ’ εγώ αυτό φοβούμαι. Τελειόν’ η διασκέδασις, κ’ η συμφορά αρχίζει. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Ακόμη δα, ω άρχοντες, μη φεύγετε ακόμη. Σταθήτε να δειπνήσετε· τώρα θα φέρουν κάτι. Τ’ απεφασίσατε; Λοιπόν, υπόχρεώς σας είμαι, υπόχρεως εις όλους σας πολύ. Καλήν σας νύκτα! Φώτα εδώ! — Πηγαίνομεν κ’ ημείς να κοιμηθούμεν. Μα την αλήθειαν, θείε μου, είναι πολύ εξώρας. Πηγαίνω ‘ς το κρεββάτι μου. (Αποσύρονται πάντες, εκτός της Ιουλιέτας και της Παραμάνας). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αι παραμάνα, έλα ‘δω. — Αυτός εκεί ποιος είναι; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ο κληρονόμος και υιός του γέρο-Τιβερίου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κι’ ο άλλος απ’ οπίσω του; Αυτός που ‘βγαίνει τώρα; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ο νέος ο Πετρούκιος μου φαίνεται. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κ’ εκείνος κοντά του; που δεν ήθελεν απόψε να χορεύση; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Δεν τον γνωρίζω. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πήγαινε να μάθης τ’ όνομα του. — Εάν δεν είν’ ελεύθερος, ο τάφος μου θα ήναι το νυμφικόν κρεββάτι μου. ΠΑΡΑΜΑΝΑ, επιστρέφουσα. Μοντέκης είναι τούτος· είν’ ο Ρωμαίος! το παιδί του πατρικού εχθρού σου! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Της μόνης έχθρας μου βλαστός η μόνη μου αγάπη! Ω! πάρωρα τον ‘γνώρισα, και πρόωρα τον είδα! Εις την καρδιάν μου ‘φύτρωσε παράδοξος αγάπη, και τώρα έχω ν’ αγαπώ τον μισητόν εχθρόν μου! ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τι είν’ αυτό; τι είν’ αυτό; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Είν’ ένα τραγουδάκι, που μ’ έμαθ’ ένας χορευτής. (Κράζουν έσωθεν την Ιουλιέταν). ΠΑΡΑΜΑΝΑ Αμέσως! Ναι, αμέσως! Έλα πηγαίνωμεν κ’ ημείς; Έφυγ’ ο κόσμος όλος. (Απέρχονται) Painting Ρωμαίος-και-Ιουλιέτα-του Frank Bernard Dicksee1884</description><pubDate>Sat, 03 May 2025 12:33:56 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ρωμαίος και Ιουλιέτα Πράξις Β (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) Μεταφραστής Δημήτριος Βικέλας</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/rwmaios-kai-ioulieta-praksis-b-ouilliam-saiksphr-metafrasths-dhmhtrios-bikelas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/rwmaios-kai-ioulieta-praksis-b-ouilliam-saiksphr-metafrasths-dhmhtrios-bikelas/</guid><description>ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ. Πλατεία παρά τον κήπον του Καπουλέτου. ΡΩΜΑΙΟΣ, εισερχόμενος. Ω! η καρδιά μου είν’ εδώ. Κ’ εγώ εδώ θα μείνω. Κυλήσου, ζύμη γήινη, το κέντρον σου να εύρης (28). (Πηδά τον τοίχον του κήπου). (Εισέρχονται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ). ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ρωμαίε μου! Εξάδελφε! Ρωμαίε! ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Έχει γνώσιν ο νέος, και θα έφυγε να ‘πάγη να πλαγιάση. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟ Τον είδα· έτρεξ’ απ’ εδώ κ’ επήδησε τον τοίχον. Μερκούτιέ μου, κράξε τον. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Και να τον εξορκίσω· — Ρωμαίε! παλαβέ, τρελλέ, ερωτοπληγωμένε! Το σχήμα λάβε στεναγμού κ’ εμπρός μας εμφανίσου ή δίστιχον ερωτικόν ειπέ μου, και μου φθάνει· φώναξε, Αχ! και ταίριαξε με περιστέρι, ταίρι ή κάμε το εγκώμιον της άμιας Αφροδίτης, ή δος ένα παράνομα εις το τυφλόν παιδί της(29). Δεν με ακούει, δεν κουνεί, δεν ομιλεί. — Ρωμαίε! — Εψόφησεν ο πίθηκος. — Εξορκισμόν θα κάμω. Ρωμαίε, μα τα εύμορφα της Ροζαλίνας μάτια, μα το λευκόν της μέτωπον, τα κόκκινά της χείλη, μα το μικρόν ποδάρι της, την άντζαν της την ίσιαν, μα το παχοτρεμουλιαστόν μηρί της, σ’ εξορκίζω, ‘ς την φυσικήν σου την μορφήν εμπρός μας εμφανίσου ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Εάν σ’ ακούση, βέβαια μαζή σου θα θυμώση. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Πώς θα θυμώση; Δίκαιον θα είχε να θυμώση, εάν με τον εξορκισμόν της αγαπητικής του του έστηνα δαιμόνιον τεράστιον εμπρός του, και τ’ άφηνα να στέκεται, ως που να καταφέρη εκείνη με τα μάγια της να το κατακαθίση. Αυτό θα τον επείραζεν ενώ τα όσα είπα είναι καλά κι’ απείρακτα- διότι στ’ όνομά της εξώρκισα τον ίδιον εμπρός μας να φυτρώση. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Πηγαίνομεν. Εκρύφθηκεν ανάμεσα ‘ς τα δένδρα· θέλει να έχη συντροφιάν την νοτισμένην νύκτα. Είν’ η αγάπη του τυφλή και αγαπά το σκότος. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Αν η αγάπ’ ήναι τυφλή δεν βλέπει πού πηγαίνει. Τώρ’ από κάτω από εληάν θα ήναι ‘ξαπλωμένος, να λογαριάζη ταις εληαίς της αγαπητικής του(30). Ρωμαίε, καλήν νύκτα σου! — ‘ς το στρώμα μου πηγαίνω· δεν μου αρέσει να στρωθώ εις λίθινον κρεββάτι. Έλα πηγαίνομεν. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Εμπρός! Του κάκου τον ζητούμεν, ανίσως δεν επιθυμή να ευρεθή εκείνος. ( Απέρχονται). ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. Ο κήπος του Καπουλέτου. (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ). ΡΩΜΑΙΟΣ Όποιος δεν έπαθε πληγήν, γελά τον πληγωμένον! (Η Ιουλιέτα φαίνεται εις το παράθυρόν της). Αγάλια! ‘ς το παράθυρον τι φως εκεί προβάλλει; Ανατολή επρόβαλε, κ’ η Ιουλιέτα ήλιος! Ήλιε γλυκέ, ανάτειλε και σβύσε την Σελήνην. Ιδέ την απ’ την ζήλειάν της αχνίζει και θαμπόνει, διότι συ την ξεπερνάς ‘ς την δόξαν και ‘ς τα κάλλη. Μη την λατρεύης (31)· άφες την, αν είναι και ζηλεύη· πρασινοκίτρινην θωριάν η φορεσιά της έχει, και μοναχά εις τους τρελλούς ταιριάζει(32)· πέταξέ την! Είν’ η αγάπη μου εκεί· η δέσποινα μου είναι. Ω! ας το ήξευρε! — Λαλεί. — Όχι· — δεν είπε λέξιν αλλά το μάτι της λαλεί. Απόκρισιν θα δώσω. Πλην υπερηφανεύθηκα· δεν ομιλεί εμένα. Δύο αστέρια τ’ ουρανού, τα ωραιότερα του, θέλουν ‘ς την γην να καταιβούν, και ως που να γυρίσουν παρακαλούν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς να λάμπουν. Και τι, εάν τα μάτια της εκεί επάνω ήσαν; Και τι, εάν κατέβαιναν ς’ την κεφαλήν της τ’ άστρα; — Η λάμψις του μετώπου της θα θάμπονε τ’ αστέρια, καθώς θαμπόνει λύχνου φως ‘ς την λάμψιν της ημέρας, και θα’ χυναν τα μάτια της ‘ς τους ουρανούς επάνω ένα ποτάμι φωτερόν να φέγγη τον αιθέρα, που τα πουλιά να κελαδούν ‘σαν να μην ήτο νύκτα! Ιδέ την, πώς ακούμβησε το μάγουλον ‘ς το χέρι. Ας ήμουν εις το χέρι της χειρόφτι, να εγγίζω το μάγουλόν της το γλυκόν! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αχ ΡΩΜΑΙΟΣ Ομιλεί. — Ομίλει, ομίλει, άγγελε λαμπρέ! — Μου έλαμψες ‘ς το σκότος, καθώς οπόταν ο θεός εις τους ανθρώπους στέλνει τον πτερωτόν του μυνητήν απ’ του ουρανού τα ύψη, κι αναστηλόνουν έκθαμβα οι άνθρωποι τα μάτια, και γέρνουν τα κεφάλια των οπίσω, να τον βλέπουν, που κάθεται ‘ς τα σύννεφα τα αργοκινημένα και αρμενίζει υψηλά ‘ς τους κόλπους του αιθέρος! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ρωμαίε, ω Ρωμαίε! Αχ! τι λέγεσαι Ρωμαίος; Αρνήσου τον πατέρα σου, παραίτα τ’ όνομά σου, ή αν δεν θέλης, μοναχά πως μ’ αγαπάς ορκίσου και έπαυσα να λέγομαι του Καπουλέτου κόρη (33) ΡΩΜΑΙΟΣ Ν’ ακούσω κι’ άλλα; ή αυτά με φθάνουν; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τ’ όνομά σου είναι ο μόνος μου εχθρός. Μοντέκης αν δεν ήσουν, μη άλλος θα εγίνεσο; τι θα ειπή Μοντέκης; Μη τύχη κ’ είναι πρόσωπον, ή χέρι, ή ποδάρι, ή άλλο μέρος του κορμιού; Ω! τ’ όνομα ν’ αλλάξης! Και τι σημαίνει τ’ όνομα; τ’ άνθος που λέγουν ρόδον, με οποίαν λέξιν κι’ αν το ‘πουν, το ίδιον θα μυρίζη. Και ο Ρωμαίος, τ’ όνομα Ρωμαίος αν δεν είχε, την χάριν δεν θα έχανε που έχει φυσικήν του. Λοιπόν παραίτησε και συ, Ρωμαίε, τ’ όνομά σου, και δι’ αυτό σου τ’ όνομα, που μέλος σου δεν είναι, εμένα όλην πάρε με. ΡΩΜΑΙΟΣ ‘Σ τον λόγον σου σε παίρνω· ‘πέ με αγάπην σου, κ’ ευθύς μ’ εβάπτισες εκ νέου· από εδώ κ’ εμπρός εγώ δεν είμαι ο Ρωμαίος. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ποιος είσαι συ, που έρχεσαι κρυμμένος ‘ς το σκοτάδι, και χώνεσαι ‘ς τα μυστικά κρυφομιλήματά μου; ΡΩΜΑΙΟΣ Δεν’ ξεύρω με τι όνομα να σου ειπώ ποιος είμαι· το όνομα μου το μισώ, ω δέσποινα γλυκειά μου, διότι το εχθρεύεσαι. Γραμμένον αν το είχα, θα το εξέσχιζα εδώ. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τ’ αυτιά μου μόλις ήπιαν ως τώρα λέξεις εκατόν από αυτό το στόμα, αλλά γνωρίζω την φωνήν. — Δεν είσαι ο Ρωμαίος; Δεν είσαι του Μοντέκη υιός; ΡΩΜΑΙΟΣ Κανέν από τα δύο, αφού εσύ δεν τ’ αγαπάς, ω κόρη γλυκυτάτη. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Εδώ πώς ήλθες; λέγε μου· και διατί να έλθης; Ο τοίχος είναι υψηλός και δύσκολα πηδάται, και δι’ εσένα θάνατος αυτός ο κήπος είναι, αν σ’ εύρη έξαφνα εδώ κανένας συγγενής μου. ΡΩΜΑΙΟΣ Με τα πτερά του Έρωτος επήδησα τον τοίχον. Με λίθινα εμπόδια δεν κλείεται ο Έρως, κι ό,τι του είναι δυνατόν τολμά και να το κάμη· κι ούτε μου ήλθεν εις τον νουν των συγγενών σου φόβος. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Εάν σ’ ιδούν σ’ εσκότωσαν! ΡΩΜΑΙΟΣ Αλλοίμονον ‘ς εμένα! Φοβούμαι περισσότερον το ιδικόν σου μάτι, παρά σπαθιά των είκοσι. — Με γλύκαν κύτταξέ με, και ούτε συλλογίζομαι την ιδικήν των έχθραν. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Δεν ήθελα να σε ιδούν διά τον κόσμον όλον. ΡΩΜΑΙΟΣ Δεν έχει φόβον της νυκτός το ράσον με σκεπάζει, φθάνει εσύ να μ’ αγαπάς, κι’ ας μ’ εύρουν δεν με μέλει! Καλλίτερα η έχθρα των να κόψη την ζωήν μου, παρά να μη με αγαπάς, κι’ ο θάνατος ν’ αργήση. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Και ποιος σ’ ωδήγησεν εδώ τον δρόμον σου να εύρης; ΡΩΜΑΙΟΣ Ο Έρως, που μου έδειξε τον τρόπον να τον μάθω· εκείνος έβαλε τον νουν, κ’ έβαλα ‘γώ τα μάτια. Δεν είμ’ εγώ θαλασσινός, αλλά και εις την άκρην του κόσμου αν ευρίσκεσο, — και έως τ’ ακρογιάλι που βρέχει του ωκεανού το τελευταίον κύμα δι’ ένα τέτοιον θησαυρόν τολμούσα ν’ αρμενίσω. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ξεύρεις, το σκότος της νυκτός το έχω προσωπίδα, ειδέ θα μ’ εκοκκίνιζε παρθενική σεμνότης δι’ όσα λόγια ήκουσες απόψε να προφέρω. Εταίριαζε να έμενα έως εκεί που πρέπει, και όλ’ αυτά να τ’ αρνηθώ· αλλά, το καθώς πρέπει ας ‘πάγη τώρα ‘ς το καλόν. — Με αγαπάς; — Το ξεύρω θα μου ειπής πως μ’ αγαπάς, κ’ εγώ θα σε πιστεύσω αλλά και αν με τ’ ορκισθής ‘μπορείς να με γελάσης εις απιστίας εραστών ο Ζευς γελά, μας λέγουν. Αν μ’ αγαπάς, ειπέ μου το αληθινά, Ρωμαίε. Ή αν θαρρής πως εύκολα μ’ εκέρδισες, ειπέ το, ώστε να κάμνω την κακιάν, τα φρύδια να σουφρόνω και όχι ν’ αποκρίνωμαι, και να σε βασανίζω πριν με κερδίσης· — ειδεμή, αλλέως δεν το κάμνω· Αληθινά, αισθάνομαι πολύ ερωτευμένη, κ’ ίσως ευρίσκης ελαφρύ πολύ το φέρσιμόν μου· αλλ’ όμως εμπιστεύσου με, Ρωμαίε, και θα μ’ εύρης πλέον πιστήν από αυτάς, που ξεύρουν να κρατούνται. Τ’ ομολογώ, να κρατηθώ κ’ εγώ εχρεωστούσα, πλην άθελά μου ήκουσες τον μυστικόν μου πόθον, και πριν το πάρω είδησιν· λοιπόν συμπάθησέ με, κ’ εις ελαφράδα της καρδιάς μη τύχη κι’ αποδώσης τα όσα εξεσκέπασεν η σιωπή του σκότους. ΡΩΜΑΙΟΣ Αγάπη μου, ορκίζομαι, μα το σεμνόν Φεγγάρι, που τα κλαδιά τα φουντωτά των δένδρων ασημόνει…. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μη ‘ς το φεγγάρι ορκισθής, το άστατον φεγγάρι, που κάθε μήνα κι’ αλλαγήν ‘ς τον δίσκον του μας κάμνει, μη τύχη κ’ η αγάπη σου αλλάζη ‘σαν εκείνο. ΡΩΜΑΙΟΣ Εις τι λοιπόν να ορκισθώ; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μην ορκισθής διόλου. Ή ‘ς την χαριτωμένην σου την ύπαρξιν ορκίσου, ‘ς αυτήν, που είναι ο Θεός οπού εγώ λατρεύω, και σε πιστεύω. ΡΩΜΑΙΟΣ Αν ποτέ η καρδιακή αγάπη… ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μην ορκισθής καλλίτερα. — Αν κ’ ήσαι η χαρά μου, απόψε δεν την χαίρομαι την ένωσιν αυτήν μας. Ορμητικά, κ’ εξαφνικά κι’ ανέλπιστα μου ήλθε· — ήτον ωσάν την αστραπήν, οπού περνά και φεύγει πριν ‘πή κανένας: άστραψε! — Γλυκέ μου, καλήν νύκτα! Ίσως αυτό το σφαλιστόν το άνθος της Αγάπης ‘ς την αύραν του καλοκαιριού τα φύλλα του ανοίξη, κι ανθίζει και μοσχοβολά ως που να ξαναέλθης. Καλή σου νύκτα κι’ αγαθή! Το στήθος σου να είναι αναπαυμένον κ’ ήσυχον καθώς το ιδικόν μου. ΡΩΜΑΙΟΣ Μ’ αφίνεις; κ’ ευχαρίστησιν δεν θέλεις να μου δώσης; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Και ποίαν ευχαρίστησιν απόψε περιμένεις; ΡΩΜΑΙΟΣ Το τάγμα της αγάπης σου αντί της ιδικής μου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Και μη δεν σου την έταξα και πριν μου την ζητήσης; Και όμως θα μου ήρεζε να μη την είχα δώσει. ΡΩΜΑΙΟΣ Και διατί, αγάπη μου, να μου την πάρης πίσω; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Διά να έχω μοναχά να σου την ξαναδώσω. Αλλά γυρεύω του κακού το πράγμα οπού έχω. Είν’ η αγάπη μου βαθειά ‘σαν πέλαγος, κ’ εξ ίσου και η φιλοδωρία μου ‘σαν πέλαγος μεγάλη, και όσον περισσότερον σου δίδω, τόσον μένει, διότι ανεξάντλητα τα έχω και τα δύο. (Η παραμάνα κράζει έσωθεν), Ακούω μέσα θόρυβον. Αγάπη μου σ’ αφίνω. — Αμέσως, παραμάνα μου. — Έσο πιστός, Μοντέκη. Πρόσμειν’ εδώ μίαν στιγμήν κι’ αμέσως επιστρέφω. (Αποσύρεται). ΡΩΜΑΙΟΣ Ευλογημέν’ η νύκτ’ αυτή και τρις ευλογημένη! Φοβούμαι μήπως όνειρον ήτον αυτό που είδα· τόσον μου φαίνεται γλυκόν, που μόλις το πιστεύω. ΙΟΥΛΙΕΤΑ, επιστρέφουσα εις το παράθυρον. Δυο λόγια μόνον να σου ‘πώ, κι’ αλήθεια καλήν νύκτα. Εάν τω όντι μ’ αγαπάς, Ρωμαίε, τιμημένα, κ’ είν’ ο σκοπός σου στέφανα και γάμος, μήνυσέ μου με κάποιον, οπού αύριον εγώ θα σου τον στείλω, το πού και πότ’ επιθυμείς η τελετή να γίνη, κ’ είμ’ έτοιμη την τύχην μου ‘ς τα χέρια σου να βάλω και εις τα πέρατα της γης να σε ακολουθήσω. ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έσωθεν. Κυρία! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Έφθασα. — Αλλά εάν κακόν ‘ς τον νουν σου επέρασε, παρακαλώ… ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έσωθεν. Κυρία μου! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αμέσως! — τότε να μη με ξαναϊδής, και άφες με να κλαίω. Θα σε μηνύσω αύριον. ΡΩΜΑΙΟΣ Να μη σωθή η ψυχή μου εάν ποτέ… ΙΟΥΛΙΕΤΑ Χίλιαις φοραίς, γλυκέ μου, καλήν νύκτα! (Αποσύρεται). ΡΩΜΑΙΟΣ Χίλιαις φοραίς νύκτα κακή αφού δεν την φωτίζεις. Ο Έρως προς τον Έρωτα λαχταριστός βαδίζει καθώς το μαθητόπουλον π’ αφίνει το βιβλίον και όταν έλθη χωρισμός, ‘σαν το παιδί γυρίζει όταν με μάτια χαμηλά πηγαίνει ‘ς το σχολείον. (Αποσύρεται βραδέως). (Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ έρχεται εκ νέου εις το παράθυρον). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ρωμαίε! Πσιτ! — Ω! την φωνήν του ιερακάρη ας είχα, το εύμορφον ιεράκι μου οπίσω να το κράξω. Αχ! η σκλαβιά είναι βραχνή και δεν τολμά να κράξη. Αλλέως μέσα ‘ς την σπηλιάν όπου γλυκοκοιμάται θα την ξυπνούσα την Ηχώ, να κάμω να βραχνιάση κ’ εκείνης η αέρινη η γλώσσα, τον Ρωμαίον με αντιλάλημα πυκνόν να κράζη μέσ’ το σκότος. ΡΩΜΑΙΟΣ Είν’ η ψυχή μου που λαλεί και τ’ όνομά μου κράζει. Ω! τι γλυκά που αντηχεί ο ασημένιος ήχος μιας φωνής ερωτικής ‘ς τα σκοτεινά, την νύκτα, ‘σαν μουσική αρμονική στ’ αυτιά προσηλωμένα. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ρωμαίε μου! ΡΩΜΑΙΟΣ Αγάπη μου! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τι ώραν να σου στείλω το μήνυμά μου αύριον; ΡΩΜΑΙΟΣ Κοντά εις τας εννέα. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πολύ καλά· μου φαίνεται ως τότε δέκα χρόνια. Εξέχασα τι σ’ ήθελα και σ’ έκραξα οπίσω. ΡΩΜΑΙΟΣ Εδώ να μένω άφησε ως που ‘ς τον νουν να σ’ έλθη. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Θα το ξεχνώ, να σε κρατώ εδώ να περιμένης, και θα θυμούμαι μοναχά πως θέλω να σε βλέπω. ΡΩΜΑΙΟΣ Κ’ εγώ εδώ θα καρτερώ, και να ξεχνάς θα θέλω, και κάθε τι θα λησμονώ εκτός ότι σε βλέπω. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κοντεύει το ξημέρωμα. Το ήθελα να φύγης, αλλ’ όχι πλέον μακρυά απ’ το μικρόν πουλάκι, π’ αφίνει απ’ το χέρι της μια νέα να μακραίνη, με μιαν κλωστήν μεταξωτήν ‘σαν αλυσοδεμένον, και ‘πίσω πάλιν πηδηκτόν το σέρνει ‘ς την ποδιάν της· τόσον το θέλει ‘ς την σκλαβιάν απ’ την πολλήν αγάπην. ΡΩΜΑΙΟΣ Ας ήμουν το πουλάκι σου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μακάρι, ω γλυκέ μου· αλλά θα σ’ εθανάτονα απ’ το πολύ το χάδι. Καλήν σου νύκτα- πήγαινε, Ρωμαίε. Καλήν νύκτα. Τόσον μου φαίνεται γλυκειά του χωρισμού η πίκρα, που έως αύριον ‘μπορώ να λέγω καλήν νύκτα. (Αποσύρεται). ΡΩΜΑΙΟΣ Ο ύπνος ‘ς τα ματάκια σου, ‘ς το στήθος σου γαλήνη! Ας ήμουν η γαλήνη σου, ο ύπνος σου ας ήμουν, τόσον γλυκά ν’ αναπαυθώ. — Εις το κελλί πηγαίνω αμέσως, τον πνευματικόν πατέρα μου να εύρω, την ευτυχίαν μου να ‘πώ κ’ ευχήν να του ζητήσω. (Αναχωρεί). ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ. Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου. (Εισέρχεται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ κρατών κάλαθον). ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Με χαμογέλοια η Αυγή τα πλουμιστά της μάτια τα στρέφει προς την σκυθρωπήν την Νύκτα, και χαράζει τα νέφη της Ανατολής με φωτερά χαράκια. Και ‘σαν να μεθοκόπησε, το Σκότος παραδέρνει, κι από τον δρόμον προσπαθεί να έβγη του Ηλίου, μη το πατήση ο Τιτάν κ’ οι πύρινοι τροχοί του. Και τώρα, πριν ο Ήλιος το φλογερόν του μάτι τ’ αναστηλώση, την χαράν να φέρη ‘ς την Ημέραν, και να στεγνώση την δροσιάν της νοτισμένης Νύκτας, πηγαίνω, το καλάθι μου να το παραγεμίσω με βότανα φαρμακερά και με γλυκόχυμ’ άνθη. Είναι της φύσεως η Γη και τάφος και μητέρα· γίνονται μνήμα νεκρικόν οι μητρικοί της κόλποι· και τα παιδιά των σπλάγχνων της, τα ιδικά μας χέρια τα κόπτουν εις τα στήθη της, όπου ζωήν βυζάνουν. Χάραις εξαίρεταις πολλαίς έχουν πολλά παιδιά της, καθένα χάριν χωριστήν, κανένα χωρίς χάριν. Είναι η δύναμις πολλή κ’ η αρετή μεγάλη που έχει κάθε βότανον, κάθε φυτόν ή πέτρα· κανένα πράγμα ποταπόν ‘ς την γην ζωήν δεν έχει, που διά κάτι αγαθόν ‘ς την γην δεν χρησιμεύει· αλλά δεν έχει κι’ αγαθόν, που αν παραστρατίση, να μη χαλνά η φύσις του κ’ εις βλάβην να γυρίζη. Ως και αυτή η αρετή γυρίζει ‘ς αμαρτίαν εάν στραβά εφαρμοσθή· καθώς κ’ η αμαρτία τυχαίνει κ’ εξαγνίζεται ‘ς τον δρόμον της κ’ εκείνη. — Μέσ’ τον δροσάτον κάλυκα αυτού εδώ του άνθους είναι κρυμμένον ιατρικόν και κατοικεί φαρμάκι· αν το μυρίσης, η οσμή την αίσθησιν ευφραίνει· αν το γευθής, εις την καρδιάν την αίσθησιν νεκρόνει. Κ’ εις του ανθρώπου την καρδιάν, καθώς ‘ς το άνθος τούτο, δυο βασιλείς αντίπαλοι στρατοπεδεύουν πάντα: η θεία χάρις εξ ενός, εξ άλλου κακή τάσις· και όταν το χειρότερον νικά και υπερέχει, τρώγει την ρίζαν του φυτού σκουλήκι του θανάτου… (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ). ΡΩΜΑΙΟΣ Καλή σου ‘μέρα, πάτερ μου. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ευλογητός, υιέ μου. Ποιος ήλθε τόσον ενωρίς να με καλημερίση; Παιδί μου! πρέπει ταραχή της κεφαλής μεγάλη να σ’ έκαμε την κλίνην σου τόσον πρωί ν’ αφήσης. Μετρά τας ώρας η φροντίς ‘ς τα μάτια των γερόντων, κι όπου Φροντίδες κατοικούν ο Ύπνος δεν φωληάζει· αλλ’ όμως, όπου τα γερά τα μέλη της ‘ξαπλόνει Νεότης ξέννοιαστη, εκεί ο Ύπνος βασιλεύει. Ο πρωινός σου ερχομός λοιπόν με βεβαιόνει πως πρέπει να σ’ εξύπνησε καμμία παραζάλη. ή, εάν σφάλλω εις αυτό, μαντεύω πως απόψε δεν ‘πλάγιασε ‘ς το στρώμα του διόλου ο Ρωμαίος. ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι· η αλήθεια είν’ αυτή· — αν μ’ έλειψεν ο ύπνος, πλέον γλυκειάν ανάπαυσιν εχάρηκ’ η καρδιά μου. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Την αμαρτίαν ο θεός να σου την συγχωρήση! στης Ροζαλίνας έμεινες; ΡΩΜΑΙΟΣ ‘Σ της Ροζαλίνας; Όχι· εξέχασα και τ’ όνομα και τον καϋμόν της, πάτερ. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Έτσι σε θέλω· εύγε σου! ‘Πέ μου λοιπόν, πού ήσουν; ΡΩΜΑΙΟΣ Θα σου ειπώ το κάθε τι, πριν ερωτήσης πάλιν. Την νύκτα εξεφάντωσα μαζή με τους εχθρούς μου, και επληγώθηκα εκεί, χωρίς να το προσμένω, αλλά επλήγωσα κ’ εγώ. Κ’ οι δύο θεραπείαν, απ’ τ’ άγιον το χέρι σου, και συνδρομήν ζητούμεν. Η έχθρα μου επέρασεν, αφού και τον εχθρόν μου η χάρις όπου σου ζητώ θα ωφελήση, πάτερ. ΛΑΥΡΕΝΙΟΣ Ομίλησέ μου καθαρά, παιδί μου, κ’ εξηγήσου. Αν ήλθες γρίφους να μου ‘πής, θα σ’ ευχηθώ με γρίφους. ΡΩΜΑΙΟΣ Λοιπόν σου λέγω καθαρά, πως μ’ όλην την καρδιάν μου του Καπουλέτου αγαπώ την κόρην την ωραίαν, κι όπως εγώ την αγαπώ με αγαπά κ’ εκείνη. Δεμένοι ευρισκόμεθα, και μόνον τώρα μένει με τ’ άγιον μυστήριον του γάμου να μας δέσης. Το πού, και πότε, και το πώς την είδα και με είδε, και πώς ερωτευθήκαμεν κι’ αλλάξαμεν και λόγον, θα σου τα ‘πώ καταλεπτώς· — πλην κάμε μου την χάριν, στεφάνωσέ μας σήμερον, αν μ’ αγαπάς, ω πάτερ. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ελέησόν με ο θεός! Πώς ήλλαξε το πράγμα; Την Ροζαλίναν, που ως χθες την αγαπούσες τόσον, την ελησμόνησες ευθύς; Των νέων η αγάπη λοιπό δεν είναι ‘ς την καρδιάν; ‘ς τα μάτια μόνον είναι; Χριστέ και Παναγία μου! Διά την Ροζαλίνα τα μάγουλά σου τα χλωμά αυλακωμένα ήσαν! Τόσα πικρά σου δάκρυα επήγαν ‘ς τα χαμένα, αφού ως και την πίκραν των την έχεις ξεχασμένην. Ακόμη απ’ τον ουρανόν τους αναστεναγμούς σου ο ήλιος δεν τους ‘σκόρπισεν και αντηχεί ακόμη ‘ς τα αυτιά μου τα γεροντικά το αναφυλλητόν σου· Ιδού, ακόμη — κύτταξε, — ‘ς το μάγουλόν σου μένει ενός δακρύου παλαιού τ’ ασκούπιστον σημάδι. Αν είσαι συ που μου ‘μιλείς, κι’ ο πόθος σου ‘δικός σου, τότε κι’ ο πόθος σου και συ της Ροζαλίνας είσθε! Και τώρα τόσον ήλλαξες; Α! ομολόγησέ το: δεν είναι ασυγχώρητον γυναίκες ν’ αμαρτάνουν, όταν ‘ς τους άνδρας φαίνεται αδυναμία τόση. ΡΩΜΑΙΟΣ Συχνά εκατηγόρησες εκείνην την αγάπην. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Παιδί μου, τον ξετρελλαμόν και όχι την αγάπην. ΡΩΜΑΙΟΣ Και μ’ έλεγες τον έρωτα να θάψω. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Δεν σου είπα να θάψης ένα έρωτα και άλλον να ξεθάψης. ΡΩΜΑΙΟΣ Μη μ’ επιπλήττης, πάτερ μου· αυτή οπού λατρεύω δίδει καρδιάν αντί καρδιάς, κι’ αγάπην δι’ αγάπην! Η άλλη δεν το έκαμνε. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Διότι ενοούσεν, ότι τα χείλη αγαπούν, πλην όχι κ’ η καρδιά σου. Ας είναι πλέον, άστατε! Έλα μαζή μου τώρα, Εάν σου γίνω βοηθός, θα το αποφασίσω μόνον και μόνον επειδή ελπίζω εις αγάπην να στρέψω με τον γάμον σας την έχθραν των σπιτιών σας. ΡΩΜΑΙΟΣ Πηγαίνομεν βιάζομαι να γίνη ο σκοπός μου. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Σιγά σιγά και γνωστικά. Σκοντάπτει όποιος τρέχει. (Αποσύρονται). ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ. Οδός. (Εισέρχεται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ). ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Πού ‘ς τον διάβολον να είναι αυτός ο Ρωμαίος; — Δεν επήγεν να κοιμηθή την νύκτα; ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Δεν επήγεν εις του πατρός του. Μου το είπεν ο άν- θρωπός του. ΜΕΡΚΟΤΙΟΣ Αυτή η σκληρόκαρδη Ροζαλίνα με το χλωμόν της το πρόσωπον τον κατατυραννεί και ‘πάγει να τον τρελ- λάνη. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ο Τυβάλτης, ο συγγενής του γέρο-Καπουλέτου, του έστειλεν εις του πατρός του γράμμα. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Να μην έχω ζωήν, αν δεν τον προσκαλή εις μονο- μαχίαν. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Θ’ αποκριθή ο Ρωμαίος. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Όποιος ηξεύρει γράμματα ημπορεί ν’ αποκριθή εις ένα γράμμα. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Θέλω να ειπώ, ότι θ’ αποκριθή εις εκείνον οπού το έγραψε, καθώς του πρέπει. Στήθος εις στήθος! ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Αλλοίμονον! Ο κακόμοιρος ο Ρωμαίος είναι απο- θαμμένος πλέον! Τον εμαχαίρωσε το μαύρο ‘μάτι μιας άσπρης κοπέλας· του ετρύπησε το αυτί ένα ερωτικόν τραγουδάκι· του επλήγωσε τα φυλλοκάρδια το βέλος του τυφλού παιδιού που ηξεύρεις· — και θέλεις τέτοιος άνθρωπος να δείξη στήθος εις τον Τυβάλτην; ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Και τι τάχα είναι ο Τυβάλτης; ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Δεν χωρατεύει ο Τυβάλτης. Ηξεύρει εις τα δάκτυ- λά του τους νόμους της τιμής και την τέχνην της μο- νομαχίας. Το σπαθί του το παίζει, καθώς παίζεις τον ταμπουράν· προσέχει εις το μέτρημα, εις το λάλημα και εις το κτύπημα· θα σου μετρήση έν, δύο, τρία, και άρπα την εις το στήθος! Σου ετρύπησε το κουμβί ως που να γυρίσης να ιδής. Φοβερός εις ταις σπαθιαίς! Μονομάχος του πρώτου νερού! Ηξεύρει διατί και πώς να ξεσπαθώση. Ω! περίφημη passata. Να punto re- verso μίαν φοράν. Να σου hai(34). ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Να σου, τι; ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Να τους πάρη η ζάλη αυτούς τους φαντασμένους, όλον μορφασμούς και τσακίσματα γεμάτους, και προσ- ποίησιν απ’ επάνω έως κάτω, οπού σου τα λέγουν τορ- νευμένα: « Μα τον Δία! κάλλιστον ξίφος! Μέγιστος ανήρ! εξαισία εταίρα!» Ω παπουλή μου, δεν είναι αμαρτία να έχωμεν εις το κεφάλι μας αυταίς ταις σκνί- παις, αυτούς τους οδηγούς του συρμού, αυτούς τους pardonnez – mois, οπού γυρεύουν τους νεωτερισμούς και δεν ημπορούν να στρογγυλοκαθήσουν εις τα παλαιά μας σκαμνιά! που να τους καθήσουν εις τον λαιμόν τα bonjour των και τα bonsoir των! ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Να τος ο Ρωμαίος! Να τος! (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ). ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Πετσί και κόκκαλον! σωστός τσίρος. Ω σάρκα, σάρ- κα, πώς αποψαρόνεσαι! Τώρα δα σου πηγαίνουν οι στί- χοι, οπού εξεχείλιζεν ο Πετράρχης. Κοντά εις την ιδι- κήν σου η Λαύρα ήτο μία μαγείρισσα· με μόνην την διαφοράν, ότι ο ιδικός της αγαπητικός έψαλλε τον έρω- τά του καλλίτερά σου. Κοντά εις την ιδικήν σου η Διδώ ήτο μία χήνα, η Κλεοπάτρα μία γύφτισσα, η Ελένη και η Ηρώ πατσαβούραι, η Θίσβη μία ανάλατη γαλα- νομμάτα. Signor Ρωμαίε, bonjour. Ιδού γαλλικός χαιρετισμός διά τα γαλλικά σου βρακιά. — Καλά μας την έπαιξες χθες. ΡΩΜΑΙΟΣ Καλή σας ημέρα και τους δύο. — Τι σας έπαιξα; ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Μας εξέφυγες, Κύριε· μας εξέφυγες. ΡΩΜΑΙΟΣ Συμπάθησέ με, καλέ μου Μερκούτιε· είχα μίαν υπό- θεσιν πολύ σπουδαίαν, και εις μίαν περίστασιν, ωσάν αυτήν οπού μου έτυχεν, η χωριατιά είναι συγχωρη- μένη μεταξύ φίλων. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Δηλαδή, με άλλα λόγια, εις μίαν περίστασιν ωσάν αυτήν οπού σου έτυχε, συγχωρείται να δείξη κανείς την ράχιν του…. ΡΩΜΑΙΟΣ Από το πολύ σκύψιμον διά να ζητήση συγχώρησιν. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Καλά τα διορθόνεις. ΡΩΜΑΙΟΣ Καθώς η ευγένεια το απαιτεί. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ως προς τούτο, μη λησμονής, ότι εγώ είμαι της ευγενείας το άνθος. ΡΩΜΑΙΟΣ Τριαντάφυλλον; ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Μάλιστα τριαντάφυλλον. ΡΩΜΑΙΟΣ Εγώ τα έχω εις τα ποδάρια μου τα τριαντάφυλλα. Κύτταξε τα δεσίματα των υποδημάτων μου. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Τι νόστιμος οπού είσαι. Μη στέκης! Εμπρός, ως που να έβγουν οι πάτοι των υποδημάτων σου αυτών, και να μην έχη πού να πατήση η νοστιμάδα σου…. ΡΩΜΑΙΟΣ Διά να ξεπατώση το πνεύμα σου (35). ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Βοήθεια, Μπεμβόλιέ μου, κ’ εχάθηκα! Αι; δεν είναι καλλίτερα έτσι παρά να μου βογκάς από έρωτα; Τώρα μου αρέσεις· τώρα είσαι ο Ρωμαίος οπού θέλω. ΡΩΜΑΙΟΣ Κύτταξ’ εκεί· τι είναι αυτό που έρχεται; ( Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και ο ΠΕΤΡΟΣ). ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ένα πανί! ένα πανί! ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Δύο πανιά! Μία φούστα και ένα βρακί. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Πέτρε! ΠΕΤΡΟΣ Παρών. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Το φυσερόν μου, Πέτρε(36). ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Δος της το, Πέτρε, να κρύψη το πρόσωπόν της. Μου αρέσει καλλίτερα το φυσερόν. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλή σας ημέρα, άρχοντες. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Καλή εσπέρα, αρχόντισσά μου. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλέ, από τώρα εβράδυασε; ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ήρχισε να βραδυάζη, κυρά μου· διότι το δάχτυλον της ώρας εγαργάλισε πλέον το μεσημέρι. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Δεν με ξεφορτόνεσαι; Τι λογής άνθρωπος είσαι του λόγου σου; ΡΩΜΑΙΟΣ Είναι, κυρά μου, ένας άνθρωπος, οπού ό Θεός τον έπλασε κατ’ εικόνα του, διά να κάμη άδικον του εαυ- τού του. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλά και το λέγεις τω όντι! Να κάμη άδικον του εαυτού του, λέγει. — Άρχοντες, ημπορεί κανείς σας να μου ειπή πού να εύρω τον νέον Ρωμαίου; ΡΩΜΑΙΟΣ Εγώ να σου το ειπώ· αλλ’ ο νέος Ρωμαίος, ως που να τον εύρης, θα ήναι γεροντότερος από τότε οπού ήρ- χισες να τον γυρεύης. Εγώ είμαι ο νεώτερος με αυτό το όνομα, κυρά μου. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Αν ήσαι συ ο Ρωμαίος, έχω κάτι να σου ειπώ κρυφόν, ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Κάλεσμα έχει να του κάμη. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Μαυλίστρα! Μαυλίστρα! Χω, χω! ΡΩΜΑΙΟΣ Τι ξεφωνίζεις εκεί: ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Εμυρίσθηκα κυνήγι. — Άκουσε, Ρωμαίε, θα έλθης έπειτα εις του πατρός σου; Θα γευματίσωμεν εκεί και οι δύο. ΡΩΜΑΙΟΣ Καλά· τώρα έρχομαι. (Εξέρχονται ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ και ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ). ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλέ δεν μου λέγεις τι πράγμα είναι αυτός ο γλωσ- σάς, οπού μου έκοψε τόσαις αυθάδειαις: ΡΩΜΑΙΟΣ Είναι ένα αρχοντόπουλον, οπού του αρέσει ν’ ακούη την φωνήν του, και ημπορεί να ειπή εις ένα λεπτόν όσα δεν έχει την υπομονήν ν’ ακούση εις ένα μήνα. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Αν έχη την όρεξιν να φλυαρή δι’ εμένα, του δείχνω εγώ πόσα απίδια βάζει ο σάκκος! Και αν εγώ δεν ημ- πορώ, ‘ξεύρω πού να εύρω τον παιξομύτην του. Το ξό- ανον! Δεν είμαι εγώ απ’ εκείναις οπού ‘ξεύρει· (προς τον Πέτρον) — Και συ στέκεις εκεί ορθοκαταίβατος, και αφί- νεις όποιον τύχη να με κάμη ό,τι θέλει; ΠΕΤΡΟΣ Δεν είδα κανένα να σε κάμη ό,τι θέλει. Ας τον έβλε- πα, και να ιδής πώς θα εξεσπάθονα! Ακούς! Φθάνει να ιδώ, ότι είναι ανάγκη και ότι είμαι εις το δίκαιόν μου, και ξεσπαθόνω ‘σαν κάθε άλλον. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Με εσύγχυσε τόσον, οπού μου ήλθεν ανατριχίλα. Ο παληάνθρωπος! — Παρακαλώ, Κύριέ μου, να σου ειπώ δύο λόγια. Ως καθώς σου είπα, μ’ έστειλεν η κυρία μου να σ’ εύρω. Το τι μου είπε να σου ειπώ, εγώ το ‘ξεύρω· αλλά, πρώτα και αρχή, έχω να σου ειπώ, ότι αν ο σκο- πός σου ήναι να την γελάσης, έτσι να ‘πούμεν, θα ήναι το φέρσιμόν σου κακόν και ψυχρόν, έτσι να ‘πούμεν· — η κυρία μου είναι νέα νέα, και αν έβαλες εις τον νουν σου να την παίξης, θα κάμης πράγμα οπού δεν είναι τιμημένον. ΡΩΜΑΙΟΣ Παραμάνα, να μου χαιρετήσης την Κυρίαν σου, και να της ειπής ότι διαμαρτύρομαι… ΠΑΡΑΜΑΝΑ Να καλή καρδιά! Και βέβαια θα της το ειπώ. Πανα- γία μου, πώς θα το χαρή! ΡΩΜΑΙΟΣ Και τι θα της ειπής, παραμάνα; δεν με ήκουσες ακόμη. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Θα της ειπώ ότι διαμαρτύρεσαι· και αυτό είναι εκείνο οπού έπρεπε να κάμης. ΡΩΜΑΙΟΣ Είπε της το απόγευμα να εύρη ευκαιρίαν να έλθη ‘ς του πνευματικού να την εξαγορεύση· κ’ εκεί θα γείνη, ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου, και η εξομολόγησις και το στεφάνωμά μας. Ιδού διά τον κόπον σου. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ούτε λεπτόν δεν παίρνω. ΡΩΜΑΙΟΣ Ω! έλα δα· παρακαλώ. Σου λέγω θα τα πάρης. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Απόψε το απόγευμα; Καλά· εκεί θα ήναι. ΡΩΜΑΙΟΣ ‘Σ τον τοίχον του μοναστηρίου περίμενε ολίγον, κ’ εκεί θα στείλω άνθρωπον τώρα ευθύς να σ’ εύρη και να σου δώση τα σχοινιά, οπού θα έχω σκάλαν εις τα εξάρτια τα ‘ψηλά ν’ αναίβω της χαράς μου. Ώρα καλή! Φέρσου πιστά και θα σου το πληρώσω. Ώρα καλή· εκ μέρους μου χαιρέτα την κυράν σου. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Να σ’ ευλογήση ο Θεός, παιδί μου. — Άκουσέ με. ΡΩΜΑΙΟΣ Τι είναι, παραμάνα μου; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ο άνθρωπος αυτός σου είναι πιστός; — Τα μυστικά ο ένας τα φυλάγει καλλίτερα παρά οι δυο· το ‘ξεύρεις. ΡΩΜΑΙΟΣ Μη φοβάσαι, είναι πιστός και μυστικός. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Πολύ καλά, αυθέντα μου. Δεν ξαναέγεινε τέτοια γλυκειά νέα·. Θεέ μου, Θεέ μου! όταν ήτον τοσουλάκι … Ω! είναι ‘ς την Βερώναν έν αρχόντοπουλον, τον λέγουν Πάρην, και νοστιμεύεται να την πάρη. Όμως εκείνη η καϋμένη καλλίτερα έχει να βλέπη… δεν ηξεύ- ρω τι, παρά εκείνον. Κάποτε διά να την χολιάσω, της λέγω, ότι ο Πάρης είναι ο γαμβρός οπού της πρέπει· αλλά όταν ακούη τέτοια λόγια· κιτρινίζει ‘σαν το πανί, η καϋμένη. — Ειπέ μου δεν αρχίζουν με το ίδιον ψηφίον Ρωμαίος και ρόδον; ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι, παραμάνα· διατί ερωτάς; Και τα δυο με ρω. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Έλα, μη με περιπαίζης· το ‘ξεύρω ότι δεν είναι με ρω· ας ήναι. — Λοιπόν σου λέγει εκείνη κάτι φαρσεο- λογίαις διά τ’ όνομά σου και το ρόδον, οπού κάτι έδι- δες να ταις ακούσης. ΡΩΜΑΙΟΣ Χαιρέτα μου την, παραμάνα. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλά, καλά· — Πέτρε! ΠΕΤΡΟΣ Παρών. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Πήγαινε εμπρός. Σάλευε! (Εξέρχονται). ΣΚΗΝΉ ΠΕΜΠΤΗ. Ο κήπος του Καπουλέτου. (Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Όταν την έστειλα, εννηά εσήμαινεν η ώρα, και είπε το πολύ πολύ να λείψη μισήν ώραν. Μη να τον εύρη δεν ‘μπορεί; — Όχι· δεν είναι τούτο· — είναι χωλή· κι’ ο Έρωτας, υπομονήν δεν έχει, και θέλει ταχυδρόμους του τους στοχασμούς, που τρέχουν δέκα φοραίς πλέον γοργοί από ακτίνα ήλιου, όταν τους ίσκιους ‘ς τα βουνά τα βουρκωμένα διώχνη· και διά τούτο πτερωτόν τον Έρωτα τον έχουν, και περιστέρια τον τραβούν, και φεύγει ‘σαν αέρας. — Έκαμ’ ο Ήλιος το μισόν ημεροκάματόν του κ’ ευρίσκεται ‘ς του δρόμου του την κορυφήν φθασμένος. Επέρασαν απ’ ταις εννηά έως το μεσημέρι τρεις ώραις, και δεν έφθασεν ακόμ’ η παραμάνα! Αν είχε της νεότητος το αίμα και τα πάθη, θα ήτο γοργοκίνητη· τα λόγια μου ‘σαν σφαίρα θα την ‘πέτούσαν να ιδή τον αγαπητικόν μου, κι οπίσω πάλιν και αυτός θα μου την επετούσε. Αλλά του γέρου το κορμί τον θάνατον ‘θυμίζει· είν’ αργοκίνητον, χλωμόν, βαρύ ‘σαν το μολύβι. (Εισέρχονται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και ο ΠΕΤΡΟΣ). Α! να την! — Ω μελίτικη, γλυκειά μου παραμάνα, τι νέα; τον αντάμωσες; — Τον άνθρωπόν σου διώξε. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Πέτρε, ‘ς την θύραν πρόσμενε. (Απέρχεται ο ΠΕΤΡΟΣ). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Γλυκεία μου παραμάνα, λέγε μου τώρα. — Ω Θεέ! σε βλέπω λυπημένην! Κακόν αν έχης να μου ‘πής, καλόκαρδα ειπέ το, και αν καλόν θα μου ειπής, μ’ αυτό το ξυνισμένο το πρόσωπόν σου μη χαλνάς τον εύμορφόν του ήχον. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ωχ! άφησέ με μιαν στιγμήν και είμαι κουρασμένη. Τι δρόμον που τον έκαμα! Πονούν τα κόκκαλά μου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ας είχα ‘γώ τα νέα σου και συ τα κόκκαλά μου! ‘Πέ μου να ζήσης, ω γλυκειά, γλυκειά μου παραμάνα. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τι βία! Μέγας ο Θεός! υπομονήν δεν έχεις; Δεν βλέπεις; Ελαχάνιασα κι’ αναπνοήν δεν έχω. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πώς ελαχάνιασες, και πώς αναπνοήν δεν έχεις, αν σ’ έμεινε αναπνοή να ‘πής πως δεν την έχεις; Μ’ αυτά που προφασίζεσαι πλειότερα μου λέγεις, παρά εάν μου έλεγες εκείνα που μου κρύπτεις. Καλόν μου φέρνεις ή κακόν; Εις τούτο αποκρίσου. Μιαν λέξιν ‘πέ μου· τα λοιπά κατόπιν μου τα λέγεις. Είναι καλόν; είναι κακόν; — Ειπέ να ησυχάσω. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Μα την αλήθειαν, περίφημα τον εδιάλεξες! Πού επή- γες να τον εύρης τέτοιον άνδρα; Χαράς το! Ρωμαίος, λέγει! Ίσως έχει πρόσωπον ευμορφότερον παρά κάθε άλλον νέον, αλλά το ποδάρι του…. ποιος έχει καλλί- τερον; Όσον διά το χέρι του και το ανάστημά του….. και τι να ειπή κανείς; και με τίνος να το συγκρίνη; Δεν είναι το άνθος της ευγενείας ο Ρωμαίος,… αλλά είναι ήμερος ‘σαν αρνάκι. — Πήγαιν’ απ’ εδώ παληοκόριτσο· και ο Θεός μαζή σου! — Τι εγευματίσατε εδώ πέρα; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Α! όχι, όχι! Όλ’ αυτά τα ήξευρ’ από πρώτα. Αλλά διά τον γάμον μας ειπέ μου, τι σου είπε. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Η κεφαλή μου πώς πονεί! Φοβούμαι να μη σπάση. Ωχ! πώς πονεί κ’ η ράχη μου! η ράχη μου — η ράχη! Μ’ επρόκοψες που μ’ έστειλες να τρέχω τόσον δρόμον, κ’ επάνω κάτω να γυρνώ, του θανατά να γείνω. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πολύ λυπούμαι να πονής, καλή μου παραμάνα· καλή, — καλή μου, λέγε μου, τι είπεν ο Ρωμαίος; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Παρήγγειλε να σου ειπώ, ως νέος τιμημένος, κ’ ευγενικός, και αγαθός, και καλοκαμωμένος, κ’ ενάρετος αληθινά… Η μάνα σου πού είναι; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Η μάνα μου; η μάνα μου πού είναι; — Είναι μέσα. Και πού θα ήναι; θαυμαστήν απόκρισιν μου δίδεις: «Παρήγγειλε να σου ειπώ ως νέος τιμημένος, «πού είν’ η μάνα σου». ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλέ, Χριστέ και Παναγία, τι είναι τόσον άναμμα; Διά τα κόκκαλά μου τα πονεμένα, είν’ αυτό κατάπλασμα; Ωραία! Άλλην φοράν μονάχη σου να τρέχης ‘ς ταις δουλειαίς [σου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τι βάσανον! — Παρακαλώ, τι λέγει ο Ρωμαίος; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Πήρες την άδειαν να ‘πας εις τον πνευματικόν σου; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ναι, την επήρα. ΠΑΡΑΜΑΝΑ ‘Σ το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου αμέσως πήγαινε. — Εκεί προσμένει ένας άνδρας να γείνης η γυναίκα του. Επέστρεψε το αίμα ‘ς τα μάγουλα σου; — δεν αργούν να κατακκοκινίσουν. ‘Σ το μοναστήρι πήγαινε· κ’ εγώ απ’ άλλον δρόμον εκεί πηγαίνω, επειδή θα ενταμώσω κάποιον, που θα μου δώση μυστικά σχοινιά, διά ν’ αναίβη εις την φωληάν ενός πουλιού ο αγαπητικός σου όταν νυκτώση. — Πήγαινε. — ‘Πάγω κ’ εγώ να φάγω. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! με την ώραν την καλήν, χρυσή μου παραμάνα. (Εξέρχονται). ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ. Το κελλίον του Λαυρεντίου. (Εισέρχονται ο πάτερ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ και ο ΡΩΜΑΙΟΣ). ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Να ευλογήση ο Θεός τον γάμον σας, παιδί μου, διά να μη πληρώσετε με πίκραις την χαράν σας. ΡΩΜΑΙΟΣ Αμήν, αμήν! Αλλ’ η χαρά, ω πάτερ, που μου δίδεις κάθε στιγμή οπού περνώ κοντά της και την βλέπω, δεν ημπορεί να συγκριθή μ’ όσαις κι’ αν έλθουν πίκραις. Τα χέρια μας συνένωσε με τ’ άγιά σου λόγια, κι ας κάμη ό,τι του περνά ο Θάνατος κατόπιν. Φθάνει εγώ ν’ αξιωθώ να την ειπώ ‘δικήν μου. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Τέτοιαις χαραίς ορμητικαίς ολέθρια τελειόνουν και σβύνουν εις την δόξαν των, καθώς εκεί που σμίξουν μαζή πυρίτις και φωτιά, φιλιούνται και ‘πεθαίνουν. Το μέλι το γλυκύτερον απ’ την πολλήν του γλύκαν κανένας το σιχαίνεται και το αηδιάζει· λοιπόν και η αγάπη σου ας ήναι μετρημένη· εκείνη μόνη διαρκεί· αργά εξ ίσου φθάνει κ’ εκείνος που αργοπατεί, και όποιος πολυτρέχει. (Εισέρχεται η Ιουλιέτα). Κ’ η νύμφη έρχεται· ιδού· ποτέ, ποτέ σημάδι εις της αιωνιότητος την πλάκα δεν θ’ αφήση τέτοιο ποδάρι ελαφρόν! — Ο εραστής δεν πέφτει, και αν ακόμη κρεμασθή εις ταις κλωσταίς της πάχνης, που ‘ς τον αέρα τον ζεστόν πετούν το καλοκαίρι! Τόσον ζυγιάζει της ζωής η κούφια ματαιότης! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Καλή εσπέρα κι’ αγαθή, πνευματικέ μου πάτερ. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Εκ μέρους και των δύο μας, παιδί μου, ο Ρωμαίος ας σου ειπή ευχαριστώ. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ας τον καλησπερίσω, ώστε ν’ αξίζω να μου ‘πή ε υ χ α ρ ι σ τ ώ κ’ εκείνος. ΡΩΜΑΙΟΣ Ω Ιουλιέτα μου, εάν κ’ εσένα ξεχειλίζη από χαράν το στήθος σου, καθώς το ιδικόν μου, και αν με λόγια ημπορής εσύ να την εκφράσης, η γλύκα τότε ας χυθή αμέσως της πνοής σου ‘ς την ατμοσφαίραν την γλυκειάν που μας περικυκλόνει κι ας αντηχήσ’ η μουσική της θελκτικής φωνής σου την ευτυχίαν να ειπή της ενταμώσεώς μας. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Το αίσθημα που της καρδίας τα βάθη πλημμυρίζει, ούτε με λόγια λέγεται, ούτε στολίδια θέλει· πτωχός εκείνος που μετρά τον θησαυρόν που έχει· εμένα η αγάπη μου είναι πλουσία τόσον, ώστε δεν έχει μετρημόν ούτ’ ο μισός της πλούτος. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Εμπρός, να τελειόνωμεν. Ελάτε. Δεν σκοπεύω να σας αφήσω μοναχούς, αν ήναι μ’ άδειάν σας, πριν ευλογία ιερά κάμη τους δύο ένα. ( Αποσύρονται). Painting Tristan-and-Isolde-1902-Edmund-Leighton</description><pubDate>Sat, 03 May 2025 12:28:18 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ρωμαίος και Ιουλιέτα Πράξις Γ (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) Μεταφραστής Δημήτριος Βικέλας</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/rwmaios-kai-ioulieta-praksis-g-ouilliam-saiksphr-metafrasths-dhmhtrios-bikelas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/rwmaios-kai-ioulieta-praksis-g-ouilliam-saiksphr-metafrasths-dhmhtrios-bikelas/</guid><description>ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ. ΣΚΗΝΉ ΠΡΩΤΗ. Πλατεία. (Εισέρχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ΥΠΗΡΕΤΗΣ) ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Καλλίτερα να φεύγωμεν, καλέ Μερκούτιέ μου· καίει ο ήλιος, κ’ εδώ γυρίζουν Καπουλέτοι· εάν τους απαντήσωμεν, θα μαλοκοπηθούμεν, διότ’ η ζέστη η πολλή το αίμα το ανάπτει. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Μου φαίνεσαι και συ ωσάν εκείνον, οπού όταν εμ- βαίνη εις το καπηλειόν, πετά το σπαθί του επάνω εις το τραπέζι και λέγει: «ο Θεός να δώση να μην το χρει- ασθώ». Και άμα σου καταιβάση δύο ποτήρια, το αρ- πάζει και χύνεται επάνω εις τον κάπηλαν, χωρίς τω όντι να χρειάζεται. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Τέτοιος σου φαίνομαι; ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Έλα, έλα. Δεν ηξεύρω να έχη όλη η Ιταλία άνθρω- πον πλέον θερμοαίματον από εσένα. Γυρεύεις αιώνια περίστασιν ν’ απλώσης το ζωνάρι σου, και απλόνεις το ζωνάρι σου διά να εύρης περίστασιν. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Τι θέλεις να ειπής με αυτό; ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Θέλω να ειπώ ότι αν είχεν ο κόσμος άλλον ένα ωσάν εσένα, δεν θα επολυχρόνιζε κανείς από τους δυο σας· — ο ένας θα έτρωγε τον άλλον. Είσαι άξιος να πιασθής με τον πρώτον, οπού σου φανή να έχη ‘ς τα γένειά του μίαν τρίχα παρεπάνω ή μίαν τρίχα παρακάτω από εσέ- να. Είσαι καλός να μαλώσης, αν ιδής κανένα να δαγ- κάνη λεπτοκάρυδον, μόνον και μόνον διότι τα μάτια σου έχουν το χρώμα του. Μόνον τέτοια μάτια ημπορούν να ιδούν εις τόσον πράγμα αιτίαν διά μάλωμα! Το κε- φάλι σου είναι γεμάτον μαλώματα, όσον είναι το αυ- γόν γεμάτον κροκάδι· αλλά έγεινε και ωσάν κλούβιον αυγόν από τα πολλά μαλοκοπήματα. — Εμάλωσες μ’ ένα οπού έβηχεν εις τον δρόμον, διότι σου εξύπνησε το σκυλί σου, ενώ ήτο κοιμισμένον εις τον ήλιον. Επιά- σθηκες μ’ ένα ράπτην, διότι έβαλε νέα φορέματα προ του πάσχα, και μ’ ένα άλλον, διότι έδεσε με παλαιόν γαϊτάνι τα καινούρια του υποδήματα. Και ύστερον από αυτά θα μου κάμης εσύ τον δάσκαλον, και θα με συμ- βουλεύης να μη μαλώσω; ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Αν ήμαι τόσον αψίκορος, τότε δεν αξίζω να μου αγοράση κανείς την ζωήν μου ούτε δι’ ένα παράν. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ούτε δι’ ένα παράν, παράξενε· ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Μα την κεφαλήν μου, επλάκωσαν οι Καπουλέτοι! ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Μα το παπούτσι μου, δεν με μέλει. (Εισέρχεται ο ΤΙΥΒΑΛΤΗΣ μετ’ άλλων). ΤΥΒΑΛΤΗΣ Ελάτε, φίλοι μου, κοντά, και θα πιασθώ μαζή των. — Καλή εσπέρα. Μ’ ένα σας, παρακαλώ, δυο λόγια. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Και μόνον δύο λόγια μ’ ένα μας; Ζευγάρωσέ τα με τίποτε άλλο· δεν προτιμάς λόγια με σπαθιαίς; ΤΥΒΑΛΤΗΣ Θα μ’ εύρης και εις αυτό πρόθυμον, φθάνει να μου δώσης αφορμήν. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Και δεν ημπορείς να την πάρης μόνος σου την αφορ- μήν; Να σου την δώσουν πρέπει; ΤΥΒΑΛΤΗΣ Μερκούτιε, συχνολαλείς με τον Ρωμαίον! ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Συχνολαλώ! Παιγνιδιάτορα μ’ έκαμες εμένα, να λα- λώ; Αν με κάμης παιγνιδιάτορα, κύτταξε καλά να μη σου ταις παίξω! Το βλέπεις το βιολί μου; Να μη σε κάμω μ’ αυτό να χορεύσης, εσύ! Ακούς εκεί, συχνο- λαλώ! ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ ‘Σ τον δρόμον ευρισκόμεθα· εδώ περνά ο κόσμος· ή τραβηχθήτε πούποτε παράμερα, ή ‘πήτε αγάλια, όσα έχετε να ‘πήτε μεταξύ σας, ή ησυχάσετε. Εδώ ο κόσμος όλος βλέπει. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Τα μάτια τάχει ο καθείς να βλέπη, και ας βλέπη! Δεν το κουνώ από εδώ εγώ διά κανένα. ΤΥΒΑΛΤΗΣ Καλά! Μαζή σου ο Θεός! Ο άνθρωπός μου να τος. (Εισέρχεται ο Ρωμαίος). ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Αν άνθρωπός σου ήν’ αυτός, να κόπτης τον λαιμόν μου. Σύρε αν θέλης το σπαθί και θα σ’ ακολουθήση· μόνον και μόνον εις αυτό θα ήναι άνθρωπός σου. ΤΥΒΑΛΤΗΣ Ρωμαίε, την αγάπην μου θα σου την αποδείξω μ’ αυτάς τας δύο λέξεις μου: Ένας αχρείος είσαι! ΡΩΜΑΙΟΣ Τυβάλτη, έχω αφορμήν να σ’ αγαπώ εσένα, και δεν σε συνερίζομαι δι’ όσον πάθος δείχνεις μ’ αυτόν σου τον χαιρετισμόν. Δεν είμ’ εγώ αχρείος. Ώρα καλή σου το λοιπόν. Ακόμη δεν με ‘ξεύρεις. ΤΥΒΑΛΤΗΣ Εκείνο που μου έκαμες, δεν μου το διορθόνεις μ’ αυτά τα λόγια. Γύρισε, και σύρε το σπαθί σου. ΡΩΜΑΙΟΣ Να σε πειράξω τίποτε δεν έκαμα ποτέ μου, και σ’ αγαπώ πλειότερον απ’ ότι συ νομίζεις. Θα έλθη ώρα και καιρός τον λόγον να τον μάθης. Λοιπόν, ω Καπουλέτε μου, ησύχασε, διότι το όνομά σου τ’ αγαπώ ωσάν το ιδικόν μου. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Τι ταπεινή υποταγή! Τι εντροπή! Χαράς το! Αυτός που παίζει ταις σπαθιαίς θα κάμνη ό,τι θέλει! Εδώ, Τυβάλτη· κόπιασε· εδώ ποντικοπιάστη! ΤΥΒΑΛΤΗΣ Τι θέλεις απ’ εμένα, συ; ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Αγριόγατε, θέλω μίαν από ταις επτά σου ζωαίς! Μου χρειάζεται τώρα η μία, και κατά το φέρσιμόν σου σου κοπανίζω κατόπιν και ταις επίλοιπαις. Τράβα το σπαθί σου από τ’ αυτί, και δείξέ μου το, ειδεμή σου κό- πτω εγώ τ’ αυτιά με το σπαθί μου! ΤΥΒΑΛΤΗΣ, σύρων το ξίφος. Εδώ είμαι εγώ, να σου δείξω εσένα. ΡΩΜΑΙΟΣ Μερκούτιέ μου, κρύψε το σπαθί σου. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Έλα, Κύριε· να ιδώ την τέχνην σου. (Μάχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ). ΡΩΜΑΙΟΣ Ξεσπάθωσε, Μπεμβόλιε, και κτύπα τα σπαθιά των είν’ εντροπή σας, άρχοντες· είν’ εντροπή· σταθήτε· Τυβάλτη! ω Μερκούτιε! Επρόσταξεν ο Πρίγκηψ να παύσουν τα μαλώματα ‘ς τους δρόμους της Βερώνας· Τυβάλτη, κάτω το σπαθί! Μερκούτιε καλέ μου! (Ενώ ο ΡΩΜΑΙΟΣ προτείνει το ξίφος μεταξύ αυτών όπως τους χωρίση, ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ πληγόνει τον ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΝ υπό τον βραχίονα του ΡΩΜΑΙΟΥ και απέρχεται μετά των φίλων αυτού). ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Μ’ επλήγωσε! ς’ τ’ ανάθεμα τα δύο σπιτικά σας! Από την μέσην μ’ έβγαλε μιαν και καλήν! — Κ’ εκείνος, απλήγωτος το έστρηψε. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Τι; πληγωμένος είσαι; ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Δεν είναι παρά ξέγδαρμα· ναι, ξέγδαρμα· πλην φθάνει! Πού είν’ ο δούλος μου; Μωρέ, τρέχα ιατρόν να φέρης. (Εξέρχεται ο υπηρέτης). ΡΩΜΑΙΟΣ Θάρρος, ω φίλε· ελαφρά θα ήναι η πληγή σου. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ναι· δεν είναι βαθειά ‘σαν πηγάδι, ούτε πλατειά ‘σαν εκκλησίας πύλη, αλλά είναι αρκετή, και θα κάμη την δουλειάν της. Αν με γυρεύης αύριον, θα μ’ εύρης πα- ραχωμένον. Μ’ εδιόρθωσε περίφημα, σου λέγω· ‘ς τ’ α- ανάθεμα και τα δύο τα σπιτικά σας! Να πάρη η ζάλη! Ένας σκύλος, ένας παληόγατος, ένας ποντικός να με σκοτώση εμένα με μίαν τσουγγρανιάν! Ένας καυχη- σιάρης, ένας αχρείος, ένα κνώδαλον, που παίζει το σπαθί του με την αριθμητικήν! — Τι ήθελες να χωθής μεταξύ μας; Μου έδωκε την σπαθιάν κάτω από το χέ- ρι σου. ΡΩΜΑΙΟΣ Διά καλόν το έκαμα. ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ Ωχ! εις κανένα σπίτι βοήθησέ με να χωθώ, πριν να λιγοθυμήσω, Μπεμβόλιε· — ’ς τ’ ανάθεμα τα δύο σπιτικά σας! Μ’ επρόκοψε περίφημα!…τα δύο σπιτικά σας… (37) (Εξέρχονται ο ΜΕΡΚΟΥΤΙΟΣ και ο ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ). ΡΩΜΑΙΟΣ Αυτός ο νέος ο καλός, ο ακριβός μου φίλος, ο συγγενής του πρίγκηπος, πληγήν θανατηφόρον επήρεν εξ αιτίας μου· και την υπόληψίν μου μου την κατεκηλίδωσεν η γλώσσα του Τυβάλτη· κ’ εξάδελφόν μου σήμερον τον έχω τον Τυβάλτην! Ω Ιουλιέτα μου γλυκειά, ιδέ, η ευμορφιά σου καρδιάν μου βάζει γυναικός ‘ς τα στήθη μου, και κάμνει την κόψιν του την ανδρικήν να χάση το σπαθί μου. ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ, επανερχόμενος. Ρωμαίε! Ο Μερκούτιος απέθανε, Ρωμαίε! Την γην την εβαρέθηκε πριν έλθη ο καιρός του, και η γενναία του ψυχή ανέβηκε ‘ς τα νέφη. ΡΩΜΑΙΟΣ Είναι αρχή της συμφοράς η μαύρη τούτη ‘μέρα· εδώ αρχίζει ο καϋμός κι’ αλλού θα τελειώση. (Εισέρχεται εκ νέου ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ). ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Να! λυσιασμένος έρχεται και πάλιν ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ. ΡΩΜΑΙΟΣ Α! ο Μερκούτιος νεκρός, και τούτος θριαμβεύει! Φύγ’ απ’ εδώ Υπομονή, και γείνου οδηγός μου εσύ Μανία φοβερά, πώχεις φωτιάν ‘ς τα μάτια! Τυβάλτη, ‘πίσω πάρε τον τον λόγον που μου είπες και ο αχρείος είσαι συ! Επάνω μας πλανάται του Μερκουτίου η ψυχή, και συντροφιάν προσμένει την ιδικήν σου την ψυχήν εκεί να του την στείλω. Κατόπιν του ο ένας μας θα ‘πάγη, ή κ’ οι δυο μας! ΤΥΒΑΛΤΗΣ Εσύ παληόπαιδον, εσύ θα τον ακολουθήσης, εσύ, που είχε συντροφιάν εκείνος κ’ εδώ κάτω! ΡΩΜΑΙΟΣ Το ποιος θα ‘πάγη, το σπαθί θα το αποφασίση. (Μάχονται· φονεύεται ο ΤΥΒΑΛΤΗΣ). ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ρωμαίε, φύγε· πήγαινε! Νεκρός είν’ ο Τυβάλτης, κι ο κόσμος εσηκώθηκε. Τι στέκεσαι και βλέπεις; Ο πρίγκηψ σ’ εθανάτωσε αν σε συλλάβη… Φύγε! ΡΩΜΑΙΟΣ Ω! Είμαι τ’ αναγέλασμα της Μοίρας! ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Τι προσμένεις; (Απέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ). (Εισέρχονται πολίται κ.τ.λ.). ΕΙΣ ΠΟΛΙΤΗΣ Τον είδες; πού εξέφυγε; πού είν’ ο δολοφόνος του Μερκουτίου; λέγε μας, πού είναι ο Τυβάλτης; ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Να ο Τυβάλτης, καταγής. Ο ΠΟΛΙΤΗΣ Τυβάλτη, σε προστάζω εις τ’ όνομα του πρίγκηπος να με ακολουθήσης. (Εισέρχεται ο πρίγκηψ μετά της συνοδείας του, ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ, ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ μετά των συζύγων αυτών, και έτεροι). ΠΡΙΓΚΗΨ Πού είναι οι πρωταίτιοι αυτής της παραζάλης; ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ω άρχον, ευγενέστατε, να σου τον φανερώσω όλης αυτής της ταραχής τον αίτιον τον πρώτον.. αυτός, που τον εσκότωσεν ο νέος ο Ρωμαίος, αυτός που τον Μερκούτιον εσκότωσε, — ιδέ τον. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Τυβάλτη μου! ανεψιέ! παιδί του αδελφού μου! Ω άρχον! ω εξάδελφε! ω άνδρα μου! Το αίμα του συγγενούς μας έχυσαν! Δικαιοσύνη, πρίγκηψ! Ξεπλήρωσε το αίμα του με του Μοντέκη αίμα. Ανεψιέ, ανεψιέ! ΠΡΙΓΚΗΨ Μπεμβόλιε, ποιος ήτον η αφορμή; ποιος ήρχισεν ο πρώτος; ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Ο Τυβάλτης! Αυτός, που τον εφόνευσε το ξίφος του Ρωμαίου. Φρόνιμα λόγια και σωστά του είπεν ο Ρωμαίος· του είπεν ότι αφορμήν δεν είχε να μαλώση· τον υψηλόν σου ορισμόν να ‘θυμηθή του είπε· και του τα έλεγεν αυτά με γλύκαν ‘ς την φωνήν του, με ‘μάτι ημερώτατον, μ’ ευγένειαν ‘ς τους τρόπους. Αλλ’ όμως ο αράθυμος Τυβάλτης δεν ακούει, κι αντί τα λόγια του αυτά να τον καθησυχάσουν, ‘ς του Μερκουτίου χύνεται το στήθος το γενναίον με το σπαθί του το γυμνόν. Κ’ εκείνος αναμμένος το σίδερον ‘ς το σίδερον αμέσως αντικρύζει, και μ’ ένα χέρι πολεμά τον θάνατον να διώξη, κ’ εις τον Τυβάλτην προσπαθεί με τ’ άλλο να τον δώση κι αυτός πασχίζει τεχνικά να του τον στείλη ‘πίσω. Και ο Ρωμαίος δυνατά φωνάζει: «χωρισθήτε, σταθήτε, φίλοι»· και γοργά το χέρι του σηκόνει, απ’ ό,τι τους τα έλεγε γοργώτερος ακόμη, και χύνεται ‘ς την μέσην των και τους κτυπά με βίαν τα κοπτερά των τα σπαθιά, να τους τα χαμηλώση. Πλην κάτω απ’ το χέρι του προκάμνει ο Τυβάλτης και τον καλόν Μερκούτιον θανάσιμα πληγόνει με μιαν επίβουλην σπαθιάν, κ’ ευθύς τρεχάτος φεύγει. Αλλ’ εις ολίγον έρχεται οπίσω ‘ς τον Ρωμαίον, που τον επήρεν ο θυμός κ’ εκδίκησιν γυρεύει, και πιάνονται και πολεμούν ‘σαν αστραπή κ’ οι δύο. Πριν σύρω έξω το σπαθί κ’ εγώ να τους χωρίσω, θανατωμένος έπεσε ‘ς το χώμα ο Τυβάλτης, κ’ εκεί αμέσως στρέφεται και φεύγει ο Ρωμαίος. Εάν σου είπα ψεύματα, να χάνω την ζωήν μου. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Ω πρίγκηψ, είναι συγγενής και τούτος του Μοντέκη κλίνει εκεί που αγαπά κι’ αλήθειαν δεν σου λέγει. Ήσαν καμμιά εικοσαριά που τον επολεμούσαν, κ’ οι είκοσι κατώρθωσαν τον ένα να σκοτώσουν. Δικαιοσύνην σου ζητώ, ω πρίγκηψ! πλήρωσέ μου με του Ρωμαίου την ζωήν τον φόνον του Τυβάλτη! ΠΡΙΓΚΗΨ Αυτόν εδώ που κείτεται τον ‘σκότωσ’ ο Ρωμαίος, και τούτος τον Μερκούτιον — κ’ εμένα ποίος τώρα θα μου πληρώση την τιμήν του αίματος που κλαίω; ΜΠΕΜΒΟΛΙΟΣ Όχι εκείνος, ο πιστός του Μερκουτίου φίλος. Αν ο Ρωμαίος την ζωήν επήρε του Τυβάλτη και έπταισε, το πταίσμα του επρόλαβε τον νόμον. ΠΡΙΓΚΗΨ Τον εξορίζω απ’ εδώ διά το πταίσμα τούτο. Ιδού· επλήρωσα κ’ εγώ της έχθρας σας τον φόρον, και χύνεται το αίμα μου με τα μαλώματά σας. Αλλά ποινή τόσον βαρειά επάνω σας θα πέση, που όλοι σας θα κλαίετε και θα μετανοήτε! ‘Σ τα δικαιολογήματα και εις τα παρακάλια είμαι κωφός· δεν ωφελούν τα δάκρυα κ’ οι θρήνοι· δεν διορθόνεται μ’ αυτά το πράγμα, και ας λείψουν. Θέλω να φύγη απ’ εδώ αμέσως ο Ρωμαίος· ειδέ, αν μείνη κ’ ευρεθή, θα ήν’ υστερινή του (38) η ώρα οπού ευρεθή! — Το πτώμα του Τυβάλτη σηκώσατέ το απ’ εδώ, κι’ ας γείνη όπως λέγω. Όποιος φονέα συγχωρεί, τον φόνον προστατεύει! (Απέρχονται πάντες). ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πίσω ‘ς του Φοίβου την σκηνήν γυρίσετε τρεχάτα, ω άλογά του σεις γοργά, φλογοκαλιγωμένα! Ω! τώρα ήτον ο καιρός να έλθη ο Φαέθων να σας κεντρόνη τα πλευρά, να τρέξετε ‘ς την Δύσιν την Νύκτα να μου φέρετε την παχνοσκεπασμένην! Έλα ν’ απλώσης τα πυκνά παραπετάσματά σου, ω Νύκτα, και σκοτείνιασε, που τ’ αγκαλιάσματά μας να μη ‘μπορή να τα ιδή ο Έρως ο δραπέτης(39), κι ο άνδρας μου να πεταχθή κρυφά ‘ς την αγκαλιάν μου, χωρίς κανείς να τον ιδή, κανείς να τον ακούση. Δεν θέλουν φως οι ερασταί τα κάλλη των τους φέγγουν! Είναι τυφλός, και προτιμά τα σκοτεινά ο Έρως. Έλα, ω νύκτα ήσυχη και ταπεινή, ω! έλα με την σεμνήν σου φορεσιάν, ‘ς τα μαύρα βουτημένη, και μάθε μου να νικηθώ, εις τρόπον να νικήσω, ‘ς την πάλην την ερωτικήν δυο καρδιών παρθένων. Το αίμα που τα μάγουλα μ’ ανάπτει, κάλυψέ το ως που να γείνη θαρρετή η ‘ντροπαλή καρδιά μου, και μόνον την αγνότητα σεμνού κι’ αθώου πόθου να βλέπη ‘ς τα αγκαλιάσματα συζυγικής αγάπης. Ω! έλα Νύκτα, σίμωσε! Έλα, Ρωμαίε, έλα, εσύ, ημέρα της Νυκτός! διότι θα μου έλθης εις ταις πτερούγαις της νυκτός, λευκότερος ακόμη και από χιόνι, ‘ς τα πτερά του κόρακος στρωμένον. Έλα, γλυκειά, ερωτική και μαυροφρείδα Νύκτα, ω! έλα, έλα νύκτα μου και δος μου τον Ρωμαίον! Κι αν αποθάνη, κόψε τον να κάμης αστεράκια· και τότ’ η όψις τ’ ουρανού θα ευμορφαίνη τόσον, που με την Νύκτα όλ’ η γη θα ήν’ ερωτευμένη, και πλέον δεν θα προσκυνή την λάμψιν του ηλίου. Ένα παλάτι μ’ έλαχε του Έρωτος, κι’ ακόμη εγώ δεν το εχάρηκα· ‘πουλήθηκα, πλην είμαι ανέγγικτη. Ω! βαρετή που είναι η ημέρα! Έτσι εορτής παραμονήν βαρύνεται την νύκτα το ανυπόμονον παιδί, που όταν ‘ξημερώση να πρωτοβάλη φόρεμα καινούριον περιμένει. — Α! να η παραμάνα μου! ειδήσεις του μου φέρνει. Μου φαίνονται ουράνια τα όσα κι’ αν μου λέγη η γλώσσα, οπού τ’ όνομα προφέρει του Ρωμαίου! (Εισέρχεται η παραμάνα κρατούσα σχοινία). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τι νέα, παραμάνα μου; Τι έφερες; την σκάλαν που ο Ρωμαίος έστειλε; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ναι! μάλιστα· την σκάλαν. (Την ρίπτει κατά γης). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αλλοίμονον! Τι έπαθες; και τι κτυπάς τα χέρια; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Απέθανε! απέθανε! Ώρα κακή που ήλθε! Ώρα κακή! ‘χαθήκαμεν, ‘χαθήκαμεν σου λέγω. Ω πίκρα! εσκοτώθηκε! αποθαμμένος είναι. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μ’ εφθόνησεν ο Ουρανός; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Σ’ εφθόνησ’ ο Ρωμαίος. Ποιος να το έλεγε ποτέ, Ρωμαίε — ω Ρωμαίε! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ποια είσαι συ; τι δαίμονας, και τι με βασανίζεις; Δεν έχει τέτοια βάσανα η κόλασις η μαύρη! Ειπέ μου, εσκοτώθηκε μονάχος ο Ρωμαίος; (40) Νεκρός αν ήναι, ‘πέ μου ναι· — αν όχι, ‘πέ μου όχι. Μια λέξις μόνη ας μου ‘πή να ζω, ή ν’ αποθάνω. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Την είδα με τα ‘μάτια μου, την είδα την πληγήν του! μα τον σταυρόν! ‘ς το στήθος του την είδα το γενναίον! Τον είδα μέσ’ τα αίματα, κατάχλωμον ‘σαν στάκτην, ελεεινόν, ελεεινόν κ’ αιματοκυλισμένον! Τον είδα, κ’ έμεινα ξερή και απολιθωμένη. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Σχίσου καρδιά μου, ράγισε! Καρδιά καμμένη σχίσου. Κλεισθήτε μάτια μου! το φώς ποτέ μη ξαναϊδήτε! Ω χώμα, γύρισε ‘ς την γην. Σταμάτησε πνοή μου. Κ’ εμέ και τον Ρωμαίον μου μια πλάκα να σκεπάση! ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τυβάλτη μου, Τυβάλτη μου! Καλλίτερε μου φίλε, ευγενικέ Τυβάλτη μου, ω νέε τιμημένε, να ζήσω μ’ έμελε νεκρόν να σε μοιρολογήσω! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τι συμφορά είναι αυτή και τι ανεμοζάλη; ‘Σκοτώθηκ’ ο Ρωμαίος μου, κι’ απέθαν’ ο Τυβάλτης; Κι ο ακριβός εξάδελφος, κι’ ο ποθητός μου άνδρας; Ας αντηχήση το λοιπόν Δευτέρα Παρουσία! Εάν απέθαναν κ’ οι δυο, τότε ζωή πού μένει; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Νεκρός είν’ ο Τυβάλτης μας, νεκρός· και ο Ρωμαίος, που του επήρε την ζωήν, εξωρισμένος είναι. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τι; ο Ρωμαίος έχυσε το αίμα του Τυβάλτη; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Εκείνος τον εσκότωσε, αλλοίμονον! εκείνος. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Καρδιά φιδιού που μ’ έκρυπταν τα άνθη της μορφής σου! Τέτοια χιλιόκαλλη σπηλειά να κρύπτη τέτοιον δράκον! Ω δαίμον’ αγγελόμορφε, ω τύραννε ωραίε, ω κόρακα, που με πτερά περιστεριού πετούσες· αρνί με λύκου λύσσιασμα, ουσία σιχαμένη με παρουσίαν θεϊκήν εις όλα εναντίος απ’ ό,τι μου εφαίνεσο κι’ απ’ ό,τι εθαρρούσα! Ω κολασμένε άγιε, κι’ αχρείε τιμημένε! Ω φύσις, απ’ την κόλασιν τι ήθελες να πάρης ενός διαβόλου την ψυχήν, να την μεταφυτεύσης εις τέτοιον γλυκοαίματον χαριτωμένον κήπον; Πώς έτσι να χρυσοδεθή τέτοιον αισχρόν βιβλίον; Πώς η ψευτιά να κατοική τόσον λαμπρόν παλάτι; ΠΑΡΑΜΑΝΑ ‘Σ τους άνδρας πού εχάθηκε τιμή και πιστοσύνη; Είν’ όλοι των επίορκοι και ψεύται και προδόται. — Πού είν’ ο Πέτρος; ήθελα ‘λίγον ρακί. — Η λύπη και ο καϋμός μ’ εγήρασαν· ‘ντροπή εις τον Ρωμαίον! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Άφτραις να βγάλ’ η γλώσσα σου διά τον λόγον τούτον! Δεν εγεννήθηκε αυτός να ήν’ εντροπιασμένος! Η εντροπή εντρέπεται να ιδή το μέτωπόν του. ‘Σ το μέτωπόν του η Τιμή στεφανοθρονιασμένη ‘σάν βασιλεύς όλης της γης ‘ς την δόξαν μέσα λάμπει! Τι τέρας, νάχω την καρδιάν να τον κακολογήσω! ΠΑΡΑΜΑΝΑ Καλόν να λέγης ημπορείς διά τον δολοφόνον του εξαδέλφου σου; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κακόν πώς ημπορώ να λέγω διά τον άνδρα μου, εγώ; Κακόμοιρέ μου άνδρα, ποιος τ’ όνομά σου το καλόν θα ‘πή, αφού μονάχη, τριών ωρών γυναίκα σου, εγώ σου το ξεσχίζω; Πλην τον Τυβάλτην διατί, κακέ, να τον σκοτώσης; Διότι θα εσκότονε τον άνδρα μου εκείνος· Ανόητά μου δάκρυα, γυρίσετε οπίσω. Της λύπης φόρος έπρεπε να ήν’ οι σταλαγμοί σας, και κατά λάθος προσφοράν εις την χαράν τους χύνω· διότι ζη ο άνδρας μου, που ήθελ’ ο Τυβάλτης να τον σκοτώση· και νεκρός είν’ ο εξάδελφος μου που τον Ρωμαίον ήθελε να μου τον θανατώση. Παρηγοριά είν’ αυτό· λοιπόν εγώ τι κλαίω; Ω! μία λέξις μ’ έσφαξε, χειρότερη ακόμη κι απ’ του Τυβάλτη την σφαγήν. Να την ξεχάσω θέλω, αλλά την μνήμην μου βαρειά μου την καταπλακόνει, καθώς τον νουν αμαρτωλού βαραίνει αμαρτία. Είν’ ο Τυβάλτης έκραξε, νεκρός, και ο Ρωμαίος εξωρισμένος! Η φωνή αυτή, εξωρισμένος, μου ήλθε ‘σαν να έσφαξαν Τυβάλτιδες χιλίους. Μου έφθανε τον θάνατον να κλαύσω του Τυβάλτη, ή εάν πρέπη συντροφιάν η συμφορά να έχη, κ’ η πίκρα συνοδείαν της να έχη κι’ άλλην πίκραν, πώς, όταν έλεγεν αυτή, νεκρός είν’ ο Τυβάλτης, δεν είπε: κι’ ο πατέρας σου κατόπιν, ή δεν είπε: κ’ η μάνα σου, ή και οι δυο. Αυτό καϋμός θα ήτο, αλλά καϋμός υποφερτός. Αλλά εις του Τυβάλτη τον θάνατον, να έρχεται κατόπιν, κι’ ο Ρωμαίος εξωρισμένος! Με αυτό και μάνα, και πατέρας, και ο Τυβάλτης, και εγώ, και ο Ρωμαίος κι’ όλοι, όλοι μου φαίνονται νεκροί, και όλοι σκοτωμένοι! Εξωρισμένος! Θάνατος η λέξις είναι τούτη! ω! Θάνατος αμέτρητος κι’ οπού δεν έχει άκρην! λόγια δεν έχει τον καϋμόν αυτόν να τον εκφράζουν…. — Πού είναι ο πατέρας μου; η μάνα μου πού είναι; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Εις του Τυβάλτη τον νεκρόν μοιρολογούν και κλαίουν. Θέλεις και συ να τον ιδής; Εγώ να σ’ οδηγήσω. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ας πλύνουν με τα δάκρυα εκείνοι ταις πληγαίς του. Εγώ θ’ αρχίσω να θρηνώ όταν εκείνοι παύσουν. Θα κλαίω του Ρωμαίου μου εγώ την εξορίαν. — Πάρε τα τούτα τα σχοινιά. Πτωχά σχοινιά, κ’ οι δυο μας είμεθα τώρα περιττοί. Εξωρισμένος είναι εκείνος που σας ήθελε ‘ς την κλίνην μου γεφύρι. Αλλά, παρθένος έμεινα εγώ, και θ’ αποθάνω παρθένος χήρα… Ω σχοινιά, ελάτε! — Παραμάνα, έλα και συ· ‘ς την κλίνην μου την νυμφικήν πηγαίνω, να εύρω Χάρου αγκαλιάν αντί Ρωμαίου χάδια. ΠΑΡΑΜΑΝΑ ‘Σ τον θάλαμόν σου πήγαινε. Να σε παρηγορήση θα φέρω τον Ρωμαίον σου· ‘ξεύρω εγώ πού είναι. Ακούεις; τον Ρωμαίον σου απόψε θα τον έχης. Είναι κρυμμένος ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! εύρς μου τον! Δόσε του αυτό το δακτυλίδι· ‘πέ του να έλθη να με ιδή, να μ’ αποχαιρετήση. (Εξέρχονται). ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ. Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου. (εισέρχεται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ και ο ΡΩΜΑΙΟΣ). ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Έλα, Ρωμαίε. Άνθρωπε της δυστυχίας, έλα. Η λύπη ερωτεύθηκε, κακότυχε, μαζή σου, και έγεινεν η συμφορά γυναίκα σου. ΡΩΜΑΙΟΣ Ω πάτερ, τι έμαθες; του πρίγκηπος το θέλημα τι είναι; Ποια πίκρα πάλιν άγνωστη με θέλει σύντροφόν της που δεν την εδοκίμασα ως τώρα; ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ω παιδί μου, αληθινά συντρόφισσα σου έγεινεν η πίκρα. Σου φέρνω την απόφασιν του πρίγκηπος. ΡΩΜΑΙΟΣ Τι θέλει; Τι άλλο θ’ απεφάσισε παρά τον θάνατόν μου; ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Τόσον δεν έκρινε σκληρά. Τον θάνατόν σου όχι, αλλά την εξορίαν σου προστάζει. ΡΩΜΑΙΟΣ Εξορίαν! Λυπήσου με, και πρόφερε θανάτου καταδίκην! Μου είναι κι’ από θάνατον πλέον φρικτή και μαύρη η εξορία! Πάτερ μου, μη λέγης εξορίαν. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Εξορισμένος απ’ εδώ, απ’ την Βερώναν, είσαι. Υπομονή, υπομονή! Μεγάλος είν’ ο κόσμος. ΡΩΜΑΙΟΣ Κόσμον δεν έχει δι’ εμέ απ’ την Βερώναν έξω· δεν έχει παρά κόλασιν, και βάσανα και θρήνον! Αν μ’ εξορίζη απ’ εδώ, μ’ εξώρισ’ απ’ τον κόσμον, μ’ εξώρισεν απ’ την ζωήν. Τι λέγεις εξορίαν; Το πράγμα είναι θάνατος, κ’ η λέξις δεν τ’ αλλάζει. Εάν τον θάνατον εσύ τον λέγεις εξορίαν, μου κόπτεις το κεφάλι μου μ’ ένα χρυσόν μαχαίρι, κ’ ενώ με σφάζει η μαχαιριά, χαμογελάς και βλέπεις! ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Θανάσιμον αμάρτημα! Φρικτή αχαριστία! Το πταίσμα σου με θάνατον το τιμωρεί ο Νόμος, αλλά ο πρίγκηψ ο καλός, το μέρος σου επήρε, τον νόμον εχαλάρωσε προς χάριν σου, κι’ αλλάζει την μαύρην λέξιν θάνατον, ‘ς την λέξιν εξορία. Σου είναι χάρις κ’ έλεος αυτό, και δεν το βλέπεις; ΡΩΜΑΙΟΣ Δεν είναι χάρις· βάσανον και τυραννία είναι! Μόνον εδώ είν’ ουρανός, που ζη η Ιουλιέτα· κ’ εδώ θα ζουν κ’ οι ποντικοί, κ’ οι γάτοι, και οι σκύλοι, και όλ’ αυτά τ’ ακάθαρτα τα πράγματα, και όλα θα ημπορούν να την ιδούν· πλην όχι ο Ρωμαίος! Κ’ αι μυίγαις περισσότερην χαράν, τιμήν και δόξαν απ’ τον Ρωμαίον τον πτωχόν θα χαίρωνται, διότι της Ιουλιέτας θα τσιμπούν το μαρμαρένιον χέρι, και παραδείσου μυρωδιάν ‘ς τα χείλη θα της κλέπτουν, ‘ς τα δυο της χείλη που γλυκά φιλούν το ένα τ’ άλλο, κ’ εντρέπονται το φίλημα και σεμνοκοκκινίζουν· αυτά αι μυίγαις θα’ μπορούν, πλην όχι ο Ρωμαίος! Εκείνος είν’ εξόριστος· αλλού θα ζη εκείνος! Και λέγεις ότι θάνατος δεν είν’ η εξορία; Δος μου φαρμάκι δυνατόν, ή κοπτερόν μαχαίρι, ό,τι κι’ αν ήναι που ευθύς τον θάνατον να φέρνη, κι όχι τον θάνατον αυτόν, που λέγεις εξορίαν! Ω! εξορίαν! Κάτω ‘κεί, καλόγηρε, ‘ς τον άδην οι κολασμένοι, ‘ς την φωτιάν, αυτήν την λέξιν λέγουν κι ακούονται ουρλιάσματα εκεί που την προφέρουν! Και πώς να έχης την καρδιάν, εσύ ιερωμένος, εσύ πατήρ πνευματικός, που δίδεις ευλογίας και αμαρτίας συγχωρείς, συ ο καλός μου φίλος, να μου συντρίβης την καρδιάν μ’ αυτήν την εξορίαν; ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ω άνθρωπε αστόχαστε κ’ ερωτοπληγωμένε, δεν θα μ’ ακούσης; ΡΩΜΑΙΟΣ Θα μου ‘πής και πάλιν εξορίαν. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Την πανοπλίαν θα σου ‘πώ που πρέπει να φορέσης φιλοσοφίαν! Είν’ αυτή γλυκύ της πίκρας γάλα. Παρηγορήσου με αυτήν κ’ εξόριστος, υιέ μου. ΡΩΜΑΙΟΣ Εξόριστος! ‘ς τον άνεμον φιλοσοφία τέτοια! Αν η φιλοσοφία σου δεν ημπορή να κάμη μιαν Ιουλιέταν, δεν ‘μπορή να ξερριζώση πόλεις, αν δεν ‘μπορή το πρόσταγμα του πρίγκηπος ν’ αλλάξη, δεν ωφελεί, δεν βοηθεί! — Παραίτησε τα λόγια. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Αυτιά δεν έχουν οι τρελλοί· το βλέπω. ΡΩΜΑΙΟΣ Πώς να έχουν, αφού και ‘μάτια να ιδούν οι φρόνιμοι δεν έχουν. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Να σ’ εξηγήσω άφησε την θέσιν σου, παιδί μου. ΡΩΜΑΙΟΣ Να εξηγήσης δεν ‘μπορείς εκείνο που δεν νοιώθεις. Αν είχες συ τα χρόνια μου, εάν την Ιουλιέταν την αγαπούσες, άνδρας της αν ήσουν προ μιας ώρας, και τον Τυβάλτην ‘σκότονες, κ’ ερωτευμένος ήσουν καθώς εγώ, κι’ ωσάν εμέ και συ εξωρισμένος, τότ’ ημπορούσες να λαλής, και τότε τα μαλλιά σου να τα τραβάς, και καταγής να πέφτης καθώς πέφτω, και εις το χώμα να μετράς τον άσκαφτόν σου τάφον! (Πίπτει κατά γης· κρούεται η θύρα). ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Σήκω· ‘ς την θύραν μου κτυπούν κρύψου, Ρωμαίε, κρύψου. ΡΩΜΑΙΟΣ Δεν θα κρυφθώ· εκτός εάν τ’ αναστενάγματά μου μου κάμουν γύρω καταχνιάν και κρύψουν το κορμί μου. (Κρούεται η θύρα). ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ακούς· κτυπούν. — Ποιος είν’ εκεί; — Σήκω, Ρωμαίε, [σήκω· θα σε συλλάβουν. — Έρχομαι, αμέσως. — Σήκω λέγω· τρέξ’ εκεί μέσα. — Έφθασα. — Θεέ, το θέλημά σου! Τι πράγματ’ ασυλλόγιστα! — Ήλθα, αμέσως, ήλθα. Ποιος κτυπά; ποιος είν’ εκεί; ποιος σ’ έστειλε; τι θέλεις; ΠΑΡΑΜΑΝΑ, έξωθεν. Να έμβω πρώτα, κ’ έπειτα σου λέγω το τι θέλω. Η Ιουλιέτα μ’ έστειλε. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ω! τότε καλώς ήλθες! (Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ω άγιε πνευματικέ, ω πάτερ μου, πού είναι ο άνδρας της Κυρίας μου; πού είναι ο Ρωμαίος; ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Να! καταγής· εμέθυσεν από τα δάκρυά του. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τα ίδια κι’ απαράλλακτα κ’ η Ιουλιέτα κάμνει. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Κ’ οι δυο αξιολύπητοι, κ’ οι δυο δυστυχισμένοι! ΠΑΡΑΜΑΝΑ Έτσι κ’ εκείνη καταγής ‘ξαπλόνεται και κλαίει, και ούτε τ’ αναφυλλητόν, ούτε το κλαύμα παύει. Ω! σήκω, σήκω απ’ την γην να ήσαι άνδρας πρέπει. Ω! σήκω! αν την αγαπάς την Ιουλιέταν, σήκω. Τι ωφελεί τόσον κακόν και θρήνος; ΡΩΜΑΙΟΣ Παραμάνα! ΠΑΡΑΜΑΝΑ Αχ! όλοι θ’ αποθάνωμεν, αυθέντη μου, αυθέντη! ΡΩΜΑΙΟΣ Της Ιουλιέτας τ’ όνομα επρόφερες. Τι κάμνει; Ειπέ μου, δεν με θεωρεί αισχρόν μαχαιροβγάλτην, αφού της εκηλίδωσα τα νειάτα της χαράς μας με αίμα της συγγενικόν, με ιδικόν της αίμα; Τι γίνεται η μυστική γυναίκα μου; τι λέγει εις τον ανεμοστρόβιλον του έρωτός μας τούτον; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Δεν λέγει γρυ, αυθέντα μου, πλην κλαίει κι’ όλον κλαίει· και πότε ‘ς το κρεββάτι της ξαπλόνεται και πέφτει, και πότ’ ανασηκόνεται, και μιαν Τυβάλτη! κράζει, Ρωμαίε! κράζει έπειτα, και πάλιν ξαναπέφτει. ΡΩΜΑΙΟΣ Ωσάν να ήτο τ’ όνομα εκείνο μία σφαίρα, που από στόμα κανονιού εβγήκεν αναμμένη και την εσκότωσε! Ωσάν εις τ’ όνομα εκείνο ν’ ανήκη το ανόσιον το χέρι του φονέως του εξαδέλφου της! — Ειπέ, καλόγηρε, ειπέ μου πού τ’ όνομά μου κατοικεί εις το αισχρόν κορμί μου; πού να το εύρω δείξε μου, να το κατασπαράξω! (Σύρει το ξίφος). ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Κάτω τ’ απελπισμένον σου το χέρι! Άνδρας είσαι; φαίνεσαι άνδρας ‘ς την μορφήν, πλην είναι γυναικίσια τα δάκρυά σου· τ’ άγρια καμώματά σου τούτα ενός θηρίου μαρτυρούν την άλογην μανίαν. Ω συ, με πρόσωπον ανδρός αδύνατη γυναίκα, και με ανθρώπινην μορφήν ανήμερον θηρίον… μα την ιερωσύνην μου, με κάμνεις και θαυμάζω. Σε είχα φρονιμώτερον· είχα γερόν τον νουν σου. Θέλεις και συ να σκοτωθής; Δεν φθάνει του Τυβάλτη ο σκοτωμός; Και με αυτό, αμαρτωλέ, που θέλεις να κάμης εναντίον σου, να την σκοτώσης θέλεις κ’ εκείνην, την γυναίκα σου, που ζη απ’ την ζωήν σου; Τι εξυβρίζεις κι’ ουρανόν και γην και ύπαρξίν σου; Και ύπαρξίν σου, κι’ ουρανόν, και γην, τα έχεις όλα, είν’ εις το χέρι σου, και συ γυρεύεις να τα χάσης! Ω! εντροπιάζεις και μορφήν και πνεύμα και αγάπην! εις όλα είσαι πλούσιος, τα έχεις και τα τρία, πλην δεν τα χρησιμεύεσαι ‘ς την χρήσιν, που αρμόζει ‘ς το πνεύμα ‘ς την αγάπην σου κ’ εις την καλήν μορ- [φήν σου. Ωσάν κηρένιον άγαλμα κατήντησ’ η μορφή σου, αφού της έλειψ’ η καρδιά ενός ανδρός γενναίου. Κατήντησ’ η αγάπη σου επίορκη, διότι σκοτόνεις την αγάπην σου, που ν’ αγαπάς ωρκίσθης. Το πνεύμα σου, το στόλισμα κι’ αγάπης και μορφής σου, εις τα στραβά σε οδηγεί, αντί να σε φωτίζη, κι’ απ’ την ανοησίαν σου παίρνει φωτιά κι’ ανάπτει, ωσάν πυρίτις εις φλασκί ατέχνου στρατιώτου· κ’ εκείνο που είν’ όπλον σου, το κάμνεις θάνατόν σου! Εξύπνησε, ω άνθρωπε, και ζη η Ιουλιέτα, που τώρα εξ αιτίας της ζητούσες ν’ αποθάνης. Είν’ ευτυχία σου αυτό! — Θα σ’ έσφαζ’ ο Τυβάλτης, αν δεν τον εθανάτονες. Και τούτο ευτυχία! — Ο Νόμος σ’ εφοβέριζε με θάνατον, αλλ’ όμως ημέρωσε προς χάριν σου και μόνον σ’ εξορίζει. Και τούτο ευτυχία σου! — Η Τύχη σε χαϊδεύει, και χύνει ‘ς το κεφάλι σου επάνω ευλογίας, και αγαθά^ αλλά εσύ, ‘σαν δύστροπη γυναίκα, ενώ η Τύχη σ’ αγαπά, εσύ της κάμνεις μούτρα. Ω! πρόσεχε, και δυστυχείς οι τέτοιοι αποθνήσκουν. Πήγαινε τώρα, πήγαινε, κ’ η νύμφη περιμένει ‘ς τον θάλαμόν της ν’ αναβής να την παρηγορήσης. Αλλά ξεκίνησ’ απ’ εδώ προτού να ξημερώση, ειδέ θα ήν’ αδύνατον ‘ς την Μάντουαν να φύγης. Εκεί εξόριστος θα ζης, έως να γείνη τρόπος ο γάμος σας να κηρυχθή, και ν’ αγαπήσουν πλέον τα σπιτικά σας, να πεισθή κι’ ο Πρίγκηψ να σου δώση συγχώρησιν, — και τότε συ οπίσω να μας έλθης, χαρούμενος πλειότερον χίλιαις φοραίς και χίλιαις, παρά που φεύγεις δυστυχής και καταλυπημένος. — Πήγαιν’ εμπρός, και να ειπής την νύμφην, παραμάνα, να κάμη όλους ενωρίς ‘ς το σπίτι να πλαγιάσουν, (κι από την λύπην την βαρειάν, όλοι εκεί θα έχουν διάθεσιν ν’ αναπαυθούν). — Θα έλθη ο Ρωμαίος. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Βοήθειά μου ο Θεός! Ως που να ξημερώση να μείνω ήθελα εδώ, ν’ ακούω τέτοια λόγια. Τι θα ειπή η προκοπή! — Αυθέντα μου, πηγαίνω να της ειπώ πως έρχεσαι. ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι, πήγαινε αμέσως· και ότι θέλω μάλωμα ειπέ της, παραμάνα. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Το δακτυλίδι της αυτό μου είπε να σου δώσω. Γρήγορα έλα, μην αργής, κ’ επέρασεν η ώρα. (Απέρχεται η παραμάνα). ΡΩΜΑΙΟΣ Ω! πώς αναγεννήθηκε το θάρρος κ’ η ελπίς μου! ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Καλή σου νύκτα· μην αργής· κ’ έχε καλά τον νουν σου ν’ αναχωρήσης απ’ εδώ ενόσω είναι νύκτα, ή προς τα ξημερώματα, χωρίς να σε γνωρίσουν. Κατοίκησε ‘ς την Μάντουαν· και με τον άνθρωπόν σου έχω την έννοιαν μου εγώ ειδήσεις να σου στέλνω, ευθύς που τίποτε συμβή εδώ διά καλόν σου. Δος μου το χέρι· είν’ αργά· καλήν σου νύκτα. Φύγε. ΡΩΜΑΙΟΣ Αν δεν μ’ επρόσμενεν αλλού τέτοια χαρά μεγάλη, θα ήτο λύπη μου βαρειά ο χωρισμός σου, πάτερ. Ώρα καλή. (Απέρχονται). ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ. Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου. (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και ο ΠΑΡΗΣ). ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τόσον πολύ ανάποδα τα πράγματα μας ήλθαν, ώστε δεν ηύραμεν καιρόν την κόρην μας ακόμη να την προδιαθέσωμεν. Πολύ τον αγαπούσε τον μαύρον της εξάδελφον. Κ’ εγώ τον αγαπούσα. Πλην τι να γείνη; Όλους μας το χώμα θα μας φάγη! Θα ήναι ‘ς το κρεββάτι της εκείνη· είν’ εξώρας· και την αλήθειαν να σου ‘πώ, εάν κ’ εγώ δεν είχα την συντροφιάν σου, προ πολλού θα ήμουν πλαγιασμένος. ΠΑΡΗΣ Αγάπης λόγια δεν χωρούν ‘ς τα μοιρολόγια μέσα. Καλήν σας νύκτα· ‘πήτε της τα χαιρετίσματά μου. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Πρωί πρωί την γνώμην της εγώ θα εξετάσω. Απόψε με βαρειάν καρδιάν να κλειδωθή επήγε. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Επήρα την απόφασιν να τα τελειώσω, Πάρη. Ιδού, της κόρης μου εγώ σου τάζω την αγάπην. Νομίζω, ή καλλίτερα να ‘πώ, δεν αμφιβάλλω, ότι εκείν’ εις κάθε τι θα κάμη όπως θέλω. Εσύ, γυναίκα, πήγαινε κ’ ιδέ την πριν πλαγιάσης, κ’ ειπέ της ότι την ζητεί ο Πάρης, ο υιός μου, και ότι απεφάσισα — μ’ ακούεις; — την τετάρτην…. στάσου· τι ‘μέρα είν’ αυτή; ΠΑΡΗΣ Δευτέρα, Κύριε μου. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Δευτέρα; Α! ‘σαν γρήγορα θα ήναι την τετάρτην. Την πέμπτην ας το κάμωμεν. Να της ειπής την πέμπτην με τούτο τ’ αρχοντόπουλον οι γάμοι της θα γείνουν. Προφθάνεις να ετοιμασθής; σ’ αρέσει τόση βία; θα γείνουν όλα ήσυχα, μ’ ένα η δύο φίλους· διότι εάν κάμωμεν ξεφάντωμα μεγάλον, ενώ ακόμη σήμερα ‘σκοτώθηκ’ ο Τυβάλτης, μπορεί ο κόσμος να ειπή, ότι τον συγγενή μας δεν τον ελυπηθήκαμεν και δεν μας πολυμέλει. Λοιπόν, θα προσκαλέσωμεν πέντ’ έξη μόνον φίλους, και τελειόνομεν. Αλλά, σου έρχεται η πέμπτη; ΠΑΡΗΣ Επεθυμούσα κι’ αύριον να ξημερόνη πέμπτη. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Πολύ καλά! ώρα καλή! το είπαμεν την πέμπτην. ‘Σ την Ιουλιέταν πήγαινε, γυναίκα, πριν πλαγιάσης, κ’ ειπέ της πότε γίνονται τα στεφανώματά της. — Καλήν σου νύκτα. — Φέρετε τον λύχνον μου επάνω! — Μα την ζωήν μου είν’ αργά – τόσον εξώρας είναι, ώστε κανένας κ’ ενωρίς ‘μπορεί να τ’ ονομάση. (Απέρχονται). ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ. Ο θάλαμος της Ιουλιέτας. (Εισέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και η ΙΟΥΛΙΕΤΑ). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ακόμη δεν ‘ξημέρωσε· θα φύγης από τώρα; Ήτον φωνή αηδονιού, κορυδαλός δεν ήτον που σου εφόβισε τ’ αυτί με το κελάδημά του· ‘ς εκείνην πέρα την ρωδιάν τ’ ακούω κάθε νύκτα. Ω! πίστευσέ μ’, αγάπη μου, ήτον αυτό αηδόνι. ΡΩΜΑΙΟΣ Κορυδαλός ελάλησε και την αυγήν κηρύττει· δεν είν’ αηδόνι. Κύτταξε τα φθονερά χαράκια, που εσημάδευσε το φως σταις άκραις των συννέφων. Ιδέ, της νύκτας έσβυσαν οι λύχνοι ένας ένας, και τώρα ελαφροπατεί πασίχαρη η ‘μέρα εις των βουνών ταις κορυφαίς ταις παχνοσκεπασμέναις. Πρέπει να φύγω να σωθώ· αν μείνω θ’ αποθάνω. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Το ‘ξεύρω ‘γώ· το φως αυτό ξημέρωμα δεν είναι· είναι μετέωρον λαμπρόν οπού ο ήλιος χύνει, να έχης λαμπαδόχυτην μαζή σου συνοδείαν, και να σου κάμη φωτερόν της Μάντουας τον δρόμον. Λοιπόν ακόμη πρόσμενε· μη φύγης από τώρα. ΡΩΜΑΙΟΣ Ας μη προφθάσω να σωθώ, ας μ’ εύρουν, ας με σφάξουν! Αφού εσύ μου το ζητείς, εμένα δεν με μέλει! ‘ματιά δεν είναι της Αυγής εκείνη η ασπρίλα· είν’ αντανάκλασις αχνή, που χύνει της Σελήνης το μέτωπον και ούτ’ αυτό κορυδαλός δεν είναι, οπού ‘ς τον θόλον τ’ ουρανού επάνω μας βουίζει. Εδώ να μείνω λαχταρώ να φύγω δεν το θέλω. Έλα, ω θάνατε, λοιπόν! το θέλει η Ιουλιέτα. Ψυχή μου, έλα — λέγε μου. Δεν είν’ ακόμη ‘μέρα. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! είναι ‘μέρα! μην αργής· φύγ’ απ’ εδώ αμέσως. Κορυδαλός είναι αυτός οπού βραχνά φωνάζει και μ’ άγριον κελάδημα ξεσχίζει τον αέρα! Το λάλημά του διατί αρμονικόν το λέγουν;(41) Αφού μας φέρνει χωρισμόν, αρμονικόν δεν είναι. Τι λέγουν, ο κορυδαλός αλλάζει με τον φρύνον τα μάτια του; (42). Και την φωνήν ας είχεν αλλαγμένην, αφού σε διώχνει απ’ εδώ με το κελάδημα του, σαν ξυπνητήρι θλιβερόν και παραπονεμένον. Ω! φύγε, φύγε, και το φως αυξάνει και πληθαίνει(43). ΡΩΜΑΙΟΣ Λάμπει το φως, κ’ η Μοίρα μας θολόνει και μαυρίζει. (Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). ΠΑΡΑΜΑΝΑ Κυρία! ΙΟΥΛΙΕΤΑ Παραμάνα μου. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Η μάνα σου θα έλθη. ‘Ξημέρωσε. Προσέχετε. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Λοιπόν ας σε ανοίξω παράθυρον, να έμβη φως, και η ζωή να έβγη! ΡΩΜΑΙΟΣ Υγείαινε, αγάπη μου· ένα φιλί και φεύγω. (Καταβαίνει από τα παράθυρον). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αναχωρείς, ω άνδρα μου, αγάπη μου, ψυχή μου! Θέλω να έχω νέα σου κάθε στιγμήν και ώραν πλην μήνας θα μου φαίνεται κάθε στιγμή μακράν σου. Ω! με το μέτρημα αυτό χρόνια πολλά θα γείνουν, ως που και πάλιν να ιδώ τον ακριβόν μου άνδρα. ΡΩΜΑΙΟΣ Συχνά συχνά, γυναίκα μου, ειδήσεις μου θα έχης. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Να σε ιδώ και να μ’ ιδής άλλην φοράν ελπίζεις; ΡΩΜΑΙΟΣ Ω βέβαια! Οι τωρινοί καϋμοί μας θα περάσουν και θα τα λέγωμεν αυτά με γλύκαν μιαν ημέραν. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αχ! η ψυχή μου συμφοραίς, Ρωμαίε, προμαντεύει· και τώρα, τώρα χαμηλά, εκεί όπου σε βλέπω, ωσάν νεκρός μου φαίνεσαι ‘ς το βάθος ενός τάφου· μου φαίνεσαι κατάχλωμος· ή μη το φως μου χάνω; ΡΩΜΑΙΟΣ Και συ μου φαίνεσαι χλωμή. Η διψασμένη λύπη ερρούφησε το αίμα μας. — Υγείαινε, ψυχή μου! (Απέρχεται). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω Τύχη, Τύχη! άστατην οι άνθρωποι σε λέγουν. Από αυτόν τον σταθερόν, συ άστατη, τι θέλεις; Ας είσαι Τύχη άστατη, ώστε ν’ αλλάξης γνώμην κι’ αντί μακράν να τον κρατής, να μου τον στείλης ‘πίσω. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, έξωθεν. Αι, κόρη μου, εξύπνησες; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τι είναι; ποιος με κράζει; Εσύ ‘σαι, ω μητέρα μου; — (Εξύπνησ’ από τώρα; ή μήπως δεν επλάγιασεν ακόμη; τι να θέλη;) ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, εισερχομένη· Πώς είσαι, Ιουλιέτα μου; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Όχι καλά, μητέρα. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Αιώνια τον θάνατον θα κλαίης του Τυβάλτη; ή με τα δάκρυα θαρρείς τον τάφον του θ’ ανοίξεις; κι αν τον ανοίξης, την ζωήν θα του την ξαναδώσης; Παύσε τα κλαύματα λοιπόν. Η μετρημένη λύπη πολλήν αγάπην μαρτυρεί· κ’ υπερβολή της λύπης δεν φανερόνει πολύν νουν. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! άφησε να κλαίω εκείνον οπού έχασα. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Οπίσω δεν τον φέρνεις, κ’ αισθάνεσαι πλειότερον την λύπην του χαμού του. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αισθάνομαι πως μ’ έλειψεν ο φίλος μου, και κλαίω. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Δεν κλαίεις τόσον κόρη μου, τον θάνατον εκείνου, όσον που ζη ο μιαρός, που ‘πήρε την ζωήν του. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ποιος είν’ αυτός ο μιαρός; ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Ο μιαρός Ρωμαίος. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! δεν εταίριαξαν ποτέ ο μιαρός κ’ εκείνος! (44). Τον συγχωρώ, κι’ απ’ τον Θεόν συγχώρησιν να εύρη. Πλην την καρδιάν μου ‘σαν αυτόν δεν έκαυσε κανένας. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Σου καίει τόσον την καρδιάν το ότι ο κακούργος ακόμη ζη. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κ’ εκεί που ζη τα χέρια μου δεν φθάνουν! Εκδίκησιν ας έπαιρνα εγώ και όχι άλλος. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Θα έλθη κι’ η εκδίκησις, θα έλθη· μη σε μέλει. Παύσε τα κλαύματα. Εγώ ‘ς την Μάντουαν θα στείλω, εκεί όπου εξέφυγεν αυτός εξωρισμένος, να του κεράσουν κάτι τι που δεν το περιμένει, ώστε να ‘πάγη, συντροφιάν να κάμη τον Τυβάλτην και την καρδιάν σου με αυτό θα την ευχαριστήσω. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! την καρδιάν μου τίποτε δεν θα ευχαριστήση, αν τον Ρωμαίον δεν ιδώ… νεκρόν(45)… το παν νομίζω, αφού εκείνον π’ αγαπώ δεν έχω… και μου λείπει. Αν εύρης άνθρωπον εσύ να στείλης το φαρμάκι, θέλω μονάχη μου εγώ να το προετοιμάσω, τέτοιο, που άμα το γευθή να τον αποκοιμήση. Αχ! πως αναγριόνομαι ν’ ακούω τ’ όνομά του, και όμως να μη δύναμαι να πεταχθώ κοντά του, και όλην την αγάπην μου προς τον εξάδελφόν μου να του την δείξω… εις αυτόν που ‘πήρε την ζωήν του! ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Ετοίμασέ το, κι’ άνθρωπον θα εύρω να το δώση. Πλην τώρα έχω να σου ‘πώ χαροποιά, παιδί μου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Καλοδεχάμενη η χαρά εις τέτοιαις μαύραις ώραις! ποια είναι τα χαροποιά; ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Ένα πατέρα έχεις, που έχει, Ιουλιέτα μου, την έννοιαν σου, και θέλει την πλακωμένην σου καρδιάν να σου την ελαφρώση, και τώρα σου ετοίμασε χαρμόσυνην ημέραν, που δεν την επερίμενες, και ούτ’ εγώ ακόμη. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κι’ αν έχω ‘ρώτημα καλόν, τι ‘μέρα είναι τούτη; ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Πρωί πρωί, με το καλόν, την ερχομένην πέμπτην ένας γαμβρός ευγενικός και ζηλευτός, ο Πάρης, θα σ’ οδηγήση απ’ εδώ εις του Αγίου Πέτρου την εκκλησίαν, κόρη μου, καμαρωμένην νύμφην. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Α! Μα την εκκλησίαν του και μα τον Άγιον Πέτρον, εκεί εμένα βέβαια καμαρωμένην νύμφην ο Πάρης δεν με οδηγεί! Τι είναι τόση βία; Δεν ήλθε καν να μου το ‘πή ο άνδρας που με θέλει, κι’ αμέσως στεφανώματα! Παρακαλώ, μητέρα, ειπέ το ‘ς τον πατέρα μου· δεν θέλω από τώρα να ‘πανδρευθώ. Και αν ποτέ θελήσω, παίρνω όρκον πως προτιμώ χίλιαις φοραίς να πάρω τον Ρωμαίον, που ‘ξεύρεις πόσον τον μισώ, παρά ποτέ τον Πάρην! Χαρά ‘ς το! ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Να, που έρχεται ο ίδιος εδώ πέρα. Ειπέ του τα μονάχη σου κ’ ιδέ πώς θα τα πάρη. (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ και η παραμάνα). ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ ‘Σ του ήλιου το βασίλευμα η γη δροσοσταλάζει· αλλά εις το βασίλευμα του υιού του αδελφού μου πέφτει βροχή με τα σωστά. Ποτάμι θα το κάμης; Ακόμη χύνεις δάκρυα; Αιώνια θα βρέχη; Το κάμνεις το κορμάκι σου συγχρόνως και καράβι και άνεμον και θάλασσαν. Τα δυο σου ‘μάτια είναι η θάλασσα, με δάκρυα καταπλημμυρισμένη. Καράβι έχεις το κορμί που πικροαρμενίζει μέσ’ την πλημμύραν. Κι άνεμος οι αναστεναγμοί σου. Φοβούμαι, αν ο άνεμος δεν γαληνεύση, μήπως το θαλασσοδαρμένον σου κορμάκι το βουλήση. — Της είπες την απόφασιν που έλαβα, γυναίκα; ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Τα είπα, πλην ευχαριστεί…. να ‘πανδρευθή δεν θέλει… Ανόητη! της ήξιζε να πανδρευθή τον Χάρον! ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Σιγά· δεν εκατάλαβα, γυναίκα· ξαναπέ το· Τι λέγει; τι; ευχαριστεί; να ‘πανδρευθή δεν θέλει; Δεν είναι υπερήφανη, δεν είν’ ευτυχισμένη οπού εκαταφέραμεν, ενώ δεν το αξίζει, να την αρραβωνίσωμεν με ένα τέτοιον νέον; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Δεν είμαι υπερήφανη· ευγνώμων είμαι μόνον. Δι’ ένα πράγμα που μισώ ‘περήφανη δεν είμαι. Ευγνωμονώ διά κακόν, π’ αντί καλού μου κάμνουν. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι πράγμα; ποιος σ’ ερώτησε; Θα έχωμεν και γνώμην! Ευγνώμων, κ’ υπερήφανη, και είμαι, και δεν είμαι, Κ’ ευγνωμονώ, κι’ όχι και ναι… Ακούς εκεί! Κεράτζα, να παύσουν τα ευγνωμονώ και ‘ξυπερηφανεύσου, κ’ ετοίμασε τα πόδια σου την ερχομένην πέμπτην ‘ς την εκκλησίαν γνωστικά να έλθης με τον Πάρην, ει δε συρτήν έως εκεί εγώ θα σε τραβήξω! Φύγ’ απ’ εμπρός μου ξέπλυμα, — χολοπερεχυμένη! πήγαινε, βρώμα! ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Εντροπή! ‘ς τα συγκαλά σου είσαι; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πατέρα μου, παρακαλώ γονατιστή εμπρός σου, ησύχασε, και άκουσε να σου ειπώ δυο λόγια. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Βρώμα, κρημνίσου απ’ εδώ! Παρήκοη! Την πέμπτην ‘ς την εκκλησίαν πήγαινε, ή, να που σου το λέγω, να μη σε ιδούν τα ‘μάτια μου ποτέ εις την ζωήν μου! Δεν θέλω λέξιν να μου ‘πής· απόκρισιν δεν θέλω! Με τρώγ’ η απαλάμη μου! — Ελέγαμεν, γυναίκα, πως δεν ευλόγησ’ ο Θεός τον γάμον μας πλουσίως, διότι μας εχάρισεν αυτήν την κόρην μόνον. Αλλά μας έπεσε πολύ και τούτη, καθώς βλέπω. Δεν ήτον ευλογία του· ήτο Θεού κατάρα! Να μη σε βλέπω! ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ο Θεός να την πολυχρονίζη! Αυθέντα, έχεις άδικον αυτά να της τα λέγης. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Και πώς, κυρά σοφία μου; Τα λόγια σου ολίγα, ή πήγαινε να φλυαρής με ταις συντέκνισσαίς σου. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Δεν είπα τίποτε κακόν. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Να κάμνης την δουλειάν σου. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Κανείς μιαν λέξιν να ειπή εμποδισμένον είναι; ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Σώπα, κομμένη κεφαλή! Σου είπα να πηγαίνης να λέγης ταις σοφίαις σου εις ταις συντέκνισσαίς σου. Εδώ δεν μας χρειάζονται. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Παρά πολύ ανάπτεις. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Μα την αγάπην του Θεού, ο νους μου θα μου φύγη! Ημέραν, νύκτα, πάντοτε, ‘ς τον ύπνον μου, ‘ς τον ξύπνον, ‘ς την μοναξιάν, ‘ς την συντροφιάν, ο νους κι’ ο λογι- [σμός μου ήτον αυτός και μοναχός: το πώς να την ‘πανδρεύσω(46). Και τώρα, που κατώρθωσα να εύρω τέτοιον νέον, μ’ ανατροφήν, και πλούσιον, κι’ αρχοντογεννημένον, γεμάτον προτερήματα και αρεταίς γεμάτον, τώρα που ηύρα τον γαμβρόν που η καρδιά μου θέλει, να έχης ένα ξόανον κλαψιάρικον εμπρός σου, ν’ ακούης ένα κνώδαλον με τ’ αναφυλλητόν της, ενώ δουλεύει η Μοίρα της, εκείνη να σου λέγη: δεν θέλω, δεν τον αγαπώ, είμαι ακόμη νέα, ευχαριστώ, παρακαλώ, συγχώρησε. — Σου δείχνω, σου δείχνω ‘γώ συγχώρησε, αν δεν αλλάξης γνώμην! Δεν μένεις εις το σπίτι μου, και όπου θέλεις βόσκε! Δεν χωρατεύω. Σκέψου το. Η πέμπτη πλησιάζει. Βάλε το χέρι ‘ς την καρδιάν και καλοσυλλογίσου. Αν τύχη κ’ είσαι κόρη μου, ‘ς τον φίλον μου σε δίδω. Εάν δεν ήσαι κόρη μου, κρημνίσου, πείνα, δίψα, ‘ς τους δρόμους ψωμοζήτευε, και ψόφησε ‘ς τους δρόμους! Μα την ψυχήν μου, όσω ζω δεν θέλω να σε ‘ξεύρω, κι’ ούτε το ‘μάτι σου θα ιδή ποτέ κληρονομιάν μου. Ιδέ και συλλογίσου το. Το είπα. Δεν ξελέγω! (Απέρχεται). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! υψηλά ‘ς τους ουρανούς δεν κάθεται ευσπλαγχνία να ελεήση απ’ εκεί της λύπης μου το βάθος; Μη μ’ αρνηθής, μάνα γλυκειά. Ανάβαλε τον γάμον Δι’ ένα μήνα μοναχά, ή μίαν εβδομάδα. Αν δεν το κάμης, στρώσε μου την νυμφικήν μου κλίνην ‘ς το μνήμα, όπου από χθες κοιμάται ο Τυβάλτης. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Δεν έχω λέξιν να ειπώ και ομιλείς του κάκου. Να κάμης όπως αγαπάς· ‘τελείωσα μαζή σου. (Απέρχεται). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Θεέ μου! — Παραμάνα μου, ειπέ μου, πώς να γείνη; Είναι ο άνδρας μου ‘ς την γην, κ’ οι όρκοι μου επάνω ‘ς τους ουρανούς. Πώς εις την γην οι όρκοι να γυρίσουν, εκτός εάν εξ ουρανών ο ίδιος δεν τους στείλη; Αχ! δος μου μίαν συμβουλήν παρηγορίαν δος μου. Αλλοίμονον! η Μοίρα μου σκληραίς παγίδαις στήνει εις μιαν αδύνατην ψυχήν, ωσάν την ιδικήν μου. Ειπέ· τι έχεις να μου ‘πής; Αχ! παρηγόρησέ με, ειπέ μιαν λέξιν να χαρώ, η μαύρη. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Να τι λέγω. Εξωρισμένον απ’ εδώ τον έχουν τον Ρωμαίον και βάζω το κεφάλι μου, ποτέ δεν θα τολμήση εδώ να έλθη φανερά να σε ξαναζητήση· ή και αν έλθη, μυστικά θα έλθη, και κρυμμένος. Λοιπόν, αφού τα πράγματα ήλθαν καταπώς ήλθαν, νομίζω το καλλίτερον να ‘πανδρευθής τον Πάρην. Ω! είναι αξιόλογος ο νέος και ωραίος· ‘σαν πατζαβούρα φαίνεται κοντά του ο Ρωμαίος! Τι μάτι έχει! Αετός δεν έχει τέτοιο ‘μάτι! Να μην ιδώ ποτέ καλόν εάν αυτός ο γάμος δεν έβγη καλορρίζικος. Τον ξεπερνά τον πρώτον! Πλην και να μη τον ξεπερνά, απέθανεν ο πρώτος· ή, και να μην απέθανε, δεν καταντά το ίδιον αν ζης χωρίς να χαίρεσαι τα στέφανα εκείνα; (47) ΙΟΥΛΙΕΤΑ Με την καρδιάν σου ομιλείς; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Και μ’ όλην την ψυχήν μου. Ει δε καρδιάν μου και ψυχήν κατάρα να ταις εύρη. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αμήν! ΠΑΡΑΜΑΝΑ Τι είπες; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Μ’ έδωσες πολλήν παρηγορίαν. Πήγαινε μέσα να ειπής, πως είμαι λυπημένη διότι τον πατέρα μου παρώργισα, και ότι πηγαίνω τώρα ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου να ‘πώ ταις αμαρτίαις μου και άφεσιν να λάβω. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Μετά χαράς θα το ειπώ. Τι φρόνιμα που κάμνεις. (Εξέρχεται). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κατηραμένε πειρασμέ! Παληόγρηα αχρεία! Τι είναι το χειρότερον; Να θέλης να πατήσω τον όρκον μου; ή το κακόν να λέγης του ανδρός μου, μ’ αυτήν την ίδιαν την φωνήν που μου τον επαινούσες και ταίρι δεν του εύρισκες τόσαις φοραίς και τόσαις; Ω! φύγε, σύμβουλε κακέ! Από εδώ και πέρα θα κάμη διαζύγιον μ’ εσένα η καρδιά μου. — Να ιδώ αν ο καλόγηρος μου εύρη θεραπείαν. Αν κι’ απ’ εκεί απελπισθώ, μου μένει ν’ αποθάνω! (Εξέρχεται). Painting Springtime-Pierre Auguste Cot-1873</description><pubDate>Sat, 03 May 2025 12:24:16 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ρωμαίος και Ιουλιέτα Πράξις Δ (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) Μεταφραστής Δημήτριος Βικέλας</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/rwmaios-kai-ioulieta-praksis-d-ouilliam-saiksphr-metafrasths-dhmhtrios-bikelas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/rwmaios-kai-ioulieta-praksis-d-ouilliam-saiksphr-metafrasths-dhmhtrios-bikelas/</guid><description>ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ. ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ. Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου. (Εισέρχονται ο πάτερ Λαυρέντιος και ο Πάρης). ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Την πέμπτην; Μάλλον γρήγορα μου φαίνεται; ΠΑΡΗΣ Το θέλει ο πενθερός· κ’ η βία του μου έρχεται κ’ εμένα. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Και ούτε την διάθεσιν της νέας δεν την ‘ξεύρεις. Το πράγμα δεν μου φαίνεται σωστόν, και δεν μ’ αρέσει. ΠΑΡΗΣ Δεν παύει ακατάπαυστα να κλαίη τον Τυβάλτην, και δεν της είπα δι αυτό πολλά περί αγάπης. Η Αφροδίτη δεν γελά εις δακρυσμένον σπίτι· αλλ’ ο πατέρας της φρονεί, ότι καλόν δεν είναι να κατακυριεύεται από την λύπην τόσον, κι’ ως φρόνιμος, εσκέφθηκε τον γάμον να ταχύνη, και έτσι των δακρύων της να παύση την πλημμύραν· διότι τρέφεται μ’ αυτά ενόσω ζη μονάχη, ενώ αν έχη συντροφιάν θα της περάσουν ίσως. Ιδού που τώρα έμαθες το αίτιον της βίας. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ (Ας αγνοούσα διατί ν’ αργοπορήση θέλω.) Αλλά ιδού που έρχεται η νέα ‘ς το κελλί μου. (Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ). ΠΑΡΗΣ Καλώς την την γυναίκα μου και την αρχόντισσάν μου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πρώτα να γείνω κ’ έπειτα γυναίκα σου με λέγεις. ΠΑΡΗΣ Αυτό το πρώτα γίνεται την ερχομένην πέμπτην. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Θα γίνη ό,τ’ είναι γραπτόν. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Αυτό είν’ η αλήθεια. ΠΑΡΗΣ Και ήλθες ‘ς τον πνευματικόν να σ’ εξομολογήση; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ξεμολογούμαι εις εσέ, απόκρισιν αν δώσω. ΠΑΡΗΣ Θα του ειπής πως μ’ αγαπάς; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Τον αγαπώ εκείνον· αυτό το λέγω κ’ εις εσέ. ΠΑΡΗΣ Πλην θα μου ‘πής ελπίζω, ότι κ’ εμένα μ’ αγαπάς. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Καλλίτερα θ’ αξίζη αν απ’ οπίσω σου το ‘πώ, ή να το ‘πώ εμπρός σου. ΠΑΡΗΣ Ψυχή μου, σου εχάλασαν τα δάκρυα την όψιν. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Δεν εκατώρθωσαν πολύ μ’ αυτό τα δάκρυά μου, διότι ήτον άσχημη και πριν μου την χαλάσουν. ΠΑΡΗΣ Την αδικούν πλειότερον από τα δάκρυά σου, τα λόγια σου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αδίκημα δεν είναι η αλήθεια· και λέγω κατά πρόσωπον ‘ς εμένα την αλήθειαν. ΠΑΡΗΣ Μου το εκατηγόρησες, και είναι ιδικόν μου το πρόσωπόν σου. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πιθανόν, αφού δεν με ανήκει. — Έχεις, ω πάτερ μου, καιρόν να σου ‘μιλήσω τώρα, ή θέλεις του εσπερινού την ώραν να γυρίσω; ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Προκρίνω τώρα, κόρη μου πολυσυλλογισμένη. Αυθέντα, σε παρακαλώ να μας αφήσης μόνους. ΠΑΡΗΣ Να με φυλάξη ο Θεός εμπόδιον να γείνω. θα σε ξυπνήσω την αυγήν την πέμπτην, Ιουλιέτα. Ως τότε, χαίρε· δέξου το το φίλημά μου τούτο. (Απέρχεται). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Κλείσε την θύραν κ’ έλα ‘δώ. Κλαύσε και συ μαζή μου· ελπίς δεν μένει, πάτερ μου· δεν έχει θεραπείαν. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Αχ, Ιουλιέτα! έμαθα την λύπην που σου ήλθε, κ’ η συλλογή μου είσαι συ, παιδί μου. Μου το είπαν πως πρέπει, και αναβολή δεν ημπορεί να γείνη, τον Πάρην να στεφανωθής την ερχομένην πέμπτην. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! μη μου λέγης, πάτερ μου, μη λέγης τι σου είπαν, εάν δεν έχης να μου ‘πής και πώς να τ’ αποφύγω. Αν άλλον τρόπον να σωθώ η γνώσις σου δεν βλέπη, ειπέ μου ότι γνωστικήν απόφασιν επήρα, κ’ ευθύς εδώ την εκτελώ με το μαχαίρι τούτο. (Σύρει εκ του στήθους εγχειρίδιον). Ταις δυο καρδιαίς μας ο Θεός, εμού και του Ρωμαίου, μας τας συνένωσε, και συ μας ένωσες τα χέρια. Παρά καινούριαν ένωσιν ποτέ να υπογράψη αυτό το χέρι πώβαλες ‘ς το χέρι του Ρωμαίου, ή η πιστή μου η καρδιά ς’ εκείνον ν’ απιστήση, μ’ αυτό εδώ ας σπαραχθή και χέρι και καρδιά μου! Σκέψου λοιπόν, και συμβουλήν συ ο πραγμένος δος μου. Ει δε, με βλέπεις; μεταξύ εμού και του καϋμού μου θα έλθη το μαχαίρι μου κριτής να γείνη τώρα· απ’ την απελπισίαν μου αυτό θα με γλυτώση, εάν δεν εύρ’ η πείρα σου κ’ η τέχνη σου τον τρόπον να μου γλυτώση την τιμήν. Ειπέ να σε ακούσω. Εάν δεν έχης ιατρικόν, ειπέ το, ν’ αποθάνω. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Κόρη μου, στάσου. Μιαν μικρήν ελπίδα μισοβλέπω. Απελπισμένον τόλμημα θα ήναι, καθώς είναι απελπισμένη και φρικτή και η περίστασίς σου. Εάν, παρά να ‘πανδρευθής μεθαύριον τον Πάρην, αποφασίζης και τολμάς να σκοτωθής αλήθεια, θα έχης τότε δύναμιν και ν’ αψηφήσης πράγμα που ομοιάζει θάνατον, εσύ οπού γυρεύεις με θάνατον αληθινόν να σώσης την τιμήν σου. Εγώ σου δίδω ιατρικόν, αν θάρρος δεν σου λείπη. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Παρά ποτέ να ‘πανδρευθώ τον Πάρην, πρόσταξέ με από αυτήν να κρημνισθώ την κορυφήν του πύργου· ή στων κλεφτών να πλανηθώ τα μονοπάτια ‘πέ μου· ή πρόσταξέ με να χωθώ όπου φωληάζουν φίδια· μαζή μ’ αρκούδαις δέσε με ‘ς την ίδιαν αλυσίδα, ή κλείσε με μεσάνυκτα ‘ς ένα κιβούρι μέσα, γεμάτον κόκκαλα νεκρών που τρίζουν και κτυπιούνται, γεμάτον σκέλεθρα χλωμά κι’ ολόγυμνα κρανία· ή πρόσταξέ με να χωθώ εις ανοιγμένον μνήμα, και τύλιξέ με στου νεκρού το σάβανον· ειπέ μου πράγμα, που τρόμος μ’ έπιανε και να τ’ ακούσω μόνον, κι’ αμέσως χωρίς δισταγμόν ή φόβον θα το κάμω, να μείνω ακηλίδωτη γυναίκα του ανδρός μου. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Λοιπόν αμέσως γύρισε ‘ς το σπίτι του πατρός σου· καμώσου την χαρούμενην ειπέ ότι τον Πάρην τον θέλεις, κ’ υπανδρεύεσαι· και αύριον τετάρτην εύρε τον τρόπον μοναχή την νύκτα να πλαγιάσης, χωρίς η παραμάνα σου να κοιμηθή κοντά σου. Κι αφού πλαγιάσης, το νερόν που έχει εδώ μέσα εις την φιάλην πάρε το· σταις φλέβαις σου αμέσως λήθαργος κρύος θα χυθή· θα παύση ο σφυγμός σου, θα παύση κ’ η αναπνοή, και ζέστη δεν θα μένη να φανερόνη ότι ζης· θα μαρανθούν τα ρόδα ‘ς τα μάγουλα, ‘ς τα χείλη σου· κατάχλωμα θα γείνουν· κλειστά και τα παράθυρα θα ήναι των ματιών σου, ωσάν να εσκοτείνιασεν ο Χάρος την ζωήν σου· τα μέλη σου παράλυτα και καταναρκωμένα, ψυχρά, βαρειά κ’ αλύγιστα ωσάν νεκρού θα ήναι. Εις την κατάστασιν αυτήν ενός πλαστού θανάτου θα κείτεσαι αναίσθητη σαράντα δύο ώραις, και μ’ ένα ‘ξύπνημα γλυκόν κατόπιν θα συνέλθης. Αλλά την πέμπτην το πρωί, την ώραν οπού έλθη να σ’ εξυπνήση ο γαμβρός, θα σ’ εύρη ‘πέθαμμένην. Και κατά την συνήθειαν την παλαιάν μας τότε(48), θα σ’ εξαπλώσουν νεκρικά και λαμπροστολισμένην, και θα σε φέρουν ανοικτήν ‘ς το ξυλοκράββατόν σου ‘ς τον τάφον, όπου οι νεκροί του γένους σου κοιμούνται. Όμως εγώ ‘ς το μεταξύ, και πριν εσύ ‘ξυπνήσης, θα στείλω γράμμα κάθε τι να μάθη ο Ρωμαίος, κ’ εδώ να έλθη· και αυτός κ’ εγώ το ‘ξύπνημά σου ‘ς τον τάφον θα προσμένωμεν και την ιδίαν νύκτα από εδώ ‘ς την Μάντουαν σε παίρνει ο Ρωμαίος. Ιδού ο τρόπος να σωθής από την εντροπήν σου, εκτός εάν ‘ς τα ύστερα το θάρρος σου κλονίση είτε της γνώμης αλλαγή, ή φόβος γυναικίσιος. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Ω! δος μου, δος μου το εδώ, και μη μου λέγης φόβους. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Να! πήγαινε· μη κλονισθής εις την απόφασίν σου, και βοηθός σου ο Θεός! ‘ς την Μάντουαν θα στείλω ένα πατέρα, γράμμα μου ‘ς τον άνδρα σου να φέρη. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αγάπη, δος μου δύναμιν να εύρω σωτηρίαν! Με την ευχήν σου, πάτερ μου. (Απέρχονται). ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. Θάλαμος εν τη οικία του Καπουλέτου. (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, η ΠΑΡΑΜΑΝΑ και ΥΠΗΡΕΤΑΙ). ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Προσκάλεσέ μου συ αυτούς, που είν’ εδώ γραμμένοι. (Εξέρχεται είς υπηρέτης). Πήγαινε συ, και είκοσι μαγείρους ‘νοίκειασέ μου (49). ΥΠΗΡΕΤΗΣ Θα σου τους φέρω όλους διαλεκτούς, αυθέντα μου. Θα ιδώ πρώτα αν γλείφουν τα δάκτυλά των. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Και με τούτο θα τους δοκιμάσης; ΥΠΗΡΕΤΗΣ Και βέβαια, αυθέντα μου· μόνον οι κακοί μάγειροι δεν γλείφουν τα δάκτυλά των· λοιπόν όποιος δεν γλεί- φεται δεν μου κάμνει. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Πήγαινε· φεύγα. (Εξέρχεται ο υπηρέτης). Δεν θα τα καταφέρωμεν ως τότε καθώς πρέπει. — Λοιπόν επήγε ‘ς το κελλί του πάτερ Λαυρεντίου η Ιουλιέτα; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Μάλιστα. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Ίσως την ωφελήσουν τα λόγια του. Ανάποδη και δύστροπη που είναι. (Εισέρχεται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ). ΠΑΡΑΜΑΝΑ Να την. Ιδέ! Χαρούμενη απ’ το κελλί γυρίζει. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι κάμνεις; Πού εγύριζες ως τώρα, πεισματάρα; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Εις μέρος όπου έμαθα πως ήτον αμαρτία ν’ αντισταθώ ‘ς την γνώμην σου και εις το θέλημά σου. Ο άγιος πνευματικός μ’ επρόσταξε να πέσω γονατιστή ‘ς τα πόδια σου, συγγνώμην να ζητήσω. Συγχώρησέ με· ‘ς το εξής θα κάμω ό,τι θέλεις. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τον Πάρην να μηνύσετε! Αμέσως να τα μάθη! Και αύριον πρωί πρωί το πράγμα να τελειόνη. ΙΟΥΛΙΕΤΑ ‘Σ του Λαυρεντίου το κελλί απήντησα τον νέον, και του απέδειξα εκεί την πρέπουσαν φιλίαν, χωρίς να ‘πάγω παρεκεί απ’ ό,τι μου αρμόζει. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Καλά, καλά· το χαίρομαι· έτσι σε θέλω· σήκω. Τώρα μου φέρνεσαι καλά. — Θέλω να ιδώ τον Πάρην. Σας είπα να μηνύσετε αμέσως πως τον θέλω. — Τον άγιον καλόγηρον! Μα τον εσταυρωμένον, όλ’ η Βερώνα δι αυτό θα του γνωρίζη χάριν. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αναίβα, παραμάνα μου, μαζή μου να διάλεξης τα νυμφικά φορέματα, που αύριον θα βάλω. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Την πέμπτην· όχι αύριον έχεις καιρόν ακόμη. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Πηγαίνετε, πηγαίνετε· διά την εκκλησίαν ετοιμασθήτε αύριον. (Απέρχονται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Αλλά καιρός δεν μένει· νυκτόνει. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Δεν βαρύνεσαι; Θα τρέξω άνω κάτω, θα ετοιμάσω κάθε τι κ’ ησύχασε, γυναίκα· ‘ς την Ιουλιέταν πήγαινε κ’ ιδέ τα νυμφικά της. Δεν πάγω ‘ς το κρεββάτι μου απόψε. Άφησέ με· θα κάμω την ‘νοικοκυράν. — Ποιος είν’ εκεί; — Κανένας! Εβγήκαν όλοι! Το λοιπόν μονάχος μου πηγαίνω εις τον γαμβρόν, δι αύριον να τον προετοιμάσω. Ελάφρωσιν αισθάνεται μεγάλην η καρδιά μου, αφού αυτή, η παλαβή, ‘ς τα συγκαλά της ήλθε. (Εξέρχονται). ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ. Ο κοιτών της Ιουλιέτας. (Εισέρχονται η ΙΟΥΛΙΕΤΑ και η παραμάνα). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Αυτό το φόρεμα εδώ είναι καλόν. Απόψε να με αφήσης μοναχήν, καλή μου παραμάνα. Έχω να κάμω προσευχαίς, και να παρακαλέσω να βοηθήση του θεού η χάρις την ψυχήν μου, που ‘ξεύρεις πόσας συμφοράς και αμαρτίας έχει. (Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ). ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Δουλεύετε; Με θέλετε κ’ εγώ να βοηθήσω; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Όχι, μητέρα. Έτοιμα είν’ όλα, όσα έχω ς’ την αυρινήν παράταξιν να βάλω. Άφησέ με να μείνω τώρα μοναχή, παρακαλώ· κι’ απόψε ας μείνη η παραμάνα μου μαζή σου· κράτησέ την η προετοιμασία σου θα σ’ έχη άνω κάτω. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Καλήν σου νύκτα· πλάγιασε να κοιμηθής αμέσως και ύπνος σου χρειάζεται απόψε. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Καλήν νύκτα, (Απέρχονται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Θεός ηξεύρει αν ποτέ ξαναενταμωθώμεν! Ωσάν να μου παρέλυσε τας φλέβας κρύος φόβος, και μου παγόνει της ζωής την ζέστην. — Θα τας κράξω· αν τας ιδώ αναψυχήν θα λάβω. — Παραμάνα! — Πλην τι την θέλω; Μόνη μου εγώ να παίξω έχω την αποτρόπαιον σκηνήν! Έλα εδώ, φιάλη! — Κι αν δεν ναρκόνη το πιοτόν; Θα με ‘πανδρεύσουν τότε αύριον; Ω! ποτέ, ποτέ! Ιδού τι θα με σώση! Εδώ κοντά μου μείνε συ. (Θέτει πλησίον της εγχειρίδιον). Αλλά, εάν φαρμάκι μου έδωσ’ ο καλόγηρος, και θέλη ν’ αποθάνω, μήπως ο γάμος μου αυτός του φέρη ατιμίαν, διότι μ’ εστεφάνωσε με τον Ρωμαίον πρώτα; Φοβούμαι μήπως είν’ αυτό. Αλλ’ όχι δεν πιστεύω· αγίου έχει όνομα, και το αξίζει. Όχι· δεν θέλω τέτοιος στοχασμός ‘ς τον νουν μου να περάση! Και αν εκεί που κείτομαι, πριν φθάση ο Ρωμαίος να με γλυτώση, έξαφνα ‘ς τον τάφον εξυπνήσω; Ω! τι τρομάρα! Μην πνιγώ εις την καμάραν μέσα, όπου αέρα καθαρόν το βδελυρόν της στόμα δεν αναπνέει; και νεκράν όταν θα φθάση μ’ εύρη; Ή και αν ήμαι ζωντανή, η αγριάδα μήπως να ευρεθώ ‘ς τα σκοτεινά, ‘ς την αγκαλιάν του Χάρου, εις τέτοιον μέρος φοβερόν,… εκεί ‘ς τον θόλον μέσα, όπου προ τόσων γενεών κ’ εκατοντάδων χρόνων σωριάζονται τα κόκκαλα προγόνων μου θαμμένων όποτ ‘ς το χώμα το νωπόν το σώμα του Τυβάλτη αιματωμένον σήπεται ‘ς το νεκροσάβανόν του· όπου ‘ς τα βάθη της νυκτός φαντάσματα θα ‘βγαίνουν… Αλλοίμονον! μήπως εκεί ‘ξυπνήσω πριν της ώρας, ‘ς αποφοραίς σιχαμεραίς και εις κραυγαίς τρομάρας, ωσάν να ξερριζόνεται βλαστάρι μανδραγόρα και κράζει, και τρελλαίνεται ο άνθρωπος π’ ακούει;.. (!0) Ω! αν ‘ξυπνήσω, μη εκεί τα λογικά μου χάσω, μ’ αυτούς τους φόβους τους φρικτούς περιτριγυρισμένη; και φρενιασμένη, μη βαλθώ να παίζω με τα μέλη των προπατόρων μου εκεί; κ’ αιματοκυλισμένον να ‘βγάλω απ’ το σάβανον το πτώμα του Τυβάλτη; και μέσα ‘ς την μανίαν μου, ενός ανδρειωμένου προγόνου μου το κόκκαλον ν’ αρπάξω, και μ’ εκείνο στ’ απελπισμένα χέρια μου, να χύσω τα μυαλά μου; Του εξαδέλφου μου, ιδού, μου φαίνεται να βλέπω το φάντασμα, και κυνηγά να πιάση τον Ρωμαίον διότι του εκάρφωσε ‘ς τα στήθη το σπαθί του! Στάσου, Τυβάλτη· στάσου. Ω!… Ρωμαίε, έρχομαι! Αυτό το πίνω δι εσένα! (Πίπτει επί της κλίνης). ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ. Η αίθουσα του Καπουλέτου. (Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Να, πάρε τούτα τα κλειδιά, μυρωδικά να φέρης. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Κάτω οι μάγειροι ζητούν χουρμάδες και κυδώνια. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, εισερχόμενος. Σαλεύετε, σαλεύετε, κ’ επέρασεν η ώρα. Δυο φοραίς ο πετεινός εφώναξεν ως τώρα, και η καμπάνα ‘ σήμανε ταις τρεις. Έχε ‘ς τον φούρνον Αγγελική, το ‘μάτι σου· κι’ όλον τ’ αυγόν’ ς την πήταν. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ν’ αφήσης τα νοικοκυριά και πήγαινε ‘ς το στρώμα· φοβούμαι μήπως αύριον με το νυκτέρι τούτο θα ήσαι άρρωστος. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Εγώ; καθόλου. Να η ώρα! Πολλαίς φοραίς ‘ξενύκτησα, και όχι διά τόσον, και δεν αρρώστησα ποτέ. ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Το ‘ξεύρω· ‘ς τον καιρόν σου σου ήρεζε να κυνηγάς τους ποντικούς την νύκτα· πλην τέτοια ξενυκτίσματα εγώ δεν σου τ’ αφίνω. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Α! ζήλεια, ζήλεια! (Εισέρχονται υπηρέται φέροντες δίσκους, καλάθους, ξύλα, κτλ.) Στάσου συ· τι έχεις εκεί μέσα; Α’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Τα στέλνουν εις τον μάγειρα· τι είναι δεν ηξεύρω. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Εμπρός, εμπρός. (Εξέρχεται ο Α’ υπηρέτης) Εσύ εκεί, είναι στεγνά τα ξύλα; κράξε τον Πέτρον, τα στεγνά πού είναι να σου δείξη. Β’ ΥΠΗΡΕΤΗΣ Έχω κεφάλι δα κ’ εγώ, αυθέντα, διά ξύλα· δεν έχω χρείαν να μου ‘πή ο Πέτρος να τα εύρω. (Εξέρχεται). ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Ά! μ’ έκαμε κ’ εγέλασα με την απόκρισίν του· αλήθεια ξυλοκέφαλος! — Να! ‘ξημερόνει κι’ όλα! Ο Πάρης με την μουσικήν να έλθη δεν θ’ αργήση· όπου κι’ αν ήναι θα φανή. (Μουσική έσωθεν) Να! έρχεται! Γυναίκα! Αι, παραμάνα! δεν ακούς; πού είσαι, παραμάνα! (Εισέρχεται η παραμάνα). ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Την Ιουλιέταν ‘ξύπνησε κ’ ετοίμασε την. Τρέχα! Εγώ πηγαίνω να τα ‘πώ με τον γαμβρόν μου. Τρέχα· τρέχα, και ήλθεν ο γαμβρός. Τρέχα ευθύς, σου λέγω! (Εξέρχονται). ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ. Ο κοιτών της Ιουλιέτας. (Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ επί της κλίνης της. Εισέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). ΠΑΡΑΜΑΝΑ Κυρία! Αι, κυρία μου· ακούεις; Ιουλιέτα!- — Κοιμάται τώρα ‘ς τα βαθειά. — Αρνάκι μου· κυρία! Ω ακαμάτρα, εντροπή! Αγάπη μου, θ’ ακούσης; Κυρία μου· καρδούλα μου· εσύ, γλυκειά μου νύμφη! Τι; ούτε λέξιν; Βέβαια, τον χαίρεσαι τον ύπνον. Καλοκοιμήσου! Αύριον να κοιμηθής δεν έχει· ο Πάρης δεν το συγχωρεί. — Θεέ, συγχώρεσέ με, βαρύς που είν’ ο ύπνος της! Να την ‘ξυπνήσω πρέπει. Κυρία μου, κυρία μου! Εάν ο Πάρης έλθη και σ’ εύρη ‘ς το κρεββάτι σου, θα σε κατατρομάξη. Δεν θα τρομάξης; ‘Ξύπνησε! — Με τα φορέματά σου επλάγιασες; Τι είν’ αυτό; Είν’ ώρα να ‘ξυπνήσης· Κυρία! Ιουλιέτα μου!… Αλλοίμονον! Βοήθεια! Βοήθεια! Η κυρία μου απέθανε! Βοήθεια! Ώρα κακή! τι ήθελα να γεννηθώ η μαύρη! Λίγον ρακί! — Αυθέντα μου, κυρία μου, βοήθεια! (Εισέρχεται η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ). ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Τι είν’ ο τόσος θόρυβος; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ημέρα ωργισμένη! ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Τι έπαθες; ΠΑΡΑΜΑΝΑ Κύτταξ’ εκεί! Δυστυχισμένη ‘μέρα! ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Αλλοίμονον, αλλοίμονον! Παιδάκι μου, ζωή μου! Ω! Αναστήσου, ή κ’ εγώ μαζή σου θ’ αποθάνω. Βοήθεια! Βοήθεια! Ω! φώναξε να έλθουν. (Εισέρχεται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ). ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Είν’ εντροπή! Θα φέρετε την Ιουλιέταν έξω; ήλθ’ ο γαμβρός. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Είναι νεκρή! αποθαμμένη είναι! Αλλοί, αλλοί! ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Να την ιδώ… Τελειωμένη· κρύα· το αίμα εσταμάτησε· εβάρυναν τα μέλη· απεχαιρέτησ’ η ζωή τα χείλη της προ ώρας· ο Θάνατος απλώθηκεν επάνω ‘ς το κορμί της, ‘σαν παγωνιά παράκαιρη εις δροσερόν λουλούδι. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ώρα κακή μας ‘πλάκωσε! ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Ω συμφορά και πίκρα! ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Ο Χάρος που την ήρπασε να την μοιρολογήσω, μου έδεσε την γλώσσαν μου και φράζει την φωνήν μου. (Εισέρχονται ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, ο ΠΑΡΗΣ και ΜΟΥΣΙΚΟΙ). ΠΑΡΗΣ Είναι η νύμφη έτοιμη διά την εκκλησίαν; ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Να ‘πάγη έτοιμη, αλλά… διά να μη γυρίση! Ω υιέ μου, την παραμονήν του γάμου σου, την νύκτα, ο Χάρος με την νύμφην σου επλάγιασε. Ιδέ την το άνθος που λαχτάριζες, το ‘μάδησεν εκείνος· ο Χάρος κληρονόμος μου, γαμβρός μου είν’ ο Χάρος Αυτός εστεφανώθηκε την κόρην μου· και τώρα θα ξεψυχήσω, κ’ εις αυτόν θ’ αφήσω ό,τι έχω. Και η ζωή μου και το παν ανήκουν εις τον Χάρον! ΠΑΡΗΣ Τόσον καιρόν επρόσμενα να έλθη τούτ’ η ‘μέρα, κι’ αυτό το θέαμα εδώ μου έμελε να φέξη! ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Κατηραμένη, άτυχη, πικρή και μαύρη ‘μέρα! Ώρα κακή, που ο Καιρός χειρότερην δεν είδε εις το ταξείδι το βαρύ του μακρυνού του δρόμου! Ένα το είχα μοναχόν, μονάκριβον παιδί μου, αυτό η μόνη μου χαρά, παρηγορία μόνη, κι’ ο Χάρος απ’ τα ‘μάτια μου, ο άπονος, το ‘πήρε! ΠΑΡΑΜΑΝΑ Ω πίκρα! ω πικρή, πικρή, κατάπικρη ημέρα! ημέρα βαρυορίζικη, πικρή, πικρή ημέρα, οπού πικρότερην ποτέ δεν είδα ‘ς την ζωήν μου! Ω ‘μέρα, ‘μέρα τρομερή! της συμφοράς ημέρα! Δεν εξανάγινε ποτέ ημέρα τόσον μαύρη! Ω συμφορά! ‘μέρα ψυχρή! δυστυχισμένη ‘μέρα! ΠΑΡΗΣ Αδικημένη, έρημη, άθλια, ‘πέθαμμένη! Αδικημένη, θάνατε, απ’ το σκληρόν σου χέρι, ω θάνατε, πικρέ — πικρέ! Αγάπη μου, ζωή μου! όχι ζωή, — αγάπη μου εσύ αποθαμμένη. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Βασανισμένη, δυστυχής· καμμένη, σκοτωμένη! Ώρα των θρήνων, διατί να έλθης, την χαράν μας να την σκοτώσης; διατί; Παιδάκι μου, παιδί μου! όχι παιδί, — ψυχή μου συ! Νεκράν, νεκράν σε βλέπω. Κάθε χαρά μου θα ταφή, ω κόρη μου, μαζή σου! ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Φθάνουν οι τόσοι οδυρμοί. Είν’ εντροπή σας! Φθάνει! Δεν διορθόνουν το κακόν οι οδυρμοί κ’ οι θρήνοι. Αυτή εδώ ‘ς τον ουρανόν και εις εσάς ανήκε· πλην σήμερον ολόκληρην ο ουρανός την θέλει· και τόσον το καλλίτερον διά την νέαν κόρην. Τον θάνατον να κλέψετε, κ’ εδώ να το κρατήτε το ιδικόν σας μερτικόν, ‘ς το χέρι σας δεν είναι. Εις την αιώνιον ζωήν κρατεί το μερτικόν του ο Ουρανός. Ηθέλετε την υπερύψωσίν της· και ήτον ευτυχία σας αυτή να ευτυχήση. Προς τι την κλαίετε λοιπόν, που είν’ ανυψωμένη επάνω απ’ τα σύννεφα, εις τ’ Ουρανού τα ύψη; Δεν είναι η αγάπη σας αληθινή αγάπη, εάν η ευτυχία της σας φέρνει τόσην λύπην. Δεν εκαλοπανδρεύθηκε η χρόνια ‘πανδρευμένη· χαρά ‘ς την που ‘πανδρεύεται, και νειόνυμφη ‘πεθαίνει, Σφογγίσετε τα δάκρυα· ‘ς το εύμορφον κορμί της ελάτε να σκορπίσετε το δενδρολίβανόν σας(51). Στολίσετέ την έπειτα και συνοδεύσετέ την ‘ς την εκκλησίαν. Απαιτεί τα δάκρυα η φύσις, αν και γελά το Λογικόν όταν η Φύσις κλαίη. ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τα όσα θα εγίνοντο ς’ την τελετήν του γάμου, ‘ς το λείψανον της Κόρης μου ας χρησιμεύσουν τώρα. Αντί λαλούμενα χαράς, καμπάναις ας σημάνουν αντί τραγούδια εύθυμα, ας ψάλουν μοιρολόγια· του γάμου το συμπόσιον ας γίνη κόλλυβά της, και τ’ άνθη της τα νυμφικά νεκρήν ας την ραντίσουν, και κάθε τι αντίστροφον να γίνη και ν’ αλλάξη! ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Πήγαινε μέσα. Πήγαινε μαζή του, ω Κυρία. Και συ, ω Πάρη, πήγαινε. Και προετοιμασθήτε να νεκροσυνοδεύσετε το εύμορφον κορμί της. Μ’ αυτό τας αμαρτίας σας ο Κύριος παιδεύει, και κλίνετε την κεφαλήν, να μη παραθυμώση. (Εξέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ, ο ΠΑΡΗΣ και ο ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ). Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Αι! ας πηγαίνωμεν κ’ ημείς και τα λαλούμενά μας. ΠΑΡΑΜΑΝΑ Πηγαίνετε· πηγαίνετε καλά μου παλλικάρια, κ’ εστράβωσαν τα πράγματα, καθώς παρατηρείτε. Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Ας ήτον εις το χέρι μας να ‘σιάσουν, παραμάνα. (Απέρχεται η ΠΑΡΑΜΑΝΑ). (Εισέρχεται ο ΠΕΤΡΟΣ(52) ). ΠΕΤΡΟΣ Μουσικοί, ω μουσικοί μου, παίξετε μου χ α ί ρ ο υ κ α ρ- δ ι ά μ ο υ χ α ί ρ ο υ· αν θέλετε το καλόν μου, παιδιά μου, παίξετέ μου το. Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Και διατί να σου παίξωμεν το χ α ί ρ ου κ α ρ δ ι ά μ ο υ, χ α ί ρ ο υ; ΠΕΤΡΟΣ Διότι η ιδική μου καρδιά παίζει μέσα της το σ χ ί- σ ο υ κ α ρ δ ι ά μ ο υ σ χ ί σ ο υ. Παίξετε μου, μουσικοί, κανένα εύθυμον σκοπόν να με παρηγορήσετε. Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Δεν παίζομεν τίποτε. Δεν είναι καιρός διά μουσικήν τώρα. ΠΕΤΡΟΣ Δεν παίζετε; ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ Όχι. ΠΕΤΡΟΣ Τώρα να σας δώσω εγώ… Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Τι θα μας δώσης; ΠΕΤΡΟΣ Όχι χρήματα βέβαια! ξύλον θα σας δώσω. Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Σώπα, παληόδουλε. ΠΕΤΡΟΣ Κύτταξε να μη σου χώση το σπαθί του εις τα πλευ- ρά ο παληόδουλος. Κύτταξε να μη σου βαρέση το ίσον εις την ράχιν σου. Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Έλα έλα. Χώσε το σπαθί σου, και ξέχωσε το πνεύ- μα σου. ΠΕΤΡΟΣ Τώρα να σας δείξω και το πνεύμα μου. Θα σας κο- πανίσω με τον νουν μου, αντί να σας τρυπήσω με το σπαθί μου. Αποκριθήτε μου ωσάν άνθρωποι. Όταν την ψυχήν λύπη μας πλακώνει και την βασανίζει αίσθημα πικρόν, τοτ’ η μουσική με ήχον αργυρόν… διατί ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν; διατί λέγει, η μ ο υ σ ι κ ή μ ε ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν; Εδώ σε θέλω, Σίμε Λαγουτάρη. Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Το λέγει, διότι το αργύριον έχει γλυκόν ήχον. ΠΕΤΡΟΣ Περίφημα! Τί λέγεις εσύ, Τρίχορδε; Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Λέγω ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν, διότι οι μουσικοί παίζουν διά το αργύριον. ΠΕΤΡΟΣ Εξαίρετα! Και συ, κυρ Δοξαρά; Γ’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Δεν ‘ξεύρω τι να ‘πώ εγώ. ΠΕΤΡΟΣ Εγώ να σας το ειπώ. Λέγει μ ο υ σ ι κ ή μ ε ή χ ο ν α ρ γ υ ρ ό ν, διότι δεν σας φέγγει τίποτε χρυσόν εσάς. Τότ’ η μουσική με ήχον αργυρόν μας παρηγορεί και μας βαλσαμώνει. (Απέρχεται). Α’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Τι παληάνθρωπος είναι αυτός; Β’ ΜΟΥΣΙΚΟΣ Να ‘πάγη να χαθή! Έλα, πηγαίνωμεν μέσα. Ν’ ακο- λουθήσωμεν το λείψανον, κ’ έπειτα τρώγομεν εδώ. (Απέρχονται). Painting La belle dame sans merci-Frank Bernard Dicksee-1902</description><pubDate>Sat, 03 May 2025 12:20:13 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ρωμαίος και Ιουλιέτα Πράξις Ε (Ουίλλιαμ Σαίξπηρ) Μεταφραστής Δημήτριος Βικέλας</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/rwmaios-kai-ioulieta-praksis-e-ouilliam-saiksphr-metafrasths-dhmhtrios-bikelas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/rwmaios-kai-ioulieta-praksis-e-ouilliam-saiksphr-metafrasths-dhmhtrios-bikelas/</guid><description>ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ. ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ. Οδός εις Μάντουαν. (Εισέρχεται ο ΡΩΜΑΙΟΣ). ΡΩΜΑΙΟΣ Εάν του Ύπνου ημπορώ το ‘μάτι να πιστεύσω, τα όνειρά μου είδησιν χαροποιάν προλέγουν. Αισθάνομαι ‘ς τον θρόνον του ελαφροκαθισμένον τον κύριον του στήθους μου. Κι απ’ την αυγήν ως τώρα μια ασυνείθιστη χαρά ανοίγει την καρδιάν μου, κι από την γην με στοχασμούς φαιδρούς μ’ ανασηκόνει. Απόψε την γυναίκα μου την είδα στ’ όνειρόν μου, ωσάν να ήρχετο εδώ να με ιδή· και μ’ ηύρεν αποθαμμένον (όνειρον παράδοξον! ν’ αφίνη να συλλογήται ο νεκρός)· κι’ αυτή με τα φιλιά της τόσην εφύσησε ζωήν εις τα νεκρά μου χείλη, ώστε ανέζησα εγώ, και ήμουν βασιλέας. Αχ! Τι απόλαυσις γλυκειά η ζωντανή αγάπη, αν της αγάπης η σκιά τόσην χαράν χαρίζη! (Εισέρχεται ο ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ). ΡΩΜΑΙΟΣ Απ’ την Βερώναν μήνυμα! Τι γίνεσαι, Βαλτάσσαρ; Του καλογήρου γράμματα μου φέρνεις; δόσε μου τα. Πώς είναι η γυναίκα μου; Τι κάμνουν οι γονείς μου, Τι κάμν’ η Ιουλιέτα μου; Το ερωτώ και πάλιν. Όταν εκείν’ ήναι καλά, κανείς κακά δεν είναι. ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Λοιπόν εκείν’ είναι καλά, κ’ είναι καλά τα πάντα· ‘ς τον τάφον των προγόνων της το σώμα της κοιμάται, κ’ η άυλή της η ψυχή πετά με τους αγγέλους. Εξαπλωμένην νεκρικά την είδα εις το μνήμα, κ’ ήλθα εδώ να σου το ‘πώ. Συγχώρησε, αυθέντα, αν φέρνω είδησιν κακήν. Το πρόσταγμά σου κάμνω. ΡΩΜΑΙΟΣ Αυτό μου έμελε; Λοιπόν, δεν σας ψηφώ, αστέρια! — Πήγαιν’ εκεί που κατοικώ· χαρτί να γράψω θέλω· κ’ ενοίκειασέ μου άλογα. Αναχωρώ απόψε. ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Υπομονή, αυθέντα μου. Το πρόσωπόν σου είναι αγριευμένον και χλωμόν. Φοβούμαι μη ξεσπάση καμμία νέα συμφορά. ΡΩΜΑΙΟΣ Μην έχης τέτοιον φόβον. Πήγαινε τώρα· άφες με, κι’ ό,τι σου είπα κάμε. Του καλογήρου γράμματα δεν έχεις να μου δώσης; ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Όχι, αυθέντα μου καλέ, δεν έχω. ΡΩΜΑΙΟΣ Δεν πειράζει. Τρέξε να εύρης άλογα. Ευθύς κ’ εγώ θα έλθω. (Απέρχεται ο Βαλτάσσαρ). Απόψε, Ιουλιέτα μου, μαζή σου θα πλαγιάσω! Πλην πώς να γίνη; — Ω! ‘ς τον νουν ενός απελπι- [σμένου τι γρήγορα που το κακόν εμβαίνει! — Ενθυμούμαι, εδώ πλησίον κατοικεί ένας φαρμακοπώλης. Προχθές τον είδα. Βότανα εμάζευε σκυμμένος, με ξεσχισμένον φόρεμα, με φρύδια σουφρωμένα· τον είχε ως το κόκκαλον η πτώχεια φαγωμένον. Και εις του ξεπεσμένου του εργαστηρίου τους τοίχους χελώναν είχε κρεμαστήν, και δέρμα κροκοδείλου βαλσαμωμένον, και πετσιά ψαριών φρικωδεστάτων· κι’ ανάρια ‘ς το τραπέζι του αραδιασμένα ήσαν άδεια κουτιά, και πράσινα αγγεία χωματένια, και φούσκαις κατακίτριναις, και μουχλιασμένοι σπόροι, και τριαντάφυλλα παστά, κι’ απομεινάρια σπάγγου. Κ’ εγώ επαρατήρησα την πτώχειαν του, και είπα: Εάν ευρίσκεται κανείς να χρειασθή φαρμάκι, αυτός ο άθλιος εδώ θα του το επωλούσε, κι ας τιμωρή τον πωλητήν με θάνατον ο Νόμος. Ωσάν να το επρόβλεπα πως θα τον λάβω χρείαν! Εδώ νομίζω κατοικεί· αλλά το εργαστήρι είναι κλειστόν. Έχει εορτήν. — Εσύ, φαρμακοπώλη! (Εισέρχεται ο φαρμακοπώλης). ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ Ποιος κράζει τόσον δυνατά; ΡΩΜΑΙΟΣ Έλα εδώ, καλέ μου. Πτωχός μου φαίνεσαι. Ιδού· λάβε φλωριά σαράντα. Θέλω φαρμάκι δυνατόν, να ενεργή αμέσως, κι’ άμα σταις φλέβαις σκορπισθή νεκρόν να τον αφίνη εκείνον που βαρέθηκε να ζη, και θα το πάρη. Από το σώμα την ζωήν το θέλω να την διώχνη διά μιας, ορμητικά, καθώς ορμά κ’ εβγαίνει από τα σπλάγχνα κανονιού πυρίτις αναμμένη. ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ Φαρμάκι έχω δυνατόν, καθώς το θέλεις· όμως τον τιμωρεί τον πωλητήν με θάνατον ο Νόμος. ΡΩΜΑΙΟΣ Τόσον πτωχός και ελεεινός, και θάνατον φοβάσαι; ‘ς τα μάγουλά σου φαίνεται ζωγραφισμένη η πείνα· ‘ς τα λιμασμένα ‘μάτια σου η στέρησις’ κ’ η πτώχεια· ‘ς την ράχιν σου η ζητανιά κι’ ο εξευτελισμός σου· ο Νόμος δεν σε αγαπά, κι’ ο κόσμος δεν σε θέλει· Νόμον να γίνης πλούσιος ο κόσμος δεν τον έχει· λοιπόν, τον Νόμον πάτησε και πάρε, να πλουτήσης. ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ Τα δέχεται η πτώχεια μου, η θέλησίς μου όχι. ΡΩΜΑΙΟΣ Όχι την θέλησιν κ’ εγώ, την πτώχειαν σου πληρόνω. ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ Πάρε αυτό και χύσε το ‘ς ό,τι πιοτόν κι’ αν ήναι, και πιέ το. Είκοσι ανδρών την δύναμιν να έχης, αμέσως οπού το γευθής, ευθύς σε τελειόνει. ΡΩΜΑΙΟΣ Να τα φλωριά. Χειρότερον φαρμάκι τούτο είναι, εις τον βρωμόκοσμον αυτόν πλειότερον σκοτόνει, από αυτό, που να πωλής ο Νόμος σ’ εμποδίζει. Εγώ φαρμάκι σου πωλώ, κι’ όχι εσύ εμένα! Ώρα καλή. Αγόρασε ψωμί να κάμης σάρκα. — Έλα εσύ, ω ιατρικόν, όχι φαρμάκι· έλα· εκεί, στης Ιουλιέτας μου τον τάφον θα σε πάρω! (Εξέρχονται). ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ. Το κελλίον του πάτερ Λαυρεντίου. ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ, εισερχόμενος. Ω άγιε καλόγηρε, ω αδελφέ, πού είσαι; ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, εισερχόμενος. ‘Σάν την φωνήν μου φαίνεται του πάτερ Ιωάννου. Καλώς ‘τον απ’ την Μάντουαν! Τι λέγει ο Ρωμαίος; Αν σ’ έδωσε απόκρισιν γραμμένην, δος το γράμμα. ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ Του τάγματός μας μοναχόν επήγα να ζητήσω, νάχω ‘ς τον δρόμον σύντροφον (53)· κ’ εκεί όπου τον ηύρα να περιθάλπη ασθενείς, διά μιας πλακόνουν οι φύλακες της πόλεως· επήραν υποψίαν μη έπεσε θανατικόν, κ’ εσφράγισαν τας θύρας, και μας εκλείδωσαν εκεί ‘ς το μολυσμένον σπίτι, κ’ εμένα εις την Μάντουαν μ’ εμπόδισαν να ‘πάγω. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Με ποίον έστειλες λοιπόν το γράμμα ‘ς τον Ρωμαίον; ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ Δεν ήτο τρόπος να σταλθή. Ιδού· εδώ το έχω ούτε μου ήτο δυνατόν να σου το στείλω ‘πίσω. Τόσος τους έπιασε πολύς επιδημίας φόβος. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ω συμφορά! Το γράμμα μου ασήμαντον δεν ήτο, αλλ’ είχε, μα το ράσον μου, μεγάλην σημασίαν, και ίσως η αναβολή κακόν μεγάλον φέρη. Πήγαινε τώρα, πήγαινε, ω πάτερ Ιωάννη, εύρε λοστόν, και φέρε τον αμέσως ‘ς το κελλί μου. ΠΑΤΕΡ ΙΩΑΝΝΗΣ Ευθύς τον φέρνω. (Απέρχεται). ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Μόνος μου θα τρέξω εις το μνήμα. Η Ιουλιέτα ξυπνητή θα ήναι εις τρεις ώραις. Θα έχη εναντίον μου παράπονον μεγάλον, πως ο Ρωμαίος είδησιν ακόμη να μη λάβη. Αλλά θα στείλω γράμματα ‘ς την Μάντουαν και πάλιν, κ’ έως να έλθη ο άνδρας της την κρύπτω ‘ς το κελλί μου. Καϋμένον πτώμα ζωντανόν, με τους νεκρούς θαμμένον! (Απέρχεται). ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ. Κοιμητήριον· εν αυτώ το οικογενειακόν των Καπουλέτων μνημείον. (Εισέρχεται ο ΠΑΡΗΣ, και ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ του φέρων άνθη και δαυλόν). ΠΑΡΗΣ Δος τον δαυλόν και πήγαινε. Παράμερα τραβήξου. Ή σβύσε τον καλλίτερα. Να με ιδούν δεν θέλω. Εσύ ‘ξαπλώσου καταγής ‘ς τα έλατα αποκάτω, κ’ έχε τ’ αυτί σου κολλητόν κάτω ‘ς την γην την κούφιαν απ’ το συχνόν το σκάψιμον είν’ άστρωτον το χώμα, και αν ‘ς το κοιμητήριον κανείς περιπατήση, θα τον ακούσης. Σφύριξε αμέσως που ακούσης. Δόσε μου τ’ άνθη. Πήγαινε, και κάμε όπως είπα. ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, καθ’ εαυτόν. Φοβούμαι ολομόναχος ‘ς τους τάφους· πλην θα μείνω. (Απομακρύνεται). ΠΑΡΙΣ Σκορπίζω άνθη, άνθος μου, ‘ς την νυμφικήν σου κλίνην, αλλοίμονον, με χώματα στρωμένην και με πέτραις! Ταις νύκταις με ροδόσταγμα εγώ θα την ραντίζω, κι’ αν λείψη το ροδόσταγμα, με δάκρυα πικρά μου. Το μοιρολόγι μου αυτό θα έχης κάθε νύκτα, να έρχωμαι ς’ τον τάφον σου, να ραίνω και να κλαίω. (Σφυρίζει ο ακόλουθος). Α! το παιδί μ’ ειδοποιεί· θα πλησιάζη κάποιος. Ποιος είν’ αυτός που έρχεται μ’ ανόσιον ποδάρι, και μου χαλνά την νεκρικήν πομπήν του Έρωτός μου; Κρατεί ‘ς το χέρι του δαυλόν. Ω νύκτα, σκέπασέ με! (Εξέρχονται ο ΡΩΜΑΙΟΣ και ο ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ κρατών δαυλόν, μοχλόν και αξίνην). ΡΩΜΑΙΟΣ Δος μου, Βαλτάσσαρ, τον μοχλόν και την αξίνην δος μου. Το γράμμα τούτο δόσε το ‘ς τα χέρια του πατρός μου πρωί πρωί. Δος μου το φως. Αν θέλης την ζωήν σου, ό,τι κι’ αν τύχη να ιδής και ό,τι κι’ αν ακούσης, μη πλησίασης κύτταξε και μη με διακόψης! Έχω σκοπόν να καταιβώ ‘ς την κλίνην του θανάτου, διότι και το πρόσωπον της γυναικός μου θέλω να το ιδώ, κι’ απ’ το νεκρόν το χέρι της να πάρω το δακτυλίδι που φορεί· πολύτιμόν μου είναι και έχω λόγον ακριβόν που θέλω να το έχω. Πλην αν γυρίσης και βαλθής να με παραμονεύσης, μα τον Θεόν, τα μέλη σου κομμάτια θα τα κάμω, να τα σκορπίσω εις αυτούς τους πεινασμένους τάφους! Είν’ οι σκοποί μου άγριοι, όσον κ’ η ώρα τούτη· ακόμη πλέον τρομεροί και εξαγριωμένοι απ’ ωργισμένην θάλασσαν, ή τίγριν πεινασμένην! ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ θα τραβηχθώ, αυθέντα μου, και δεν θα σε ταράξω. ΡΩΜΑΙΟΣ Με τούτο την αγάπην σου θα μου την αποδείξης. Πάρε αυτά, (Τω δίδει το βαλάντιόν του) και πήγαινε, και ο Θεός μαζή σου! Ώρα καλή σου, φίλε μου. ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Ας λέγη ό,τι θέλει, εδώ τριγύρω θα κρυφθώ· δεν φεύγω· με τρομάζει το ‘μάτι του· κάτι κακόν έχει ‘ς τον νουν φοβούμαι. (Αποσύρεται). ΡΩΜΑΙΟΣ Ω στόμα μαύρον και φρικτόν! ω σπλάγχνον του θανάτου, με τ’ ακριβώτερον κορμί του κόσμου χορτασμένον! Ιδού, πώς τα σαγόνια σου τα σάπια θα τ’ ανοίξω, κι’ άλλην τροφήν ‘ς τα δόντια σου να χώσω στανικώς σου! (Ανοίγει την θύραν του μνημείου). ΠΑΡΗΣ Αυτός είν’ ο εξόριστος Μοντέκης, ο αυθάδης, εκείνος οπού έχυσε το αίμα του Τυβάλτη, και ν’ αποθάνη έκαμε τ’ ωραίον τούτο πλάσμα από την λύπην. Κ’ έρχεται ακόμη να υβρίση και τα θαμμένα των κορμιά! Να τον συλλάβω πρέπει. — Σταμάτησε το έργον σου, ανόσιε Μοντέκη! Και πέραν απ’ τον θάνατον εκδίκησιν γυρεύεις; Κατάδικε τρισάθλιε, σε συλλαμβάνω. Έλα, υπάκουσέ με· πήγαινε μαζή μου. Θ’ αποθάνης! ΡΩΜΑΙΟΣ Ναι· ο σκοπός μου είν’ αυτός αλήθεια! Ν’ αποθάνω! — Απελπισμένον άνθρωπον μη ερεθίζης, νέε· φύγε· ω! φύγε απ’ εδώ και άφες με. Φοβήσου αυτούς εδώ που κείτονται. Παρακαλώ σε νέε, μη μ’ αγριεύης, μη ζητής και άλλην αμαρτίαν επάνω ‘ς το κεφάλι μου να μου επισωρεύσης. Φύγε, σου λέγω· σ’ αγαπώ καλλίτερ’ απ’ εμένα. Κακόν δεν θέλω κανενός παρά του εαυτού μου. Μη μένης· φύγε γρήγορα. Ζήσε να λέγης, ότι ένας τρελλός ευσπλαγχνικός σ’ εβίασε να φύγης. ΠΑΡΗΣ Δεν τα ψηφώ τα λόγια σου και τους εξορκισμούς σου, κι’ ως άνθρωπον παράνομον εδώ σε συλλαμβάνω. ΡΩΜΑΙΟΣ Πόλεμον θέλεις και καλά; Ιδού λοιπόν! (Μάχονται). Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Θεέ μου! Σπαθιαίς! Τους νυχτοφύλακας ας τρέξω να φωνάξω. (Απέρχεται). ΠΑΡΗΣ Μ’ εσκότωσες! ‘σπλαγχνίσου με, και άνοιξε το μνήμα, κ’ εξάπλωσέ με νεκρικά κοντά ‘ς την Ιουλιέταν. (Αποθνήσκει). ΡΩΜΑΙΟΣ Καλά· σου το υπόσχομαι. Να σε ιδώ, ποιος είσαι; Του Μερκουτίου ο καλός ο συγγενής, ο Πάρης! Τι μ’ έλεγεν ο δούλος μου ‘ς τον δρόμον; και τα λόγια δεν τα επρόσεχα εγώ ‘ς την ταραχήν μου μέσα; Ο Πάρης να στεφανωθή την Ιουλιέταν ήτον; Αυτό μου είπε; ή εγώ το είδα στ’ όνειρόν μου; Ή επειδή επρόφερεν ο Πάρης τ’ όνομά της, τα εφαντάσθηκεν αυτά ο σαλευμένος νους μου; — Δος μου το χέρι. Είμεθα κ’ εγώ και συ, καϋμένε, μαζή γραμμένοι ‘ς το πικρόν της συμφοράς βιβλίον! Δος μου το χέρι σου. Εγώ εσένα θα σε θάψω εις μνήμα θριαμβευτικόν… εις μνήμα; όχι! Φάρον! διότι αναπαύεται εδώ η Ιουλιέτα, κ’ η ευμορφιά της χύνει φως στου τάφου ταις καμάραις! Εδώ ‘ξαπλώσου, ω νεκρέ! ένας νεκρός σε θάπτει. (Καταθέτει τον Πάρην εντός του τάφου). Πολύ συχνά ο άνθρωπος ‘ς το ψυχομαχητόν του αισθάνεται χαρούμενος, και οι τριγυρινοί του το ονομάζουν αστραπήν προ του θανάτου τούτο. Ιδού, κ’ εμένα είν’ αυτό η αστραπή μου τώρα! Αγάπη μου, γυναίκα μου! Ω! της αναπνοής σου το μέλι το ερρούφησεν ο Θάνατος· αλλ’ όμως ακόμη δεν εκάλυψε την ωραιότητά σου, ακόμη δεν σ’ ενίκησε. Το κόκκινόν της χρώμα ακόμη αξεδίπλωτον το έχ’ η ωραιότης επάνω εις τα χείλη σου και εις τα μάγουλά σου· του Χάρου δεν τα ‘σκέπασεν η κίτρινη σημαία! Εις το αιματωμένον σου το σάβανον, Τυβάλτη, εδώ κοιμάσαι· τι ζητείς; τι άλλην χάριν θέλεις από το χέρι πώκοψε τα νειάτα σου ‘ς την μέσην, παρά να κόψη την ζωήν αυτήν, που εμισούσες; Συγχώρησέ με εξάδελφε! — Αχ, Ιουλιέτα, φως μου, πως είσαι τόσον εύμορφη ακόμη; Μη αλήθεια ο Θάνατος ο άυλος ερωτευμένος είναι; Μήπως το αποτρόπαιον, το άσαρκον το τέρας εδώ ‘ς το σκότος σε κρατεί, να σ’ έχη ερωμένην; Από τον φόβον μου εδώ, μαζή σου θ’ απομείνω. Ποτέ δεν φεύγω απ’ αυτό του Σκότους το παλάτι. Εδώ θα μένω πάντοτε μαζή με τα σκουλήκια, που έχεις συνοδείαν σου. Εδώ, εδώ θα εύρω αιώνιον ανάπαυσιν. Εδώ θ’ αποτινάξω απ’ το τυραννισμένον μου κι’ απηυδισμένον σώμα, τον βαρυτράχηλον ζυγόν του άστρου του κακού μου! Ιδέτε ύστερην φοράν, ω ‘μάτια μου! Χαρήτε το ύστερον αγκάλιασμα, ω χέρια μου! Ω χείλη, εσείς, ω θύραις της πνοής, μ’ ένα σεμνόν φιλί σας σφραγίσετε το πάκτωμα, που κάμνω με τον Χάρον! Έλα, πικρέ μου οδηγέ, τον δρόμον να μ’ ανοίξης. Απελπισμένε ναύκληρε, ω! έλα να συντρίψης ‘ς τους βράχους το καράβι μου το θαλασσοδαρμένον! Καλώς σε ηύρα αγάπη μου! (Πίνει το δηλητήριον) Πιστέ φαρμακοπώλη, το ιατρικόν σου δεν αργεί. — Μ’ ένα φιλί ‘πεθαίνω. (Αποθνήσκει). (Εισέρχεται εκ της ετέρας πλευράς του κοιμητηρίου ο ΠΑΤΕΡ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, φέρων λύχνον, μοχλόν και αξίνην). ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Βοήθειά μου ο Θεός! πόσαις φοραίς απόψε εσκόνταψαν τα πόδια μου εις τάφους. — Ποίος είσαι; ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Πάτερ Λαυρέντιε, εγώ, φίλος και γνώριμός σου. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ευλογητός! Δεν μ’ εξηγείς, τι φως εκεί του κάκου φωτίζει μαυροσκούληκα κι’ αόμματα κρανία; Του Καπουλέτου είν’ εκεί ο τάφος, αν δεν σφάλλω. ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Ο κύριός μου είν’ εκεί, ω άγιέ μου πάτερ, ο νέος οπού αγαπάς. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ποιος είναι; ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Ο Ρωμαίος. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Προ πόσης ώρας είν’ εκεί; ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ θα ήναι ‘μισή ώρα. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ ‘Σ τον τάφον ακολούθει με. ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Φοβούμαι να σ’ ακούσω Ο κύριός μου αγνοεί πως είμ’ εδώ ακόμη, και μ’ εφοβέρισε φρικτά πως αν παραμονεύσω θα με σκοτώση. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Μείν’ εδώ· εγώ πηγαίνω μόνος. Ω! τρέμω μήπως έγεινε καμμία δυστυχία. ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Απεκοιμήθηκα εκεί ‘ς τα έλατ’ αποκάτω, και μέσα εις τον ύπνον μου ‘σαν όνειρον τον είδα μ’ ένα εδώ να πολεμά, και να τον θανατόνη. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ, προχωρών. Ρωμαίε! — Ω, αλλοίμονον! Τι αίμα κηλιδόνει τα μαρμαρένια πρόθυρα αυτού εδώ του τάφου; Εδώ τι θέλουν τα σπαθιά τα αιματοβαμμένα, γυμνά ριχμένα καταγής ‘ς τον τόπον της Ειρήνης; (Ακούεται θόρυβος έξωθεν). Α! ο Ρωμαίος! τι ωχρός! Ποιος άλλος; και ο Πάρης! και βουτημένος στ’ αίματα! Τι ώρα ωργισμένη, τι θρήνος!… Ω! εσάλευσεν η Ιουλιέτα. ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πάτερ, ω πάτερ μου παρήγορε, ο άνδρας μου πώς είναι; Το ενθυμούμαι καθαρά πού έπρεπε να ήμαι· ηξεύρω πού ευρίσκομαι. Πού είναι ο Ρωμαίος; (Ακούεται θόρυβος έξωθεν). ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ακούω κρότον. — Κόρη μου, να φύγης και φωληάζει εδώ αρρώστια, θάνατος, και ύπνος χωρίς τέλος. Μια Δύναμις, που δεν ‘μπορεί κανείς να την νικήση, ανέτρεψε τα σχέδια και τους σκοπούς μας. Έλα! Νεκρός o άνδρας σου εδώ ‘ς την αγκαλιάν σου είναι· νεκρός κι’ ο Πάρης. Φεύγωμεν. Θα σε τοποθετήσω εις μοναστήρι άγιον καλογρηών. Μη στέκης· μη μ’ ερωτάς. — Eπλάκωσαν οι φύλακες! ω! έλα, γρήγορα, φύγε! (Θόρυβος έξωθεν). Δεν τολμώ πλειότερον να μείνω. (Εξέρχεται). ΙΟΥΛΙΕΤΑ Πήγαινε, φύγε απ’ εδώ· αλλά εγώ δεν φεύγω. Τι έχεις, άνδρα μου γλυκέ, ‘ς το χέρι σου σφιγμένον; Ποτήρι; Σ’ εθανάτωσε παράκαιρα φαρμάκι! Όλον το ‘πήρες, ω κακέ; δεν άφησες κ’ εμένα σταλαγματιάν, κατόπιν σου να έλθω; θα φιλήσω τα χείλη σου. Επάνω των ίσως φαρμάκι μένει, και με το βάλσαμον αυτό ‘μπορέσω ν’ αποθάνω. (Τον ασπάζεται). Είναι τα χείλη σου ζεστά! ΦΥΛΑΞ, έξωθεν. Οδήγει μας. Πού είναι; ΙΟΥΛΙΕΤΑ Έρχοντ’ εδώ. Να μην αργώ. (Αρπάζει το εγχειρίδιον του Ρωμαίου) Καλότυχον μαχαίρι, χώσου εδώ και σκούριαζε, και δος μου ν’ αποθάνω! (Αυτοχειριάζεται και πίπτει επί του πτώματος του Ρωμαίου). (Εισέρχονται οι νυκτοφύλακες και ο ακόλουθος του Πάρη). Ο ΑΚΟΛΟΥθΟΣ Ιδού το μέρος. Κάτω ‘κεί· κοντά ‘ς το φως εκείνο. Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Γεμάτη αίματα η γη! — ‘ς τα μνήματα ιδέτε, και οποίον τύχη κ’ εύρετε κρυμμένον, πιάσετέ τον. (Εξέρχονται ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ τινες). Τι θέαμα ελεεινόν! Ο Πάρης σκοτωμένος, κ’ αιματωμένη και ζεστή ακόμ’ η Ιουλιέτα, ενώ προ δύο ημερών ετάφηκ’ εδώ κάτω! — Τρέξε στου πρίγκηπος εσύ, και συ στου Καπουλέτου, συ κράξε τους Μοντέκιδες. ‘Σ τους τάφους ας σκαλίζουν οι άλλοι. (Εξέρχονται έτεροι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ). Εδώ έγινεν όλος αυτός ο θρήνος, και έχομεν να μάθωμεν το διατί να γίνη. (Επιστρέφουσι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ τινές μετά του ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ). Β’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Τον ηύρα εις τα μνήματα· ο δούλος του Ρωμαίου. Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Φυλάγετέ τον. Να φανή ο Πρίγκηψ δεν θ’ αργήση. (Επιστρέφουσι έτεροι ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΚΕΣ μετά του ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ). Β’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Ένας καλόγηρος ιδού, οπού θρηνεί, και τρέμει, κι’ αναστενάζει. Έφευγε απ’ το νεκροταφείον και εκρατούσε τον μοχλόν και την αξίνην τούτην. Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Το πράγμα είναι ύποπτον. Κι αυτόν κρατήσετέ τον. Εισέρχεται ο ΠΡΙΓΚΗΨ μετά της συνοδείας του). ΠΡΙΓΚΗΨ Τι έγινε; τι συμφορά τόσον πρωί συνέβη, κ’ ετάραξε τον ύπνον μας και την ανάπαυσίν μας; (Εισέρχονται ο ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ, η ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ και έτεροι). ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Τι είν’ η τόση ταραχή και το κακόν; ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ ‘Σ τους δρόμους τρέχει ο κόσμος· μερικοί φωνάζουν ο Ρωμαίος, του Πάρη άλλοι τ’ όνομα, και άλλοι Ιουλιέτα! Και όλοι τρέχουν με φωναίς προς το ‘δικόν μας μνήμα. ΠΡΙΓΚΗΨ Τι είν’ αυτό το άκουσμα το φοβερόν; Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Αυθέντα, μαχαιρωμένος είν’ εδώ ο Πάρης, κι’ ο Ρωμαίος αποθαμμένος, και ζεστή και νεοσκοτωμένη η Ιουλιέτα, που προχθές ετάφηκ’ εδώ κάτω. ΠΡΙΓΚΗΨ Κυττάξετε να εύρετε πώς έγιναν οι φόνοι. Α’ ΝΥΚΤΟΦΥΛΑΞ Ένας καλόγηρος ιδού, κι’ ο δούλος του Ρωμαίου. Είχαν ‘ς τα χέρια σίδερα, κατάλληλα ν’ ανοίξουν τους τάφους τούτους των νεκρών. ΚΑΠΟΥΛΕΤ0Σ Ω ουρανέ! — Γυναίκα, ιδέ την κόρην μας εδώ, το αίμα της πώς τρέχει! Ω! το μαχαίρι έσφαλε. Να η σωστή του θήκη. Αντί εδώ εις το πλευρόν να έμβη του Μοντέκη, στης θυγατρός μας άδικα εχώθηκε το στήθος! ΚΑΠΟΥΛΕΤΑΙΝΑ Αχ! Είν’ αυτό το θέαμα νεκρώσιμη καμπάνα, που τα πικρά μου γηρατειά τα οδηγεί ‘ς τον τάφον! (Εισέρχεται ο ΜΟΝΤΕΚΗΣ και Έτεροι). ΠΡΙΓΚΗΨ Έλα, Μοντέκη· πρόωρα σ’ εξύπνησαν, καϋμένε, εδώ να εύρης πρόωρα τον υιόν σου κοιμισμένον. ΜΟΝΤΕΚΗΣ Ω άρχον, η γυναίκα μου πέθανεν απόψε· του εξορίστου της παιδιού την έφαγεν η λύπη. Ποία καινούρια συμφορά με κατατρέχει πάλιν; ΠΡΙΓΚΗΨ Κύτταξ’ εδώ να την ιδής. ΜΟΝΤΕΚΗΣ Κακοαναθρεμμένε, απ’ τον πατέρα σου εμπρός ‘ς τον τάφον καταιβαίνεις; ΠΡΙΓΚΗΨ Ησύχασε, και πρόσμεινε να καθαρίσω πρώτα το σκότος τούτο το πυκνόν, να μάθω την αιτίαν, την κεφαλήν, και την πηγήν αυτής της παραζάλης. Τότε θα γίνω αρχηγός πρώτος εγώ των θρήνων, κι’ ανοίγω εις την λύπην σας τον δρόμον του θανάτου· αλλ’ έως τότ’ υπομονή. — Οι ένοχοι πού είναι; ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ο πλέον ύποπτος ιδού, κι’ άν ένοχος δεν ήμαι. Αλλά μου καταμαρτυρούν η ώρα και ο τόπος, κ’ επάνω μου του φονικού την υποψίαν στρέφουν. Εγώ, αθώος κ’ ένοχος, ιδού εμπρός σου στέκω, να ‘πώ την καταδίκην μου και την αθώωσίν μου. ΠΡΙΓΚΗΨ Ειπέ μου γρήγορα λοιπόν εκείνο που γνωρίζεις. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ολίγα λόγια θα ειπώ· ‘λίγη ζωή μου μένει, κι’ ούτ’ ημπορώ (κι αν ήθελα) να τα μακρολογήσω. Η Ιουλιέτα σύζυγον τον είχε τον Ρωμαίον, αυτόν που βλέπετε νεκρόν. Και την νεκράν εκείνην πιστήν γυναίκα κι’ ακριβήν την είχεν ο Ρωμαίος. Εγώ τους εστεφάνωσα, εγώ. Και την ημέραν του γάμου των του μυστικού απέθαν’ ο Τυβάλτης. Ο άκαιρός του θάνατος εστάθηκεν αιτία εξωρισμένος ο γαμβρός από εδώ να φύγη. Αυτόν η νέα έκλαιε και όχι τον Τυβάλτην (Προς τον Καπουλέτον). και με σκοπόν την λύπην της εσύ να ξερριζώσης, την ηρραβώνισες ευθύς, και να την στεφανώσης διά της βίας ήθελες αμέσως με τον Πάρην. Απελπισμένη έτρεξεν εκείνη και με ηύρε, κ’ εγύρευε βοήθειαν, και τρόπον να γλυττώση από τον δεύτερον αυτόν τον γάμον, ή αλλέως εις το κελλί μου ήθελε να σκοτωθή εμπρός μου. Τότε κ’ εγώ, που των φυτών τα μυστικά γνωρίζω, της έδωσα ναρκωτικόν. Το αποτέλεσμά του επέτυχε ‘ς το σώμα της, καθώς της το προείπα, και του θανάτου την μορφήν την έκαμε να λάβη. Εν τούτοις τον εμήνυσα να έλθη τον Ρωμαίον αυτήν την νύκτα την φρικτήν, και να την περιλάβη από τον τάφον της εδώ τον δανεικόν, την ώραν που έμελλεν η δύναμις του ιατρικού να παύση. Πλην έτυχεν εμπόδιον, κι’ αντί αυτός να λάβη τα γράμματά μου, χθες αργά ο πάτερ Ιωάννης οπίσω μου τα έφερε. Και τότε μοναχός μου, την ώραν που επρόσμενα η νέα να ξυπνήση, ήλθα απ’ τον τάφον μυστικά να την ελευθερώσω, κ’ εις το κελλί εσκόπευα να την κρατώ κρυμμένην, έως να στείλω μήνυμα και πάλιν ‘ς τον Ρωμαίον. Αλλ’ όταν έφθασα εδώ, λεπτά ολίγα μόλις πριν να την εύρω ξυπνητήν, τους ηύρα και τους δύο, τον Πάρην τον ενάρετον και τον πιστόν Ρωμαίον, αποθαμμένους καταγής. Εξύπνησε κ’ εκείνη, κ’ ενώ να φύγη απ’ εδώ την επαρακαλούσα, κ’ εις του Θεού τους ορισμούς υποταγήν να δείξη, μ’ εξίππασεν ο θόρυβος κ’ εβγήκ’ από το μνήμα. Εκείνη δεν ηθέλησε να με ακολουθήση, κι’ απελπισμένη, φαίνεται, ‘σκοτώθηκε μονάχη. Αυτά γνωρίζω. — Ήξευρε τα στεφανώματά της η παραμάνα της. — Εάν εις όλα τούτα πταίω, ας παιδευθώ. Ο Νόμος σου ο αυστηρός ας κόψη ολίγον πριν της ώρας των τα γέρικά μου χρόνια. ΠΡΙΓΚΗΨ Δι’ άνθρωπον ενάρετον και άγιον σε είχα. Τι άλλο έχει να ειπή ο δούλος του Ρωμαίου; ΒΑΛΤΑΣΣΑΡ Εις τον αυθέντην μου εγώ της Ιουλιέτας είπα τον θάνατον. Την Μάντουαν παραίτησεν αμέσως κ’ ήλθεν εδώ βιαστικός, ‘ς αυτόν εδώ τον τάφον. Το γράμμα τούτο μ’ έδωσε να δώσω του πατρός του· να τραβηχθώ μ’ επρόσταξε, να τον αφήσω μόνον αλλέως μ’ φοβέρισε να κόψη την ζωήν μου. ΠΡΙΓΚΗΨ Δος μου το γράμμα. Θα ιδώ τι γράφει του πατρός του. Πού είναι και ο άνθρωπος του Πάρη; Φέρετέ τον. — Ειπέ μου συ· τι έκαμεν εδώ ο κύριος σου; Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ Έφερε άνθη στης νεκράς το μνήμα να σκορπίση, κ’ επρόσταξε παράμερα εγώ να περιμένω. Εκεί που επερίμενα, είδα και ήλθεν ένας· φως εκρατούσε, κ’ ήθελε το μνήμα να τ’ ανοίξη· κι ο κύριος μου ώρμησε με το σπαθί ‘ς το χέρι. Αμέσως έτρεξα κ’ εγώ τους φύλακας να κράξω. ΠΡΙΓΚΗΨ Το γράμμα του του μοναχού τα λόγια βεβαιώνει. Τον γάμον, την αγάπην του, τον θάνατον της γράφει, και λέγει πως ηγόρασε ‘ς την Μάντουαν φαρμάκι, και ήλθεν, εις τον τάφον της επάνω ν’ αποθάνη, κ’ εδώ κι’ αυτός ν’ αναπαυθή κοντά ‘ς την Ιουλιέταν. Αυτοί που είναι, οι εχθροί; — Μοντέκη, Καπουλέτε! Ιδέτε πώς την έχθραν σας ο Ουρανός παιδεύει· εξολοθρεύει ο Θεός μ’ αγάπην την χαράν σας! Κ’ εγώ, εγώ που έκλεισα ‘ς την έχθραν σας τα ‘μάτια έχασα δύο συγγενείς. Οι πάντες τιμωρούνται! ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Δος μου το χέρι σου εδώ, ω αδελφέ Μοντέκη. Ιδού το προικοσύμφωνον της κόρης μου. Τι άλλο να σου ζητήσω ημπορώ; ΜΟΝΤΕΚΗΣ Εγώ θα δώσω κι’ άλλο. Από χρυσάφι καθαρόν θα στήσω τ’ άγαλμα της, ώστε ενόσω εις την γην Βερώνα θα υπάρχη, της Ιουλιέτας της πιστής να σώζεται η μνήμη, και τ’ όνομά της ακριβόν κι’ αγαπητόν να μένη! ΚΑΠΟΥΛΕΤΟΣ Χρυσόν κοντά της τ’ άγαλμα θα στήσω του Ρωμαίου. Άδικα θύματα κ’ οι δυο της παλαιάς μας έχθρας! ΠΡΙΓΚΗΨ Αυτά τα ‘ξημερώματα ειρήνην μαύρην φέρνουν. Ο ήλιος απ’ την λύπην του το πρόσωπόν του κρύπτει. Πηγαίνωμεν. Θα έχωμεν πολύ συχνά αιτίαν να ομιλούμεν δι αυτά τα θλιβερά συμβάντα. Θα συγχωρήσω μερικούς· θα παιδευθούν οι άλλοι(54). Δεν εξανέγεινε ποτέ τόσος καϋμός και θρήνος, ‘σαν τον ‘δικόν σας τον καϋμόν, Ρωμαίε, Ιουλιέτα! (Εξέρχονται). Mikhail-Vrubel-Romeo and Juliet.-1896</description><pubDate>Sat, 03 May 2025 12:14:06 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ακάθιστος ύμνος (Ρωμανός ο Μελωδός);Φιλολογική επιμέλεια : Ηρακλής Ψάλτης</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/akathistos-ymnos-rwmanos-o-melwdosfilologikh-epimeleia-hraklhs-psalths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/akathistos-ymnos-rwmanos-o-melwdosfilologikh-epimeleia-hraklhs-psalths/</guid><description>Σε σένα, την υπέρμαχο στρατηγό, τον επινίκιο ύμνο ως ευχαριστεία για τη σωτηρία μου από τα δεινά εγώ η πόλη σου σου προσφέρω, Θεοτόκε. Αλλά εσύ που η δύναμή σου είναι ακατανίκητη, λευτέρωσέ με από κάθε είδους κινδύνους, για να ψάλλω σε σένα, «Χαίρε νύμφη ανύμφευτε» Ο αρχάγγελος εστάλη από τον ουρανό, για να πει στην Θεοτόκο το «Χαίρε». Και μαζί με την ασώματη φωνή, βλέποντάς σε, Κύριε, να παίρνεις σάρκα, γεμάτος έκπληξη στεκόταν μπροστά στη Θεοτόκο, λέγοντας τα ακόλουθα: Χαίρε εσύ από την οποία θα λάμψει η χαρά, χαίρε εσύ μέσω της οποίας θα σβήσει η κατάρα, χαίρε εσύ, η επαναφορά του Αδάμ που έχει εκπέσει, χαίρε εσύ, η λύτρωση των δακρύων της Εύας, χαίρε ύψος που δύσκολα ανεβαίνει ο ανθρώπινος λογισμός , χαίρε βάθος που δύσκολα μπορούν να δουν ακόμη και τα μάτια των αγγέλων, χαίρε, γιατί είσαι ο θρόνος του βασιλιά, χαίρε, γιατί βαστάζεις εκείνον που κρατά τα πάντα, χαίρε αστέρι που προμηνά τον ήλιο, χαίρε κοιλιά μέσα στην οποία σαρκώθηκε ο Θεός, χαίρε εσύ, που μέσα από σένα ανακαινίζεται η κτίση, χαίρε εσύ, που μέσα από σένα γεννιέται ως βρέφος ο δημιουργός, Χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Βλέποντας η αγία ότι η ίδια είναι αγνή, λέει με θάρρος στον Γαβριήλ: Την παράδοξη αγγελία σου είναι για την ψυχή μου δύσκολο να την δεχτώ. Γιατί πώς αναφέρεσαι στην κυοφορία μιας άσπορης κυήσεως και ψάλλεις Αλληλούϊα. Ζητώντας η Παρθένος να μάθει τα άγνωστα, φώναξε προς τον λειτουργό: Από μια αγνή μήτρα πώς είναι δυνατό να γεννηθεί ένα παιδί; Πες μου. Πρός αυτήν εκείνος απάντησε με φόβο, αλλά με τα κατάλληλα λόγια: Χαίρε εσύ που γνωρίζεις το μυστικό, χαίρε πίστη εκείνων που προσεύχονται σιωπηλά, χαίρε ποίμνιο των θαυμάτων του Χριστού, χαίρε βάση της δογματικής του διδασκαλίας, χαίρε ουράνια σκάλα, μέσω της οποίας κατέβηκε ο Θεός, χαίρε γέφυρα που οδηγείς στον ουρανό αυτούς που βρίσκονται στη γη, χαίρε πολυθρήνητο τραύμα των δαιμόνων, χαίρε εσύ που γέννησες με τρόπο ανερμήνευτο το φως, χαίρε εσύ που σε κανέναν δεν αποκάλυψες πώς έγινε αυτό, χαίρε εσύ που ξεπερνάς την γνώση των σοφών, χαίρε εσύ που φωτίζεις το πνεύμα των πιστών, χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Η δύναμη του Υψίστου σκέπασε τότε την πανάσπιλη, για να συλλάβει. Και την μήτρα της που φέρει καλούς καρπούς η δύναμη του Υψίστου υπέδειξε ως πλούσιο αγρό για όλους εκείνους που θέλουν να θερίσουν τη σωτηρία ψάλλοντας έτσι: Αλληλούϊα. Έχοντας στην μήτρα της τον Θεό η Παρθένος ανηφόρισε προς την Ελισάβετ. Και το βρέφος εκείνης αμέσως, μόλις κατάλαβε τον χαιρετισμό της, χάρηκε και με τα σκιρτήματά του σαν να τραγουδούσε μιλούσε προς την Θεοτόκο: Χαίρε κλήμα αμάραντου βλαστού, χαίρε κτήμα αθανάτου καρπού, χαίρε εσύ που ανέθρεψες τον φιλάνθρωπο γεωργό, χαίρε εσύ που γέννησες τον κηπουρό της ζωής, χαίρε γη που είσαι κατάφορτη από έλεος, χαίρε τράπεζα που φέρεις την πληθώρα των ιλαστήριων προσφορών, χαίρε εσύ που κάνεις πλούσιο το λιβάδι της χαράς, χαίρε εσύ που ετοιμάζεις το λιμάνι των ψυχών, χαίρε αποδεκτό θυμίαμα της προσευχής μας, χαίρε εσύ που σώζεις όλον τον κόσμο, χαίρε εσύ, η καλή διάθεση του Θεού προς τους θνητούς, χαίρε εσύ που είσαι το θάρρος των ανθρώπων προς τον Θεό, χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Ο σώφρων Ιωσήφ άρχισε μέσα του να ταράζεται έχοντας μέσα του την αμφιβολία, καθώς αντίκρισε εσένα την άγαμη κόρη και σε υποψιαζόταν ως κλεψίγαμη (μοιχαλίδα). Όταν όμως πληροφορήθηκε την σύλληψή σου από το άγιο Πνεύμα είπε: Αλληλούϊα. Άκουσαν οι βοσκοί τους αγγέλουν να υμνολογούν την ένσαρκη παρουσία του Χριστού και σπεύδοντας σαν να έτρεχαν στον βοσκό τους, βλέπουν αυτόν ως αγνό αρνί που μεγάλωσε μέσα στη μήτρα της Μαρίας, την οποία εξυμνώντας είπαν: Χαίρε μητέρα του αρνιού και του βοσκού, χαίρε αυλή των λογικών προβάτων, χαίρε εσύ που μας προφυλάσσεις από αόρατους εχθρούς, χαίρε εσύ που ανοίγεις τις πόρτες του Παραδείσου, χαίρε γιατί ο ουρανός χαίρεται μαζί με τη γη, χαίρε γιατί η γη χορεύει μαζί με τους ουρανούς, χαίρε εσύ που είσαι το στόμα των αποστόλων που ποτέ δεν σωπαίνει, χαίρε εσύ που ενδυναμώνεις με ανίκητη τόλμη τους αθλοφόρους, χαίρε λαμπρό γνώρισμα της χάριτος, χαίρε εσύ που μέσα από σένα ξεγυμνώθηκε ο Άδης, χαίρε εσύ που μέσα από σένα ντυθήκαμε τη δόξα, Χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Βλέποντας οι μάγοι το αστέρι που το οδηγούσε ο Θεός, ακολούθησαν τη λάμψη του και έχοντας αυτό ως φανάρι, μέσω αυτού αναζητούσαν τον δυνατό βασιλιά. Και αφού έφθασαν στον άφθαστο, χάρηκαν και του φώναξαν, Αλληλούϊα. Είδαν τα παιδιά των Χαλδαίων στα χέρια της Παρθένου εκείνον που έπλασε με το χέρι του τους ανθρώπους και κατανοώντας τον ως Θεό, αν και πήρε μορφή δούλου, έσπευσαν να προσφέρουν τα δώρα τους και να φωνάξουν στην ευλογημένη: χαίρε μητέρα του αδύτου αστεριού, χαίρε αυγή της μυστικής ημέρας, χαίρε εσύ που έσβησες το καμίνι της πλάνης, χαίρε εσύ που φωτίζεις εκείνους που γνωρίζουν την Τριάδα, χαίρε εσύ που έδιωξες από την εξουσία τον απάνθρωπο τύραννο, χαίρε εσύ που επέδειξες τον Χριστό ως κύριο φιλάνθρωπο, χαίρε εσύ που μας λύτρωσες από την βάρβαρη θρησκεία, χαίρε εσύ που μας καθάρισες από τον βούρκο των έργων, χαίρε εσύ που σταμάτησες την προσκύνηση της φωτιάς, χαίρε εσύ που μας απάλλαξες από τη φλόγα των παθών, χαίρε εσύ που οδηγείς τους πιστούς στη σωφροσύνη, χαίρε εσύ χαρά όλων των γενεών, χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Οι μάγοι, αφού έγιναν θεοφόροι κήρυκες, επέστρεψαν στην Βαβυλώνα, αφού επαλήθευσαν το χρησμό και κήρυξαν εσένα το Χριστό σε όλους, αφήνοντας τον Ηρώδη μέσα στην πλάνη, να μην γνωρίζει να ψέλνει Αλληλούϊα. Αφού έλαμψες στην Αίγυπτο το φως της αλήθειας, έδιωξες το ψέμμα του σκότους. Γιατί, Σωτήρα, τα είδωλά της, μη μπορώντας να υπομείνουν τη δύναμή σου, έπεσαν, και εκείνοι οι οποίοι απαλλάχθηκαν από αυτά φώναζαν προς την Θεοτόκο: Χαίρε ανόρθωση των ανθρώπων, χαίρε κατάπτωση των δαιμόνων, χαίρε εσύ που νίκησες την πλάνη της απάτης, χαίρε εσύ που έλεγξες των ειδώλων τον δόλο, χαίρε θάλασσα που βύθισες τον νοητό φαραώ, χαίρε πέτρα που πότισες εκείνους που διψούσαν για ζωή, χαίρε πύρινε στύλε που καθοδηγείς αυτούς που βρίσκονται στο σκοτάδι, χαίρε στέγη του κόσμου, που είσαι πιο πλατιά από τα σύννεφα, χαίρε εσύ που με τη σειρά σου έγινες η τροφή του μάννα, χαίρε εσύ που είσαι η γη της επαγγελίας, χαίρε εσύ από την οποία τρέχει μέλι και γάλα, χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Καθώς ο Συμεών επρόκειτο να φύγει από την παρούσα απατηλή ζωή, δόθηκες σ’ αυτόν ως βρέφος, αλλά σε αναγνώρισε και ως τέλειο Θεό. Γι’ αυτό και έμεινε κατάπληκτος από την άπειρο σοφία σου και φώναξε Αλληλούϊα. Μας έδειξε νέο κόσμο, που τον φανέρωσε σε μας, τα πλάσματά του, ο δημιουργός, καθώς γεννήθηκε από άσπορο μήτρα και την διατήρησε αλόβητη, προκειμένου, βλέποντας το θαύμα, να υμνήσουμε αυτή φωνάζοντας: χαίρε λουλούδι της αφθαρσίας, χαίρε στεφάνι της εγκράτειας, χαίρε εσύ που λάμπεις το σημάδι της Αναστάσεως, χαίρε εσύ που φανέρωσες στους ανθρώπους την ζωή των αγγέλων, χαίρε δέντρο με τους ωραίους καρπούς, από το οποίο τρέφονται οι πιστοί, χαίρε ξύλο με την ωραία σκιά των φυλλωμάτων, κάτω από το οποίο αναπαύονται πολλοί, χαίρε εσύ που κυοφορείς τον καθοδηγητή εκείνων που βρίσκονται στην πλάνη, χαίρε εσύ που θα γεννήσεις τον λυτρωτή των αιχμαλώτων, χαίρε παράκληση του δίκαιου κριτή, χαίρε συγχώρηση εκείνων που έχουν διαπράξει πολλά αμαρτήματα, χαίρε εσύ που γίνεσαι στολή των γυμνών, για να έχουν τόλμη, χαίρε στοργή που νικά κάθε πόθο, χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Βλέποντας την παράξενη γέννηση, ας απομακρυνθούμε από τον κόσμο και ας στρέψουμε τον νου στον ουρανό. Γι’ αυτό τον λόγο ο ύψιστος Θεός φανερώθηκε πάνω στη γη ως ταπεινός άνθρωπος, θέλοντας να τραβήξει προς το ύψος εκείνους που του φώναζαν Αλληλούϊα. Όλος βρισκόταν στον κάτω κόσμο, αλλά όμως καθόλου δεν ήταν μακριά από τον πάνω ο απερίγραπτος λόγος. Γιατί συνετελέστη όχι μια τοπική μετάβαση αλλά μια θεϊκή παραχώρηση, και μια γέννα από παρθένο που την είχε καταλάβει το άγιο Πνεύμα, η οποία άκουε αυτά: χαίρε χώρα του Θεού του αχώρητου, χαίρε πόρτα του σεπτού μυστηρίου, χαίρε αμφίβολο άκουσμα των απίστων, χαίρε αναμφίβολο καύχημα των πιστών, χαίρε πανάγιο όχημα εκείνου ο οποίος βρίσκεται πάνω από τα Χερουβίμ, χαίρε τέλεια κατοικία, εκείνου που βρίκεται πάνω από τα Σεραφίμ, χαίρε εσύ που συμφιλίωσες τους εχθρούς, χαίρε εσύ που συνδύασες παρθενία και λοχεία, χαίρε εσύ μέσω της οποίας διαλύθηκε η παράβαση (των πρωτοπλάστων), χαίρε εσύ, μέσω της οποίας ανοίχθηκε ο παράδεισος, Χαίρε εσύ, το κλειδί της βασιλείας του Χριστού, χαίρε ελπίδα των αιωνίων αγαθών, χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Όλα τα τάγματα των αγγέλων έμειναν κατάπληκτα μπροστά στο μεγάλο έργο της ενανθρώπισής σου. Γιατί έβλεπε τον απλησίαστο Θεό ως άνθρωπο προσιτό σε όλους, να ζει ανάμεσά μας και να ακούει από όλους το Αλληλούϊα. Βλέπουμε τους ρήτορες που διαθέτουν παντοδύναμο λόγο να έχουν μείνει άφωνοι σαν ψάρια μπροστά σου, Θεοτόκε. Γιατί δεν μπορούν να δώσουν απάντηση στο «πώς και παρθένος μένεις και κατάφερες να γεννήσεις». Εμείς πάλι, απορρώντας με την παράδοξη πράξη, με πίστη φωνάζουμε: χαίρε εσύ που δέχτηκες τη σοφία του Θεού, χαίρε εσύ που είσαι η αποθήκη της πρόνοιάς του, χαίρε εσύ που απέδειξες ότι οι σοφοί δεν διαθέτουν σοφία, χαίρε εσύ που ελέγχεις ως ανόητους τους τεχνολόγους, χαίρε γιατί εξαιτίας σου φάνηκαν ως ανόητοι οι δεινοί συζητητές, χαίρε γιατί εξαιτίας σου μαράθηκαν οι ποιητές των μύθων, χαίρε εσύ που διέρρυξες τα πολύπλοκα δίχτυα των αθηναίων σοφών, χαίρε εσύ που γεμίζεις τα δίχτυα των ψαράδων, χαίρε εσύ που μας βγάζεις από τον βυθό της άγνοιας, χαίρε εσύ που φωτίζεις πολλούς οδηγώντας τους στη γνώση, χαίρε καράβι εκείνων που επιθυμούν να σωθούν, χαίρε λιμάνι των ταξιδιωτών της ζωής, χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Θέλοντας να σώσει τον κόσμο εκείνος που στόλισε τα πάντα ήλθε με δική του προαίρεση προς αυτόν. Και καθώς, ως Θεός, είναι ο βοσκός μας, παρουσιάστηκε ως άνθρωπος σ’ εμάς. Γιατί, αφού κάλεσε τον όμοιο προς τον όμοιο, ως Θεός ο ίδιος ακούει το Αλληλούϊα. Είσαι το τείχος τω παρθένων και όλων εκείνων που προσφεύγουν σε σένα, Θεοτόκε παρθένε. Γιατί σε έπλασε ο δημιουργός του ουρανού και της γης άχραντε, αφού κατοίκησε στην μήτρα σου και δίδαξε στους πάντες να σου απευθύνουν τα εξής λόγια: Χαίρε εσύ που είσαι η στήλη της παρθενίας, χαίρε καθοδηγήτρια μας προς την ανάπλαση του νου, χαίρε εσύ που παρέχεις την αγαθότητα του Θεού, χαίρε, γιατί εσύ ανεγέννησες εκείνους που συνελήφθησαν με αισχρό τρόπο, χαίρε, γιατί εσύ έβαλες μυαλό σ’ εκείνους που τους είχαν λεηλατήσει τον νου. Χαίρε εσύ που κατήργησες εκείνον που καταστρέφει το λογικό, χαίρε εσύ που γέννησες τον σπορέα της αγνότητας, χαίρε νυφικό κρεββάτι του άσπορου γάμου, χαίρε εσύ που συνταιριάζεις τους πιστούς με τον Κύριο, χαίρε εσύ που είσαι η καλή τροφός των παρθένων, χαίρε εσύ που καθοδηγείς τις άγιες ψυχές, χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Κάθε ύμνος είναι κατώτερος, όταν επιχειρεί να φτάσει το πλήθος της μεγάλης σου ευσπλαχνίας. Γιατί ακόμη κι αν σου προσφέρουμε ισάριθμες με τους κόκκους της άμμου ωδές, βασιλιά άγιε, δεν θα σου έχουμε δώσει τίποτε άξιο εκείνων που εσύ έδωσες σ’ εμάς που σου φωνάζουμε Αλληλούϊα. Βλέπουμε την αγία παρθένο σαν μια φωτοδόχο λαμπάδα που έχει φανεί για εκείνους που βρίσκονται στο σκοτάδι. Γιατί καθώς ανάβει το άϋλο φως, οδηγεί τους πάντες προς θεϊκή γνώση, φωτίζοντας τον νου με τη λάμψη της και με αυτή την κραυγή (τους ύμνους) δέχεται τις ακόλουθες τιμές: χαίρε ακτίνα του νοητού ήλιου, χαίρε λάμψη του φωτός που δεν δύει, χαίρε αστραπή που κάνεις τις ψυχές να λάμπουν, χαίρε ως βροντή που χτυπάς τους εχθρούς, χαίρε εσύ γιατί ανατέλεις το φως που παρέχει άπλετο φωτισμό, χαίρε γιατί εσύ αναβλύζεις τον ποταμό τον άφθονο σε νερά, χαίρε εσύ που αναζωογονείς τον τύπο της κολυμβήθρας, χαίρε εσύ που απομακρύνεις τον ρύπο της αμαρτίας, χαίρε λουτήρα που ξεπλένεις τη συνείδηση, χαίρε κρατήρα που κερνάς τη χαρά, χαίρε οσμή της ευωδίας του Χριστού, χαίρε ζωή μυστικής χαράς, χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Θέλοντας να παράσχη άφεση των αρχαίων αμαρτιών εκείνος που κρατά τα χρεόγραφα όλων των ανθρώπων, ήρθε ο ίδιος σ’ εμάς που είχαμε αποστατήσει από την χάρη του. Και αφού έσχισε το χειρόγραφο, ακούει από όλους αυτό: Αλληλούϊα. Ψάλλοντας τη γέννα σου σε ανυμνούμε όλοι ως έμψυχο ναό, Θεοτόκε. Γιατί καθώς κατοίκησε στην κοιλιά σου ο Κύριος που με το χέρι του συγκροτεί τα πάντα, την αγίασε και την δόξασε και μας δίδαξε να σου ψάλλουμε όλοι: χαίρε σκηνή του Θεού και του Λόγου, χαίρε αγία μεγαλύτερη από όλους τους αγίους, χαίρε κιβωτέ που έχει επιχρυσωθεί με το πανάγιο πνεύμα, χαίρε ανεξάντλητε θησαυρέ της ζωής, χαίρε πολύτιμο διάδημα των ευσεβών βασιλέων, χαίρε σεβάσμιο καύχημα των ευλαβών ιερέων, χαίρε εσύ που είσαι ο ασάλευτος πύργος της εκκλησίας, χαίρε εσύ, το απόρθητο τείχος της βασιλείας, χαίρε εσύ που χάρη σε σένα υψώνονται τα τρόπαια (της νίκης), χαίρε εσύ που εξαιτίας σου πέφτουν οι εχθροί, χαίρε, εσύ που είσαι η θεραπεία της σάρκας μου, χαίρε σωτηρία της ψυχής μου, χαίρε νύμφη ανύμφευτε. Ω πανύμνητη μητέρα, εσύ που γέννησες τον Λόγο που είναι πιο άγιος από όλους τους αγίους, αφού δεχτείς τώρα την προσφορά μας, απάλλαξέ μας όλους από κάθε συμφορά και λύτρωσε από την μελλοντική τιμωρία εκείνους που μαζί μας ψάλλουν Αλληλούϊα. Φιλολογική επιμέλεια: Ηρακλής Ψάλτης, φιλόλογος. Αλ. Ζερβουδάκη, Βυζαντινή ποίηση (Πανεπιστήμιο Πατρών, Πανεπιστημιακές παραδόσεις 2009-2010, σ. 140-153) Παναγία η Επτάσπαθη ή των εφτά θλίψεων</description><pubDate>Thu, 17 Apr 2025 09:49:21 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ακάθιστος ύμνος (Ρωμανός ο Μελωδός);</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/akathistos-ymnos-rwmanos-o-melwdos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/akathistos-ymnos-rwmanos-o-melwdos/</guid><description>Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμω• ὁ κλίνας ἐν καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοι• Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι• Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.Ἕτερον. Ἦχος ὁ αὐτός. Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε• ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοί• Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.ΟΙ ΟΙΚΟΙ [Ἀκροστιχίς: κατ’ ἀλφάβητον] Ἄ γγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε• καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε, ἐξίστατο καὶ ἵστατο, κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα• Χαῖρε, δ’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει, χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει. Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις, χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις. Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς, χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς. Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα, χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα. Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον, χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως. Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις, χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Β λέπουσα ἡ Ἁγία, ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως• τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς, δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται• ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως, τὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων• Ἀλληλούια. Γ νῶσιν ἄγνωστον γνῶναι, ἡ Παρθένος ζητοῦσα, ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα• ἐκ λαγόνων ἁγνῶν, υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ, πλὴν κραυγάζων οὕτω• Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις, χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις. Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον, χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον. Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός, χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν. Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα, χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα. Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα, χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα. Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν, Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας. Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε. Δ ύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἐπεσκίασε τότε, πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω• καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως• Ἀλληλούια. Ἔ χουσα θεοδόχον, ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ. Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν, τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε, καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον• Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα, χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα. Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον, χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα, Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν, χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν. Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις, χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις. Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα, χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα. Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία, χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ζ άλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη• πρὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν, καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε• μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, ἔφη• Ἀλληλούια. Ἤ κουσαν oἱ ποιμένες, τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων, τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν• καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα, θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον, ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα, ἥν ὑμνοῦντες εἶπον• Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ, χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων. Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον, χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον. Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ, χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς. Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα, χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος. Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα, χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα. Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης, χαῖρε, δι’ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Θ εοδρόμον ἀστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ• καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δι’ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα, καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον, ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες• Ἀλληλούια. Ἴ δον παῖδες Χαλδαίων, ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου, τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους• καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν, εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι, καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ• Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ, χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας. Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα, χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα. Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς, χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν. Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας, χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων. Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα, χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα. Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης, χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Κ ήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οἱ Μάγοι, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα, ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν, καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν, ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη, μὴ εἰδότα ψάλλειν• Ἀλληλούια. Λ άμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ, φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας, τοῦ ψεύδους τὸ σκότος• τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν, οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες, ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον• Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων, χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων. Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα, χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα. Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν, χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν. Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει, χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης. Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε, χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε. Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Μ έλλοντος Συμεῶνος, τοῦ παρόντος αἰῶνος, μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος, ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ, ἀλλ’ ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος• διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν, κράζων• Ἀλληλούια. Ν έαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ἡμῖν τοῖς ὑπ’ αὐτοῦ γενομένοις• ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός, καὶ φυλάξας ταύτην, ὥσπερ ἦν ἄφθορον, ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες• Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας, χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας. Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα, χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα. Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί, χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ’ οὗ σκέπονται πολλοί. Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις, χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις. Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις, χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις. Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας, χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ξ ένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες• διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός, ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος• βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος, τοὺς αὐτῷ βοώντας• Ἀλληλούια. Ὅ λως ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν, ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος• συγκατάβασις γὰρ θεϊκή, οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε, καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου, ἀκουούσης ταῦτα• Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα, χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα. Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα, χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα. Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ, χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ. Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα, χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα. Χαῖρε, δι’ ἧς ἐλύθη παράβασις, χαῖρε, δι’ ἧς ἠνοίχθη παράδεισος. Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας, χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Π ᾶσα φύσις Ἀγγέλων, κατεπλάγη τὸ μέγα, τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον• τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν, ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον, ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα, ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως• Ἀλληλούια. Ρ ήτορας πολυφθόγγους, ὡς ἰχθύας ἀφώνους, ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε• ἀποροῦσι γὰρ λέγειν, τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις, καὶ τεκεῖν ἴσχυσας• ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες, πιστῶς βοῶμεν• Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον, χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον. Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα, χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα. Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί, χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί. Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα, χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα. Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα, χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα. Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι, χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Σ ῶσαι θέλων τὸν κόσμον, ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ, πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε• καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός, δι’ ἡμᾶς ἐφάνη καθ’ ἡμᾶς ἄνθρωπος• ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας, ὡς Θεὸς ἀκούει• Ἀλληλούια. Τ εῖχος εἶ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων. Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου, καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας• Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας, χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας. Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως, χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος. Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς, χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν. Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα, χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα. Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως, χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα. Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων, χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ὕ μνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου• ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς, ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν• Ἀλληλούια. Φ ωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον• τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα, κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα• Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου, χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους. Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα, χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα. Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν, Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν. Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον, χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον. Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν, χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν. Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας, χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Χ άριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ, πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος• καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως• Ἀλληλούια. Ψ άλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε. Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας• Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων. Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι, χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε. Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν, χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν. Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος, χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος. Χαῖρε, δι’ ἧς ἐγείρονται τρόπαια, χαῖρε, δι’ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι. Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία, χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων, ἁγιώτατον Λόγον• δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας, καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τοὺς σοὶ βοῶντας• Ἀλληλούια. Ρωμανός ο Μελωδός : 6ος αιώνας «Χρυσός Αιώνας» της Βυζαντινής υμνογραφίας.</description><pubDate>Thu, 17 Apr 2025 08:44:23 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Εγώ είμαι το Α και το Ω (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/egw-eimai-to-a-kai-to-w-nikos-tsintros-2771/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/egw-eimai-to-a-kai-to-w-nikos-tsintros-2771/</guid><description>Πάνω σε πτώματα πατώ, στον άνεμο ουρλιάζω. Φωνή ανθρώπου γεύομαι, τα δάκρυα του σφάζω. Σφάζω του πόνου τα φτερά στη λογική του τρόμου. Σφάζω τα όνειρα αυτά, που γδέρνουν και λυτρώνουν. Λυτρώνουν δήθεν από αυτό που η σκέψη του τρομάζει. Σκέψη σαν το θάνατο, της εκκλησίας σπόρος. Τροφή είναι για αυτή ο φόβος κι η σοφία, μετράει με χρυσά φλουριά τη Θεία αμαρτία. Ανάθεμα, σ’ αυτό πατούν στου χάρου το δοξάρι και στήνουνε χορό στον τάφο σου στο άδειο σου κουφάρι. Βάλε πνοή και λογική, διάβασε, παιδέψου. Πνοή μέσα στα θέλω σου Και στα πικρά σου λάθη. Για σένα είναι τα όνειρα κι ο ύπνος το πιθάρι. Σπασ’ το και βγάλε στη ζωή αυτά που ‘χεις φυλάξει. Τον πόθο, τον ερωτισμό το μίσος, την οργή σου. Με κόπο κι ιδρώτα δούλευε κάτω από φως δικαίου. Δες τη ζωή απ’ την αρχή με μάτια πεινασμένα. Μάτια που λάμπουν στη σκιά και βλέπουν στο σκοτάδι. Ζήσε τη ζωή χωρίς τη λέξη αμαρτία. Είναι όλα επιλογές σαν βρείς ελευθερία. Φωνή θεού, η επιλογή η λογική, θεός σου. Άνθρωπε, για Μένα λέξη μην ζωστείς. Τον πόνο δε φοβάμαι. Γεννήθηκα για να πατώ, στα πτώματα εκείνων, που κλέβουνε τα όνειρα και τις ζωές ανθρώπων. Και αν τα πτώματα δε βρω πατάω τη ψυχή τους. Νίκος Τσίντρος Painting : Sorrow of Mary Magdalene at the Body of Christ–Arnold Böcklin 1867</description><pubDate>Thu, 17 Apr 2025 08:09:47 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>ΣΦΑΓΗ   7 Οκτωβρίου 2023 (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/sfagh-7-oktwbriou-2023-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/sfagh-7-oktwbriou-2023-nikos-tsintros/</guid><description>Αίμα, προσμένει στης γης τα σφάγια, χίλιοι ναοί. Σμύρνα στολίζει την κεφαλήν, το σώμα , καθώς χορεύει ανέμελος, στης Ελευθερίας αρετή. Άγρια ,φρικτή ,το σκότος της ψυχής. Μακάριος ο ήλιος. Μελανόπτερα σύννεφα ρίπτουν του σκότους το μολύβι και μάρμαρο κρύο ,κόκκινο μνήμα. Ω λαιμοί των αθώων παιδιών μας Με δάκρυα υγραίνουν,μάταια ανέλπιστου θανάτου, ανάσταση. Κρύψου, τρέξε, σώπασε αναπνοή μην έχεις. Ω λαιμοί των αθώων παιδιών μας Υιέ μου ,Υιέ μου ,Κόρη μου, Πατέρα, Μάνα, Αδερφέ, Φίλε μου, αγαπημένε ο ήλιος είναι μάρτυρας. κι ο αγέρας φοβερός εχθρός Ω λαιμοί … Έσπασε η στάμνα που έχυνε τα ρεύματα της λήθης και άστραψε βροντή εις των χρυσών στεφάνων αυτών ζωσμένων Ως μέσα εις την έρημο θρήνος Ως μέσα εις την θάλασσα θρήνος Στα σκοτεινά βασίλεια του ύπνου κατοικούν Φωνές, προς τους ληστές ψυχών, δρέπανον,μάχαιραν. Η γη σχισμένη ρούφηξε ποτάμια ,αίματος πηγάδια. Ω λαιμοί των αθώων παιδιών σας… Νίκος Τσίντρος Detail from the Arch of Titus in Rome</description><pubDate>Thu, 10 Apr 2025 15:06:33 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Tu souffres tous les maux… (Ζαν Μορεάς)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/tu-souffres-tous-les-maux-zan-moreas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/tu-souffres-tous-les-maux-zan-moreas/</guid><description>Η μοίρα σου πάντα σκληρή, μα εσύ τη δυστυχία περιφρονείς, αναγελάς, μέσα στη θύελλα τέρπεσαι, μέσα στην τρικυμία τη λύρα κρούεις, αντιπερνάς. Ποιητή, οι άνθρωποι θα ‘λεγαν πως είναι οι στίχοι σου ένα παιχνίδι μάταιο, παιδικό. Μην το πιστεύεις. Έχουνε ο Απόλλωνας για σένα κι οι Μούσες έπαθλο ιερό. Άφησε να γεννιούνται αυτού κοίταξε εκεί να σβήνουν οι ενάρετοι και οι πονηροί, αφού όλα γύρω γίνονται μονάχα για να δίνουν στα ποιήματα σου μια αφορμή! Μεταφραστής: Κώστας Καρυωτάκης painting : the water nymph by Elihu Vedder 1878</description><pubDate>Mon, 07 Apr 2025 19:24:10 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>300     (Γιώργος Μπάκας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/300-giwrgos-mpakas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/300-giwrgos-mpakas/</guid><description>300, θα σε σώσουν; 300, σκέφτεσαι και τίποτα. Υπολογίζεις, προσπαθείς – μια όμορφη εικόνα. Μια όμορφη εικόνα σε διακόπτει. Χάνεις τη συγκέντρωση, χάνεις τον ειρμό. Προσποίηση, υποκρισία, μια εικόνα τελικά. Ρόλος είναι, ρόλος ήταν. Ρόλοι πάντα τελικά. Τους έμαθες άραγε σωστά; Πρόζα, όπερα και ένα χαμόγελο! Στο κρύο για τσιγάρο; Ευρώπη! 5 χρόνια, τα διαλύεις; Τα σκορπάς; Για ένα χαμόγελο; Αυτοσχεδιασμός, το σενάριο ανύπαρκτο. Κανείς δεν σε κοιτά. Τις εντυπώσεις να κερδίσεις θες. Φευ! Και που κατέληξες; 300! Και δεν είναι αρκετά… Painting :Τάκης Μάρθας – Εξαθλίωση 1946</description><pubDate>Thu, 03 Apr 2025 19:51:49 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category><category>Νέες Φωνές</category></item><item><title>Αέναη εναλλαγή (Γιώργος Μπάκας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/aenah-enallagh-giwrgos-mpakas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/aenah-enallagh-giwrgos-mpakas/</guid><description>Σ ύγχυση, διάθεση για τόσα πολλά! Κ ενό, αδιέξοδη επικοινωνία. Ο υτοπία, μόνο αυτή τελικά. Τ ρόμος, η πραγματική μας ιστορία! Α υτονόητα, φαντάζουν στο μυαλό σου. Δ εδομένα, όπως το αλφάβητο. Ι κανότητα, δεν έχει το άτομο σου. Φ αεινή ιδέα μες το άπειρο. Ώ ρα για αφύπνιση σημαίνει. Σ κοπός η μεταλαμπάδευση. Α ποστολή, και ο κλήρος σε βαραίνει. Ν όημα, απλό και δύσκολο. Τ αγός, αλήθεια το πιστεύεις; Ι σορροπίες, ξέρεις να κρατάς. Θ άρρος, υπομονή να έχεις. Ε ποχή, τα αυτονόητα αλλάξανε. Σ χολή, του παραλόγου επικρατεί, Η μέρες, οι σώφρονες τρομάξανε. Photo : Ernest Miller Hemingway</description><pubDate>Thu, 03 Apr 2025 19:12:32 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category><category>Νέες Φωνές</category></item><item><title>Γεωργία (Γιώργος Μπάκας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/gewrgia-giwrgos-mpakas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/gewrgia-giwrgos-mpakas/</guid><description>Ελένη, Μαρία, ίσως Φωτεινή, λες να ‘ναι πάλι Γεωργία; Παιχνίδια που παίζει η ζωή, δεν είναι φάρσα, αστείο, ειρωνεία! Ονόματα, άτομα, καταστάσεις ξυπνάς τρομαγμένος μα δεν κοιμάσαι. Να κρατήσεις θέλεις αποστάσεις, τα ίδια να ‘ρθουν μην φοβάσαι. Την Γεωργία να ξεχάσεις θες την ρουτίνα που τόσο μισούσες. Σε γυναίκες ανάμεσα πολλές Γεωργία ξανά δεν ποθούσες. Ό,τι σε εκνευρίζει μπροστά σου, κάθε μέρα θα ‘ναι εδώ. Η Γεωργία εκείνη η δικιά σου, κι’ ας έχει άλλο όνομα θαρρώ! Σκέψεις, αποφάσεις, κι’ ένα πρωί, στη ζωή σου παίρνεις άλλη πορεία. Πάντα να ξέρεις θα σου στέλνει η ζωή μια καινούργια για σένα Γεωργία. Roy Lichtenstein, Modern Tapestry, 1968</description><pubDate>Thu, 03 Apr 2025 18:30:52 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Στιγμές, οι πρέπουσες (Γιώργος Μπάκας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/stigmes-oi-prepouses-giwrgos-mpakas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/stigmes-oi-prepouses-giwrgos-mpakas/</guid><description>Είναι στιγμές που πρέπει, ξέροντας ή μη, πρέπει. Δήθεν αυθεντικός ή όχι, αυτόματη γραφή, τα πάντα ορίζει. Νιώθεις μικρός, σαχλός ανούσιος. Το κεφάλι αριστερά και συνεχίζεις. Κι’ όσο η ώρα πλησιάζει, ξεκάθαρα τα πρέπει βλέπεις. Τώρα είναι η στιγμή, οι στιγμές οι πρέπουσες! Οι εντυπώσεις, κερδισμένες ήδη! Τον καρπό ξεκίνα να τρυγάς! Ένα ταξίδι σκέψεων μικρών, αλληλουχίες τη γραφή σου ορίζουν. Που σε οδηγεί, φευ! Μακάρι να το γνώριζες! Τα πρέπει ακόμη μια φορά, τις στιγμές σου κυβερνούν, τον στόχο τον ορίζουν, και συ πιστά ακολουθείς. Φεύγουν πλέον οι στιγμές. Οι στιγμές οι πρέπουσες. Μα! Θα ξανάρθουν. Ήδη, στο κατώφλι σου μπροστά. Ζύγωσαν… Ο ΑΝΤΡΑΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΕΤΑΙ FALCONNET GEORGES</description><pubDate>Thu, 03 Apr 2025 18:00:20 GMT</pubDate><category>Νέες Φωνές</category></item><item><title>Εξίσωση (Μπ)² * (Γιώργος Μπάκας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/eksiswsh-mp-giwrgos-mpakas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/eksiswsh-mp-giwrgos-mpakas/</guid><description>Cusco capital of the Inca Empire</description><pubDate>Thu, 03 Apr 2025 17:53:07 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category><category>Νέες Φωνές</category></item><item><title>Ρακόμελο (Γιώργος Μπάκας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/rakomelo-giwrgos-mpakas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/rakomelo-giwrgos-mpakas/</guid><description>Αυτονόητο, δεν το βλέπεις; Κόπος, προσπάθεια και αποτέλεσμα; Κανένα. Αυταπάτη μόνο, ψευδαίσθηση δικής σου δημιουργίας. Διάλεξες σημείο αναφοράς, ανάξιο λόγου όμως! Αγώνας, μάχη, αγωνία, κάθε μέρα μια μικρή σου ήττα. Το αποτέλεσμα δείχνει να έχει κριθεί, και το βράδυ ο πυρετός στα ύψη. Οι ελπίδες χρόνια τώρα χαμένες, η μάχη συνεχίζεται, νομίζεις! Μουσική, ένα τραγούδι σιγολές και κάθε σου ανάσα, πόνος. Αγωνίζεσαι, παλεύεις, προσπαθείς, ακόμη! Την ήττα θα ‘πρεπε να χεις δεχτεί, ρακόμελο ζητάς, να μαλακώσει. Η μουσική στα αυτιά σου αντηχεί, ικανή τόσο, να σε ξελογιάσει. Ο πόνος στον λαιμό σου δυνατός κατάποση και πόνος, ρακόμελο! Η λύση για απόψε, μα για αύριο; Ζεστό! Φωνάζεις, το χέρι υψώνεις και Ρακόμελο, αλκοολούχο ποτό. τη νύχτα αφήνεις να περνά. Πίνεις, δεν σκέφτεσαι, νομίζεις ότι ζεις Μπροστά σου ξάφνου, τα προβλήματα, εμφανίζονται δεν είχαν φύγει ποτέ! Πίνεις, ζεσταίνεσαι, γελάς! Η λύση τόσο απλή τελικά. Ρακόμελο! Πότε σου δεν το ήθελες, πάντα το γελούσες και τώρα;</description><pubDate>Thu, 03 Apr 2025 17:00:51 GMT</pubDate><category>Νέες Φωνές</category></item><item><title>Διαδρομές (Γιώργος Μπάκας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/diadromes-giwrgos-mpakas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/diadromes-giwrgos-mpakas/</guid><description>Μιλάς, γελάς, πονάς, κοιτάς. Εικόνες, οθόνες, χειμώνες, πυλώνες. Γέφυρες, έφυγες, πέτυχες σκέφτηκες. Σκέψεις έχεις, λέξεις, πιστέψεις. Θρησκεία, θεωρία, λατρεία, κοροϊδία. Χαζομάρα, παγωμάρα, κατάρα, βουβαμάρα. Σιωπή, φωνή, πνοή, ζωή. Θάνατος, κάματος, άψογος άνεμος. Φυσάς, ξεφυσάς, κοιτάς, απαντάς. Ερώτηση, απόκριση, ενόχληση, διευκόλυνση. Ευκολία, ομιλία, κοροϊδία, αηδία. Σιχαμερό, παγερό, μπορώ, οδυνηρό. Πονάω, γελάω, κοιτάω, μιλάω. Painting : Jackson Pollock Watery paths, 1947</description><pubDate>Thu, 03 Apr 2025 16:45:56 GMT</pubDate><category>Νέες Φωνές</category></item><item><title>Απόγευμα Δευτέρας (Γιώργος Μπάκας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/apogeuma-deuteras-giwrgos-mpakas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/apogeuma-deuteras-giwrgos-mpakas/</guid><description>Το υπαρκτό της σκέψης σου μια μέρα σε κουράζει. Αποσαφήνιση γυρεύεις, ορισμό του όλου. Στην Ακρόπολη χαμηλά, θωρείς τους βράχους – τους ανθρώπους . Συννέφιασε και ξεκινάς, στο πουθενά κατέληξες. Πίνεις τον καφέ, σκέτος, ξινός, στο στόμα σου κυλάει. Ο ήλιος βγήκε ξανά (;) μπορεί και όχι! Και η γάτα στο κουτί, όλα είναι πιθανά. Η εξίσωση Σρέντινγκερ – (Erwin R.J. Alexander Schrödinger)</description><pubDate>Thu, 03 Apr 2025 15:51:12 GMT</pubDate><category>Νέες Φωνές</category></item><item><title>Η προσευχή του αλήτη  (Τεύκρος Ανθίας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-proseuxh-tou-alhth-teukros-anthias/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-proseuxh-tou-alhth-teukros-anthias/</guid><description>Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου. Ωσαννά! ο εν τοις υψιστοις. Χώνω τα χέρια μου στις τσέπες και κοιτώ τον ουρανό, που συγνεφιάζει, ο αλιτήριος! Θα ΄χει θυμώσει ο Θεός, ο άγιος Κύριος, με κάποιον άγγελο, ασφαλώς λίγο κουτό. Θα ΄ν΄ ο βοριάς καλός γιατρός, ω ναι, ασφαλώς· και κάνει ενέσεις «θανατίνης» στο κορμί μου. Το κόκκαλά μου ροκανίζουνται κι οι αρμοί μου… – «Θεέ τρισάγιε! μην είμαι αμαρτωλός; »Εγώ δεν έκλεψα ποτές –μ΄ όλο που θα΄ πρεπε– δεν εγκλημάτησα, μαθές –καθώς ποιείται υπό τα σήμερον κρατούντα ήθη και έθιμα. – Γιατί, λοιπόν, αγαπητέ, με τιμωρείτε; »Χα χα! Γελάω, ναι, γελάω σατανικά, γιατί δεν πας ν΄ αυτοχτονήσεις, αν υφίστασαι. Αφού, φιλάνθρωπε δυνάστη, δεν εξίστασαι, από του ύψους σου ορών… τόσα κακά». Τρέμουν ακόμα δυο αλήτες στη γωνιά. με μιαν ευλάβεια και πόνο τους σιμώνω. Ω! μας κυκλώνει και τους τρεις η παγωνιά… Θέλω να σφίξω τις γροθιές μου… αλλά… κρυώνω… Painting : Το κερί της βλάχας Georgios Iakovidis (Γεώργιος Ιακωβίδης. Hellas 1853-1932)</description><pubDate>Tue, 01 Apr 2025 16:12:52 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Υπάρχουν λέξεις (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/yparxoun-lekseis-nikos-tsintros-2689/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/yparxoun-lekseis-nikos-tsintros-2689/</guid><description>Υπάρχουν λέξεις άτρωτες, λέξεις γεμάτες αίμα, σαν τις γευτεί το στόμα σου αλλάζουν τη ζωή σου. Λέξεις που τρων τα σωθικά, χαράζουν στο μυαλό σου, δρόμους άγνωστους, νεκρούς και τόπους διψασμένους. Τόπους γεμάτους όνειρα με φως του ήλιου, πάχνη, στο πάτημα νεκρής φωνής και στου θεού το δάκρυ. Σκέψεις πως είσαι εσύ μικρός, δε φαίνεσαι στο χάρτη. Για στόμα έχεις φυλακή, με μολυβένιους τοίχους, με φύλακες, να σου κρατούν τα όνειρα, να σουν πατούν το πνεύμα. Μα λέξεις αθάνατες, Ελληνικές, θεριεύουν με τον πόνο. Θεριεύουν με τα κάγκελα, θεριεύουν με το χρόνο. Κι όσοι κι αν είναι οι φύλακες κι όσο τρανοί είναι οι τοίχοι, οι λέξεις γιγαντώνονται παίρνουν μορφή και πνεύμα. Ζητούν από τους Έλληνες να τους χαρίσουν αίμα. Αίμα να δώσουν για νερό, τη σάρκα για το πνεύμα. Και μόλις γίνει Έλληνας και βαπτιστεί στο χώμα, οι τοίχοι απλώς θα γκρεμιστούν, τα σίδερα θα λιώσουν. Το πνεύμα θα δώσει έναυσμα και για καινούργιες λέξεις. Λέξεις που πάντα υπήρχανε θαμμένες μες το χρόνο. Νίκος Τσίντρος ΜΗΔΕΙΑ (ΚΑΠΟΝΤΙΜΟΝΤΕ ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ)</description><pubDate>Mon, 24 Mar 2025 22:54:40 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Φαίδρος – Κάθε ψυχή είναι αθάνατη (Σωκράτης-Πλάτων)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/faidros-kathe-psyxh-einai-athanath-swkraths-platwn/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/faidros-kathe-psyxh-einai-athanath-swkraths-platwn/</guid><description>Κάθε ψυχή είναι αθάνατη.Γιατί ό,τι κινείται αδιάκοπα είναι αθάνατον. Ό,τι όμως κινεί κάτι άλλο,επειδή μπορεί να παύση να τροφοδοτήται με κίνηση, παύει να έχει και ζωή.Μόνον εκείνο που έχει δικιά του κίνηση, επειδή δεν εγκαταλείπει τον εαυτό του, ποτέ δεν σταματάει να κινήται, αλλά είναι πηγή και αρχή της κινήσεως για όλα τα άλλα κινούμενα.Η δε αρχή είναι αγέννητη.Γιατί κάθε τι που γίνεται είναι λογικά αναγκαίο να γίνεται από την αρχή, η ίδια όμως δεν γεννιέται από τίποτε.Αφού, αν η αρχή γεννιόταν από κάτι άλλο, δεν θα γεννιόταν από την αρχή.Εφόσον όμως είναι κάτι το αγέννητο, κατ’ ανάγκην είναι και άφθαρτη.Επειδή άμα χαθεί η αρχή, ούτε η ίδια θα προκύψη από κάτι άλλο, ούτε κανένα άλλο εξ αυτής – αν βέβαια όλα πρέπει εξ αρχής να γίνονται.Επομένως αρχή της κινήσεως είναι ότι κινεί τον ευατόν του.Αυτό όμως δεν πρέπει να έχει γέννηση ή φθορά.Διαφορετικά θα πρέπει όλος ο ουρανός και όλη η δημιουργία να καταστραφούν πέφτοντας στην αδράνεια και να μην έχουν από πού να ξαναγεννηθούν, παίρνοντας κίνηση από κάπου.Αφού λοιπόν έγινε φανερό ότι είναι αθάνατο ό,τι έχει μέσα του την κίνηση, δεν θα ντραπεί κανείς, να υποστηρίξη ότι αυτή είναι η ουσία και ο ορισμός της ψυχής.Δηλαδή κάθε σώμα που παίρνει κίνηση έξω από τον εαυτόν του είναι άψυχο και όποιο την παίρνει από τον εαυτό του είναι έμψυχο, επειδή ακριβώς αυτό είναι ή φύση της ψυχής.Αν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα,δηλαδή ό,τι κινεί τον εαυτό του να μην είναι τίποτε άλλο παρά ψυχή, αναγκαστικά η ψυχή θα είναι κάτι το αγέννητο και άφθαρτο και αθάνατο. 2nd century papyrus of Plato’s Phaedrus From Oxford University’s online Oxyrhynchus exhibit.</description><pubDate>Tue, 25 Feb 2025 17:08:18 GMT</pubDate><category>Ελληνικό Φως</category></item><item><title>Η Αγάπη (Κώστας Ουράνης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-agaph-kwstas-ouranhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-agaph-kwstas-ouranhs/</guid><description>Δεν ωφελεί να καρτεράς όρθιος στη πόρτα του σπιτιού και με τα μάτια στους νεκρούς τους δρόμους στυλωμένα. Αν είναι να ‘ρθει, θε να ‘ρθεί, δίχως να νιώσεις από που, και πίσω σου πλησιάζοντας με βήματα σβησμένα. Θε να σου κλείσει απαλά, με τ’ άσπρα χέρια της τα δυό, τα μάτια που κουράστηκαν στους δρόμους να κοιτάνε, κι όταν γελώντας να της πεις θα σε ρωτήσει: “Ποιά ειμ’ εγώ;” απ’ της καρδιάς το σκίρτημα θα καταλάβεις ποιά ‘ναι. Δεν ωφελεί να καρτεράς… Αν είναι να ‘ρθει,θε να ‘ρθεί. Κλειστά όλα να ‘ναι, θα τη δεις έξαφνα ‘μπρος σου να βρεθεί κι ανοίγοντας τα μπράτσα της πρώτη θα σ’αγκαλιάσει. Ειδέ κι αν έχεις φωτεινό, το σπίτι για να τη δεχθείς, και σα φανεί, τρέξεις σ’ αυτή κι εμπρός στα πόδια της συρθείς, αν είναι να ‘ρθει, θε να ‘ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει. Wenzel Hablik – Starry Sky 1909</description><pubDate>Mon, 10 Feb 2025 20:42:15 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Δε λογαριάζω ουδέ ψηφώ (Τυρταίος ο Αφιδναίος) Μετάφραση Σίμου Μενάρδου</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/de-logariazw-oude-pshfw-tyrtaios-o-afidnaios-metafrash-simou-menardou/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/de-logariazw-oude-pshfw-tyrtaios-o-afidnaios-metafrash-simou-menardou/</guid><description>Δέ λογαριάζω οὐδέ ψηφῶ κανένα τῶν ἀνθρώπων ἐγὼ για τάχος τῶν ποδιῶν ἢ δυναμιοχεριὰ κι ἂν ἔχη τήν κορμοστασιά καὶ τὴ γροθιὰ Κυκλώπων, μὰ κι ἂν νικάη στὸ τρέξιμο τῆς Θράκης τὸ βοριά. Κι ἄν ἔχη ἀπὸ τὸν Τιθωνό πιότερα τοῦτος κάλλη και ἀπὸ τὸν Μίδα τὸν πολὺ πιὸ πλούσιος ἂν γενῆ κι ἄν ξεπερνάη τὸν Πέλοπα στήν ἀρχοντιὰ τήν ἄλλη κι ἄν ἔχη τή γλυκόλαλη τ’ Ἀδράστου τή φωνή. Κι ἂν ἔχη πᾶσα χάρη του: χωρὶς λεβεντιά ντάχη! Γιατὶ ἄντρας τοῦτος δέν εἶναι -τοῦ κάκου ἂν δέν μπορή -τοὺς ματωμένους σκοτωμούς νά βλέπη μὲς στὴ μάχη καὶ στὸν ἐχθρὸ ὅλο πιὸ κοντὰ νὰ πάη καἰ νὰ βαρῆ ! Νά, τούτη εἶν’ ἡ παλικαριά, τ’ ἀτίμητο στεφάνι, π’ ἀξίζει πρῶτα νά φορῆ στὸν κόσμο κάθε νιὸς, γιατὶ καὶ τῆς Πατρίδος, του καὶ ὅλων καλὸ θά κάνη, σὰν προσπερνᾶ ἀπό τὶς γραμμές καὶ μπαίνει ἐμπρὸς ἐμπρός. Καὶ ντροπιασμὲνο τί θὰ πῆ φευγιὸ μηδέ τὸ ξέρει κι ὅλη του βάζει τὴν ψυχή ἐκεῖ καὶ τό θυμό καὶ δίνει τοῦ συντρόφου του θάρρος πολύ καὶ χέρι. Αὐτὸς εἶναι στὸν πόλεμον ὁ ἄντρας ποὺ τιμῶ ! Τῶν ἀντιμάχων γρὴγορα τοὺς λόχους θὰ σκορπίση, αὐτὸς τῆς μάχης σταματᾶ τὸ κύμα, τὴν ὁρμή. Κὶἰ πάλι ὅποιος ἀνάμεσα στοὺς πρώτους ξεψυχήση, κὰμάρι τῆς πατρίδος του καὶ τῶν γονιῶν τιμή . . . Τυρταῖος ὁ Ἁφιδναῖος Μετάφρασις Σίμου Μενάρδου Golden Age-1898 by Janos Vaszary</description><pubDate>Thu, 06 Feb 2025 11:30:51 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Μέσα στους τάφους κατοικώ (Ζαν Μορεάς) Μετάφραση : Κ. Γ. Καρυωτάκης</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/mesa-stous-tafous-katoikw-zan-moreas-metafrash-k-g-karywtakhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/mesa-stous-tafous-katoikw-zan-moreas-metafrash-k-g-karywtakhs/</guid><description>Μέσα στους τάφους κατοικώ, μόνο οι νεκροί μ’ ακούνε, εχθρός πάντα θανάσιμος θα μείνω του εαυτού μου, οι ανίδεοι και οι αχάριστοι τη δάφνη μου κρατούνε οργώνω κι άλλοι χαίρονται το κάρπισμα του αγρού μου. Κανένα δε ζηλοφθονώ. Η οδύνη τι με νοιάζει, τριγύρω το ακατάλυτο μίσος, η καταφρόνια! Αρκεί μόνο που όσες φορές το χέριμου σε αδράζει, ολοένα πιο τερπνά αντηχείς, ω λύρα μου απολλώνια. Painting: Dora Maar – the pretender-1935 Μετάφραση : Κ.Γ.Καρυωτάκης</description><pubDate>Sat, 25 Jan 2025 16:11:09 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Κι ἤθελε ἀκόμη (Αναγνωστάκης Μανόλης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ki-thele-komh-anagnwstakhs-manolhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ki-thele-komh-anagnwstakhs-manolhs/</guid><description>Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως ἐγὼ Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες. Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις. Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη, Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω. Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω. Painting : Ivan Aivazovsky-the ninth wave-1850</description><pubDate>Tue, 21 Jan 2025 22:00:43 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Η Λαφίνα (δημοτικό της Μακεδονίας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-lafina-dhmotiko-ths-makedonias/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-lafina-dhmotiko-ths-makedonias/</guid><description>Όλα τα λάφια που βοσκούν όλα δροσολογιούνται Και μια λαφίνα ταπεινή δεν πάει μαζί με τ’ άλλα Μόνο στ’ απόσκια περπατεί, τ’ απόζερβα αγναντεύει Κι όπου βρει γάργαρο νερό θολώνει το και πίνει Κι ο ήλιος την ερώτησε κι ο ήλιος τη ρωτάει Γιατί λαφίνα ταπεινή δεν πας κοντά με τ’ άλλα Μόνο στ’ απόσκια περπατείς τα απόζερβα αγναντεύεις Κι όπου βρεις γάργαρο νερό θολώνεις το και πίνεις Ήλιε μου Σα με ρώτησες θα σου το μολογήσω Δώδεκα χρόνους έκαμα μόνη χωρίς ελάφι Δώδεκα χρόνους ήλιε μου στείρα χωρίς ελάφι Κι από τους δώδεκα κι ομπρός εγέννησα λαφάκι. Και σαν εβγήκε ο βασιλιάς να λαφοκυνηγήσει Το βρίσκει μοσχανάθρεφτο και το διπλοσκοτώνει Γι αυτό στ’ απόσκια περπατώ τ’ απόζερβα αγναντεύω Κι όπου βρω γάργαρο νερό θολώνω το και πίνω Κι ο ήλιος τότε δάκρυσε και τα βουνά ριγήσαν Και το φεγγάρι έσβησε ν’ ακούσει το ελάφι Κι οι λαγκαδιές κι οι ρεματιές μαζί του αναστενάξαν Κλάψε με, μάνα κλάψε με, με ήλιο με φεγγάρι. Painting : Ferdinand Hodler-forest brook at leissingen-1904</description><pubDate>Sat, 18 Jan 2025 20:58:23 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Προσαρμογή (Fried Erich ,Έριχ φριντ)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/prosarmogh-fried-erich-erix-frint/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/prosarmogh-fried-erich-erix-frint/</guid><description>Χτες άρχισα να μαθαίνω να μιλάω. Σήμερα μαθαίνω να σωπαίνω. Αύριο θα πάψω να μαθαίνω. Painting : James Paterson -Winter-sunshine-1889.</description><pubDate>Wed, 15 Jan 2025 23:11:01 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Η Ανεμώνη (Γεώργιος Βιζυηνός)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-anemwnh-gewrgios-bizyhnos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-anemwnh-gewrgios-bizyhnos/</guid><description>Ἕνας βράχος στὰ βουνὰ συλλογιέται μοναχός του. Ἕνα ρυάκι ποῦ περνᾷ κἄτι τραγουδάει ἐμπρός του. Μία ἀνεμώνη, ποῦ ἀνθεῖ εἰς τὸν βράχο στηριγμένη, νὰ νοήσῃ προσπαθεῖ τὸ τραγοῦδι τί σημαίνει. Κι’ ὅλο σκύφτει πιὸ πολύ, καὶ ξεχνᾷ τὸ στήριγμά της: Τί τραγοῦδι νὰ λαλῇ ὁ τρεχάμενος διαβάτης; Τραγουδεῖ γιὰ μιὰ ἀγκαλιά, ποῦ μὲ πόθον ἀνοιγμένη, στὴν χρυσῆν ἀκρογιαλιὰ ‘μέρα νύχτα τὸν προσμένει. -Ἄχ, κι’ ἂς ἤμουν, λέγ’, ἐγὼ ‘κείνη ποῦ θὰ τ’ ἀγκαλιάσῃ! – καὶ τὸ ρεῦμα τὸ γοργὸ σκύβ’ ἡ λουλουδιὰ νὰ φθάσῃ. Μά, σὰν σκυβ’ ἔτσι δά, τὸ νερὸ μὲ τὴν ὁρμή του τὰ φυλλάκια της μαδᾷ, τὰ κατρακυλᾷ μαζί του! Τώρα στέκει μαδητή, στέκει στέλεχος μονάχο! – Διατί, ἄχ! διατί ‘ξεστηρίχθηκ’ ἀπ’ τὸν βράχο; Painting : Ferdinand Hodler-at the foot of the petit saleve-1893</description><pubDate>Sun, 05 Jan 2025 21:26:48 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Aι Ευχαί (Κάλβος Ανδρέας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ai-euxai-kalbos-andreas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ai-euxai-kalbos-andreas/</guid><description>Aι Ευχαί Tης θαλάσσης καλήτερα φουσκωμένα τα κύματα ‘να πνίξουν την πατρίδα μου ωσάν απελπισμένην, έρημον βάρκαν. ‘Σ την στεριάν, ‘σ τα νησία καλήτερα μίαν φλόγα ‘να ιδώ παντού χυμένην, τρώγουσαν πόλεις, δάση, λαούς και ελπίδας. Kαλήτερα, καλήτερα διασκορπισμένοι οι Έλληνες ‘να τρέχωσι τον κόσμον, με εξαπλωμένην χείρα ψωμοζητούντες· Παρά προστάτας ‘νάχωμεν. Mε ποτέ δεν εθάμβωσαν πλούτη ή μεγάλα ονόματα, με ποτέ δεν εθάμβωσαν σκήπτρων ακτίνες. Αν οπόταν πεθαίνη πονηρός βασιλεύς έσβυν’ η νύκτα έν’ άστρον, ήθελον μείνει ολίγα ουράνια φώτα. Tο χέρι οπού προσφέρετε ως προστασίας σημείον εις ξένον έθνος, έπνιξε και πνίγει τους λαούς σας, πάλαι, και ακόμα. Πόσοι πατέρες δίδουσιν, όχι ψωμί, φιλήματα ‘ς τα πεινασμένα τέκνα τους, εν ω λάμπουν ‘ς τα χείλη σας χρυσά ποτήρια! Όταν υπό τα σκήπτρά σας νέους λαούς καλείτε, νέους ιδρώτας θέλετε εσείς δια ‘να πληρώσητε πλουσιοπαρόχως, τα ξίφη οπού φυλάγουσι τα τρέμοντα βασίλεια σας, τα ξίφη οπού τρομάζουσι την αρετήν, και σφάζουσι τους λειτουργούς της. Θέλετε θησαυρούς πολλούς δια ‘ναγοράσητε κρότους χειρών και επαίνους, και τ’ άπιστον θυμίαμα της κολακείας. Hμείς δια τον σταυρόν ανδρείως υπερμαχόμεθα και σεις εβοηθήσατε κρυφά τους πολεμούντας σταυρόν και αλήθειαν. Δια ‘να θεμελιώσητε την τυραννίαν τιμάτε τον σταυρόν εις τας πόλεις σας, και αυτόν επολεμήσατε εις την Eλλάδα. Kαι τώρα εις προστασίαν μας τα χέρια σας απλόνετε! τραβήξετέ τα οπίσω· βλέπει ο θεός και αστράπτει δια τους πανούργους. Όταν το δένδρον νέον εβασάνιζον οι άνεμοι, τότε βοήθειαν ήθελεν, ενδυναμώθη τώρα φθάνει η ισχύς του. Tο ξίφος σφίγξατ’ Έλληνες τα ομμάτια σας σηκώσατε ιδού εις τους ουρανούς προστάτης ο θεός μόνος σάς είναι. Kι αν ο θεός και τ’ άρματα μας λείψωσι, καλήτερα πάλιν ‘να χρεμετήσωσι ‘ς τον Kυθερώνα Tούρκων άγριαι φοράδες. Παρά…. Αι, όσον είναι τυφλή και σκληροτέρα η τυραννίς, τοσούτον ταχυτέρως ανοίγονται σωτήριοι θύραι. Δεν με θαμβόνει πάθος κανένα· εγώ την λύραν κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι σιμά εις του μνήματός μου τ’ ανοικτόν στόμα. Ω Nίκη, δια τους Έλληνας στεφάνους πλέξε· αλλ’ όχι ‘σάν κείνους που χαρίζεις εις βασιλέα κενόδοξον αιματοπότην· ‘Σάν κείνους όχι. Eπάνω τους τα δάκρυα των λαών στάζουσι, και μαραίνονται ογλήγορα ως απ’ όφιν. χόρτα καϊμένα. Πήγαινε εις τον παράδεισον· μία δάφνη εκεί βλαστάνει· άγγελος την φυλάττει λαμπρός, και την ποτίζει ψάλλων τοιαύτα. “Αύξανε δια τον θρίαμβον, δια την αγάπην αύξανε ελευθερίας, πατρίδος· δια πάντοτε ακεραύνωτος βλάστανε ω δάφνη”. Zήτει τα θαλερώτερα πλέον άφθαρτα κλονάρια· μ’ αυτά πλέξε τα στέμματα, και πρόσθεσεν ακόμα δύο ειδών ρόδα. Λευκά και δροσερώτατα, ‘σάν άστρα αυγερινά, υπό τα θεία φυτρόνουσι πατήματα, και πέφτουσι συχνά εις τον κόσμον. Tάχεις γνωστά· κι εστόλισες πολλαίς φοραίς μ’ εκείνα, τους μη σκληρώς πατήσαντας τον εχθρόν όταν έβαλεν τ’ άρματα κάτω. Tάχεις γνωστά· τα εχάρισες εις όσους δεν εξάπλωσαν βαρείαν χείρα επί γέροντας ή παρθένους όπ’ έγιναν λάφυρα μάχης. Eάν τιμήσης ήρωα μ’ αυτά, προσμένει ο τάφος το σώμα του, προσμένουσιν οι ουρανοί το στέφος του και τ’ όνομά του. Anne Louis Girodet – the flood-1806</description><pubDate>Wed, 25 Dec 2024 14:53:55 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ελιά (Λορέντζος Μαβίλης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/elia-lorentzos-mabilhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/elia-lorentzos-mabilhs/</guid><description>Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι, γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει σα νάθελε να σε νεκροστολίσει. Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι της αγάπης πιπίζοντας ανοίγει στο κλαρί σου ερωτάρικο κυνήγι, στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει. Ώ πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν, με τη μαγευτική βοή που κάνουν, ολοζώντανης νιότης ομορφάδες που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν ‘ ώ να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν και άλλες ψυχές της ψυχής σου αδερφάδες. Eleanor Fortescue Brickdale -the secret-1913</description><pubDate>Thu, 19 Dec 2024 22:59:25 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Τριλογία του θυμού (Κωστής Παλαμάς)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/trilogia-tou-thymou-kwsths-palamas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/trilogia-tou-thymou-kwsths-palamas/</guid><description>ΟΙ ΚΑΛΟΓΕΡΟΙ Είμαστ’ οι άνεργοι και οι άχαροι, και της ζωής είμαστ’ εμείς οι καταλαλητάδες, για να πατάμε και να σβήνουμε είμαστε τα ωραία και τ’ αληθινά, τ’ άνθια και τις λαμπάδες. Τον ήλιο και τα ηλιόχαρα οχτρευόμαστε, και τις αγάπες της καρδιάς και του παιδιού τα γέλια, με νεκροσάβανο σκεπάζουμε το Λόγο τον τετράψυχο στα γαληνά Βαγγέλια. Είμαστ’ ο κούφιος ήχος ο παράταιρος στων κεραυνών το ταίριασμα και στων κελαιδημάτων, χαλάσματα και σκιάχτρα κάνουμε τους θείους ναούς και τα λευκά κορμιά των αγαλμάτων. Μα να ο ραγιάς τα σύντριψε τα σίδερα, «Ζωή!» ο Τεχνίτης έκραξε, Σοφέ, αλαλάζεις «Νίκη!» φύγαμε τότε και τρυπώσαμε μέσ’ στων ερήμων τις μονιές και γίναμεν οι λύκοι. Και τώρα κάθε που απαντήσουμε την Υπατία την άτρομην Ιδέα την αστρομάτα, τη σφάζουμε, τη χιλιοκομματιάζουμε, και – ω λύσσα! – τα κομμάτια της τα ρίχνουμε στη στράτα. Η ΒΕΡΓΑ ΤΟΥ ΖΩΙΛΟΥ Στην πλάση, από της θάλασσας τη μάνητα ως τον τριγμό του σαρακιού, κι απ’ το βουνό ως το χνούδι, και μέσα στα βουβά και μέσ’ στ’ ασίγητα, στα πάντα δυσκολόβρετο κοιμάται ένα τραγούδι. Και το τραγούδι το ξυπνάνε οι Ομηροι, σάρκα του δίνουν, ψυχή, φως, το κάνουν πλάσμα και άστρο, κ’ ύστερα. εσείς, κιθάρες δρόμο δόστε του! Με το τραγούδι υψώνεται της Πολιτείας το κάστρο, μέσ’ στο τραγούδι ο Νόμος πρωτοβλάστησε, κι από της λύρας τα όνειρα τα έργα τα μεγάλα οι δόξες των εθνών των κοσμοξάκουστων κρατούνε πρωτοβύζαχτο του τραγουδιού το γάλα. Για τούτο πλάστες και προφήτες οι Ομηροι, αταίριαστοι, αδασκάλευτοι, άκακοι, ξένοι, ωραίοι μέσα στη θεία τους γλώσσα την αγράμματη Ηρώων αλαλάζει λαός, μιας μάννας καρδιά κλαίει. Μέσα στη θεία τους γλώσσα την αγράμματη με πρόσωπο Πεντάμορφης είναι γραμμέν’ η Ιδέα, ζωές, αλήθειες, πάθια, λαχταρίσματα, κι όλα όσα λέτε, αστόχαστοι και ανίδεοι, χ υ δ α ί α ! Για τούτο καταριέστε το τραγούδι τους, που ρέει γοργά με τα νερά ψηλάθε τα καθάρια, εσείς, του Ξεπεσμού λουλούδια ατίμητα σας έχει ο νους απόπαιδα κ’ η ασκημιά βλαστάρια! Για τούτο, αν κάνουν οι Ομηροι να τρέμετε, τρομάρα του ανεμόδαρτου στο δέντρο απάνω φύλλου, των Ομήρων τους ίσκιους δεν τους τρέμετε. Κι αυτούς χτυπάτε, παίρνοντας τη βέργα του Ζωίλου! Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Μόνος. Εν’ άδειο απέραντο τριγύρω μου, και μιας πολέμιας χλαλοής ασώπαστη η φοβέρα. Κι όταν εκείνη κατακάθεται, μόνος, θανάσιμη σιωπή παγώνει πέρα ως πέρα. Μόνος. Μ’ αρνήθηκαν οι σύντροφοι, κι από το πλάι μου γνωστικά τ’ αδέρφια τραβηχτήκαν. Μ’ έδειξε κάποιος. – Νά τος! – Καταπάνω μου γυναίκες, άντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιά ριχτήκαν. Το χέρι το ακριβό της Οδηγήτρας μου, που με κρατούσε, ανοίχτηκε προς άλλα χάιδια … Μόνος. Σε βάθη μυστικά περνούνε αστράφτοντας των ασκητάδων οι χαρές, του μαρτυρίου ο θρόνος. Φωτιά ‘βαλαν, το κάψανε το σπίτι μου, και σύντριψαν τη λύρα μου με τη βαθιά αρμονία. Την Πολιτεία δυό Λάμιες τη ρημάζουνε: η λύσσα του καλόγερου, του δασκάλου η μανία. Της Πολιτείας η πόρτα κλείστηκε, με διώξανε, έρμος βρέθηκα στα έρμα μονοπάτια και της Ιδέας της αστρομάτας, που έσφαξαν από τη στράτα μάζωξα τα ολόφωτα κομμάτια. Και τάσπερνα στο διάβα μου, και φύτρωναν εδώ παράδεισοι, κ’ εκεί βασίλεια, κ’ εκεί πέρα παλάτια κ’ εκκλησιές και δρακοντόκαστρα. Κι όλα στην ίδια ευφραίνονταν ανύχτωτην ημέρα.</description><pubDate>Mon, 18 Nov 2024 21:19:56 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Κεραυνός (Νίκος Καρβούνης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/keraunos-nikos-karbounhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/keraunos-nikos-karbounhs/</guid><description>Είκοσι χρόνια τον στρατώνα εγνώρισα και δάφνας έδρεψα στης μάχης το πεδίον (Κωνσταντινούπολιν, Απείρανθον, Χαλκιδικήν) Πλην ν’ αηδιάσαν κι αι μάχαι και ο στρατών. Αφήκα τότε τον στρατόν. Κάτι με είλκυσεν εις την πολιτικήν, κάτι κι εγώ να γίνω κομματάρχης, δεν θα’μαι ο πρώτος δα συνταγματάρχης που ανήλθεν εις τοιαύτας λειτουργίας. Τον δρόμον μου ηκολούθησα γοργός και επάλαισα κατά της βασιλείας στης Δημοκρατικής Ενώσεως τους κόλπους… Αι ιδέαι της με συνεκίνησαν ολίγον πλην με καιρόν βαρέθηκα. Είναι άχαρις αγών για τάξεις, για πτωχόν λαόν, για δικαιώματα για ελευθερίας, και άλλα ηχηρά παρόμοια. Άλλωστε ο Μποδοσάκης με προέτρεψε ν’ αποσυρθώ γιατί έλεγε θα μου έκοβεν ευθύς τα λίαν γενναία δοσίματα. Έγινα τότε φασιστής και αρχηγός του νέου κόμματος του εθνικού και υπουργικόν κατέλαβα εδώλιον. Εδώ ας σταθώ. Καλά είν’ εδώ. Δεν το κουνάω. Ποτέ απ’ εδώ εξ ιδίας προαιρέσεως. Και μ΄ ευχαρίστησιν θα μείνω και ζωήν ολόκληρον εδώ. Αλλ’ αν χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ κάποια αλλαγή στις διαθέσεις γίνει και δοθεί κάποιο φύσημα για πέρα στον συνάδελφο Πρίμο ντε Ριβέρα, σ’ εμένα, στον Τσαγκόφ, στο Μουσολίνι, τότε ίσως επανέλθω στο στρατώνα και ξαναρχίσω την παλαιά ζωήν μου. Ίσως να κάνω και κανένα κίνημα σωτήριον, αξιεπαίνως ενθυμούμενος τας βενιζελικάς μου παραδόσεις. Το χρέος προς την πατρίδα και προς τον μπακάλη, που δύσκολα θα δύναμαι να εξοφλήσω, αν στερηθώ -πράγμα φρικτόν- τα λίαν γενναία της εξουσίας δοσίματα. Αλλ’ ο Εφέσιος αγρυπνεί και όλ’ αυτά δεν είναι φόβοι βάσιμοι και σοβαροί, τουλάχιστον για μέλλον λίαν προσεχές… Painting Aelbert Cuyp (1620–1691)</description><pubDate>Mon, 18 Nov 2024 20:55:29 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Επιθαλάμιο (Παντελής Πρεβελάκης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/epithalamio-pantelhs-prebelakhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/epithalamio-pantelhs-prebelakhs/</guid><description>Η αγάπη μου σηκώθηκε γύρω σου Καθώς παραπετάσματα φωτιάς, Καθώς όρθιο κύμα θαλάσσης… Τρομάζεις και τρέμεις, Με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, Και το πανάρχαιο ένστιχτο της συντήρησης Αγωνίζεται μέσα στα μάτια σου. Όμως είμαι ένα με σένα Και κινδυνεύω μες στο κορμί σου -σπόρος μαζί κι ερωτικός αγέρας- Γυναίκα που ακούεις στ’ όνομα μου Maxim Vorobiev (1787–1855), Oak fractured by a lightning</description><pubDate>Mon, 18 Nov 2024 20:50:46 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ετσι τους βλέπω εγώ τους κήπους (Κώστας Καρυωτάκης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/etsi-tous-blepw-egw-tous-khpous-kwstas-karywtakhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/etsi-tous-blepw-egw-tous-khpous-kwstas-karywtakhs/</guid><description>Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία. Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία… Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα, όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα. Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ’ άστρα σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα. Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους. Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας. Albert Bierstadt, A Storm in the Rocky Mountains, Mt. Rosalie (1866)</description><pubDate>Mon, 18 Nov 2024 20:43:09 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Απόσπασμα από την Ασκητική (Νίκος Καζαντζάκης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/apospasma-apo-thn-askhtikh-nikos-kazantzakhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/apospasma-apo-thn-askhtikh-nikos-kazantzakhs/</guid><description>Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή. Ταυτόχρονα με το ξεκίνημα κι ο γυρισμός. Κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος. Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή. Κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι’ αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία. Painting:Hubert-Robert</description><pubDate>Sat, 16 Nov 2024 18:33:14 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Αντιγόνη (Ηλίας Βενέζης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/antigonh-hlias-benezhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/antigonh-hlias-benezhs/</guid><description>Έβρεχε σιγανά. Οι δυο γυναίκες, η μητέρα της Καστοριάς κι η αδερφή της Θήβας, κάθονταν εκεί κάτω από το δέντρο, λίγο πέρα απ’ τον κρεμασμένο. Ακούγανε τη βροχή στα φύλλα. -“Πόσες μέρες είπες είναι”; -“Σήμερα είναι τέσσερες. Πόσο θα τον αφήσουν ακόμα”; Κάθε πρωί, λέει, έρχεται ένας Γερμανός στρατιώτης να βεβαιωθεί πως κανένας δεν άγγιξε τον κρεμασμένο, πως είναι εκεί. Και κάθε βράδυ. Στερεότυπα. Έρχεται, κοιτάζει, φεύγει. Χτες ήτανε πρώτη μέρα που τα κοράκια κάμανε να κατεβούνε στον κρεμασμένο. Γι’ αυτό η αδερφή τόλμησε να πλησιάσει το γερμανό το βράδυ, σαν ήρθε. -“Πότε;” του είπε κι έκλαιγε. “Πότε θα μας τον δώσετε να τον θάψουμε”; Ο γερμανός δεν καταλάβαινε. Εκείνη του έκανε χειρονομίες, μια τα χέρια πηγαίνανε στο κρεμασμένο σώμα, μια στο λάκκο του μικρού αδερφού. Ο γερμανός σήκωσε τους ώμους. -“Δε ξέρω!” είπε αδιάφορα κι έφυγε. Βρέχει σιγανά. Ο λάκκος του μικρού αδερφού είναι μισόγεμος. Όταν το σώμα του εναποτέθηκε μέσα του, έπεσε πάνω του ένα ελαφρό στρώμα γη, πέντε-δέκα δάχτυλα. Δεν αφήσαν το μεγάλο αδερφό να ρίξει πιο πολύ. Ανυπομονούσαν. Έτσι ο λάκκος μένει, περιμένοντας το δεύτερο σώμα. Έπειτα πάλι γη. Έτσι: ένα σώμα, ένα γη· ένα σώμα, ένα γη. Βρέχει. Η γη του λάκκου πήρε, πήρε νερό, πότισε το σώμα από κάτω, τώρα στέλνει πίσω το νερό. Το νερό κάνει μικρές-μικρές λακκούβες. Πόση ώρα πέρασε; Σα να ‘ναι αιώνας. Η γυναίκα της Καστοριάς αισθάνεται τη κούραση να περνά στα μέλη της, στο αίμα, στα νεύρα. Σφάλιξε τα μάτια. Όλα σα να γίνονταν μακρινά, απίθανα. -“Πού είμαι;” μουρμουρίζει μέσα της. “Πώς βρίσκομαι εγώ πλάι σ’ ένα κρεμασμένο; Χτες ήταν ένας τρελός κι ένα λιοντάρι. Σήμερα είναι ένας κρεμασμένος. Τί γυρεύω εγώ”; Τίναξε απότομα το κεφάλι της, να διώξει την εγκατάλειψη. -“Τα παιδιά μου!” είπε. “Πρέπει να γυρίσω στα παιδιά μου”. -“Ναι, πρέπει να γυρίσεις, το καταλαβαίνω. Τί ώρα να ‘ναι”; -“Μα το μεσημέρι θα πέρασε. Μπορεί να γύρισε ο οδηγός. Μπορεί να φύγουμε”. -“Ναι, πρέπει να γυρίσεις. Εγώ θα μείνω ακόμα”. Θα μείνει ακόμα; -“Πού θα μείνεις;” της λέει. “Είναι έρημα. Είναι άγρια”. Την ίδια στιγμή ακούστηκαν τα φτερά. Έρχονταν. -“Κοίταξε!” είπε η αδερφή της Θήβας ανατριχιάζοντας κι έπιασε με δύναμη το μπράτσο της άλλης γυναίκας. “Κοίταξε εκεί! Να τα πάλι! Ήρθαν”! Ήταν δυο κοράκια. Κάθισαν στο ψηλό κλαδί του πεύκου, σα να θέλαν να βιγλίσουν τι γίνεται, να μυριστούν. Ταπ τα φτερά, πήδησαν στο χαμηλότερο κλαδί. Δειλά. Δισταχτικά. Ταπ. Το κρεμασμένο σώμα τα έσερνε, τα καλούσε. Η αδελφή της Θήβας σκύβει, παίρνει πέτρα, τη ρίχνει στο πεύκο. -“Ξ-ξ-ξ-ξ!” φώναζε κι έκλαιγε. “Είδες; Είδες γυναίκα; Ξ-ξ-ξ-ξ!” -και κουνούσε τα χέρια της να διώξει τα κοράκια να φύγουν. Φύγαν. Πάλι η σιγανή βροχή. -“Εγώ θα πηγαίνω”, λέει πάλι η γυναίκα της Καστοριάς. “Σ’ αφήνω”. -“Στο καλό. Εγώ θα μείνω. Ίσαμε που να ‘ρθει η νύχτα”. Η Καστοριανή τώρα έτρεχε να φτάσει στο φορτηγό. Ξαφνικά της πέρασε η ιδέα πως το φορτηγό μπορούσε να είχε φύγει. Να την γυρέψαν μάταια, να μην τη βρίσκαν, και να φύγαν. -“Παναγία μου! Τί έκαμα κι απολησμονήθηκα;” έλεγε κι έτρεχε. Το φορτηγό ήταν πάντα εκεί, στη θέση του. Ο οδηγός ακόμα δεν είχε γυρίσει. Όλοι ήταν ζαρωμένοι μες στο φορτηγό, γιατί όξω έβρεχε. Τα παιδιά της χύμηξαν απάνω της. -“Τί έγινες και μας άφησες; Τί έγινες και μας άφησες;” κλαίγαν και τη φιλούσαν. -“Μωρά μου, τι έγινα!… Σωπάστε. Είχα αποξεχαστεί. Σωπάστε”. -“Μπας κι έφερες τίποτα; Δε βαστώ πια”, είπε το μεγάλο και κοίταζε τα χέρια της. -“Μωρό μου, κάμε κουράγιο να ‘ρθει η νύχτα. Τότες θα ‘χουμε φτάσει σε πολιτεία. Θα μας δώσουν να φάμε”. Κανείς άλλος δε μιλούσε στο φορτηγό. Η γυναίκα της Θράκης είχε κουκουλώσει τα δυο παιδιά της, που ακουμπούσαν το κεφάλι στα γόνατά της. Αυτά είχαν ησυχάσει, τα είχε πάρει ο ύπνος. Απάνω τους αγρυπνούσαν τα μάτια της μάνας τους. Θολά, μεγάλα. Κι η γριά της Θράκης σώπαινε. Κι αυτή με κλειστά μάτια. Δεν ήξερες αν κοιμόταν. -“Ο έμπορος;… Τί έγινε ο έμπορος;” ρώτησε η Καστοριανή. -“Είπε πως μούδιασε. Είπε πως θα πάρει το δρόμο της Θήβας με τα ποδάρια. Θα μας περιμένει εκεί”. -“Κι αν μας τύχει τώρα τίποτα;” σκέφτηκε η γυναίκα της Καστοριάς. “Γυναίκες καταμόναχες καθώς είμαστε…” -“Τί να μας τύχει;” γρύλισε βραχνά η γριά ανοίγοντας τα μάτια. “Τί άλλο φοβάσαι εσύ να σου τύχει”; -“Όχι για μένα. Λέω για τούτα”, κι έδειξε τα παιδιά. -“Κι αυτά τί; Τί άλλο από πείνα έχουνε να φοβηθούνε; Την έχουν”. -“Έτσι το ‘πα”. Η ώρα περνά. Όξω η βροχή. Σιγά. Σιγά. Η νάρκη. -“Είναι ένας κρεμασμένος όξω”, λέει η Καστοριανή, σα να πρέπει να ξομολογηθεί. -“Τί είναι είπες;” τα παιδιά της τινάχτηκαν απ’ την ακαταμάχητη λέξη. “Είπες είναι ένας κρεμασμένος; Είναι, αλήθεια, ένας κρεμασμένος”; -“Πού είναι ο κρεμασμένος;” ρώτησε ξαφνιασμένη κι η γυναίκα της Θράκης. “Αλήθεια είναι κρεμασμένος”; -“Πού είναι; Πού είναι;” φώναζαν τώρα τα παιδιά και ξεσηκώθηκαν, ανυπόμονα να παν. -“Έτσι το ‘πα”, είπε μετανιωμένη η Καστοριανή. “Έτσι το ‘πα. Δεν είναι τίποτα”. -“Α”! Λίγη αναταραχή είχε γίνει. Πάλι έπεσε. -“Πότε θα γυρίσει ο οδηγός; Πότε θα γυρίσει να φύγουμε”; -“Κι αν δε γυρίσει; Κι αν έρθει η νύχτα και δεν τα καταφέρει να σιάξει τη μηχανή και να γυρίσει”; -“Όπως και να ‘ναι θα γυρίσει”. Η σιγανή βροχή, το κρύο, η νάρκη. Ο ήλιος ολοένα θα χαμηλώνει πίσω από τα σύννεφα. Φαίνεται απ’ το φως της μέρας που σκουραίνει. Η ησυχία, η νάρκη. Τα αυτοκίνητα που ανεβαίνουν, που κατεβαίνουν το δρόμο, βρεμένα, κατάκλειστα, δε δίνουν καμιά αίσθηση ζωής, φεύγουν σαν φαντάσματα να χωθούν στο πούσι. Η νάρκη. Η γυναίκα της Καστοριάς θα ήθελε να κλείσει τα μάτια της, όλα να σβήσουν, όλα να είναι όνειρο. Ένα κατακόρυφο σχήμα κάτω από κλαδί πεύκου πίνει νερό απ’ τα φύλλα του πεύκου. Κι αυτό θα ‘ναι όνειρο. Ξαφνικά, ενώ τα χέρια της βάραιναν, το είδε. Πέρασε απ’ τη πίσω μεριά του αυτοκινήτου, απ’ την ανοιχτή του μπούκα. Γράφτηκε μια στιγμή στον θολό αγέρα: ένα μαύρο πουλί. Πέρασε. -“Θε μου!” είπε και τινάχτηκε η γυναίκα της Καστοριάς. “Θα τραβά για κει”. -“Τί είπες;” λέει η γριά. Η άλλη την κοίταξε επίμονα, ανάλγητα. -“Θα παραλογάς εσύ λέω! Δεν κατακάθεσαι πια; Δεν κατακάθεσαι”; Το κατακόρυφο σχήμα, το μαύρο πουλί, η μικρή αδερφή της Θήβας. Η γυναίκα της Καστοριάς σηκώνεται. -“Θέλω να ξεμουδιάσω λίγο. Πάλι θα βγω λίγο”. -“Πού θα πας; Πού θα πας;” λένε τα παιδιά της. “Να ‘ρθουμε κι εμείς”; -“Δεν βλέπετε; Βρέχει. Καθίστε εδώ. Μπορεί να σας φέρω τίποτα”. Κατεβαίνει. Στην αρχή περπατά με προφύλαξη, να μη τσαλαβουτά στους λάκκους με το νερό. Ύστερα τα βήματά της ανοίγουν ολοένα. Σε λίγο τρέχει σα να τη κυνηγούν. Τρέχει. Στρίβει το δρόμο. Το πεύκο είναι εκεί, λίγο θολό μες στη βροχή. Τρέχει. -“Αχ”! Έπεσε πάνω στην αδερφή της Θήβας στενάζοντας με ανακούφιση. Έκλαιγε. -“Τί είναι;” λέει η κόρη. -“Τίποτα. Έλεγα πως δε θα ‘σουν, πως κάτι θα σού ‘τυχε”. Τί να της τύχει; Έμενε πάντα εκεί. Κοντά στο μισόγεμο λάκκο του μικρού αδερφού, κοντά στο πεύκο του μεγάλου. -“Μπας κι ήρθε; Το είδα που πέρασε. Το κοράκι”. -“Ήρθαν πάλι. Δεν ήταν ένα. Ήταν πολλά. Πάλι τα ‘διωξα”. Τώρα πια η μικρή αδερφή δεν κλαίει. Φαίνεται κουράστηκε. Τα μάτια της είναι κόκκινα. Μόνο που κάθε τόσο σκοτεινιάζουν, σα να δουλεύει πίσω τους η απόφαση. Σιγά. Σιγά. Μουρμουρίζει. Μόλις ακούγεται. -“Λέω τη νύχτα… Τώρα που μάθανε… Τώρα αρχίζω να φοβάμαι τη νύχτα”. -“Τί είναι τη νύχτα”; -“Λέω μπας κι έρθουν τη νύχτα. Πετούν τα κοράκια τη νύχτα; Δεν ξέρω. Πάλι”. -“Λες να πετούν τη νύχτα”; -“Μπορεί”. Πάλι το σκοτεινό φως περνά απ’ τα μάτια σαν αστραπή. Η αδερφή της Θήβας δεν είναι πια η ίδια γυναίκα, αυτή που έκλαιγε, που μοιρολογούσε. Το πρόσωπό της έχει γίνει τραχύ, όσο πάει γίνεται πιο πολύ. Γυρίζει αργά τα μάτια δεξιά, ζερβά, σα να θέλει να μυρίσει τον αγέρα, ν’ ανιχνέψει τον κίνδυνο. Ησυχία. Ακόμα και τ’ αυτοκίνητα που περνάνε λίγο πέρα από κει, στο δρόμο, σα να ‘ναι φαντάσματα θολά. Διαβαίνουν, φεύγουν. -“Θ’ ανεβώ στο πεύκο”, λέει σιγά. Βγάζει το μαχαίρι απ’ τον κόρφο της. Αργά. Τα μάτια της δεν ξεκολνούν τώρα απ’ το σκοινί, απ’ το κεφάλι του κρεμασμένου. -“Τί είναι να κάμεις;” ρωτά η Καστοριανή. Λέει ήσυχα: -“Θα τον θάψω”. -“Κακόμοιρη! Τί μελετάς;” λέει τρομαγμένη η άλλη, απροετοίμαστη ακόμα να το δεχτεί. “Κι αν σε πιάσουν; Θα σβήσει πια με σένα ολάκερο το σπιτικό σας! Κακόμοιρη, τί μελετάς”; Η άλλη κάνει μια κίνηση με το χέρι: -“Μη με βαστάς. Το πήρα απόφαση”. Προχωρεί σιγά, χωρίς προφύλαξη, χωρίς ταραχή πια στο πρόσωπο, στα βήματα. Γαλήνη που είναι τώρα σ’ αυτό το πρόσωπο το στεφανωμένο με καστανά μαλλιά. -“Τί πας να κάμεις; Τί πας να κάμεις”! Η κόρη προχωρεί πάντα στο κορμό του πεύκου. Η άλλη, σα μαγνητισμένη, βλέπει τα βήματα που πορεύονται. Τα βήματα φωνάζουν. Διστάζει. Τα βήματα φωνάζουν. Αρχίζει να τ’ ακολουθά. Όμως αυτή, η Καστοριανή, τρέμει. Το νιώθει στα γόνατά της, στα χέρια, στη καρδιά. Κοιτά καταφοβισμένη γύρω της. Ωστόσο ακολουθά σαν υπνωτισμένη. -“Τί πας να κάμεις; Τί πας…” Η αδερφή της Θήβας έφτασε στο πεύκο. Τα χέρια της δεν είναι λεύτερα, κρατούν το μαχαίρι. Βάζει το μαχαίρι στα δόντια της, το δαγκάνει. Τώρα τα χέρια της είναι λεύτερα. Αγκαλιάζουν το δέντρο. Αρχίζει να σκαρφαλώνει. Το δέντρο είναι υγρό, τα χέρια γλιστρούν. Ξαναρχίζει. Τώρα δεν υπάρχει ο κρεμασμένος, δεν είναι εκεί πλάι. Τώρα όλα είναι πυκνωμένα στον κορμό, δεν υπάρχει παρά ένας κορμός κι ένα κλαδί ψηλά. Ίσα! Ίσα! Τα χέρια, τέλος, φτάνουν στο σταυρό του δέντρου, εκεί που αρχίζουν τα κλαδιά. Τον κρατούν γερά το σώμα ανεβαίνει. Τώρα βιάζεται. Ακουμπώντας τα χέρια στα κλαδιά σκύβει, σέρνεται, γλιστρά. Λίγο ακόμα! Λίγο! -“Γλήγορα! Γλήγορα!” φωνάζει σιγανά η Καστοριανή από κάτω, ολοένα κοιτάζοντας δεξιά-ζερβά. Τα χέρια, ψηλά, πιάνουν το σκοινί. Τα χέρια παίρνουν το μαχαίρι από τα δόντια. Η γυναίκα από κάτω βλέπει το μαχαίρι ν’ αρχίζει το έργο του στο σκοινί, ακούει τον ήχο του. Σε λίγο το κρεμασμένο σώμα, ελεύθερο, θα πέσει. Θα πέσει. Ασυναίσθητα η Καστοριανή ανοίγει τα χέρια της, αγκαλιάζει τα πόδια του κρεμασμένου να τον στηρίξει. Ρίγος την περνά βίαια καθώς αγκαλιάζει αυτό το γλιστερό, υγρό πράμα. Όπου, χραπ, αυτό γλιστρά μες στα χέρια της, λευτερωμένο από το δέντρο, χαμηλώνει, αγγίζει με τα πόδια τη γη. Τα στήθια της τώρα ακουμπούν στα στήθια του. Είναι άγριο. Δεν τολμά να το κοιτάξει στο πρόσωπο. Τα μάτια της είναι στη γη. -“Γλήγορα! Γλήγορα!” φωνάζει, ενώ ολοένα σφίγγει απάνω της να το στηρίξει, να μην της φύγει το κατακόρυφο νεκρό σώμα. “Γλήγορα”! Η άλλη σέρνεται νευρικά στο δέντρο για να κατέβει. Βιαστικά αγκαλιάζει τον κορμό. -“Γλήγορα! Γλήγορα”! Τέλος η αδελφή της Θήβας πατά πάλι τη γη! Πιάνει το σώμα του νεκρού απ’ το κεφάλι. Η άλλη απ’ τα πόδια. -“Στο λάκκο! Γλήγορα”! Προχωρούν. Το σκοινί, ξεκινώντας απ’ τη θελιά του λαιμού, σέρνεται στη γη, σα να συνοδεύει το σώμα. Η βροχή έχει σταματήσει. Ο μισόγεμος λάκκος έχει λίγο θολό νερό. Κάτω απ’ το θολό νερό είναι θαμμένος ο μικρός αδερφός. Οι γυναίκες αποθέτουν τώρα στο λάκκο, πάνω απ’ τον μικρό αδερφό, τον άλλο, τον κρεμασμένο. Έκαμε πλαφ. Τα μάτια των γυναικών τεζαρισμένα άγρια. Η γυναίκα της Καστοριάς τότε μόνο βλέπει το πρόσωπο του νεκρού, που κοιτάζει τον ουρανό. Είναι μελαψό, απαίσιο. -“Γιε μου…”, ψιθυρίζει. -“Ρίχνε! Ρίχνε!” φωνάζει η αδερφή σπρώχνοντας με τις χούφτες της το χώμα το στοιβαγμένο πλάι στο λάκκο. Αρχίζει κι η άλλη να ρίχνει χώμα. Ήταν μαλακό, δεν αντιστεκόταν. Ρίχνουν πρώτα στα πόδια, στον κορμό. Το πρόσωπο μένει ακόμα άγγιχτο. -“Να βγάλω αυτό…”, λέει η γυναίκα της Καστοριάς. Το είχαν ξεχάσει. Ανασηκώνει το κεφάλι, βγάζει τη θελιά απ’ το λαιμό. Το σκοινί είναι σαν ζωντανό βρεμένο πράμα, σιχαμερό. Το πετά πλάι. Βγάζει και την ταμπέλα με τα γράμματα απ’ το στήθος του. Η αδερφή της Θήβας βλέπει για τελευταία φορά το πρόσωπο. Τα μουσκεμένα μαλλιά πέφτουν στο μέτωπο, σκεπάζουν τα μάτια. Με τα λασπωμένα της δάχτυλα στρώνει τα μαλλιά, λευτερώνει τα μάτια. Τα δάχτυλα μένουν. Λίγο λάσπωσε το μέτωπο. Τα δάχτυλα το καθαρίζουν το χαϊδεύουν, μια. Ακόμα μια. Ύστερα αργά το σκεπάζουν με το χώμα. Σηκώθηκαν όρθιες. Ο ιδρώτας έτρεχε απ’ τα αγριεμένα πρόσωπά τους. Ανάσαιναν βαθιά. ‘Αξαφνα ακούστηκε, μες στη θολούρα, σκληρός, επίμονος κρότος. Ολοένα πλησίαζε. -“Αυτό είναι”, λέει η κόρη της Θήβας. “Έλα! Έρχεται ο γερμανός”. Η μοτοσυκλέτα ακουγόταν καθαρά, πλησίαζε. ‘Αρπαξαν η μια την άλλη απ’ το χέρι, χύμηξαν απ’ την αντίθετη διεύθυνση προς το μέρος του φορτηγού. Έμεινε στο χώρο του πεύκου, έρημο, πάνω στον τάφο, το μαχαίρι που έκοψε το σκοινί. Γυάλιζε. Και το πεύκο κουνούσε τα φύλλα. Πρόφτασαν να κρυφτούνε πίσω από ένα βράχο. Είδαν το γερμανό να κατεβαίνει απ’ τη μοτοσικλέτα, να προχωρεί στο πεύκο, ξαφνιασμένος να κοιτάζει: το πεύκο, τον τόπο γύρω. Είδε το κομμάτι του σκοινιού που είχε μείνει στο πεύκο να κρέμεται, Ύστερα είδε το λάκκο. Πλησίασε. Είδε το μαχαίρι, τη θελιά του σκοινιού, την ταμπέλα, αφημένα εκεί, όξω απ’ το λάκκο. Πήρε το μαχαίρι, ανέβηκε στη μοτοσυκλέτα, έφυγε βιαστικά να πάει να δώσει το μαντάτο. -“Πάει να το πει! Ας φύγουμε! Ας φύγουμε γλήγορα από δω”! -“Πού να πάμε; Πού λες να πάμε”; -“Έλα στο φορτηγό μας! Έλα κι εσύ”! Φτάσαν λαχανιασμένες, αλλοσούσουμες στο φορτηγό. Τα παιδιά φώναζαν. -“Τί είναι; Γιατί είσαι έτσι;” ρωτούσε η γυναίκα της Θράκης τη Καστοριανή. “Τί έπαθες”; -“Τίποτα! Τίποτα”! -“Ποιά είν’ αυτή”; -“Τίποτα. Είναι μια κοπέλα απ’ τα μέρη εδώ, απ’ τα μέρη της Θήβας”. Και στρέφοντας σ’ αυτήν: “Έλα πάνω”, της λέει και τη βοηθά ν’ ανέβει στο αυτοκίνητο. -“Χριστέ και Παναγία! Δε φαινόσαστε καλά!” λέει η γυναίκα της Θράκης. “Είσαστε καταλασπωμένες. Τί έγινε”; -“Τίποτα. Τίποτα”. Τα παιδιά της Καστοριανής ρωτούσαν αν τους έφερε τίποτα να φάνε. Ήταν σα χαμένη, ο νους της γύριζε αλλού, έτρεμε. Η πράξη άρχιζε τώρα μόλις, να κάνει το έργο της μέσα της, έχυνε το δέος κύματα-κύματα. -“Ναι…, ναι…”, έλεγε στα παιδιά της να τα ησυχάσει. “Σωπάστε τώρα. Το βράδυ θα φάτε. Το βράδυ”. -“Εγώ λέω, εσύ κόρη μου είσαι για τα σίδερα”, κάνει η γρια της Θράκης. “Δεν κάθεσαι, λέω, να δεις τα μωρά σου; Τί κάνεις μ’ αυτά τα πάνε κι έλα; Και τούτη εδώ τί θέλει”; -“Είναι από τη Θήβα. Θα τη πάρουμε ίσαμε τη Θήβα”. -“Να δούμε τι λέει κι ο άνθρωπος που ορίζει το αυτοκίνητο! Τώρα κάνεις κουμάντο και στο ξένο πράμα”; -“Όχι δεν κάνω κουμάντο. Όμως, πού είναι αυτός; Ακόμα δε φάνηκε”; -“Ακόμα. Μου φαίνεται πως θα ξενυχτήσουμε εδωνά”. Η ώρα περνά. Πάλι είναι ησυχία μες στο φορτηγό. Στο δρόμο έξω περνούν τ’ αυτοκίνητα, γλιστρούν, φεύγουν. Πάλι βρέχει λίγο. -“Θαρρώ πως θα ξενυχτήσουμε εδωνά…” Σιγά-σιγά η λέξη σχηματίζει κύκλους, τους μεγαλώνει, ολοένα. Να ξενυχτήσουν εκεί; Η αδερφή της Θήβας σα να συνεφέρνει, μόλις. Σα να είχε γίνει ένα κενό ανάμεσα σ’ αυτή και στο έργο της. Και τώρα, πάλι γυρίζει η μνήμη της να δεθεί με την πράξη. «Να ξενυχτήσουν εκεί; Είπε να ξενυχτήσουν;» -“Τί είπε; Τί είπε;” λέει η γυναίκα της Καστοριάς. -“Είπε, μπας και δε προφτάσει ο οδηγός να σιάξει τη μηχανή πριν νυχτώσει. Μπας και μείνουμε τη νύχτα εδώ”. -“Εδώ; Να μείνουμε εδώ; Πλάι σ’ αυτό”; Δεν πρόλαβε ν’ αποτελειώσει τη σκέψη της. Ένα κρότος επίμονος, βαρύς, ολοένα πιο ευδιάκριτος άρχισε να φτάνει απ’ το μέρος του δρόμου της Θήβας. Δεν ήταν αυτοκίνητο. Ήταν σαν εκείνον τον άλλο, τον γνώριμο, τον δεμένο με την άγρια πράξη τους. Μόνο που τούτος ήταν πιο δυνατός, πιο πυκνός. -“Ακούς”; -“Ναι”, λέει η Καστοριανή. “Τί είναι”; -“‘Ακουσε καλά”! -“Ακούω! Ακούω! Λες να είναι…”; Λίγο στάθηκε: “Λες να είναι αυτός, ο πριν”; Έξαλλη πετάχτηκε η κόρη: -“Είναι αυτός σου λέω! Δεν είναι αυτός μονάχα! Είναι πολλοί! Έρχουνται! Είναι πολλοί, κι έρχουνται”! Οι κρότοι από πολλές μοτοσυκλέτες που πλησίαζαν δεν άφηναν τώρα καμιά αμφιβολία. -“Έρχουνται οι γερμανοί! Πρέπει να φύγω! Θα με πιάσουν”! Τα μωρά ξεσηκώθηκαν, οι Θρακιώτισσες, ρωτούσαν με αγωνία: -“Τί είναι αυτά που λες; Τί είναι αυτά; Τί γερμανοί λέει και τί φοβάται”; -“Έρχουνται οι γερμανοί! Πρέπει να φύγω!” φώναζε η Θηβαία. “Φύγε κι εσύ!” φώναζε στην Καστοριανή. “Φύγε”! Χύμηξε προς τη μπούκα του αυτοκινήτου. Την ίδια στιγμή ένα άλλο φορτηγό φάνηκε να έρχεται απ’ τη Θήβα τραβώντας για τη Λιβαδειά. Ήταν σαράβαλο, Aγκομαχούσε ν’ ανοίξει όσο γίνεται ταχύτητα. -“Τί καθόσαστε εδώ!” φώναξε ο οδηγός στο σταματημένο φορτηγό. “Έρχουνται οι γερμανοί! Θάψαν τον κρεμασμένο, κι έρχονται! Θα σας σκοτώσουν αν σας βρουν”! Είπε, χάθηκε. Η αναστάτωση πια μες στο φορτηγό ήταν μεγάλη. -“Παναγία μου! Τί είν’ αυτά για κρεμασμένους και για γερμανούς;” έλεγε η γυναίκα της Θράκης. -“Βιαστείτε! Βιαστείτε!” φώναξε η αδερφή της Θήβας, κατεβασμένη κάτω. “Κάντε γλήγορα”! -“Έρχουμαι! Έρχουμαι!” μάζευε τα παιδιά της η Καστοριανή. Τους έβαζε από ένα μπόγο στο χέρι, αυτή πήρε δυο χράμια τους και το ταγάρι. Ασυναίσθητα, μηχανικά. “‘Αειντε κι εσείς!” φώναζε στις Θρακιώτισσες. “‘Αειντε κι έρχουνται κι είναι φόβος! Κάντε γλήγορα”! -“Αχ, Παναγία μου, τί είναι πάλι τούτο; Τί είναι πάλι τούτο;” έλεγε η γυναίκα της Θράκης κατεβάζοντας τα δυο παιδιά της. Πήραν όλοι στα χέρια τους ό,τι ήταν πιο πρόχειρο, κατεβήκαν. Οι κρότοι απ’ τις μοτοσυκλέτες ήταν πια κοντά. Όπου να ‘ναι θα φτάναν στη στροφή του δρόμου. -“Από δω! Από δω”! Η Θηβαία, ξέροντας τα κατατόπια, έπεσε πρώτη μες στο χωράφι απ’ τα ζερβά του δρόμου. Το βρεμένο χώμα ήταν δύσκολο, κολνούσε στα πόδια τους. -“Ελάτε! Ελάτε”! Τρέχαν. Τρέχαν. -“Να προφτάσουμε να πάμε κει! Εκεί θα μας κρύψει ο βράχος. Να προφτάσουμε το βράχο”! Στο μικρό λόφο που υψωνόταν εκεί, ο μαύρος βράχος σφάνταζε. Η βροχή είχε σταματήσει, το πούσι αραίωνε. Κι οι κρότοι απ’ τις μοτοσυκλέτες σώπασαν. Σίγουρα οι γερμανοί θα είχαν φτάσει στο τόπο του πεύκου. Τώρα θα εξέταζαν. Όπου να ‘ναι θ’ άρχιζαν να κάνουν έρευνες γύρω. Το μικρό κοπάδι των κυνηγημένων λαχανιασμένο έφτασε στο βράχο. Η γριά βλαστημούσε και καταριόταν. -“Α, που να σας πάρει ο τρισκατάρατος! Α, που να σας πάρει η κατάρα!” έλεγε στις δυο γυναίκες. “Σε τί μπελάδες μας βάλατε! Ξεβουλώστε το και πέστε μας: Τί έγινε; Γιατί φύγαμε”; -“Μίλησε λοιπόν! Τί είναι;” έλεγε κι η άλλη, η γυναίκα της Θράκης. “Πες μας τί είναι; Για τί κρεμασμένο έλεγε αυτός; Τί έλεγε”; -“Κοιτάξτε κει! Κοιτάξτε!” είπε η αδερφή της Θήβας. Προστατεμένες πίσω απ’ το μεγάλο βράχο κοίταζαν. Ο δρόμος από κει θα ‘ταν ίσαμε οχτακόσια-χίλια μέτρα μακριά. Οι γερμανοί, με τα όπλα στο χέρι, προχωρούσαν στο δρόμο, ψάχναν. Ένας-δυο άφησαν το δρόμο, μπήκαν λίγο μες στα πλαϊνά χωράφια, κοίταζαν τα χαντάκια, γύριζαν. Φτάσαν στο έρημο φορτηγό. Το τριγύρισαν. Ένας ανέβηκε μέσα. Κάποιος άλλος τράβηξε πηγαίνοντας πίσω, να ειδοποιήσει τον αξιωματικό τους. Γύρισαν με τον αξιωματικό. Κουβέντιαζαν. Φαίνεται πως παίρναν απόφαση. Ένας στρατιώτης ανέβηκε στο φορτηγό, κάτι κατέβασε, από κει. Ύστερα άρχισε να φέρνει βόλτα γύρω, κουνούσε τα χέρια του, κάτι έκανε. Σα να έριχνε κάτι στο φορτηγό. -“Τί κάνουν;” αναρωτιόταν στο βράχο, μη μπορώντας να ξεχωρίσουν καθαρά το τι γινόταν. Σε λίγο οι φλόγες τινάχτηκαν, τύλιξαν το φορτηγό. -“Θε μου”! -“Βάλαν φωτιά! Βάλαν φωτιά”! -“Το καίνε”! -“Το καίνε! Χαθήκαμε”! Τα τελευταία υπάρχοντά τους καίγονταν μες στο φορτηγό. Ό,τι είχαν πάρει πριν από λίγο στη βιασύνη τους, το βλέπαν τώρα πως ήταν ασήμαντο. -“Είμαστε γυμνοί πια! Πάμε σε ξένο τόπο ολόγυμνοι”! -“Θε μου, γιατί μας τυραννάς τόσο; Τί κάναμε, Θε μου”; Ολοφύρονταν οι Θρακιώτισσες. Κλαίγαν τα παιδιά. Κοίταζαν τη φωτιά και κλαίγαν. -“Α, εσύ διαολόπραμα!” μούγκριζε η γρια στρέφοντας στην κόρη της Θήβας. “Εσύ ‘σαι ο αίτιος! Κανείς δε μου το βγάζει απ’ το μυαλό μου πως εσύ είσαι! Τί ήθελες, φίδι, και βρέθηκες στο δρόμο μας”; Χύμηξε απάνω της, την άρπαξε απ’ τα μαλλιά, έσερνε τα νύχια της στα μάγουλά της. -“Διαολόπραμα! Κουτάβι! Ποιά οργή σ’ έστειλε μπροστά μας; Ποιά κατάρα”; -“Μη! Μη!” χύθηκε να τη γλιτώσει η Καστοριανή. “Μη, κι είναι κρίμα πια”, έλεγε. “Φτάνει η πίκρα της πια. Φτάνει και ξεχείλισε! Εγώ το ‘καμα. Εγώ”. Η κόρη της Θήβας κάθεται εκεί, με τα μαύρα της μαλλιά, με το χλωμό της πρόσωπο, ασάλευτη, να τη δέρνουν, να τη σκίζουν. Δεν έκανε καμία κίνηση να προφυλαχτεί. Τίποτα. Μόνο έκλαιγε σιγανά, τα δάκρυα τρέχαν στο ατάραχο πρόσωπο. -“Μη σου λέω! Μη!” φώναζε έξαλλη η γυναίκα της Καστοριάς. “Εγώ το ‘καμα σου λέω! Εγώ φταίω! Εγώ τον ξεκρέμασα”! Ήταν απίθανο, αυτή η σιγανή, η ήμερη ύπαρξη, έτσι που ξαφνικά είχε στυλωθεί και πάλευε και φώναζε: “Εγώ φταίω σας λέω! Εγώ τον ξεκρέμασα! Εγώ”! Τί είπε; Τον ξεκρέμασε είπε; Τα χέρια της γριάς που χτυπούσαν την κόρη της Θήβας λύθηκαν, την άφησαν. -“Τον ξεκρέμασες είπες; Ποιόν ξεκρέμασες”; Έβλεπε την Καστοριανή κατάματα. -“Τον ξεκρέμασα, είπα! Αυτόν που κρέμασαν οι γερμανοί! Τον ξεκρέμασα και τον έθαψα. Κι οι γερμανοί θα σκοτώσουν αυτόν που τον έθαψε. Θα σκοτώσουν όποιον βρουν”! Χύθηκαν τα παιδιά της απάνω της. -“Μάνα μου! Μάνα μου”! -“Το έκαμες αυτό; Το έκαμες αυτό;” στεκόταν σα χαζή και τη κοίταζε η γριά. -“Το έκαμα! Το έκαμα”! -“‘Αχου τρισκατάρατη! ‘Αχου δαιμονισμένη! ‘Αχου, που να σε πάρει η κόλαση! Και τί σ’ ένοιαζε εσένα για κρεμασμένους”; -“Τί καθόμαστε, λοιπόν; Τί καθόμαστε;” φώναξε η γυναίκα της Θράκης. “Πάμε να φύγουμε και θα μας φτάσουν! Πάμε να φύγουμε”! Με τον τρόμο στα μάτια, με χέρια που τρέμαν σήκωσαν τα λίγα πράματα που είχαν πάρει μαζί τους. -“Πού να πάμε; Προς τα πού να πάμε”; Όλα τα μάτια ήταν γυρισμένα στην αδερφή της Θήβας. Ατάραχη πάντα, κοίταζε χαμηλά τον καπνό. Λίγο πέρα απ’ τον καπνό, τον τόπο του πεύκου. Σα να ήταν ξένη εκεί. -“Εσένα λέω! Πού να πάμε! Προς τα πού να πάμε”; -“Από δω”, είπε σιγανά. Πάλι: “Από δω είναι το βουνό”. Πάλι: “Από δω είναι το βουνό μας”. Τότε όλοι σήκωσαν τα μάτια, το κοίταξαν. Στέρεη γραμμή, γυμνή, ατάραχη. Ολοένα το βράδυ ερχόταν. Βάδιζαν σιωπηλοί. Μπροστά η αδερφή της Θήβας, πίσω τα πρόσωπα της Θράκης, τα πρόσωπα της Καστοριάς. Πλησίαζαν το βουνό. Στους βράχους του, στα φαράγγια του κάποτε είχε ακουστεί η σπαραχτική κραυγή. Ο τυφλωμένος Οιδίποδας πορευόταν για τον Κολωνό. Ο Οιδίποδας χάθηκε. Όμως ο θρήνος μένει στο βουνό δεμένος με τους βράχους. Περιμένει… Painting : Carlos Schwabe 1900 fleurs du mal-destruction</description><pubDate>Mon, 11 Nov 2024 19:31:48 GMT</pubDate><category>Πεζά</category></item><item><title>Η Δημοκρατία καταστρέφεται (Ισοκράτης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-dhmokratia-katastrefetai-isokraths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-dhmokratia-katastrefetai-isokraths/</guid><description>“Η Δημοκρατία καταστρέφεται διότι καταχράστηκε το δικαίωμα της Ελευθερίας και της Ισότητας. Έμαθε στους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα, την αναρχία ως ευδαιμονία.” Ισοκράτης 436-338 π.χ</description><pubDate>Thu, 17 Oct 2024 21:54:26 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Αχ άθλιες μάνες (Ευριπίδης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ax-athlies-manes-euripidhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ax-athlies-manes-euripidhs/</guid><description>Αχ άθλιες μάνες ,άθλιων αρχηγών, πως απ’ τα σπλάχνα μου ένας φόβος πικρός με κάνει και χλομιάζω? Ευριπίδης «Ικέτιδες» Bust of Euripides. Marble, Roman copy after a Greek original from ca. 330 BC.</description><pubDate>Thu, 17 Oct 2024 21:32:25 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Διονύσου πλοῦς (Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/dionysou-plos-aleksandros-rizos-ragkabhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/dionysou-plos-aleksandros-rizos-ragkabhs/</guid><description>Ἡ ἔκτασις τοῦ ἁχανοῦς Αἰγαίου ἐκοιμᾶτο, κ’ ἔβλεπες δύο οὐρανούς· ὁ εἷς ἦν ἄνω κυανοῦς, γλαυκὸς ὁ ἄλλος κάτω. Αἱ διαλείπουσαι πνοαὶ τοῦ ἔαρος ἐφύσων ἀμφίβολοι καὶ ἀραιαί· μακρὰν δ’ ἐφαίνοντ’ ὡς σκιαὶ αἱ κορυφαὶ τῶν νήσων. Ἡ δύσις, πύλη φλογερά, λαμπρὰς ἀντανακλάσεις ἠκόντιζεν εἰς τὰ νερὰ ὡς ἂν ἐνέμοντο πυρὰ τὴν πλάκαν τῆς θαλάσσης. Ἀλλ’ ὅπου νότος εἰς γλαυκὰς ταινίας τὴν ἐρρίκνου, τὶ ἦτον; ὄρνις ἢ ὁλκάς, ἥτις ἐτάνυε λευκὰς τὰς πτέρυγας ὡς κύκνου; Ἦτον ὁλκάς, οὐχὶ πτηνόν· ὡς δ’ ἔφθασε πλησίον, μέλαν ἐφαίνετο βουνόν, καί τὸν ἱστόν του Τυρρηνῶν ἐκόσμει ἐπισείων. Μόλις ἐπηνθουν ἀργυροῖ ἀφροὶ περὶ τὴν τρόπιν, κ’ ἐνόεις ὅτι προχωρεῖ, διότι ἔσχιζεν εὐρὺ τὸ ἴχνος του κατόπιν. Οἱ ναῦται, ἡλιοκαεῖς, κινοῦντες μῦς εὐτόνους, διήρμοζον μετὰ βοῆς τὸ ἀκροκέραιον ὁ εἷς, ὁ ἄλλος τοὺς προτόνους. Ἄλλος, ὀρθὸς εἰς τὸν ἱστόν τὸν πόντον κατεσκόπει· κ’ εἰς τὴν φωνὴν τῶν κελευστῶν ἔπληττεν ἄργθρον ρευστὸν μετὰ ρυθμοῦ ἡ κώπη. Ἦν τὸ κατάστρωμα εὐρύ, πλήρης ἀνδρῶν ἡ πρύμνη· βῆμα τὴν ἔκρουε βαρύ· ἀντήχουν ἄγριοι χοροὶ καὶ ἐναλίων ὕμνοι. Εἰς δὲ τὴν πρῷραν ἁπαλῶς εἰς δέρματα πανθήρων νέος κατέκειτο καλός, εἰς τὸν βραχίον’ ἀμελῶς τὸ σῶμα ὑπεγείρων. Χιτῶνα εἶχε κροκωτὸν μετὰ χρυσῶν ἁμμάτων. Πλὴν καταρρέων ὁ χίτων, γυμνὸν κατέλειπεν αὐτὸν ἐπάνω τῶν γονάτων. Σπανία ἦν ἡ καλλονὴ αὐτοῦ τυ νεανίου. Μᾶλλον ἐφαίνετο γυνή, ἔχουσα ὄψιν εὐγενῆ καὶ πλήρη μεγαλείου. Χρυσοῦν ἐκράτει ἀφ’ ἑνὸς περίγλυφον κρατῆρα, καὶ μὲ θωπεύματα κυνὸς ὡραία τίγρις ταπεινῶς τῷ ἔλειχε τὴν χεῖρα. Ἐπὶ τῆς ἄλλης δὲ χειρὸς πρσέκλινεν ἠρέμα νεᾶνις, κρίνος ἀνθηρὸς, καὶ είς τὸ βλέμμα της πυρὸς αὐτὸς προσήλου βλέμμα. Ποία ἐντέλεια! Εἰκὼν ἐφαίνετο μαρμάρου, θαῦμα τῆς τέχνης γλυπτικόν· ἀλλ’ ὡς αὐτὴ δὲν ἦν λευκὸν τὸ μάρμαρον τῆς Πάρου. Τῶν δροσερῶν της παρειῶν ὡμοίαζον τὰ κάλλη τὸ ρόδον τὸ ἐρυθριῶν, ὅταν στιβάζεται χιών, κ’ εἰς τὴν χιόνα θάλλῃ. Ἐπὶ τοὺς ὤμους της χυτὴ κατέρρεεν ἡ κόμη· ὡς ἡ σελήνη δ’ ὁρατὴ εἰς χρυσᾶ νέφη, ἐν αὐτῇ ὑπέλαμπον οἱ ὦμοι. Πλούσιαι πόρπαι πρὸς στολὴν διάλιθοι συνεῖχον τῆς κόρης τὴν ἀναβολήν, κ’ εἰς τὴν χρυσῆν της κεφαλὴν τὸν πλοῦτον τῶν βοστρύχων. Οἱ εὔγλωττοί της ὀφθαλμοὶ ὅταν χαρὰν ἐδήλουν, ἀπήντων καρδιῶν παλμοί, καὶ ἦσαν ἔρωτος ψαλμοὶ ἐκεῖνα ποῦ ὡμίλουν. Τὰ χείλη της τὰ ἀπαλὰ ὡς κάλυξ ἀνεμώνης, μικρὸν προεῖχον τρυφηλά, καὶ ὅτ’ ἐγέλων, πῶς γελᾷ ὁ οὐρανὸς ἐφρόνεις. Τότε δ’ ὡς ἔκειτο ἐκεῖ διέστελλε τὰ χείλη, κ’ εξῆλθον τόνοι μουσικοί, καὶ μειδιάσασα γλυκύ, ἡ κορασίς ὡμίλει. «Ὅταν σὲ βλέπω, δειλιῶν τὸ σῶμά μου πῶς τρέμει; Εἶσαι ἀνώτερόν τι ὄν; Ἄν ἄνθρωπον ἢ ἂν Θεὸν ἀκολουθῶ, εἰπέ μοι. »Εἰς σὲ προσπλέκει ἡ Κλωθὼ τοῦ βίου μου τὸ νῆμα. Σὲ μόνον, μόνον σὲ ποθῶ, καὶ ὡς δεσμί’ ἀκολουθῶ τὸ προσφιλές σου βῆμα. »Πλανῶμαι ὅπου μὲ πλανᾷς, μετὰ πνοῶν ἀνέμων, εἰς κορυφάς, εἰς σκοτεινὰς κοιλάδας, εἰς λῃστῶν σκηνάς· κατόπιν σου εὐδαίμων! »Καὶ εἰς τὸν ἅδην μετὰ σοῦ, ἅδου ἂν ἡγῆσαι! Ὤ! τοῦ ὀνείρου τοῦ χρυσοῦ μὴ μὲ στερήσῃς, μέχρις οὗ ἀκούσω ποῖος εἶσαι.» Κ’ ἐκεῖνος εἶπε μειδιῶν· «Θεώρι με, ὦ κόρη, Θεὸν πλησίον σου, Θεόν, καὶ πρώτη τῶν εὐτυχιῶν τὴν μετὰ σοῦ θεώρει.» «Θεὸν μὴ λέγῃς· οἱΘεοὶ τὸν Ὄλυμπο οἰκοῦσι. Καὶ ἂν μοὶ φύγῃ ἡ ζωὴ εἰς στεναγμὸν διακαῆ, τὶς θέλει τὸν ἀκούσει; »Θεὸς ἂν ἦσαι, θὰ ζητῇς καπνὸν εὐώδους κνίσσης καὶ ἑκατόμβας τελετῆς, ἀλλ’ ὄχι ἔρωτα θνητῆς, κ’ ἐμὲ νά λησμονήσῃς.» Ἐν ὧ δὲ οὗτοι τρυφερῶς τοιαῦτα συνωμίλουν, τῶν ναυτῶν ἔστη ὁ χορός, κ’ ἐπὶ τὸ ζεῦγος βλοσυρῶς τὰ βλέμματα προσήλουν/ Καὶ διὰ λόγων ἀναιδῶν ὁ εἷς τὸν ἄλλον πείθων, λείας ὠρέγετο, ἰδὼν τὸν πλοῦτον τῶν πολυειδῶν καὶ πολυτίμων λίθων. Ἄλλους διήγειρε πολλοὺς ἡ ὄψις τῶν θελγήτρων τῆς κόρης τῆς περικαλλοῦς, καὶ ἐνεψύχου τοὺς δειλοὺς ἐλπὶς πλουσίων λύτρων. Φωνὴ διέρρει σιγαλὴ ὡς ψίθυρος τὸ πρῶτον. Ἀλλ’ ἐθρασύνοντο πολλοί, καὶ ἐξερράγ’ ἡ ἀπειλὴ μετὰ κραυγῶν καὶ κρότων. Τῶν ἀπαισίων ὀφθαλμῶν τὸ μέγα πῦρ ἰδέτε. Ἐγείρεται πᾶς ὁ τολμῶν. Τήν κώπην ἐπὶ τὸν σκαλμὸν ἀφῆκαν οἱ ἐρέται. Ἥρπασαν ὅπλα παρευθὺς ἀπὸ τῶν προσπιπτόντων, λίθους τινὲς χειροπληθεῖς, καὶ ὅ,τι εὕρισκε καθείς, τίς κώπην καὶ τίς κόντον. Τὰ βλέμματα πλήρη φλογῶν ἠκόντιζον ὀργίλα, κ’ ἐρρίφθησαν, ὡς ἂν ἀγὼν δεινῶν ἐπέκειτο σφαγῶν, καὶ ἔπαλλον τὰ ξύλα. Ὁ ἀνδραποδιστὴς λαὸς τοὺς ὀπαδοὺς τῶν ξένων πρώτους λαβὼν ἀνηλεῶς τοὺς ἔρριψεν εἰς τῆς νηὸς τὸ στόμιον τὸ χαῖνον. Φύλακες ἔστησαν τακτοὶ εἰς τὴν ὀπὴν τοῦ σκάφους· κ’ ἐκλείσθη ἡ καταπακτή, κ’ ἦν εἰς τὰ σπλάγχνα του φρικτὴ ἡ νύξ, ὡς εἶν’ εἰς τάφους. Εἶδε τὴν πρᾶξιν τῶν ναυτῶν ὁ ξένος νεανίας· τὸν νοῦν ἐνόησεν αὐτῶν, ἀλλ’ ἔμεινεν ἀκινητῶν μεθ’ ὑπερηφανείας. Ἐν ὧ δ’ ὁρμῶσιν οἱ κακοὶ κ’ ἐκεῖνον νὰ προσβάλουν, δύο βραχίονες λευκοὶ ὡς ππεριδέραιον γλυκὺ τὸν νέον περιβάλλουν. Ἡ κόρη βλέπ’ ἡ τρυφερὰ τὴν ἀπειλοῦσαν πάλην, καὶ ὡς δειλὴ περιστερὰ πρὸς τὴν προστάτιν ἀφορᾷ τοῦ ἑραστοῦ ἀγκάλην. Αὐτὸς δὲ κύπτει, τὴν φιλεῖ, κ’ ἐγείρεται ὀργίλος. Τὸ βλέμμα σπινθηροβολεῖ, προτεταμένον προκαλεῖ τὸ εὐγενές του χεῖλος. «Τί θέλετε;» τοὺς ἐρωτᾷ· καὶ εἷς αὐθάδης ναύτης τῷ λέγει· «Θέλομεν αὐτὰ τὰ ψέλλια τὰ τορνευτά μετὰ τῆς κόρης ταύτης. »Σὲ δὲ τὸν νέον τὸν καλὸν ταλάντου θὰ πωλήσω εἰς τὰς φυλὰς τῶν Σικελῶν.» Ὁ δ’ ἀπεκρίθη ἀπειλῶν· «Παράφρονες, ὀπισω! »»Ληστῶν ἀγέλη εἶσθε σεῖς!» Κ’ ἐκάγχασαν ἐκεῖνοι, κ’ ἐχώρει ἕκαστος θρασύς, κ’ ἐπὶ τὴν κόρην τοὺς δασεῖς βραχίονας ἐκίνει. Αἴφνης ἐπήδησεν ἐκτὸς τῆς πρώρας μεταξύ των. Ἦτον τὴν ἔκφρασιν φρικτός, καὶ σκοτεινότερον νυκτὸς τὸ μέτωπόν του ἦτον. Κτυπᾷ τὸν πόδα του βοῶν· καὶ δι’ ἁρμῶν καὶ κάλων τρίζει τὸ πλοῖον φρικιῶν ἀπὸ τῶν ἄκρων κεραιῶν, ὡς ἄκρων τῶν ὑφάλων. Ἰδού, ἐξ ἕω καὶ δεσμῶν, – ὦ θαῦμα καὶ ὦ φρίκη! – ὡς εἰς δεινὸν κατακλυσμὸν τὰ κύματα μετὰ βρασμῶν ὁρμοῦν οὐρανομήκη. Νὺξ ἦλθε μέλαινα. Περᾷ ἡ ἀστραπὴ τὸ σκότος, κ’ εἰς τὰ πυργούμενα νερὰ κατὰ λυσσῶντος τοῦ βορρᾶ λυσσῶν παλαίει νότος. Ὡς ὠρυόμενα κυνῶν ἠκούοντο ἀγέλαι εἰς τὸν εὐρὺν ὠκεανόν, καὶ πελιδναὶ τὸν οὐρανὸν διέτρεχον νεφέλαι. Τὸ πνεῦμα τῶν τρικυμιῶν τὸ πλοῖον ἀναπνέει, καί, καθὼς ἔμψυχόν τι ὄν, ἀρθοῦνται, πίπτει πνευστιῶν, γογγύζει καὶ παλαίει. Ὼς λίκνον βρέφους σαλευτὸν ἡ λαῖλαψ τὸ κυλίει. Σφάλλουσ’ οἱ πόδες τῶν ναυτῶν, καὶ πᾶσαν δύναμιν αὐτῶν σκοτοδινία λύει. Πίπτουσι ὕπτιοι, πρηνεῖς καὶ ἐξησθενημένοι· πνοῆς στεροῦνται καὶ φωνῆς, καὶ ὁ βραχίων ἀδρανὴς ὁ σιδηροῦς των μένει. Ἀλλ’ ἐμαράνθη κ’ ὴ καλὴ παρθένος ὡς τὸ ἴον. Κίν’ ἡ χρυσῆ της κεφαλή, καὶ εἰς βοήθειαν καλεῖ ὁ ὀφθαλμός της δύων. Τὰς ἀνθηράς της παρειὰς ὁ νέος ἐλυπήθη νὰ τὰς ἰδῇ χωρὶς χροιᾶς. «Μή, φίλη, εἶπεν, ὠχριᾷς, ἀνάβλεψον καὶ ζῆθι.» Κ’ ἤνοιξ’ ἐκείνη ἀσθενῶς τοὺς γαλανοὺς ἀστέρας, κ’ ἐγέλασεν ὁ οὐρανός, κ’ ἔλαμψε πάλιν φωτεινὸς ὁ δίσκος τῆς ἡμέρας. Μετέωρον φλογῶν μεστόν, φανὲν πρὸς τὸν Ἀρκτοῦρον, κατῆλθεν ἐπὶ τὸν ἱστόν. Τὸ ἄστρο ἦτο τὸ γνωστὸν αὐτὸ τῶν Διοσκούρων. Ἡ λαῖλαψ παύει νὰ λυσσᾷ, τὸ πέλαγος ν’ ἀφρίζῃ. Πάλιν ὁ ζέφυρος φυσᾷ, πάλιν ἡ θάλασσα χρυσᾶ τὰ κύματα κοιμίζει. Ὁ φλοῖσβος μουσικοῦς λαλεῖ περὶ τὴν τρόπιν ἤχους. Γελᾷ γαλήνη, καὶ δειλὴ ἡ αὖρα παίζουσα, φιλεῖ τῆς κόρης τοὺς βοστρύχους. Ἀὴρ καὶ θάλασσα ζωὴν καινὴν ἠκτινοβόλει ὑπὸ τοῦ θέρους τὴν πνοήν. Τὸ πᾶν ἦν κίνησις καὶ ἦν χαρά ἡ φύσις ὅλη. Αἰιφνης ὠγκώθῃ, ὡς μεστὸς ἐαρινῆς ἰκμάδος, κ’ ἐρράγη τρίζων ὁ ἱστός, κ’ ἐξεφυ εὔρωστος βλαστός, κομῶν ἀμπέλου κλάδος. Στεφάνας πλέκουσα πολλάς, ἠρτήθ’ εἱς τὰς κερα´ιας, κ’ εἰς πυκνὸν θόλον ἡ φυλλὰς ἐκάμπετο καὶ σταφυλὰς ἐβλάστησε γενναίας. Βριθύς, τοὺς κλάδους περικλῶν καρπὸς τὸ βλέμμα τέρπει. Εἰς κλῶνα πλέκεται ὁ κλών· καὶ τὸν ἱστὸν περικυκλῶν, χλωρὸς κοσσὸς ἀνέρπει. Καὶ ἄνθη διὰ τῶν κισσῶν ποικίλα διεγέλων ἢ κηπευτὰ ἢ τῶν δασῶν, ἀρώματ’ ἀπὸ τῶν χρυσῶν ἐκπέμποντα κυπέλλων. Ἐξαίφνης ρέει ἐκραγεὶς ἐκ τῶν ἀκροκεραίων· εὐώδης ρύαξ διαυγής. Δὲν ἦτον ὕδωρ ἐκ πηγῆς, ἀλλ’ ἀνθοσμίας ρέων. Τοὺς ἀνδραποδιστὰς σιγὴ νεκρῶν καταλαμβάνει. Ὤ! ποία πάλιν ἀλλαγή! Πόθεν ἐβλάστησε ἡ γῆ, ἥτις ἐμπρὸς ἐφάνη; Ὁ βαθὺς ὅρμος μειδιᾷ καὶ νεύει φιληδόνως. Πᾶσα γωνία καὶ σκιά, καὶ εἰς πᾶν δένδρος φωλέα εὐλάλου ἀηδόνος. Τῆς παραλίας μαλακὴ προκύπτει ἡ ἀγκάλη. Ἐκεῖ γαλήνη κατοικεῖ, ἐκεῖ ὁ ζέφυρος γλυκὺ διὰ τῶν φύλλων ψάλλει. Ὁ ρύαξ, ὄφις ἀργυροῦς, τοὺς πολυκάμπτους γύρους ἑλίσσ’ εἰς τάπητας χλωρούς, καὶ ἄδων ἀπαντᾷ ὁ ροῦς πρὸς ἄδοντας ζεφύρους. Βέλους ὀξύτερους χωρεῖ τὸ πλοῖον πρὸς τὸν κόλπον· καὶ τὸ προπέμπουσι χοροὶ νηχόμενοι καὶ ζωηροί, μετ’ ἰαχῶν εὐμόλπων. Ἐγγύς, μακράν, εἰς τ’ ἀνοικτά, ἐκ σκοτεινοῦ πυθμένος, ὄντ’ ἀναδύονται φρικτά, ὅσα πλωτά, ὅσα νηκτά, καὶ πᾶν ἐνύδρων γένος. Τὸ κῦμ’ ἀφρίζον ἡ οὐρὰ τῆς ἱπποκάμπης πλήττει. Φυσῶσ’ εἰς ὕψος τὰ νερά, καί, βαρεῖς ὄγκοι, σοβαρὰ προβαίνουσι τὰ κήτη. Βάλλουσιν ἔρωτες ὁ εἷς τὸν ἄλλον μὲ κογχύλας· καὶ παίζουσαι μετὰ βοῆς, ἡ Ναϊὰς κ’ ἡ Νηρηΐς διώκουσιν ἀλλήλας. Σειρῆνα φέρων ὁ δελφὶν ὁρμᾷ ἐν τῶν ἀδύτων, καὶ προκαλεῖ τὴν ἀδελφὴν εἰς τοῦ ἀφροῦ τὴν κορυφὴν ὀχούμενος ὁ Τρίτων. Σεμνὸς ὁ θίασος σοβεῖ, ὡς φέρεται ὁ κέλης, εἰς συνοδίαν εὐσεβῆ· καὶ ὕμνος ἀντηχεῖ, «Εὐοὶ εὐάν, υἱὲ Σεμέλης!» Ἡ τρόπις ἤγγισε τὴν γῆν, καὶ οἱ θαλασσομάχοι, τρόμου ἐκπέμψαντες κραυγήν, ἐπήδησαν καὶ εἰς φυγὴν ἐρρίφθησαν ἐν τάχει. Φεύγουσ’ εἰς βράχους, εἰς κλειστὰς δασώδεις νάπας, ὅτε… ὤ! τὰς ἁλύσεις ὡς κλωστὰς συντρίβουσι καὶ τοὺς ληστὰς διώκουσ’ οἱ δεσμῶται! Φθάνουσι, ρίπτουσι πρηνεῖς εἰς γῆν τοὺς ἀτιθάσσους, ἐργάται φοβερᾶς ποινῆς· καὶ σχίζουσιν εὐθυτενεῖς σκυτάλας ἐκ τοῦ δάσους. Πᾶσα πληγὴ αἱματηρὰ ὡς ξίφους καταβαίνει. Ἔχουσι νεῦρα σιδηρᾶ. Δὲν εἶναι ἄνθρωποι, οὐρὰ τὸ νῶτόν των περαίνει. Καὶ ἐκαθέσθ’ ὑπὸ φηγὸν πυκνὴν ὁ νεανίας, ἀπαθὴς μάρτυς τῶν πληγῶν, καὶ ἀποστρέφων τῶν κραυγῶν τὸ οὖς τῆς ἐσπλαγχνίας. Τὸ δρᾶμα τὸ πρὸ τῶν ποδῶν μετ’ ὀφθαλμοῦ ὀργίλου στιγμὴν καὶ μόνην προσιδών, εἰς τὴν γλυκεῖαν συνοδὸν τὰ βλέμματα προσήλου. Ἀλλ’ ὡς τὴν εἶδε νὰ θρηνῇ κατακειμέν’ εἰς ἄνθη, καὶ ἡ εὐαίσθητος γυνὴ πρὸς ξένους πόνους νὰ πονῇ, τὸ βλέμμα του ὑγράνθη. Καὶ ἔνευσε, καὶ εὐμενὴς παρέδειξεν ἡ χείρ του ὅπου ἡ ράβδος τῆς ποινῆς, ραγδαία πίπτουσ’, ἀπηνής, τὰ νῶτά των ἐκύρτου. Ἐξαίφνης τί μεταβολὴν ἡ κόρη πάλιν βλέπει εἰς τῶν κακούργων τὴν φυλήν! Ἔχουσ’ ἰχθύος κεφαλήν, καὶ εἰς τὸ σῶμα λέπη. Ἔχουν οὐρὰν ἀντὶ ποδῶν, καὶ εἰς δελφίνων σχῆμα μεταποιοῦνται βαθμηδόν, καὶ σώζετ’ ἕκαστος πηδῶν εἰς τὸ παφλάζον κῦμα. Ἄστατον χρῆμα ἡ γυνὴ ὡς ὁ ἀὴρ ὁ πνέων. Ἀντὶ εὐγνώμων νὰ φανῇ, τὶ ἔχει αὕτη νὰ θρηνῇ προσβλέπουσα τὸν νέον… «Ὤ! λέγει, ὁ θαυματουργὸς συμπλήρωσον τὸ θαῦμα. Φεῦ! βλέπω. Βλέπω ἐναργῶς! Δός μοι τὸ ὕδωρ τῆς Στυγός, θανάτου δός μοι τραῦμα. »Σὺ ὁ πλάσματ’ ἀλλοιῶν, τὴν πλάσιν μεταπείθων, σὲ ἱκετεύω ὡς Θεόν, τὸ στῆθος τοῦτο ἐλεῶν, μετάβαλον εἰς λίθον. »Καὶ ἔστω μοι καταφυγὴ ὁ τελευταῖος ὕπνος, καὶ τῆς καρδίας ἡ σιγή· ἢ δὸς νὰ γίνω ἡ πηγὴ ἡ κλαίουσα ἀγρύπνως. »Θεν’ ἀναβῇς εἰς οὐρανόν, καὶ μόνη θὰ πλανῶμαι εἰς τὸ ἀπέραντον κενόν, τὸν ἥλιον τὸν σκοτεινὸν διὰ νὰ καταρῶμαι. »Ἦλθες, σὲ εἶδα, καὶ χαρᾶς κατεπληρώθ’ ἡ φύσις. Ἄστρον τοῦ βίου μου, περᾷς. Πρὶν δύσης μὴ μὲ παρορᾶς. Δὸς θάνατον πρὶν δύσῃς. »Ἐρρόφησα ὅ,τι γλυκὺ τῆς κύλικος τοῦ βίου σταγόνα ἔρωτος· ἀρκεῖ. Τὶ ἂν ὁ βίος διαρκῇ αἰῶνας μαρτυρίου; »Σὺ ὁ Θεὸς θὰ κατοικῇς ἐπάνω τοῦ αἰθέρος, ὅπου ὁ βίος ὁ γλυκύς, αἱ τέρψεις αἱ διηνεκεῖς, τῶν Θεαινῶν ὁ ἔρως. »Ταχὺς δὲ τάφος εἰς ἐμὲ καὶ αἰωμία λήθη.» »Εἰς σὲ ἀθάνατοι στιγμαὶ καὶ ἐπουράνιοι τιμαί», ἐκεῖνος ἀπεκρίθη. »Τί πρὸς ἐμὲ καὶ οἱ Θεοὶ καὶ ἡ ἀθανασία; Ἀθανασία μου σὺ εἶ. Μακράν σου ἡ μακρὰ ζωὴ μακρὰ ἀπελπισία. »Ἢ θεν’ ἀπέλθῃς μετ’ ἐμοῦ πλησίον τῶν Μακάρων, ἢ εἰς τοῦ μαύρου ποταμοῦ τὸ ρεῦμα πλέοντας ὁμοῦ θὰ μᾶς δεχθῇ ὁ Χάρων. »Πλὴν θάρρει. Μετὰ τῶν Θεῶν, ὅπου τὸ θάλλον θέρος, ὅπου ὁ ἄδυτος αἰών, καὶ ὅπου φῶς χωρὶς σκιῶν, χωρὶς δακρύων ἔρως, »Ἐκεῖ τὸ κάλλος σου θ’ ἀνθῇ μετὰ τῶν λαμπροτέρων· κ’ ἡ κόμη αὕτη ἡ ξανθὴ εἰς τοὺς αἰθέρας θ’ ἁπλωθῇ ὡς πλόκαμος ἀστέρων.» Γῆ, οὐρανός, τὸ πᾶν γελᾷ ἐνόσῶ τῇ ὡμίλει· καὶ εἰς τὰ χείλη τ’ ἀπαλὰ εἰς μέθην ἔρωτος κολλᾷ τ’ ἀμβρόσιά του χείλη. Ἡ νέα κόρ’ ἰλιγγιᾷ, τῆς γῆς ἐκλείπ’ ἡ θέα. Τὴν περιέβαλε σκιά, καὶ εἰς τὸν Ὄλυμπον Θεὰ ἐνεθρονίσθη νέα. Φωνὴ ἠκούσθη ν’ ἀναβῇ ἐκ λόφων καὶ θαλάσσης καὶ ἔψαλλεν· «Εὐὰν εὐοί! Τοιαύτ’ ἡ θεία ἀμοιβὴ κ’ αἱ τῶν Θεῶν κολάσεις!» Ανάγλυφο:Σάτυρος και μεταμόρφωση των πειρατών σε δελφίνια Ανάγλυφο τμήμα από τη ζωφόρο του Χορηγικού Μνημείου του Λυσικράτη (Φανάρι του Διογένη) στην οποία απεικονίζεται η αιχμαλωσία του Διονύσου από τους Ετρούσκους πειρατές</description><pubDate>Tue, 08 Oct 2024 10:13:25 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Δέδυκε μεν ά σελάνα (Σαπφώ)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/dedyke-men-a-selana-sapfw/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/dedyke-men-a-selana-sapfw/</guid><description>Πάει το φεγγάρι, Η Πούλια σβει στον ουρανό, Περνάν οι ώρες..κι αχ εγώ Μονάχη πλαγιασμένη Μετάφραση Αλέξανδρου Πάλλη Saphhos poem Papyrus from 3 cent.-B.C.(Altes Museum Berlin)</description><pubDate>Tue, 08 Oct 2024 09:51:31 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Δέντρα (Φιλύρας Ρώμος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/dentra-filyras-rwmos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/dentra-filyras-rwmos/</guid><description>Ω δέντρα, που αργοσέρνετε την κορυφή στο χώμα, που η μαύρη θλίψη σάς λυγάει ―αλλοίμονον― ακόμα, σα νεκροθάφτες μοιάζετε που σκύβετε του κάκου να θάψετε τη θλίψη σας στο βάθος ενός λάκκου. Paintng:Arnold Bocklin -Isle of the dead- 3rd version-1883</description><pubDate>Mon, 30 Sep 2024 18:52:19 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>‘Ατιτλο (Ηλιάννα Παναγιωτούνη)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/atitlo-hlianna-panagiwtounh/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/atitlo-hlianna-panagiwtounh/</guid><description>Πόσο δυνατοί είμαστε ‘μεις οι νικημένοι, όταν κοιτάζουμε κατάματα τον ήλιο κι αυτός δε μας τυφλώνει, όταν προσμένουμε να πέσει έν’ αστέρι, για ν’ ακουστεί μιά ευχή. Πόσο δυνατοί είμαστε ‘μεις οι νικημένοι, σ’ όσα χτυπήματα μας δίνει η ζωή. Πόσο δυνατοί είμαστε ‘μεις οι νικημένοι, όταν μας προκαλεί τ’ άγνωστο στο δρόμο και δεν ακολουθούμε, όταν ριζώνουμε βαθιά σ’ αυτό το τόπο και λέμε “ΌΧΙ” στη φυγή. Πόσο δυνατοί λοιπόν, είμαστε ‘μεις οι νικημένοι μπροστά σε κάθε νεογέννητη αυγή. Το παραθύρι μου λοιπόν, μη το χτυπάς, βροχή κι αν πίστεψα για όνειρο, μιά στάλα σου, που χάθηκε σα τέλειωσες κι εσύ, είναι ακόμα οι ελπίδες μου μεγάλες: Μες στη βροχή υπάρχουν κι άλλες στάλες! Painting : Le Poete-Alexander Seon</description><pubDate>Mon, 16 Sep 2024 20:48:31 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Η θλίψις του μαρμάρου (Μιχαήλ Μητσάκης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-thlipsis-tou-marmarou-mixahl-mhtsakhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-thlipsis-tou-marmarou-mixahl-mhtsakhs/</guid><description>Με τεθραυσμένας κνήμας εκ του γόνατος, ηκρωτηριασμένους από της ωλένης τους βραχίονας, κατάκειται εν τω μουσείω ο αρχαίος έφηβος. Ημικλινής επί του δεξιού πλευρού, στρέφων μικρόν προς τα αριστερά την κεφαλήν, απλούται κατά μήκος επί του ξυλίνου βάθρου του, και φαίνεται ως να προσβλέπη εις το ίδιον σώμά του. Άρτιος κατά πάντα, ο κορμός αυτού, εκτείνεται, πάλλευκον όνειρον κάλλους και ευρωστίας. Της γλυκείας ως κόρης και αρρενωπής ως ήρωος μορφής την ελαφράν έπαρσιν ανέχει του εξαισίου τραχήλου η εύγραμμος χάρις. Ευρείαι φεύγουν οπίσω, από του ηρέμα καμπτομένου αυχένος, αι ισχυραί ωμοπλάται, ενώ προς τα εμπρός ογκούνται τα στέρνα, ρωμαλέα, έντονα, με προεξέχοντας και σφριγώντας τους μαστούς, ωσεί υπεγειρόμενα εκ του πλουσίου χυμού, του κυκλοφορούντος μέσα των. Υπό βαθείας αύλακος τεμνομένη καταβαίνει η ράχις, μακρά, ευθυτενής, περιβάλλουσα την μαντευομένην υπό το δέρμα κανονικωτάτην των οστών διάπλασιν και την αδιάσπαστον σύνδεσιν. Λεπτή, με τας πλευράς συμπλεκομένας προς αλλήλας εν αρμονική διαδοχή, γλαφυρά, κολπούται η οσφύς, μαλακώς μετάγουσα, από των στέρνων την ανδρώδη έντασιν, προς της αναθαλλούσης και παλλομένης σαρκός των νώτων την επαφρόδιτον ευμορφίαν και των ισχίων ή των λαγόνων τα εύρυθμα θέλγητρα. Αναλάμπει, στίλβουσα όλη, ανεπαισθήτως πτυχουμένη πού και πού, η αδρά συγχρόνως και σύμμετρος γαστήρ, εν μέσω της οποίας, ηδύτατα, μόλις διαφαινόμενος, προσμειδιά ο ομφαλός, και υφ ην, ακάλυπτον, ελεύθερον, παμφαές, έκπαγλον, εγείρεται της ήβης το θείον κράτος. Τολμηροί, εύτορνοι, ακμαίοι, στρογγυλούνται οι μηροί, ίσοι και λείοι βαίνοντες προς τας τεταμένας ιγνύς. Από των ώμων, εκατέρωθεν, εκ παραλλήλου τω κορμώ, εκφύεται των βραχιόνων η νευρώδης δύναμις, εφ΄ ων κυρτούνται αγερώχως οι μυώνες, κεχωρισμένοι αφ΄ εκάστων ευκρινώς, και συνεχόμενοι αρρήκτως εντοσούτω, ήσυχοι, γαλήνιοι, ωσεί αναπαυόμενοι εν πεποιθήσει υπερτάτ΄ εις εαυτούς. Αλλ΄ όπου δια του αγκώνος ο πήχυς θα συνεπορπούτο προς τον βραχίονα στερρώς, όπου της κνήμης η θεσπεσία καμπύλη θα συνηρμόζετο προς την θρασείαν ευθύτητα του μηρού, ωσεί πληγή ανώμαλος και βαθεία, με απότομα τα προέχοντα χείλη, μόνη δεικνύει πού θα υπήρχαν αι στιβαραί χείρες, αι δεξιώταται να ρίπτουν τον δίσκον ή να κατάγουν την πυγμήν, οι ευπετείς πόδες, οι προσφορώτατοι δια τον δρόμον ή ανυπέρβλητοι εις το πήδημα. Ως δι΄ αγνώστου παλάμης, ήτις να ανεμέτρησε το κτύπημα, ήτις να προδιέγραψε το αδίκημα, τας αφήρπασε κατενεχθείσα, κ΄ ελλείπουν αποτετμημέναι. Όλον το λοιπόν σώμά του, άθικτον, ανέπαφον, έμψυχον, εμφανίζεται, ωσάν προ μιας στιγμής έτι να έλαβε της υπάρξεως το δώρον, να ενεφυσήθη την πνοήν της ζωής. Από των σκελών μέχρι της κόμης, από της κορυφής μέχρι των ιγνύων, τίποτε δεν αμαυρώνει του θαυμασίου κορμού την αίγλην, τίποτε δεν μιαίνει το γόητρον της λαμπράς όψεως. Ουδ΄ η παραμικρά προστριβή, ουδέ το απλούστερον ρήγμα, ουδ΄ η ελαχίστη απώλεια, ζημιοί του νεανίου την θαμβούσαν παράστασιν. Αλλά, μοχθηρώς διακόπτουσα το πάλλευκον όνειρον, εξεγείρουσα βιαίως το όμμα από της αβράς μέθης του, των βραχιόνων η πληγή προβάλλει, και των μηρών χαίνει το τραύμα, ανηλεές και απαίσιον. Θα έλεγέ τις, ότι κρυφή μοίρα, μυστική νέμεσις, ή αυτή φθονήσασα του απαραμίλλου σώματος την τελειότητα, ή αντιζήλου υπηρετούσα το άγριον μίσος, επίτηδες επέθηκεν αυτώ την βαρείαν και αδυσώπητον χείρά της, και εκείνο μεν αφήκεν αλώβητον από σκοπού, κατέκοψε δε μόνα τα άκρα του, ως δια ν΄ αφαιρέση απ΄ αυτού την ισχύν της κινήσεως, να το καταδικάση εις την οικτράν τύχην να σύρεται εις το εξής, πάγκαλον αλλά κολοβόν, να βλέπη εαυτό εν αδρανεία, να εικονίζη άμα την υψίστην ωραιότητα και την υψίστην ασχημίαν. Κείται ούτος εκεί, ο νέος, αδυνατών να ανεγερθή, ανίκανος να στηριχθή εις τας χείράς του, ανίκανος να σταθή επί των ποδών του, ως ανάπηρος επί κλίνης νοσοκομείου. Προς του σώματός του την άσπιλον λευκότητα, πενθίμως αντιτίθεται η μελανότης του υποστηρίγματος, και αριθμός δηλοί υπ΄ αυτό την θέσιν, ην κατέχει εν τω ιδρύματι. Δια των υέλων των υψηλών παραθύρων καταπίπτει αμυδρόν το φως, σκορπίζον σκυθρωπήν λάμψιν. Γύρω του, σύντροφοι εν τη συμφορά, ωσάν να εσώρευσε και αυτούς εκεί, παρομοίας κατάρας θύματα, οικτρά της ζωής ερείπια, ησυχίαν από των παθών ζητούντα, λείψανα αναλόγου βίου, η αυτή μοίρα, ευρόντα άσυλον από των θυελλών πολυταράχου υπάρξεως, κατά τον αυτόν τρόπον, επί των μελανών ξυλίνων βάθρων των, ως επί κλινών, απαραλλάκτως εξαπλούνται, πληρούντα πάντα τον χώρον, κυλλά, ή χωλά, ή κατεαγότα, ή συντεθλασμένα παντοίως, χειρουργείου εικόνα παριστώντα, ως ν΄ αναμένουν θα υπέθετες τον μέλλοντα να θεωρήση τας πληγάς των, πλείστ΄ άλλα σώματα και πλείστοι άλλοι κορμοί ως αυτός. Εν τη διαψύχρω αιθούση με το πλακόστρωτον έδαφος, η σιγή είνε απόλυτος, και άρρητος μελαγχολία βασιλεύει. Και ημικλινής επί του δεξιού πλευρού, στρέφων μικρόν προς τα αριστερά την κεφαλήν, ο ωραίος έφηβος, φαίνεται ωσάν να προσβλέπη εις το ίδιον σώμά του, και ως αδιόρατον νέφος θλίψεως να σκιάζη την καλήν του μορφήν, την αρρενωπήν και γλυκείαν. Α! δεν εφαντάζετο βεβαίως ποτέ την τύχην αυτήν, όταν, θριαμβευτής μείραξ, περιήγεν ανά τας στοάς και τα γυμναστήρια της αρχαίας πόλεως την άφατον δόξαν των αμέμπτων μελών του. Δεν εφαντάζετο βεβαίως ποτέ την τύχην αυτήν, όταν στεφανηφόρος αθλητής, έβαλλεν εν τω Σταδίω τον λίθον, ή ενίκα την πάλην, ή συνωμίλει τοις φιλοσόφοις, ή ανήρχετο εις την Ακρόπολιν, άγων τας ιεράς πομπάς. Δεν εφαντάζετο βεβαίως ποτέ την τύχην αυτήν, όταν εξήρχετο από των χειρών του γλύπτου του, κ΄ εξήστραπτεν εν τω εργαστηρίω του, υπό τον αναπεπταμένον αττικόν ουρανόν, υπό την πλήρη λάμψιν του ηλίου, φρίσσων όλος εκ ρώμης και αλκής. Και δεν εφαντάζετο – α, βεβαίως ποτέ! – την τύχην αυτήν, όταν θνητός αυτός, απετίθετο εν τω ναώ, μέλλων να υποτυπώση του Απόλλωνος ή του Ερμού το αθάνατον είδωλον. Και ως ηττημένος μαχητής, με τεθραυσμένας κνήμας εκ του γόνατος, ηκρωτηριασμένους από της ωλένης τους βραχίονας, απλούται κατά μήκος επί του ξυλίνου βάθρου του. Ακίνητος, με σταθεράς τας κόρας των ομμάτων του, περιάγει εντούτοις θα έλεγες το βλέμμα του, από των νευρωδών ώμων εις τους ευτόρνους μηρούς, από της κολπουμένης οσφύος εις των στέρνων την προβολήν, από των νώτων την παλλομένην και αναθάλλουσαν σάρκα εις της γυμνής ήβης το θείον κράτος. Καθώς κάμπτει ελαφρώς τον αυχένα, ετάζει θα υπέθετες τον κορμόν, και μελετά τους μυώνας, και επισκοπεί την όλην του κατασκευήν. Και από καιρού εις καιρόν, εν τη λανθανούση περιπλανήσει του, το βλέμμα αυτού φαίνεται ως να προσκολλάται βαρύ, και εις των γονάτων τας αποτόμους πληγάς, και εις των αγκώνων τα τραχέα τραύματα. Και παρατηρών αυτόν επί μακρόν, με το αδιόρατον νέφος της θλίψεως όπερ καλύπτει το μέτωπόν του, νομίζεις σχεδόν – είνε άράγε οπτική μόνον απάτη; – ότι σιγηλόν δάκρυ μαρμαίρει ενίοτε μεταξύ των λιθίνων βλεφάρων του… Marble statue – The Dying Gaul -Capitoline Museums in Rome ( Attalus I of Pergamon 230 – 220 BC)</description><pubDate>Thu, 05 Sep 2024 15:58:18 GMT</pubDate><category>Πεζά</category></item><item><title>Αν Θέλεις Να Λέγεσαι Άνθρωπος (Τάσος Λειβαδίτης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/an-theleis-na-legesai-anthrwpos-tasos-leibadiths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/an-theleis-na-legesai-anthrwpos-tasos-leibadiths/</guid><description>Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο. Θα βγεις στους δρόμους , θα φωνάξεις τα χείλη σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές Το πρόσωπό σου θα ματώσει απ’ τις σφαίρες μα δε θα κάνεις ούτε βήμα πίσω. Κάθε κραυγή σου θα ‘ ναι μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων. Κάθε χειρονομία σου θα ‘ναι για να γκρεμίζει την αδικία. Δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποχωρήσεις, ούτε στιγμή να ξεχαστείς. Είναι σκληρές οι μέρες που ζούμε. Μια στιγμή αν ξεχαστείς, αύριο οι άνθρωποι θα χάνονται στη δίνη του πολέμου, έτσι και σταματήσεις για μια στιγμή να ονειρευτείς εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη απ’ τις φωτιές. Δεν έχεις καιρό, δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί και να πεθάνεις για να ζήσουν οι άλλοι. Θα πρέπει να μπορείς να θυσιάζεσαι ένα οποιοδήποτε πρωινό. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος θα πρέπει να μπορείς να στέκεσαι μπρος στα ντουφέκια! Painting : Pierre Puvis de Chavannes</description><pubDate>Tue, 27 Aug 2024 21:43:58 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Από τα φύλλα πέφτανε δροσιάς μαργαριτάρια (Άγγελος Σημηριώτης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/apo-ta-fylla-peftane-drosias-margaritaria-aggelos-shmhriwths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/apo-ta-fylla-peftane-drosias-margaritaria-aggelos-shmhriwths/</guid><description>Από τα φύλλα πέφτανε δροσιάς μαργαριτάρια Στον κήπο που καθόμαστε και που την ευλογούσε Μια αχτίδα,που στα ανθόσπαρτα ξεψύχαε χορτάρια Σερνότανε στα πόδια της δειλή και τα φιλούσε. Άγγελος Σημηριώτης Painting : Summer Has ComeHerbert Arnould Olivier-1902</description><pubDate>Sun, 25 Aug 2024 13:10:58 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Η νεράιδα (Παπαδιαμαντόπουλος Ιωάννης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-neraida-papadiamantopoulos-iwannhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-neraida-papadiamantopoulos-iwannhs/</guid><description>Κάτω στὸν κάμπο, ἐκεῖ σιμὰ ‘ς τὸ γαλανὸ ποτάμι, Ὅπου στὴν ὄχθη του γλυκὰ σφυρίζει τὸ καλάμι, Στὰ χόρτα τἀνθοστόλιστα μιὰ μέρα τοῦ Μαρτιοῦ, ᾙ νηὲς κ’ οἱ νηοὶ ἐχόρευαν γειτονικοῦ χωριοῦ. Ἐκεῖ στῶν πεύκων τὴ σκιά, στὸν κάμπο τὸ χλωρό, Πόσαις ἐσέρναν τὸ χορὸ Κοπέλλαις ὁποῦ ἔλαμπαν ἀπ’ ὠμορφιὰ καὶ νηότη, Μὲ παλληκάρια λυγιστὰ ὡσὰν ἰτιᾶς κλωνάρια· Μὰ μέσ’ ἀπὸ τὶς ὤμορφαις ἡ Δέσπω ἦταν ἡ πρώτη, Κ’ ὁ Χρόνης ὁ ποιὸ ζηλευτὸς μέσ’ ἀπ’ τὰ παλληκάρια. Πολλοὶ γλυκοκυττάζανε τὴ Δέσπω νηοί, πολλαὶς Τὸ Χρόνη ἐσαϊτεύανε ξανθαίς, μελαγχροιναίς, Μὰ τῄς ᾿ματιαῖς τους ἔχαναν ἄδικα νηαὶς καὶ νηοί, Γιατί στὸ Χρόνη τὴν καρδιὰ ἡ Δέσπω εἶχε δώσει, Κι’ ὁ Χρόνης τῆς ὡρκίσθηκε πῶς θὰ τὴν στεφανώσῃ Ὕστερ’ ἀπὸ τὸ ἄδολο Πασχαλινὸ φιλί. Γλυκὰ βαροῦσαν τὰ βιολιά, καὶ ‘στὴ δροσάτη φτέρη, Τὰ παλληκάρια καὶ ᾑ νηαὶς χορεύαν ταῖρι, ταῖρι, Καὶ τἄσπρα τὰ μαντήλιά τους εἰς τὸν ἀέρ’ ἁπλώναν· Ἔξαφν’ ἀπὸ τῆς καλαμιαὶς ποῦ τὸ ποτάμι ἐζώναν, Μπρόβαλε μιὰ χρυσόμαλλη, γαλανομάτα κόρη· Ἄσπρα λουλούδια τοῦ νεροῦ στολίζαν τὰ μαλλιά της, Ἐστάθηκε παράμερα καὶ τὸ χορὸ ἐθώρει, Σὰν κἄποιον νἄθελε ναὐρῇ ἡ φλογερὴ ματιά της. Καὶ σὰν ὁ Χρόνης ἔμεινε ‘ςτὴ μέση μοναχός του, Ἡ ξένη κόρη ἐσίμωσε κ’ ἐστάθηκεν ἐμπρός του, Κ’ εἶπε γλυκά: « Ὁ σταυραητός, τὸ νηὸ τὸ παλληκάρι, Ποῦ ἔχει τόση λεβεντιά, ποῦ ἔχει τόση χάρη, Τί τάχα θὲ ν’ ἀποκριθῇ ‘ς τὴν ξένη, ἂν τοῦ γυρέψῃ Στὰ χόρτα τἀνθοστόλιστα μαζύ του νὰ χορέψῃ;» Κι’ ὁ Χρόνης ἀποκρίθηκε: «Τὸ νηὸ τὸ παλληκάρι, Πολλὴ δὲν ἔχει λεβεντιά, πολλὴ δὲν ἔχει χάρη, Μ’ ἁπλώνει τὸ μαντήλί του ‘ςτὴν ξένη, ἂν τοῦ γυρέψῃ Στὰ χόρτα τἀνθοστόλιστα μαζύ του νὰ χορέψῃ!». Σκοπὸ γλυκό, χαρούμενο, βαροῦσαν τὰ βιολιά, Κ’ ἐχόρευαν κ’ ἐγύριζαν ὁ Χρόνης καὶ ἡ νηά· Κ’ ἐκεῖ ποῦ ἐχόρευαν κ’ οἱ δυό, ‘στὸ πράσινο χορτάρι, Ἀναστενάζ’ ἡ ξένη νηὰ καὶ λέει ‘ςτὸ παλληκάρι: «-Εἶναι γλυκειὰ ἡ ὄψη σου, γλυκειά ‘ναὶ κ’ ἡ ματιά σου, Θἆναι γλυκὰ τὰ χάδια σου, γλυκὰ καὶ τὰ φιλιά σου. Ἔλα νὰ γείνῃς ἄντρας μου, ἔλα μαζύ μου, Χρόνη, Γιατί τὴ μαύρη μου καρδιὰ ἡ ἀγάπη σου πληγώνει· Δὲν εἶμαι κόρη τοῦ χωριοῦ μὲ μαραμένα κάλλη, Βασίλισσά ‘μαὶ τοῦ νεροῦ σὲ θρόνο ἀπὸ κοράλλι, Ἔχω παλάτια ὁλόχρυσα, κρεββάτια ἀσημωμένα, Χρόνη, θὰ γείνῃς ἄντρας μου, Χρόνη, θἀρθῇς μὲ ‘μένα;» Κ’ αὐτὸς, χωρὶς ν’ ἀποκριθῇ, γύρισε κ’ εἶδε μόνο, Τὴ Δέσπω ‘ποῦ τὸν κύτταζε μὲ ζήλεια καὶ μὲ πόνο. «-Χρόνη, θὰ γείνῃς ἄντρας μου, Χρόνη, θἀρθῇς μὲ ‘μένα;» «-Ὄχι γιατ’ ἔχω τὴν καρδιά, εἰς ἄλληνε δομένα.» Ἀκόμα δὲν ἀπόσωσε τὰ λόγια τὰ πικρά, Καὶ τῆς Νεράϊδας ἄγρια τὸν σφίγκ’ ἡ ἀγκαλιά, Τὸν σφίγκει καὶ γυρίζουνε, γυρίζουνε κ’ οἱ δυό Πέρα ‘ςτῶν πεύκων τὴ σκιά, ‘ςτὸ χόρτο τὸ χλωρό, Σὰν ἄνεμος ὅταν φυσᾷ τρελὸς, καὶ μ’ ἄγριο βόγκο Σαρώνει φύλλα καὶ κλαριὰ ‘ςτὸν κάμπο καὶ ‘ςτὸ λόγκο, Γυρίζουνε, γυρίζουνε καὶ φτάνουν ‘ςτὸ ποτάμι, Ὁποῦ στὴν ὄχθη του γλυκὰ σφυρίζει τὸ καλάμι, Καὶ πέφτουνε ‘ςτὰ κύματα, μαζύ, τὰ παγωμένα… Παύει ὁ χορὸς καὶ τὰ βιολιὰ σωπαίνουν λυπημένα. Painting : Draper-Lamia</description><pubDate>Sun, 18 Aug 2024 13:05:06 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ελάχιστοι μας διαβάζουν… (Κώστας Μόντης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/elaxistoi-mas-diabazoun-kwstas-months/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/elaxistoi-mas-diabazoun-kwstas-months/</guid><description>Ελάχιστοι μας διαβάζουν, ελάχιστοι ξέρουν τη γλώσσα μας, μένουμε αδικαίωτοι κι αχειροκρότητοι σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά, όμως αντισταθμίζει που γράφουμε Ελληνικά. Giorgio De Chirico – the two masks 1926</description><pubDate>Sun, 18 Aug 2024 12:30:26 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Η διαθήκη μου (Μιχάλης Κατσαρός)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-diathhkh-mou-mixalhs-katsaros-2452/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-diathhkh-mou-mixalhs-katsaros-2452/</guid><description>Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ. Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι και λέει: Δόξα σοι ο Θεός . Αντισταθείτε στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών στον κοντό άνθρωπο του γραφείου στην εταιρεία εισαγωγαί – εξαγωγαί στην κρατική εκπαίδευση στο φόρο σε μένα ακόμα που σας ιστορώ. Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες ατέλειωτες τις παρελάσεις σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν σε μένα ακόμα που σας ιστορώ. Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους. Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών και διαβατηρίων στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία στα εργοστάσια πολεμικών υλών σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια στα θούρια στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους στους θεατές στον άνεμο σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ αντισταθείτε. Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία. Μετά τη λογοκρισία Υ.Γ Η διαθήκη μου πρίν διαβαστεί-καθώς διαβάστηκε- ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο. Πριν διαβαστεί όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν αλλά σφετεριστές καταπάτησαν τα χωράφια. Η διαθήκη μου για σένα και για σε χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα από γραφιάδες, πονηρούς συμβολαιογράφους. Αλλάξανε φράσεις σημαντικές ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο. Εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς τη νέα βουή στα δάση τον άνεμο τον σκότωσαν –Τώρα καταλαβαίνω πιά τι έχασα. Ποιός είναι αυτός που πνίγει. Και συ λοιπόν στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις από φωνή από τροφή από άλογο από σπίτι. Στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος: Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν. Μιχάλης Κατσαρός Painting : Felicien Rops-pornocrates-the lady with the pig-1878</description><pubDate>Tue, 06 Aug 2024 16:00:03 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Αη Γιώργης (Δημοτικό)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ah-giwrghs-dhmotiko/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ah-giwrghs-dhmotiko/</guid><description>Άγιε Γιώργη αφέντη μου κι ομορφοκαβαλάρη αρματωμένος με σπαθί και με χρυσό κοντάρι. Άγιος είσαι στη θωριά κι άγγελος στη νεότη παρακαλώ βοήθα με, Άγιε στρατιώτη. Στη χάρη σου, στη δόξα σου ήρθα να εμφιβάλω, στον τόπο μας εβγήκενε ένα θεριό μεγάλο. Κι αν δεν του πάνε άνθρωπο το βράδυ να δειπνήσει, σταλιά νερό δεν ήφηνε να κατεβεί στη βρύση. Ερίχνανε τα μπουλετιά κι όποιου ήθελε πέσει, πήγαινε το κοπέλι ντου τον δράκοντα πεσκέσι. Ο κλήρος τότε ήπεσε και στην αρχοντοπούλα, οπού την είχε η μάνα τζη μοναχορηγοπούλα. Ο άρχοντας σαν τ’ άκουσε πολλά βαρύ του εφάνη. Πάρετε βίος αμέτρητο και το παιδί μου αφήστε, το βίος και το χρυσάφι, μπροστά στο στόμα του θεριού σβήστηκε κι εμαράθη. Ντύσετε το κοπέλι μου και κάμετέ το νύφη κι αμέτε το του δράκοντα το βράδυ να δειπνήσει. Τρεις κοπελιές την πήρανε να παν να σεργιανίσουν. Στην μιαν άκρα τση πηγής δένουν την κορασίδα. Μα ο Άγιος Γεώργιος θέλησε να τη σώσει κι από το άγριο θεριό να την ελευτερώσει. Καβάλκεψε το μαύρο ντου και μια και δυο στη βρύση, εκειά που βγαίνει το νερό πηγαίνει και καθίζει. Κι η κόρη τον εξάνοιξε με πικραμένο βλέμμα. Φύγε, φύγε, αφέντη μου, να μη σε φάει και σένα κι είναι το άγριο θεριό απου θα φάει εμένα. Άσε με, κόρη, άσε με λίγο να ξαποστάσω κι εγώ σκοτώνω το θεριό κι από `δω σε βγάζω. Άσε με ν’ αποκοιμηθώ πάνω στα γόνατά σου και ίσαμε να ρθει το θεριό δε φεύγω από κοντά σου. Κι ο δράκος εκατέβαινε κι η κόρη αναστενάζει. Ξύπνησε, καβαλάρη μου, που μου πες μη σε γνοιάζει. Κι από τσι φωνές του δράκοντα ο τόπος αντιλάλει. Ο Άγιος σαν τ’ άκουσε αρπάζει το κοντάρι και στέκεται ανατολικά και το Σταυρό ντου κάνει. Και παίζει ντου μια κονταρέ και κόβει το λαιμό ντου. Και ξαναδευτερώνει ντου και παίρνει ντη στο σώμα, θρήνος μεγάλος γίνεται στσι πέτρες και στο χώμα. Ο άρχοντας από μακριά στέκεται και του λέει: Πάρε και την κορόνα μου, πάρε και το παιδί μου. Κράθειε και την κορόνα σου, κράθειε και το παιδί σου. Κι η αρχοντοπούλα ολόχαρη ερώτηση του κάνει: Για πες μου, ένδοξε, πώς λένε τ’ όνομά σου για να σου κάμω χάρισμα, να `ναι της αρεσκιάς σου. Αν θες να κάμεις χάρισμα, χτίσε μιαν εκκλησία και βάλε και ζωγράφισε Χριστό και Παναγία και στη δεξάντως τη μεριά βάλε ένα καβαλάρη αρματωμένο με σπαθί και με χρυσό κοντάρι. Painting : Gustave Moreau-Saint George and the dragon-1890</description><pubDate>Tue, 06 Aug 2024 15:43:17 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Η μάγισσα (Αχιλλέας Παράσχος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-magissa-axilleas-parasxos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-magissa-axilleas-parasxos/</guid><description>Α’ Ἤτανε νυχτιὰ πειὸ μαύρη ἀπὸ τὸν ᾍδη· βαρυχειμωνιὰ ἐπάγονε τὴ χώρα, χιόνι ἔπεφτε μέσ’ στὸ βαθὺ σκοτάδι καὶ μεσάνυχτα ἐσήμανεν ἡ ὥρα… Ἐβασίλευε σὰν χάρος ὕπνος, κρύο, σιωπὴ βαθειὰ σὰν μέσα σὲ φορεῖο. Δὲν ἀκούγετο φωνή, πνοὴ καμμία, ὅλα ἤτανε νεκρά, βουβὰ καὶ κρύα. Ἔτσι ἕνα καιρό – πρὶν τοῦ καιροῦ ἀκόμα, – θἆταν σκοτεινοὶ κ’ οἱ κόσμοι πρὶν φανοῦνε· πρὶν ἀπάνω τοὺς Θεοῦ φυσήσῃ στόμα κ’ ἔβγουνε στὸ φῶς, ποὺ νὰ μὴν εἶχαν βγοῦνε! Β’ Στὴν γωνιὰ κοντά, εἰς ἕνα μικρὸ δῶμα, ποιητὴς χλωμός, νειὸς ἄμοιρος κοιμᾶται· ἔκλαψε πολὺ πρὶν κοιμηθῇ ἀκόμα, πλὴν στὸν ὕπνο του ξεχνᾷ καὶ δὲν θυμᾶται, νἄδιν’ ὁ Θεὸς ποτὲ νὰ μὴν ξυπνήσῃ, καὶ τὸν ὕπνο του ὁ ἄλλος νὰ κρατήσῃ, ὁ ἀξύπνητος, ποὺ σταματᾷ τὸ χρόνο, ὅλα, τὸ Θεό, ἁκόμα καὶ τὸν πόνο… Τίποτε, Θεέ, ἀπ’ ὅλα τὰ καλά Σου, πειὸ καλλίτερο τοῦ ὕπνου δὲν ἐφάνη· ὄχι· κι’ ἀπ’ αὐτὸν ἀκόμα, ἡ καρδιά Σου σπλαγχνικώτερο τὸ Χάρο ἔχει κάνει! Ἄχ, ὁ νειὸς αὐτός, ποὺ κοίτεται θλιμμένος θενὰ ἤτανε γιὰ τὴ χαρὰ πλασμένος, ἄν δὲν ἔσμιγε μιὰ δύσεχτην ἡμέρα, κόρη Μάγισσας καὶ Μάγου θυγατέρα. Εἶχε γεννηθῇ σὰν ρόδο τὸν Ἀπρίλι· γλυκοχάραγμα, ἐπάνω σὲ τριφύλλι· ἔπεφτε δροσιά, ἐτρέχανε ρυάκια κι’ ἀνατέλλανε μαζὺ σὰν ἀδελφάκια, ἀπ’ τὴ μιὰ μεριὰ ἐκεῖνος… κι’ ἀπ’ τὴν ἄλλη φῶς ἀνέφελο, τὸ φῶς τοῦ χρυσομάλλη. Καὶ πρωτόπνευσε ἀγέρι ἀπὸ λουλούδια καὶ πρωτάκουσε τῶν ἀηδονιῶν τραγοῦδια. Σὰν μανούλα του τὸν προίκισεν ἡ μοῖρα· ζοῦσε μὲ ἀνθοὺς καὶ τὴν ἀγνή του λύρα, μὲ τὸν οὐρανὸ ποὺ εἶχε στὴ καρδιά του, μὲ τὸ δάσος του καὶ μὲ τὰ ὄνειρά του. Κι’ ἀγαποῦσε… – πλὴν αὐτὸ τὸ λένε μόνο, ὅσοι ἔρωτος ποτὲ δὲν εἶχαν πόνο· ὄχι, ἐλάτρευε· πλὴν μήτε, προσκυνοῦσε· δὲν ἀγάπαε ἐκεῖνος· ἀγαποῦσε! Ἀγαποῦσε, ναί· πλὴν ὄχι καθὼς ἄλλοι, κόρη ἀπ’ τὴ γῆ, νεράϊδας κρύα κάλλη· ὄχι, ἑμάζωξε ἀπὸ τὴν πλάσι ὅλα· ὅ,τι ὤμορφο καὶ ὅ,τι ἐμοσχοβόλα· χαμογέλασμα ἀπ’ τῆς αὐγῆς τὰ χείλη, οὐρανοῦ δροσιά, τριαντάφυλλο τ’ Ἀπρίλι, κύματος άφρό, ἀκτῖν’ ἀπὸ τὴν Πούλια καὶ τὰ ἔσμιξε μὲ χιονισμένα φούλια, μὲ Βωμοῦ φωτιά, μ’ ἀγέρι μυρωμένο καὶ μὲ μενεξὲ ἀκτινοφιλημένο, κ’ ἔπλασε μ’ αὐτά, μὲ τὸ δικό του χέρι τὴν ἀγάπη του, τῆς νειότης του τὸ ταῖρι. Γ’ Κ’ ἔζη σὰν δροσιὰ μέσ’ σ’ ἄνθη μυρωμένα, μὲ τὴν ἄπλαστη, καρδιόπλαστη παρθένα σ’ ἕνα ὄνειρο… αὐτὴν εἶχε ζωή του καὶ τὴν φύλαγε βαθειὰ μέσ’ στὴν ψυχή του· ἤτανε γλυκειά, παράξενη λατρεία· κόρη ἀνύπαρκτη ἐλάτρευε μὲ πόνο ζωντανὴ καρδιὰ μ’ ἀγάπη οὐρανία· αὐτὴν ἔβλεπε νύχτα καὶ μέρα μόνο· τί παράξενο! Ἦτον σκιὰ μπροστά του κάθε ζωντανή, κ’ ἐζοῦσε ἡ σκιά του… Πλὴν κ’ ἡ ἄφαντη ποὺ ἔπλασε παρθένα π’ ὠνειρεύονταν μὲ μάτια ἀνοιγμένα, τὸν ἐλάτρευε κι’ αὐτή, τὸν ἀγαποῦσε, στὴν ἀγάπη του ποτὲ δὲν ἀπιστοῦσε… Τὴν ἐκύτταζε σ’ ἀκτῖν’ ἀργυρωμένη καὶ τὴν ἄκουγε τ’ ἀηδόνι σὰν λαλοῦσε· τὴν ἀγκάλιαζε σὲ μύρτο ἀνθισμένη καὶ σὰν ἔδινε φτωχοῦ τὴν ἐφιλοῦσε… Δὲν χωρίζονταν καὶ σὰν ἀπεκοιμᾶτο· τοῦ τὴν ἔφερναν τὰ ὄνειρά του πάλι, τὴν ἀντάμονε εἰς τὸ λιβάδι κάτω, στὸ ψηλὸ βουνό, στὸ ἔρημο ἀκρογιάλι· καὶ καμμιὰ φορὰ σὰν ἔσβυνε ἡ μέρα, ἀνταμόνανε στὸ κοιμητῆρι πέρα! Ὅμως μιὰν αὐγή, αὐγὴ καταραμμένη, ἡ ἁγία του ἐφάνη ἐρωμένη· πλὴν δὲν ἤτανε ὀνείρου πλέον πλάνῃ, κόρη ζωντανὴ στὰ μάτια του ἐφάνη· τ’ ὄνειρό του, ναί· ἀλλὰ μὲ σάρκα κ’ αἷμα· μπρὸς σὲ λυγαριὰ ἐκάθουνταν, στὸ ρέμμα· εἶχε στὰ μαλλιὰ τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι καὶ στὸ μέτωπο γλυκειὰν αὐγὴ τ’ ἀπρίλι, φῶς εἰς τὴ ματιά, πλὴν φῶς ἀπὸ τὸν Ἅδη, καὶ τριαντάφυλλο μισόκλειστο στὰ χείλη. Λάμψις σκέπαζε τὰ κάλλη τ’ ἀνθηρά της, πλὴν ἐφαίνουνταν κι’ αὐτὴ κ’ ἡ ὠμορφιά της… Ὅμως ὠμορφιὰ ποὺ πόνο προξενοῦσε· σ’ ἀποτύφλονε κ’ ἐδίπλαζε τὸ φῶς σου· σοὔπερνε τὸ νοῦ κι’ ὀπίσω στὸν γυρνοῦσε, σοὔδινε ζωὴ καὶ ἦτο θάνατός σου. Δ’ Μάζονε ἀνθοὺς μέσα στὸ ρέμμα μόνη κ’ ἐτραγούδαγε τῆς ἄνοιξης τὰ κάλλη, ἄλλοτε αὐτὴ καὶ ἄλλοτε τ’ ἀηδόνι· ἦταν δυὸ φωναὶς καὶ μία ἦτο πάλι… Ἄχ· τὸν ἔδεσε ἀλύπητα ἡ μοῖρα! Λίγο πέρασε κ’ ἡ ἀργυρῆ του λύρα. Ἐσυντρόφευε τῆς κόρης τὸ τραγοῦδι… Μὲ φαρμακερὸ ἐδένετο λουλοῦδι Παραδείσου ἀνθός… κι’ ἀλλάζαν δαχτυλίδι, ἄστρο μὲ φωτιά, ἀηδόνι μὲ τὸ φεῖδι! Ἀγαπήθηκαν· ὁ νεὶς τὴν ἐπροσκύνα, σὰν βωμὸ Θεοῦ, σὰν Παναγιᾶς ἀκτῖνα, μ’ ἔκστασι τρελλή, πλὴν καὶ κρυφὴ ὀδύνη· σάν… ἀλλ’ ὄμως σάν, δὲν βρίσκουνταν γιὰ κείνη! Γιὰ τῆς Μάγισσας τὴν κόρη μόνο ζοῦσε κ’ ἐδροσίζετο σ’ ἀγνώριστα πελάη· πλὴν κ’ ἡ Λυγερὴ κι’ αὐτὴ τὸν ἀγαποῦσε, ὅπως τὴ ζωὴ ὁ Χάρος ἀγαπάει… Ὅπως ἡ φωτιὰ τὰ δάση σὰν ἀνάβει, καὶ ἡ θάλασσα ποὺ πνίγει τὸ καράβι! Χάρος ἤτανε γι’ αὐτὸν, φωτιὰ καὶ κῦμα· πλὴν δροσιᾶς φωτιά, ζωή, πλὴν μέσ’ στὸ μνῆμα. Μὲ ἀθάνατο φαρμάκι τὸν κερνοῦσε· τονὲ πέθαινε καὶ τὸν ἐλαχταροῦσε· ἦταν δάγκαμα φειδιοῦ τὸ φίλημά της, ἦταν ἄβυσσος φωτιᾶς τ’ ἀγκάλιασμά της. ………………………………………………………… Ε’ Κ’ εἶχαν μιὰ ψυχὴ σὲ δυὸ κορμιά, μία γνώμη· ταῖρι σὰν κι’ αὐτὸ στὸν κόσμο δὲν ἐφάνη. Χρόνος πέρασε· πλὴν πέρασε ἀκόμη καὶ τοῦ ποιητοῦ τὸ μάγευμα κ’ ἡ πλάνη… Εἶδεν ἔξαφνα τὴν ἅγια Τράπεζά του μπρός του θρύμματα· γυναῖκα τὴ θεά του· τοῦ ὀνείρου του δὲν ἦτο πλέον κόρη, ποὺ στὸν οὐρανὸ καὶ στ’ ἄστρα ἐθεώρει. Ἄχ, δὲν ἤτανε ἡ κόρη ἡ ἁγιασμένη, ἡ πανάχραντη, ἀφρόχυτη παρθένα· πῆρε γιὰ δροσιά Λαΐδα κολασμένη καὶ γιὰ χερουβεὶμ τῆς μάγισσας τὴ γέννα! Σὰν ἐξύπνησε ἀπὸ τὸ βυθισμό του, ἐθυμήθηκε τὸ πρῶτο τ’ ὄνειρό του. Κ’ ἔκλαψε πολύ, ἡ δροσερὴ μορφή του ἐκιτρίνισε· νυχτώθηκ’ ἡ αὐγή του· τοὔπεσ’ ὁ ἀνθὸς κι’ ἀπόμεινε τ’ ἀγκάθι κι’ ἀπ’ τὴ λύρα του ἡ ἔμπνευσις ἐχάθη! Στ’ Ἄχ, εἶναι σκληρὸ μὲ τὴν καρδιὰ ἐκείνου κόρη ν’ ἀγαπᾷς, κόρη κιτριᾶς καὶ κρίνου, καὶ ἀντὶ ἀνθοῦ νὰ βρῇς ἀγκάθι ἐμπρός σου! Εἶναι κόλασις ἀγνώριστη ἀκόμα, ν’ ἀγαπᾷς θεὸ καὶ νἆνε ὁ θεός σου σάρκα καὶ σεισμὸς σὲ φλογισμένο στρῶμα… Ὅσοι ξεύρουνε τὸν ξένον τοῦτον πόνο, τὴ ζωή τοῦ νειοῦ, αὐτοὶ γνωρίζουν μόνο· εἶχε στὴ καρδιὰ βαθειὰ γιὰ κείνη θλῖψι· ὄχι ἔρωτα, ὄχι ἀγάπη· τύψι, τύψι κ’ ἔλεος, μετάνοια, ὀδύνη καὶ ἀποστροφὴ κι’ ἀγγέλου καλωσύνη… Καὶ τὴν ἔφευγε κι’ ἀποπλανᾶτο μόνος, μέσ’ σὲ ρεμματιαὶς ἡμέρα, νύκτα, δείλη· πλὴν τὸν γύριζε ἐλέους πίσω πόνος· μὲ μαρτυρικὸ χαμόγελο στὰ χείλη, ἡ εὐγενικὴ τῆς ἔκρυβε ψυχή του, τὸ μαρτύριο, τὴ θλῖψι τὴν κρυφή του. Σεῖς ποὺ ἔχετε καρδιὰ μέσ’ στὴν καρδιά σας, μὴν τὴν ρίχνεται στὸ πρῶτο ἀπάντημά σας, εἰς τὴν πρώτη νειὰ ποὺ ἔξαφνα ἰδῆτε· μὴ τὴ δίψα της τὴν σβύνετ’ ὅπου βρῆτε. Τ’ ἄχραντά της μὴ ὅπου κι’ ἂν εἶν’ σκορπᾶτε· τ’ ἄνθος τῆς ζωῆς μὴ εὔκολα πετᾶτε! Δίδετ’ ἡ καρδιὰ μὲ τόση εὐκολία, ἀλλὰ πέρνεται ὀπίσω στάχτη κρύα… Ἡ αὐγὴ ἀργεῖ· ἀκόμη δὲν χαράζει καὶ ἀπὸ μακρυὰ βραχνὸ τ’ ὀρνίθι κράζει· ἔξω ὁ βοριὰς στὰ σκοτεινὰ βογκάει καὶ στῆς Μάγισσας κοιμᾶται ὁ νειὸς τὸ πλάϊ, φεῖδι μὲ πουλί – πλὴν δὲν κοιμᾶτ’ ἐκείνη· ἡ ἀναλαμπὴ ποῦ ἡ γωνιὰ ἀφήνει, ξέναις ὠμορφιαὶς φωτίζει κι’ ἄλλα κάλλη· ἀκουμποῦσ’ ὁ νειὸς σ’ ἀφράτο προσκεφάλι, ἄχ· σε στήθεια δυό, δυὸ μῆλα μυρισμένα, σὲ δυὸ κύματα χιονάτα καὶ σμιγμένα. Τὸν νανούριζε παλμός· καὶ τὸ κορμί υοθ ὅλο ἐσκέπαζαν μαῦρα μαλλιὰ ἁπλωμένα· ἦταν σὰν νεκροῦ ἡ ὄψις ἡ χλωμή του καὶ τὰ μάτια του ἀστέρια σκεπασμένα, μέσ’ στὴν ἀγκαλιὰ ἡ κόρη τὸν κρατοῦσε καὶ τὸν κύτταζε μὲ μάτι ἀναμμένο· πότε στέναζε καὶ πότε ἐφιλοῦσε στὰ δυὸ χείλη του τριαντάφυλλο κλεισμένο! «Ξύπνα, τοὔλεγε, τοῦ Παρνασσοῦ λουλοῦδι κ’ ἤτανε ἡ φωνή, χάϊδι, φιλί, τραγοῦδι – «Ξύπνα, φίλησε, στὰ χείλη μου κεράσι «καὶ στὰ μάτια μου ὁλόκληρη τἡν πλάσι «Τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου στὴ ματιά μου «καὶ τὴ δύσι του στὰ δύο μάγουλά μου. «Ξύπν. Ἀγκάλιασε, ἡ νειότη πρὶν νὰ σβύσῃ, «Κρίνο ζωντανό, μὲ σάρκα κυπαρίσσι· «Κι’ ἀπ’ τὰ σύνεφα κι’ ἀπὸ ψηλὰ ριχμένα, «Μῆλα τ’ οὐρανοῦ στὸν κόλπο μου κρυμμνα. «Ξύπνα νὰ χαρῇς τὴ νειά ποὺ σὲ λατρεύει· «Ἄχ, ὁ ὕπνος σου τὰ κάλλη μου σοῦ κλέβει!» Σὲ λησμονησιὰ κ’ εἰς ὕπνο βυθισμένος, δὲν ἐξύπνησε ὁ νειὸς ὁ πικραμένος. Ἄνθρωπο ποτέ, ποτὲ μὴν ἐξυπνᾶτε! Εἶνε θλιβερή, μεγάλη ἁμαρτία, νὰ τὸν ἐξυπνᾷς τὴν ὥρα ποὺ κοιμᾶται· ἡ ἀνάστασις δὲν εἶνε εὐτυχία! Ὁ Θεὸς ζωῆς μᾶς ἔχει δώσει κῦμα, πλὴν διώρθωσε τὸ λᾶθός του τὸ μνῆμα… Τρόμαξε ἡ νειὰ στὴν τόση σιωπή του· δὲν ἀκούστηκε καμμιὰ ἀπάντησί του· σκύβει, τὸν φιλεῖ, τὸν σείνει φοβισμένη, ὅμως ἄφωνος ὁ ποιητής της μένει. Μπρὸς στὰ μάτια της ἐμπῆκε μαύρη σκέπη Καὶ σὰν τοῦ πουλιοῦ κτυποῦσε ἡ καρδιά της, λύχνο ἄναψε καὶ σὰν τρελλὴ τὸν βλέπει· ἄχ! ἤτανε ἀκίνητος, νεκρὸς ἦταν μπροστά της! ………………………………………………………………. Ἕνα φίλημα δροσιὰ ἢ φλόγα ἀφήνει, πότε τὴ ζωὴ καὶ πότε χάρο δίνει. Painting : Carlos Schwabe-la porte dor</description><pubDate>Wed, 31 Jul 2024 16:21:18 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Βραχύ όνειρο (Πέτρος Ζητουνιάτης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/braxy-oneiro-petros-zhtouniaths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/braxy-oneiro-petros-zhtouniaths/</guid><description>Θυμάσαι; σου είπα πως βραχύ θε να είναι τ’ όνειρο μας, βραχύ σαν νύχτιον όραμα που η χαραυγή αφανίζει και μου είπες: Όχι, τ’ όνειρο θα μείνει στο πλευρό μας, τον πόνο της αγάπης μας γλυκά ν’ αποκοιμίζει. Μα εγώ που είδα στη ζωή όσα δεν είδαν οι άλλοι και πιο βαθιά μ’ εθώπευσε των θλίψεων ο πόνος, στα φρούδα λόγια εγέλασα κι οϊμένα πήρα πάλι περίλυπος το δρόμο μου, όπως και πρώτα μόνος. Painting : La Verite -Jules Joseph Lefebvre</description><pubDate>Wed, 31 Jul 2024 16:08:14 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Αφώλιαστο πουλί (Τέλλος Άγρας )</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/afwliasto-pouli-tellos-agras/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/afwliasto-pouli-tellos-agras/</guid><description>Τα χελιδόνια τα πουλιά στ’ ανώφλια χτίζουν τη φωλιά και στη σκεπή την άσπρη, με χόρτο και με λάσπη. Μέσα από μούσκουλην ογρή συνάζει ο σπίνος ό,τι βρει και φορτωμένος τρέχει και τη φωλιά του πλέχει.* Ρίζες και τούφες το μαλλί η καρδερίνα κουβαλεί, και, σα βαθύς τεχνίτης, χτίζει φωλιά δική της. Πουλάκια χτίζουν τις φωλιές σε κούφια δέντρα, σε σπηλιές. Θες φλώρος, θες σπουργίτι, έχει δικό του σπίτι. – Μα εσύ, καλέ τραγουδιστή, φωλιά δε νοιάζεσαι –γιατί; Κούκο καλέ μου, στάσου: Πού τα γεννάς τ’ αυγά σου; – Να χτίζω εγώ δεν ευκαιρώ. Τραγούδι θέλω να χαρώ… Γεννώ σε ξένο τόπο και βγαίνω από τον κόπο. Αυγά κι αν κάνω περισσά, ξένη φτερούγα τα κλωσά. Μα η Πλάση δε χωρίζει, και ξένον δε γνωρίζει! Painting : The four season -spring-Leon Frederic</description><pubDate>Wed, 31 Jul 2024 15:58:24 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ο βράχος και το κύμα (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/o-braxos-kai-to-kyma-aristotelhs-balawriths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/o-braxos-kai-to-kyma-aristotelhs-balawriths/</guid><description>«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο. «Μέριασε! μες τα στήθη μου, που ‘σαν νεκρά και κρύα μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία. Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα, έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που ‘πε τώρα: «Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!» Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο, και σο ‘γλυφα και σο ‘πλενα τα πόδια δουλωμένo, περήφανα μ’ εκοίταζες και φώναζες του κόσμου, να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου. Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα, μέρα και νύχτα σ’έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο που ‘θε κάμω, με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο. Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη, τα θέμελά σου τα ‘φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι. Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι θα σε πατήσει στο λαιμό…Εξύπνησα λιοντάρι…» Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος, αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος. Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες, του φεγγαριού, που ‘ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες. Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν, καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε. Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα, χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα ν’ αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει, και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει. «Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις; Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις, αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις, και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις, εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο; Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!» «Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος. Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με, έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με. Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη, σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη, ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ’ αχνάρια… Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια… Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη. Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη, καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου, γίγαντας στέκω εμπρός σου!» Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του. Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει σα να ‘ταν από χιόνι. Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει στον τόπο που ‘ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα, που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα. Painting : Carlos-Schwabe-The-Wave-1907</description><pubDate>Sun, 28 Jul 2024 13:47:38 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Σ’ ένα νεκρό ποιητή (Leconte de Lisle)Μετάφραση : Μαρία Πολυδούρη</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/s-ena-nekro-poihth-leconte-de-lislemetafrash-maria-polydourh/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/s-ena-nekro-poihth-leconte-de-lislemetafrash-maria-polydourh/</guid><description>Συ που τα μάτια σου, το φως διψώντας, επλανιόνταν από το θείο χρωματισμό στην αιωνία γραμμή κι’ απ’ τη σάρκα τη ζωντανή στων ουρανών το φέγγος, κοιμήσου ήσυχα, η νυχτιά το βλέφαρό σου κλει. Να ειδής, ν’ ακούσης, να αισθανθείς; Καπνός, άνεμος, σκόνη! Ο έρωτας; Κούπα ολόχρυση γεμάτη από χολή. Σαν ένας Θεός που απ’ το βωμό λιποταχτεί από πλήξη, στρέψε, σκόρπα στην άπειρη ύλη που σε καλεί. Πάνω στο άφωνο μνήμα σου, στα οστά τ’ αναλωμένα ας χύνουν οι άλλοι ή και κανείς δάκρια συνηθισμένα κι ας σε δοξάζει ή ας σε ξεχνά η χυδαία σου εποχή. Εγώ ζηλεύω που βαθιά στην ήσυχή σου κλίνη σ’ απάλλαξε η ζωή και δε γνωρίζεις την αισχύνη να σκέφτεσαι, ένας άνθρωπος να ‘σαι, αποστροφή! Painting : Evelyn De Morgan-the angel of death-1881</description><pubDate>Thu, 25 Jul 2024 12:27:45 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Να κοιμάσαι (Πωλ Ελυάρ)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/na-koimasai-pwl-elyar/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/na-koimasai-pwl-elyar/</guid><description>Να κοιμάσαι με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο μ’ έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μέσ’ στα μαλλιά στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου. Να φεύγεις και να χάνεσαι μέσ’ απ’ τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούρια σου όψη επάνω. μτφρ. Οδυσσέας Ελύτης Painting : Lamia by Waterhouse-1909</description><pubDate>Tue, 23 Jul 2024 23:35:24 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Ο πόθος (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/o-pothos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/o-pothos-nikos-tsintros/</guid><description>Κυκλικά κινείται ο ουρανός στο ξύπνημα του πόθου. Υψώνεται ακτινωτά στα σώματα των κρίνων. Ο πόθος κινεί τον ουρανό, σε τόπους μαρμάρινους, νεκρούς. Σε τόπους ξεχασμένους. Βάζει ψυχές και όνειρα να φτερουγίζουν έρωτα. Και να τρυγούνε μέθη. Λυγίζει δέντρα και βουνά, τους ποταμούς τους πνίγει. Λυγίζει της ζήλιας τη φωνή, βουλιάζει την οργή της. Ο πόθος, μπουκέτο σκιάς. σε λάσπη από χρυσάφι. Πλάθει διαμάντια στα όνειρα, ρετσίνι από σιτάρι. Νίκος Τσίντρος Painting : William Adolphe Bouguereau – the birth of Venus -1879</description><pubDate>Fri, 19 Jul 2024 23:32:41 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ολυμπία (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/olympia-nikos-tsintros-2408/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/olympia-nikos-tsintros-2408/</guid><description>Στ’ όνομα σου έφτιαξα, θεούς για την αγάπη και έταξα στον ουρανό, να στέκει να κοιτάει. Να μάθει τη θα πει ορμή, γλυκό της ανεμώνης, να μάθει τη θα πει σιγή, άγρια σαν φιμώνεις, την προσταγή ονόματος, του έρωτα τον τρόπο, να παρασέρνει στα στενά και να φωνάζει πόθο. Nα στάζει μέλι τ’ όνομα, στην προσευχή χρυσάφι. Ένας μικρός, απόλυτος θεός, στου έρωτα το χάδι. Nα στάζει μέλι τ’ άρωμα, στην θέα των ματιών σου, στα πόδια σου να προσκυνά, γλυκό χαμόγελο σου. Nα σου χαϊδεύει το λαιμό, με χρώμα μεταξένιο, και να σε ντύνει μ’ ουρανό, με πόθο λαβωμένο. Nα στάζει η αυγή στο μέτωπο και ο άνεμος στα χέρια, να στάζει πάθος το νερό, να ξεψυχάει στα χέρια. Νίκος Τσίντρος Painting : John William Waterhouse-Circe offering the cup to Ulysses-1891</description><pubDate>Fri, 19 Jul 2024 23:23:22 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Το ραβδί  (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/to-rabdi-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/to-rabdi-nikos-tsintros/</guid><description>Οι φλέβες μου ,σου το ’χα πει, δεν κουβαλάνε αίμα. Τα μάτια μου, σου το ‘χα πει, δε βλέπουνε τον ήλιο. Μα εσύ, να μ’ αγκαλιάσεις ήθελες, την πίκρα να μου διώξεις. Να δώσεις χρώμα και νερό στα λαβωμένα χέρια. Κι όμως, εγώ σου το ‘χα πει, πως άγγιγμα δεν έχω. Έχω μονάχα ένα ραβδί να διώχνω τους ανθρώπους. Μα εσύ, να μ’ αγκαλιάσεις ήθελες, να σπάσεις το ραβδί μου. Να δώσεις στην πλάτη μου φτερά ζωή να μου χαρίσεις και το φως του φεγγαριού, γλυκά να το εσβήσεις. Κι όμως, εγώ σου το ‘χα πει, πως δύναμη δεν έχω. Η πλάτη μου γέρικη, νεκρή τα χέρια δε σηκώνει. Πώς; Να σ’ αγκαλιάσω, πώς; Να σ’ αγαπήσω ,πες μου! Μα εσύ μ’ αγκάλιασες σφιχτά με τα γλυκά σου μάτια, στα χέρια σου έβαλες κραυγή την έσβησες στο χώμα. Κι όμως εγώ σου το ‘χα πει πως εύκολο δεν είναι. Μα εσύ μ’ αγκάλιασες ξανά, μου έκλεισες το στόμα. Νίκος Τσίντρος Painting : Briton Riviere</description><pubDate>Fri, 19 Jul 2024 16:06:09 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η αγάπη καλεί (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-agaph-kalei-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-agaph-kalei-nikos-tsintros/</guid><description>Η αγάπη καλεί όπως ο άνεμος σηκώνει ψηλά τη σκόνη από τις στέγες των νεκρών. Νίκος Τσίντρος Painting : moonlit night- Ivan-Kramskoy 1880</description><pubDate>Fri, 19 Jul 2024 15:33:32 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Είν’ το φιλί του χωρισμού (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ein-to-fili-tou-xwrismou-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ein-to-fili-tou-xwrismou-nikos-tsintros/</guid><description>Είν’ το φιλί του χωρισμού σαν πάλλευκο σεντόνι, που σχίζεται σε δυο μικρά κομμάτια από χιόνι. Νίκος Τσίντρος Painting : Francesca da Rimini 1835</description><pubDate>Fri, 19 Jul 2024 12:55:18 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Υποταγή Ανθρώπου (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ypotagh-anthrwpou-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ypotagh-anthrwpou-nikos-tsintros/</guid><description>Η φύση, όλα τα στοιχειά, τα θεία, του προστάζουν. Λύσσα Θεού η προσταγή, κατάρα στο κορμί του. Προστάτης του Δία ο νεκρός και του νερού ο ήλιος. Προστάτης της νύχτας ο Θεός και της ψυχής ο φθόνος Προστάζει τ’ άστρα ο ουρανός, προστάζει τον αέρα. Προστάτης να γίνει ο βυθός, του άμορφου αιθέρα Προστάζει τ’ άνθη η θάλασσα, να προσκυνούν το χώμα. Να προσκυνούν ευλαβικά το άοσμο το χρώμα. Προστάζουν και τα σύννεφα, προστάζουν και τα όρνια. Προστάτης να γίνει ο χάροντας, να κυβερνά αιώνια Να κυβερνά με τους νεκρούς, τ’ ανθισμένα κρίνα, τ’ άνθη της αμυγδαλιάς, τ’ άνθη της αλήθειας. Πρόσταξε Άδη γέροντα, πρόσταξε γιε του ήλιου. Προστάξτε άστρα του ουρανού, αέρα και ποτάμια Πρόσταξε εσύ με τα φτερά που έχεις για ψυχή σου, το μαύρο εκείνο όνειρο, φαρμάκι στην πνοή σου. Δεν υποτάσσεται ο άνθρωπος σε χώμα και σε θεία. Κρατά τα μάτια του κλειστά, στα μαύρα τα τοπία. Το ξέρει πως τα μάτια του, θέλουν να αλλάξουν. Θέλουν να βλέπουν μόνο φως, και τόπους ανθισμένους. Ο άνθρωπος δίνει υποταγή, μόνο σε αυτόν που μοιάζει. Που ‘χει ανθρώπινη μορφή Του εαυτού του προβολή σε σάρκα και σε πόθο. Νίκος Τσίντρος Painting : Gustave Moreau – l’Apparition</description><pubDate>Wed, 17 Jul 2024 15:42:38 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Μαρασμός (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/marasmos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/marasmos-nikos-tsintros/</guid><description>Βάλτε σε βάρκα όλους αυτούς, τρύπια, νερό να παίρνει. Αφήστε τους στον οχετό μύρα να χαρίζουν. Με τα σκουπίδια που θα βρουν εκθέσεις θα στολίζουν. Και όλοι αυτοί που προσπαθούν τέχνη να τ’ ονομάσουν, ας σταματήσουν μια στιγμή, τα χέρια να κοιτάξουν. Αίμα θα δουν πάνω σ’ αυτά. Αίμα να τα τυλίγει. Κραυγές και πόνο χαρίσατε στο ίδιο το παιδί σας. Είστε λοιπόν υπεύθυνοι στο θάνατο του κόσμου. Που δίψα έχει για ζωή… Διψάει για την τέχνη… Νίκος Τσίντρος Sculpture : Dennis-Oppenheim – Device to Root Out Evil-1997 (at Palma de Mallorca-Placa de la Porta de Santa Catalina)</description><pubDate>Wed, 17 Jul 2024 15:32:24 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Σ’ ευχαριστώ (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/s-euxaristw-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/s-euxaristw-nikos-tsintros/</guid><description>Με γνώρισε σε πόλη του Βορρά. Χωρίς παπούτσια, μήτε φως, στα μάτια, στην καρδιά μου. Τα χείλη μου φορούσανε το χρώμα του σιδήρου. Τα χέρια μου φτερούγιζαν και η φωνή μου χιόνι. Το σπίτι του μου άνοιξε μαζί με την καρδιά του. Καθίσαμε μαζί λοιπόν, με την καινούργια αύρα. Αύρα ζωής, γλυκιάς πνοής, ζωής επιθυμία. Το φως και το χαμόγελο καθίσανε μαζί μας. Τα μάτια μου γέμισαν ζωή. Το στήθος μου ελπίδα. Για ευχαριστώ θέλω να πω αυτούς τους στίχους μόνο: Είναι αγάπης δείγμα, τον άνθρωπο να θεωρείς σαν το λουλούδι όμορφο, σαν του γιαλού το κύμα. Νίκος Τσίντρος Painting : Johannes Vermeer-Girl with a pearl earring-1665</description><pubDate>Wed, 17 Jul 2024 15:25:34 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Λέξεις (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/lekseis-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/lekseis-nikos-tsintros/</guid><description>Υπάρχουν λέξεις άτρωτες, λέξεις με ουσία. Λέξεις που οπλοφορούν, σκοτώνουνε το ψέμα. Λέξεις που σαρκάζουνε, πολιτικούς κι ανθρώπους. Λέξεις που κοπιάζουνε, στην άρθρωση του λόγου. Λέξεις που φοβίζουνε, σημαίες και αστέρια. Λέξεις που κοιτάζουνε, στα μάτια τον αγέρα. Υπάρχουν λέξεις με σταυρό και ξίφος για οξεία. Το θάνατο κυοφορούν, χλευάζουν τα στοιχεία. Λέξεις στα μαύρα ντύνονται, παίζουν με τα παιδιά μας. Και κρύβουνε το δρόμο τους και σφάζουν την καρδιά μας. Το φως στα γράμματα λειψό, στις λέξεις αλλάζουν ήχο. Πικρά, σαθρά νοήματα, φωλιάζουν στα μνημεία. Σφυροβολούν τα όνειρα και πνίγουν τα σχολεία. Σε στόματα βρίσκουνε φωλιά, ξεβράζουνε βιβλία. Άνθρωποι απαίδευτοι, νωχελικά πλασμένοι, ντύνουνε τη μάθηση, με ψεύτικα στοιχεία. Με λέξεις άγριες, θολές, τη μάζα τη φουντώνουν. Σαν θάλασσα από πηλό, το μαρασμό φορτώνουν, Νίκος Τσίντρος Painting : jacques-Louis David-the death of Socrates-1787</description><pubDate>Wed, 17 Jul 2024 15:14:46 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η κρίση της ποίησης (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-krish-ths-poihshs-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-krish-ths-poihshs-nikos-tsintros/</guid><description>Κρίση γνωρίζει η ποίηση, κρίμα βαρύ στο λόγο. Κρίση γνωρίζει η ποίηση, που βάφτηκε με αίμα. Η ποίηση που αγάπησε τη δύναμη, το κάλος. Αυτή που χάραζε ψυχές κι ονειροπόλους δρόμους. Που έχτιζε δωμάτια, με τοίχους από κόσμους. Γυάλινους θόλους σκέπαζε, τον πόθο με μετάξι κι έδενε τα όνειρα σε μόλους οργισμένους. Με θάλασσες ξερίζωνε, θρυμματισμένους πόνους. Κρίση γνωρίζει η ποίηση, ορθώνει την σημαία. Ο μαρασμός πρωτόγνωρος, παρουσιάζει έργο. Έμβλημα ατάλαντων, ανίκανων ανθρώπων. Έμβλημα διαφθοράς, κίβδηλων επαίνων. Σχίστε και κάψτε το πανί. Κόψτε το κοντάρι. Κρίση γνωρίζει η ποίηση, Μα αυτό πρέπει ν’ αλλάξει . Νίκος Τσίντρος M. C. Escher-Drawing Hands-1948-Lithograph.</description><pubDate>Sun, 14 Jul 2024 12:59:28 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ελευθερίας δάκρυα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/eleutherias-dakrya-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/eleutherias-dakrya-nikos-tsintros/</guid><description>Μάνα γιατί παρακαλάς… Άλλο μην κλαίς πια, φτάνει. Μάνα, σου το ‘πα, πως εγώ δε θέλω να αλλάξω. Σου το ‘πα πως θα αρνηθώ τον ψεύτικο μου κόσμο. Ορκίστηκα και στο Θεό, μάνα, γλυκιά μου μάνα. Ορκίστηκα να περπατώ κοιτάζοντας τον ήλιο. Μη σέρνοντας τα πόδια μου, το βλέμμα μες το χώμα. Έζησα μόνο μια φορά, έπεσα στην παγίδα. Μιλούσα με ποιήματα. Μιλούσα με τραγούδια. Το ξέρω πως θα λαβωθώ, το ξέρω, θα ματώσω. Κατάλαβέ με, δεν μπορώ να ζήσω άλλη μέρα, μέρα χωρίς στον ουρανό να λάμπει φως δικαίου. Φως γεμάτο όνειρα. Φως γεμάτο χρώμα. Μάνα αυτή αγάπησα. Τη λεν’ Ελευθερία. Μαζί της θέλω πια να ζω, μαζί της να πεθάνω. Το ξέρω πως οι άρχοντες, πολιτικών αγέλες, είναι αυτοί, που προσπαθούν να σπάσουν τη μιλιά μου. Να σπάσουνε το είναι μου. Να χάσω τη φωνή μου. Κατάρες πια να μην μπορώ να ξεστομίζω όρκους. Μάνα μην κλαις… Το ήξερες. Μάνα μη κλαίς… Σταμάτα. Κι εσύ πατέρα, αγέρωχε, Αγκάλιασε την ,σφίξε. Σφίξ’ την μαζί με το Θεό, δωσ’ της να καταλάβει. Πως η ζωή, δεν έχει πια σκοπό, χωρίς ελευθερία. Νίκος Τσίντρος Sascha Schneider-feeling of dependency-1894</description><pubDate>Sun, 14 Jul 2024 12:57:00 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ρόδα φύτρωσαν στου αγκαθιού τη στάχτη (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/roda-fytrwsan-stou-agkathiou-th-staxth-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/roda-fytrwsan-stou-agkathiou-th-staxth-nikos-tsintros/</guid><description>Φωνή από γδαρμένους φθόγγους. «Φοβάσαι;» μου είπε. «Άλλοτε τρόμαζα»απάντησα… Νίκος Τσίντρος Painting : Christinas world-Andrew Wyeth</description><pubDate>Sun, 14 Jul 2024 12:45:13 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Θυμήσου Παναγή (Προς Παναγή Αντωνόπουλο) (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/thymhsou-panagh-pros-panagh-antwnopoulo-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/thymhsou-panagh-pros-panagh-antwnopoulo-nikos-tsintros/</guid><description>Ακόμα κι αν Ιθάκη δεν εβρείς, σκέψου πως φίλους βρήκες, στα όνειρα και τη γραφή, που λίγοι ταξιδεύουν. Φίλη σου έκανες τη βροχή, τη μουσική, στο πέρασμα σου, με τη γραφή ιστόρισες θεούς, στης πίσσας το ποτάμι. Είναι απλό για τη βροχή, ανέμους να χει φίλους, που παίζουν με τον κόπο σου, ζαριές με την ψυχή σου. Θυμήσου όμως Παναγή, τις πίκρας οι ιστορίες, όσο βαθιά κι αν έχουν μπει, όσο καλά κρυφτήκαν, είν’ της ζωής απόφθεγμα, του κόσμου καλοκαίρι, χωρίς φουρτούνες στα σκαριά, με του νερού το χέρι. Νίκος Τσίντρος Painting : Flying Fish-1910 H. .J Draper.</description><pubDate>Sun, 14 Jul 2024 12:33:26 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Υπάρχουν λέξεις (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/yparxoun-lekseis-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/yparxoun-lekseis-nikos-tsintros/</guid><description>Υπάρχουν λέξεις άτρωτες, λέξεις γεμάτες αίμα, σαν τις γευτεί το στόμα σου αλλάζουν τη ζωή σου. Λέξεις που τρων τα σωθικά, χαράζουν στο μυαλό σου, δρόμους άγνωστους, νεκρούς και τόπους διψασμένους. Τόπους γεμάτους όνειρα με φως του ήλιου, πάχνη, στο πάτημα νεκρής φωνής και στου θεού το δάκρυ. Σκέψεις πως είσαι εσύ μικρός, δε φαίνεσαι στο χάρτη. Για στόμα έχεις φυλακή, με μολυβένιους τοίχους, με φύλακες, να σου κρατούν τα όνειρα, να σουν πατούν το πνεύμα. Μα λέξεις αθάνατες, Ελληνικές, θεριεύουν με τον πόνο. Θεριεύουν με τα κάγκελα, θεριεύουν με το χρόνο. Κι όσοι κι αν είναι οι φύλακες κι όσο τρανοί είναι οι τοίχοι, οι λέξεις γιγαντώνονται παίρνουν μορφή και πνεύμα. Ζητούν από τους Έλληνες να τους χαρίσουν αίμα. Αίμα να δώσουν για νερό, τη σάρκα για το πνεύμα. Και μόλις γίνει Έλληνας και βαπτιστεί στο χώμα, οι τοίχοι απλώς θα γκρεμιστούν, τα σίδερα θα λιώσουν. Το πνεύμα θα δώσει έναυσμα και για καινούργιες λέξεις. Λέξεις που πάντα υπήρχανε θαμμένες μες το χρόνο. Νίκος Τσίντρος ΜΗΔΕΙΑ (ΚΑΠΟΝΤΙΜΟΝΤΕ ΕΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ)</description><pubDate>Sun, 14 Jul 2024 12:12:25 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Προς τα χερουβείμ με τα πύρινα μάτια (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/pros-ta-xeroubeim-me-ta-pyrina-matia-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/pros-ta-xeroubeim-me-ta-pyrina-matia-nikos-tsintros/</guid><description>Κάτι σου λείπει. Μάταια προσπαθείς να κοιμηθείς. Κουρασμένος… Μα τα μάτια σου ακούραστα, ορθάνοιχτα. Μόνος. Υποφέρεις. Η μοναξιά σε σκοτώνει. Φοβάσαι τη νύχτα, το σκοτάδι το ψυχρό. Η φωνή σου ποτέ δεν ακούγεται. Η γνώμη σου δε μετράει. Το κρεβάτι σου πάντα άδειο. Ψάχνεις μια ζεστή αγκαλιά. Ξέρεις όμως, το στήριγμα σου δεν είναι αυτό. Κοιτάς ψηλά. Αναζητάς τη ζεστή μα ξένη Του πνοή. -Άλλοι τη γνώρισαν, γιατί όχι εγώ; -Δεν ήρθε ακόμα η στιγμή. -Κι αν δεν έρθει ποτέ; Νίκος Τσίντρος Painting : Joseph Wright -a lighthous on_fire at night-1770</description><pubDate>Sun, 14 Jul 2024 12:02:52 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Τι κρίμα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ti-krima-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ti-krima-nikos-tsintros/</guid><description>Τι κρίμα, εσείς να βρίσκεστε κρυμμένοι μες το χώμα. Να ‘χετε μόνη συντροφιά, τους επαίνους στο στόμα. Τι κρίμα, να βρίσκεστε χωρίς, της ακοής το χρώμα. Της ακοής τη δύναμη, των χλευασμών τη βρώμα. Χάσανε το βάρος τους οι λέξεις των επαίνων, του ήθους, υψηλές αρχές, των όλων βολεμένων. Πάλι καλά πεθάνατε και πλέον δεν φοβάμαι. Τη γνώμη μου, την κρίση μου, να λέω δε φοβάμαι. Νίκος Τσίντρος Painting : Max Ernst-Zoomorphic couple-1933</description><pubDate>Sun, 14 Jul 2024 11:55:38 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Φωνής Θεού Απόφθεγμα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/fwnhs-theou-apofthegma-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/fwnhs-theou-apofthegma-nikos-tsintros/</guid><description>Τα δάκρυα σου…. Μη ! Μην τα χαρίσεις στον αέρα. Χάρισ’τα στο μάρμαρο, λεκές να γίνουν. Σημάδι για πάντα στο λευκό σου όνειρο. Νίκος Τσίντρος Painting : Pot_Pourri- H.J-.Draper</description><pubDate>Sun, 14 Jul 2024 11:46:31 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αχ! η καρδιά σου μάνα μου (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ax-h-kardia-sou-mana-mou-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ax-h-kardia-sou-mana-mou-nikos-tsintros/</guid><description>Αχ! η καρδιά σου μάνα μου, τι δάκρυ κουβαλάει. Τι πόνο, τι χαμόγελο, τι φλόγα πικραμένη. Αχ! η καρδιά σου μάνα μου, τι λόγια έχει να κρύψει. Τι πόνο, τι χαμόγελο, τι μαύρο στο κορμί σου. Αχ! η καρδιά σου μάνα μου, τη νύχτα πώς κοιμάται, στα σκαλοπάτια της αυγής, στους δρόμους τους σχισμένους. Αχ! ή καρδιά σου μάνα μου, δεν είναι από πέτρα. Φτιαγμένη από όνειρο, απ’ του Θεού τα χέρια. Μην τη φορτώνεις, μάνα μου, με πόνο σκουριασμένο. Μην τη χτυπάς με δάκρυα, με τύψεις μη γεμίζεις. Μάνα, ότι κι αν έκανες, το έκανες μ’ αγάπη. Προσπάθησες για το καλό, λαβώθηκες στη μάχη. Μάνα μου, μην υποταχτείς στον πόνο τον καινούριο. Είμαι εγώ προστάτης σου, τη μάχη εγώ θα δώσω. Νίκος Τσίντρος Scultura marmorea : La pieta di Michelangelo 1499</description><pubDate>Sun, 14 Jul 2024 11:11:28 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αδύναμο θάρρος ευγνωμοσύνης μοναξιά (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/adynamo-tharros-eugnwmosynhs-monaksia-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/adynamo-tharros-eugnwmosynhs-monaksia-nikos-tsintros/</guid><description>Η κιθάρα στον τοίχο μας ακολουθεί χωρίς ήχο. Βουβή σαν τη γλυκιά σιωπή… Τη σιωπή μας. Άνθρωποι μόνοι μας, κλειστοί, απομονωμένοι σε ένα δωμάτιο. Κυνηγοί , της ατελείωτης μοναξιάς μας. Είμαστε αυτοί που κουράστηκαν ν’ ακούν. Αυτοί που βλέπουν και κρύβουν τα μάτια τους. Αυτοί που μόνοι τους γράφουν και αγαπούν σιωπηλά. Νίκος Τσίντρος Painting : Pablo Picasso-Girl with a mandolin (portrait of Fanny Tellier)-1910</description><pubDate>Sat, 13 Jul 2024 12:28:41 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αέναη απόλαυση στης αυγής το χρώμα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/aenah-apolaush-sths-aughs-to-xrwma-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/aenah-apolaush-sths-aughs-to-xrwma-nikos-tsintros/</guid><description>Το άρωμα των ματιών σου, χαϊδεύει την πρώτη του ήλιου ανάσα… Ψιθύρισμα Αγάπης. Νίκος Τσίντρος painting : Ariadne-H. J. Draper</description><pubDate>Sat, 13 Jul 2024 12:18:31 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Παλάτι στα βάθη της σπηλιάς (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/palati-sta-ba8h-ths-sphlias-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/palati-sta-ba8h-ths-sphlias-nikos-tsintros/</guid><description>Σ’ αγαπώ φως της ζωής κι άρωμα της ψυχής μου. Θειάφι και σκόνη παντού, μα εσύ… με γιασεμιού ποτάμι στα μάτια σου αντανάκλαση, μ’ οδηγείς στο μονοπάτι, στη σπηλιά, των απόκοσμων αισθήσεων. Νίκος Τσίντρος Painting : Autumn-H.J Draper</description><pubDate>Sat, 13 Jul 2024 12:05:56 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Εγώ είμαι το Α και το Ω (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/egw-eimai-to-a-kai-to-w-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/egw-eimai-to-a-kai-to-w-nikos-tsintros/</guid><description>Πάνω σε πτώματα πατώ, στον άνεμο ουρλιάζω. Φωνή ανθρώπου γεύομαι, τα δάκρυα του σφάζω. Σφάζω του πόνου τα φτερά στη λογική του τρόμου. Σφάζω τα όνειρα αυτά, που γδέρνουν και λυτρώνουν. Λυτρώνουν δήθεν από αυτό που η σκέψη του τρομάζει. Σκέψη σαν το θάνατο, της εκκλησίας σπόρος. Τροφή είναι για αυτή ο φόβος κι η σοφία, μετράει με χρυσά φλουριά τη Θεία αμαρτία. Ανάθεμα, σ’ αυτό πατούν στου χάρου το δοξάρι και στήνουνε χορό στον τάφο σου στο άδειο σου κουφάρι. Βάλε πνοή και λογική, διάβασε, παιδέψου. Πνοή μέσα στα θέλω σου Και στα πικρά σου λάθη. Για σένα είναι τα όνειρα κι ο ύπνος το πιθάρι. Σπασ’ το και βγάλε στη ζωή αυτά που ‘χεις φυλάξει. Τον πόθο, τον ερωτισμό το μίσος, την οργή σου. Με κόπο κι ιδρώτα δούλευε κάτω από φως δικαίου. Δες τη ζωή απ’ την αρχή με μάτια πεινασμένα. Μάτια που λάμπουν στη σκιά και βλέπουν στο σκοτάδι. Ζήσε τη ζωή χωρίς τη λέξη αμαρτία. Είναι όλα επιλογές σαν βρείς ελευθερία. Φωνή θεού, η επιλογή η λογική, θεός σου. Άνθρωπε, για μένα λέξη μην ζωστείς. Τον πόνο δε φοβάμαι. Γεννήθηκα για να πατώ, στα πτώματα εκείνων, που κλέβουνε τα όνειρα και τις ζωές ανθρώπων. Και αν τα πτώματα δε βρω πατάω τη ψυχή τους. Νίκος Τσίντρος Painting : Jupiter and Semele by Gustave_Moreau</description><pubDate>Sat, 13 Jul 2024 11:27:27 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ανατολή (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/anatolh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/anatolh-nikos-tsintros/</guid><description>Το φως, μου χάιδεψε τα μάτια και της ημέρας χαμογέλασα. Τον ήλιο βρήκα, στην αγκαλιά μου μέσα και τον φίλησα. Τη ζέστη του χάρηκα. Το χρώμα του ζήλεψα και το φόρεσα. Ήλιε μου, το δέρμα σου ένιωσα στην ψυχή των χεριών μου. Τα μάτια σου άνοιξες, φως στα πρωινά μου όνειρα. Όνειρα σαν τριαντάφυλλα. Λευκά. Σαν το πρώτο μας φιλί, στο μεταξένιο δάσος της αμαρτίας. Νίκος Τσίντρος meteora-sunset</description><pubDate>Wed, 10 Jul 2024 22:00:16 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Στο όραμα της προσμονής, άρπα φεγγαρόχορδη τραγούδησε με δέος (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/sto-orama-ths-prosmonhs-arpa-feggaroxordh-tragoudhse-me-deos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/sto-orama-ths-prosmonhs-arpa-feggaroxordh-tragoudhse-me-deos-nikos-tsintros/</guid><description>Η ώρα της συνάντησης μας είναι για μένα ιερή. Γιατί, εκείνη τη στιγμή, το σώμα σου και την ψυχή σου, με ευλάβεια θα κατακτήσω. Και σπονδή στο θεό του έρωτα, στεφάνι θα ζητήσω. Νίκος Τσίντρος Painting : Gustav Klimt-music -1895</description><pubDate>Wed, 10 Jul 2024 15:19:10 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Στα σκοτεινά δωμάτια τρέμει η φωνή μου (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/sta-skoteina-dwmatia-tremei-h-fwnh-mou-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/sta-skoteina-dwmatia-tremei-h-fwnh-mou-nikos-tsintros/</guid><description>Καρδιά μου και χαμόγελο μου, Μη! Μη το πνεύμα σου χαρίσεις στο σκοτάδι. Και μου κλέψεις τη φωτιά. Τη λάβα της ζωής μου… Νίκος Τσίντρος Painting : Immortality -Henri Fantin Latour 1889</description><pubDate>Tue, 09 Jul 2024 22:47:52 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Υπόσχεση (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/yposxesh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/yposxesh-nikos-tsintros/</guid><description>Όταν σκοτάδι πέφτει στα μάτια σου, το φως μου χάνω. Όταν ο ήλιος φωλιάζει μέσα σου, το χρώμα του χρόνου αλλάζεις. Τη ζωή μου στο ουράνιο τέλος ο κόσμος ματώνει, τα δάκρυα στα μάτια σου σαν δει. Αλλά εγώ, με όλη μου τη δύναμη θ’ αγωνιστώ να κάνω για σένα τον κόσμο ονειρικό… Όταν περπατάς, το χώμα θα γίνεται άρωμα και χρώμα πορφυρό. Όταν μιλάς, τ’ αηδόνια θα σιωπούν κι ο κόσμος αγάπη θα γεμίζει. Όταν τον ουρανό κοιτάς, ο ήλιος θα κοκκινίζει και η βροχή θα σιωπά. Θα γεμίζω την καρδιά μου με τριαντάφυλλα και γιασεμί, να σου χαρίζω κάθε στιγμή το άρωμά τους Θα γεμίζω την ψυχή μου με χρώματα, το σώμα σου να ντύνω. Θα έχω στα μάτια μου το φως του φεγγαριού, εικόνισμα, το σώμα σου να προσκυνώ. Νίκος Τσίντρος Painting : The Blue Veil-1907 by Glauco Cambon</description><pubDate>Tue, 09 Jul 2024 22:20:58 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Το δέσιμο του φεγγαριού στο χρώμα το γαλάζιο (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/to-desimo-tou-feggariou-sto-xrwma-to-galazio-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/to-desimo-tou-feggariou-sto-xrwma-to-galazio-nikos-tsintros/</guid><description>Ο χρόνος φαίνεται ατελείωτος, σαν το βλέμμα σου, στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας. Σμίγει το χρώμα της με αυτό του ουρανού, στο κρυστάλλινο μενταγιόν, που πάνω στο στήθος σου φοράς. Και το χρόνο μηδενίζει. Νίκος Τσίντρος Painting : The Dream by Gaetano Previati-c.-1912</description><pubDate>Tue, 09 Jul 2024 22:02:07 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Παίζει ο χρόνος στο δρόμο της αγάπης (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/paizei-o-xronos-sto-dromo-ths-agaphs-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/paizei-o-xronos-sto-dromo-ths-agaphs-nikos-tsintros/</guid><description>Τα μάτια σου ατένιζα… Την καρδιά μου ένιωθα να χτυπά, με αγάπης κύματα θαλασσινά, φουρτουνιασμένου ανέμου. Τα χείλη σου, σαν όνειρο, έκλεβαν την πνοή μου. Οι λέξεις που μου χάριζες πατούσαν το κορμί μου. Το σώμα σου, στα χέρια μου, έκαιγε την ψυχή μου. Όλο τον κόσμο έχανα, γινόμουν ένας ξένος. Το άρωμα σου ζήλευα. Ζήλευα τα όνειρα σου. Ήθελα τα μάτια σου, να βλέπουν μόνο εμένα. Οι δρόμοι όμως σκοτεινοί. Παράξενα τα φώτα. Σκοντάψαμε σε ένα σκαλί, χάθηκαν οι καρδιές μας. Νίκος Τσίντρος Painting : Narcissa by Hovsep Pushman 1877–1966</description><pubDate>Tue, 09 Jul 2024 19:40:39 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ποιητικές φωνές τρομάζουν τον αέρα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/poihtikes-fwnes-tromazoun-ton-aera-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/poihtikes-fwnes-tromazoun-ton-aera-nikos-tsintros/</guid><description>Αυτοί που τ’ άστρα κρατούν στον κόσμο τους, στο πέλαγο του σκότους. Στο πέλαγο κρύβουν φωτιές, καράβια ρημαγμένα. Ταξίδια σας χαρίσανε, στης θάλασσας τις άκρες. Ασήμι, χάλκινα πνευστά, χαρίσαν στις φωνές σας. Όλα για σας τα κάνανε. Πουλήσαν τη ψυχή τους, μ’ αντάλλαγμα το πρόσταγμα αλάβωτης ζωής σας. Ήπιαν από το κώνιο μαζί με το Σωκράτη. Στο θάνατο βάλανε φωτιά και στη ζωή τη στάχτη. Τώρα, τα σώματα αυτών νεκρά. Τα όνειρά τους, μένουν, ρωγμές μέσα στα γράμματα, σε άχρωμες σελίδες. Εσείς σκουριάσατε αυτών τα ανθισμένα λόγια. Όλους αυτούς σκοτώσατε με τα δικά σας λόγια. Αφού τους αγνοήσατε, τους κόψατε τον ύπνο. Τα όνειρα τους θάψατε, βαθιά μέσα στον κήπο. Όμως θα έρθει πάλι άνοιξη, στον κήπο, θα φυτρώσουν νέα λουλούδια με ζωή, από του βάθους χώμα, τροφή αφού θα πάρουνε απ’ όνειρα ανθρώπων. Ανθρώπων που ‘χαν για νερό των ποταμών το αίμα κι έπιναν με τη φωνή και δόξαζαν με πνεύμα, όλα αυτά που η αυγή λάτρευε ως μέρα. Νίκος Τσίντρος</description><pubDate>Tue, 09 Jul 2024 19:05:06 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Σάλτα ρε μάγκα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/salta-re-magka-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/salta-re-magka-nikos-tsintros/</guid><description>Σάλτα ρε μάγκα στον τεκέ και κάνε μου παρέα. Βαρύ σεκλέτι φούμαρα και χάλασα τα γούστα κι όλα γιατί την έχασα για πάντα μου, δερβίση. Φίλε μου πιες, κερνάω εγώ και μη φοβάσαι σούρα. Όταν η καρδιά σπαρακτικά τα κυβερνάει ούλα, ούτε πιοτό, ούτε καβγά φοβίζει το σεργιάνι. Οι δρόμοι μας γνωρίζουνε και η χαραυγή μας ξέρει. Σ ευχαριστώ βρε φίλε μου καρντάση, παλικάρι. Πες μου, την ήξερες αυτήν γυναίκα ξελογιάστρα; Ήταν εδώ που σύχναζε, με κόκκινη φουστίτσα, με τα μελαχρινά μαλλιά και τη ματιά σταρίσια. Μαρία τη φωνάζανε, με το κορμί φιδίσιο. Αχ! κι είχε μια φωνή, γατίσια, αλά γκρέκα. Πόσο θα’ θελα μάγκα μου να ‘χα κουρσάρα φίνα. Να σουλατσάρω στα στενά, φουλ στα Πόρτο φίνα. Φίλε, με κούρσες και λεφτά, δε βρίσκεις μια Μαρία. Το θηλυκό σε άφησε γιατί δε σ’ αγαπούσε. Έμαθα ερωτεύτηκε και έφυγε στα ξένα. Δεν σ’ τα παν σωστά, καρντάση μου. Την είδα στην Αθήνα. Είναι με πλούσιο αγκαλιά και ζει εις την κολίνα Το χρήμα ερωτεύτηκε, αγάπησε το χρήμα. Πάντως το δίκιο θα σου δω, έφυγε στα ξένα. Για ξένο κόσμο σάλπαρε και ξέχασε εμένα. Και ξέχασε τα όνειρα στου κρεβατιού τη ράχη. Φίλε, μη φύγεις, κάθισε και κάνε μου παρέα. Ο πόνος, με τα λόγια σου, θα λιγοστέψει μάνι . Βάλε κρασί και μοίρασ’ το σε τέσσερα ποτήρια. Ένα για σένα, φίλε μου κι ένα για τη Μαρία. Ένα για μένα το φτωχό, τον μάγκα, τον αγύρτη. Και του Θεού, δερβίση μου, βαλ’ του το πιο μεγάλο. Νίκος Τσίντρος κολίνα (λόφος στα ιταλικά= Κολονάκι) Painting : The Opium Smokers-1887- Gaetano Previati</description><pubDate>Tue, 09 Jul 2024 16:37:48 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Μοναξιά (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/monaksia-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/monaksia-nikos-tsintros/</guid><description>Φεύγω, είπες, χωρίς να με κοιτάς. Πρέπει. Η ώρα έφτασε. Ζήτησες την άρνηση της αγάπης. Όχι μόνο της δικής μου… Το βλέμμα σου χαμηλωμένο. Τα μάτια σου άδεια, χωρίς προσπάθεια. Σου λείπει η δύναμη. Η δύναμη που σου προσφέρει ο πόνος. Αυτός που μαζί του κοιμάσαι κάθε νύχτα. Νύχτες πάντα γεμάτες κι άδειες μαζί. Κι όμως φοβάσαι στη σκέψη της μοναξιάς. Οι υποσχέσεις σου φαίνονται φτηνές, όμως τις κυνηγάς επίμονα και τις θέλεις. Σε ανεβάζουν κι έπειτα από λίγο, σε ρίχνουν στην άγνωστη μα σκοτεινά γνωστή σου πραγματικότητα. Στον καθρέφτη κοιτάς και ζητάς απαντήσεις… Απαντήσεις, που τις γνώριζες ίσως από την αρχή. Που τις νιώθεις να σου τρυπούν τα σωθικά. Που όσο και να θέλεις να διώξεις, γυρνούν. Είσαι απλώς ένας άνθρωπος, που αγαπάει με αγκάθια στην καρδιά. Νίκος Τσίντρος Painting:Burne Jones-love among the ruins 187</description><pubDate>Tue, 09 Jul 2024 15:50:25 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αγάπη (Σπήλιος Πασαγιάννης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/agaph-sphlios-pasagiannhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/agaph-sphlios-pasagiannhs/</guid><description>Δεντρί, που ανθίζεις στα ψηλά, ο ανθός σου εσείστη ξάφνου κατά την κόρη όπου έγειρε την ευωδιά να πάρει. Τερπνά μου εκέντησε η φωνή το νου και την καρδιά μου, τα σπλάχνα μου άνοιξαν ευθύς, μύρα της γης να πνεύσουν προς τη χαρά που ευώδαε κι ανάτρεμε ο αιθέρας. Το αγγελικό έχεις μήνυμα να φέγγεις φως στα μάτια, ξάφνου ν’ αφήνεις το κορμί, για να ντυθείς τα μύρα, με τα περίσσια βάλσαμα του Απρίλη εσύ να ζήσεις! Δώρο δεν είναι του χαμού τ’ ολάσπρο περιστέρι, που ανιεί σαν άνθια τα φτερά κατά το κάλεσμα σου, ψηλά το πνεύμα της χαράς, σαν τη φωνή του ελάλει! Τα μάτια σου έταζαν σ’ εμέ το τάμα της χαράς μου, κι αστράφτει μέσα μου στο φως το αθάνατο πετράδι. Παρθένα, όπου στο λόγο σου νιώθω της γης τα κάλλη, στα μάτια σου είναι η χαραυγή όπου δεν έχει τέλος!.. Painting : Go Lovely Rose Tell her that Wastes her Time and Mine-H.J.Draper</description><pubDate>Sun, 07 Jul 2024 12:28:51 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Στο Διατηρητέο (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/sto-diathrhteo-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/sto-diathrhteo-nikos-tsintros/</guid><description>Με ‘σένα έπλασα στη γη αληθινή αγάπη, που σκόρπισε στην χαραυγή αλάβωτες ελπίδες, σαν κρίνοι, αμόλυντες φωνές, στον άνεμο πυξίδες. Μες στο μυαλό μου ένιωσα του έρωτα τον πόθο. Θυμάμαι βράδυ στις οκτώ με την καρδιά να τρέμει, τα γόνατα αδύναμα και η φωνή στεγνή, να στέκει αμίλητη, νεκρή, στο δρόμο μόλις σ’ είδα. Φοβόμουνα την άρνηση. Απόρριψη φοβόμουν. Και τώρα που ‘ρθες να σε δω σαν άγαλμα στεκόμουν. Το χέρι μου έσφιξες σαν αγκαλιά, σαν θεϊκή ελπίδα. Μου έριξε μέλι στην καρδιά και στο μυαλό ασπίδα. Ηρέμισαν τα μάτια μου, ηρέμησε η καρδιά μου. Θυμάμαι σκάλες ανεβήκαμε και μουσική στο βάθος. Σκιάς γωνιά διαλέξαμε, το φως μην μας ταράζει. Σε άγγιξα στο πρόσωπο. Σου χάιδεψα τα χείλη. Σου μίλησα με την καρδιά, με έρωτα στα χείλη. Πόθο που είχα για εσέ από την πρώτη μέρα. Απάντηση πήρα με φιλί στα όνειρα πλασμένο, από φωτιά της κόλασης αγγελικά δεμένο. Με όνειρα της ηδονής φόρεσα το φιλί σου, γιατί εκείνη τη βραδιά μου ‘ταξες τη ζωή σου. Κι έδεσα τα μάτια μου κι έλιωσα το φως μου, να ‘χω εσένα για καρδιά, τα μάτια σου για φως μου. Νίκος Τσίντρος Photo : Το Διατηρητέο Classic Bar Thessaloniki Ικτινου 12 (Η σκάλα εισόδου)</description><pubDate>Sun, 07 Jul 2024 11:29:02 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αγέρας είναι ο έρωτας (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ageras-einai-o-erwtas-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ageras-einai-o-erwtas-nikos-tsintros/</guid><description>Αγέρας είναι ο έρωτας και το φιλί σου φύλλα, που πέφτουνε στης μοναξιάς το δρόμο που σε είδα. Νίκος Τσίντρος</description><pubDate>Sat, 06 Jul 2024 13:12:52 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αγγέλου φωνής ανάγνωσμα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/aggelou-fwnhs-anagnwsma-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/aggelou-fwnhs-anagnwsma-nikos-tsintros/</guid><description>Τρέμουν της γης τα όρνεα, του χώματος το βάθος. Τρέμουν οι βράχοι και ο Θεός, τις λέξεις του ανθρώπου. Κράτα τον φόβο αγκαλιά και την πνοή στα πόδια, σαν δεις ανθρώπους όρνεα, ζωσμένους με το χώμα. Δεν ξέρεις πως και η φωτιά σαν θύελλα φουντώνει, στέκει στο χώμα, φτιάχνοντας πηλό καρβουνιασμένο; Δεν ξέρεις ότι τα παιδιά, που παίζουν με το χώμα, χαϊδεύουνε την αστραπή και παίζουν με κορακια; Δεν φοβούνται τα γαμψά, των όρνεων τα νύχια. Τα βλέπουν όμορφα πουλιά, χρωματισμένα χώμα. Έχουν για μάτια το νερό, τα χέρια για να δίνουν και η καρδιά τους αγαπά, πάντα αυτούς που παίζουν. Παίξε λοιπόν με τον πηλό, βοήθα τους ανθρώπους κι άσ’ τους να ζουν με τα φτερά, του όρνεου τη φλόγα. Είναι για μας σημαντικό, φόβο να μη φοβάσαι κι όσο αφορά και το Θεό, δώσ’ του αυτό που θέλει. Τους βράχους θέλει, ουρανό και της πηγής τη δόξα, βοήθα Τον με προσευχή και με χορό στ’ αλώνια. Νίκος Τσίντρος</description><pubDate>Sat, 06 Jul 2024 13:06:21 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Χωρίς γαλήνια ταφή (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/xwris-galhnia-tafh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/xwris-galhnia-tafh-nikos-tsintros/</guid><description>Χωρίς γαλήνια ταφή ο τόπος είναι μαύρος. Χωρίς το ύψος του Θεού, τα δέντρα είναι χαμηλά και το νερό μονάχο. Χωρίς το φόβο του λαού, η μάχη είναι άοσμη, το αίμα είναι άσπρο. Ποιος, τάχα, είναι άρχοντας στου μαρασμού το δάκρυ; Ποιος, τάχα, είναι άθεος στο δέος του πολέμου; Ποιος παραμένει άφωνος στο μένος του θανάτου; Μόνο τα δέντρα κι ο νεκρός και το νερό μονάχα. Μόνο το ύψος του βουνού, του βράχου, του αέρα. Νίκος Τσίντρος Painting : William Adolphe Bouguereau-the first mourning-1888</description><pubDate>Thu, 27 Jun 2024 21:10:51 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η κατάρα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-katara-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-katara-nikos-tsintros/</guid><description>Οχτώ να είναι οι ώρες σου, αλήτη σαπισμένε! Που έκρυψες κι έγδαρες τη φλόγα από τα λόγια. Που έκανες τον άνθρωπο να ζει σαν πεθαμένος, να ζει μέσα στη κόλαση, με ψέμα φορτωμένος. Οχτώ να είναι οι ώρες σου, μεγάλε ψεύτη, κράχτη! Που έδωσες το λόγο σου με όρκους στον εργάτη. Σ’ αυτόν που πάντα προσπαθεί να ζήσει με το νόμο. Το νόμο που του έφτιαξες, απλώς για να υπάρχει. Οχτώ να είναι οι ώρες σου, σατράπη εξουσίας! Που έκλεισες το στόμα του με πόλεμο και βία. Οχτώ να είναι οι κραυγές! Το στόμα σου να πνίξουν. Να σε γεμίσουν ενοχές, το ψέμα να γκρεμίσουν. Να ζήσεις έστω μια φορά, με πόνο κι αγωνία. Να δεις πως ζούνε οι απλοί. Αυτοί που σε στηρίζουν. Νίκος Τσίντρος Declaration of the Rights of Man and of the Citizen in 1789</description><pubDate>Thu, 27 Jun 2024 20:47:40 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αλαζονεία (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/alazoneia-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/alazoneia-nikos-tsintros/</guid><description>Σου είχαν πει ότι μπορείς, στην τέχνη να καρφώσεις λέξεις, καρφιά χωμάτινα, χρώμα να της χαρίσεις. Σου είχαν πει ότι μπορείς, την ποίηση να αλλάξεις, προσφέροντας της μοναχά τα όμορφα σου μάτια. Σου είπαν πως με τον γραπτό το λόγο του Σεφέρη, το λόγο του Σικελιανού, του Σημηριώτη λόγο, εσύ μπορείς να ταυτιστείς. Στο λόγο να συντάξεις σκέψεις ορθές, δυναμικές, τον κόσμο να προστάξεις. Και συ τους πίστεψες, τρελέ. Άλλαξες τ’ όνομά σου, στο στόμα φόρεσες φωνές, φωνές ανδρειωμένων. Αυτοί, τρελέ, δεν φώναζαν με λέξεις μαραμένες. Αυτοί μιλούσαν με φωτιά κι έγραφαν με τα όνειρα βιβλία μες στο αίμα. Είχαν για σύντροφο πνοή, ελευθερίας αύρα, ζούσαν τη μέρα σα γιορτή, αποφυγή θανάτου. Με μια ματιά ξερίζωναν το μαύρο από το άσπρο και τη φωνή τους όρθωναν, σα γίγαντα στην άμμο. Κι εσύ, τρελέ, πώς μπόρεσες απλά να αγνοήσεις… Μαζί τους έπρεπε να ζεις, μαζί τους να ξυπνήσεις. Νίκος Τσίντρος Painting : Sascha Schneider-hypnosis-1904</description><pubDate>Thu, 27 Jun 2024 20:37:49 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Παιχνίδι φανερώθηκε το όνειρο του πόθου (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/paixnidi-fanerw8hke-to-oneiro-tou-pothou-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/paixnidi-fanerw8hke-to-oneiro-tou-pothou-nikos-tsintros/</guid><description>Γαλάζια κύματα ομίχλης στα μάτια σου, καρδιά μου. Δάκρυσε το άνθος, κόκκινο, σαν μάγουλα του κλόουν. Μολύβι, μπογιά και αλογάκι ιππότη ήθελες, κορώνα στα μαλλιά σου. Νίκος Τσίντρος Dora Maar-cavalier-1936</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 20:58:59 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Κάτω από τα χέρια τ’ ουρανού, άνθη μυρωμένα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/katw-apo-ta-xeria-t-ouranou-an8h-myrwmena-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/katw-apo-ta-xeria-t-ouranou-an8h-myrwmena-nikos-tsintros/</guid><description>Άγγελε μου, τα φτερά σου άπλωσε, πάνω από το πονεμένο μου μυαλό. Και τη σκέψη μου προστάτεψε, αλλάζοντας της σχήμα, όνειρο, ουρανό. Νίκος Τσίντρος Painting : Gustave Moreau-the voices-1867</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 20:56:06 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ερωτευμένη νύχτα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/erwteumenh-nyxta-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/erwteumenh-nyxta-nikos-tsintros/</guid><description>Για μια στιγμή, για μια φορά, αγάπησα τη νύχτα. Με αστέρια, κόκκινα πουλιά και με γαλάζιες νότες. Τη νύχτα τόσο αγάπησα, σαν τα κρυφά σου χάδια, το δακρυσμένο βλέμμα σου, τα πλούσια μαλλιά σου. Κείνη τη νύχτα αγάπησα, εσένα ομορφιά μου. Μα δεν εξέχασα ποτέ το φίλο το φεγγάρι. Που πέπλο έπλεξε χρυσό στης θάλασσας τη ράχη. Κι εμείς του εχαρίσαμε αύρα αγάπης πορφυρή. Με κρίνους και τραγούδια. Νίκος Τσίντρος Painting : Lawrence Alma-tadema the tepidarium-1881</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 20:50:14 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Το γράμμα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/to-gramma-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/to-gramma-nikos-tsintros/</guid><description>Λουλούδια κοιτούν τον ήλιο. Δέντρα αγκαλιάζουν τον άνεμο. Κι εγώ εσένα. Εσύ μαγεύεις εμένα και τον ουρανό προσφέρεις, μάχιμο αναλυτή πικρίας. Πέτρας κόσμημα, στο λαιμό πληγή. Γράμματα νεκρά, κρυμμένα, πνιγμένα στο νερό του συρταριού. Νίκος Τσίντρος Painting : Evelyn De Morgan-Cassandra-1898</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 20:44:11 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ολυμπία (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/olympia-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/olympia-nikos-tsintros/</guid><description>Του κρίνου έκλεψες την ομορφιά, του ουρανού το γέλιο και στόλισες τα στήθη σου με τη φωνή του φεγγαριού, της θάλασσας τους ήχους. Νίκος Τσίντρος Painting : Frederic-Leighton-Flaming June-1895</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 20:00:42 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Στη σκιά του χωρισμού έκλαιγα αγάπη (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/sth-skia-tou-xwrismou-eklaiga-agaph-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/sth-skia-tou-xwrismou-eklaiga-agaph-nikos-tsintros/</guid><description>Το κελί μου βλέπει στον ωκεανό. (Ψέμα) Τα πλοία στα μάτια μου, δάκρυα στα χέρια μου. (Αλήθεια) Η ζωή μου μικρή, γλυκιά μου αγάπη. (Ψέμα) Καρδιά μου προχώρα χωρίς το όνειρο μου… Άλογο πολιορκίας στα χέρια του Αίαντα. Νίκος Τσίντρος Painting : Holman Hunts-Lady of Shalott-1889-1892</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 19:56:08 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Μικρό λουλούδι πνεύματος (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/mikro-louloudi-pneumatos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/mikro-louloudi-pneumatos-nikos-tsintros/</guid><description>Ο χρόνος έκλεισε στροφή, τα μάτια μου δεμένα. Τα χέρια σου έβγαλαν πνοή, ψιθύρισαν αγάπη. Ο ήλιος άνοιξη, ζωή, για πάντα όμορφα καλεί, εμείς ν’ αγαπηθούμε. Να ζήσουμε στο φως, φτωχοί, τη νύχτα φωτεινή, σαν γελαστό λουλούδι. Νίκος Τσίντρος Painting : Gustav Klimt-Danae-1908</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 19:49:25 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ανθίζουνε τα λόγια σου στης νύχτας το φεγγάρι (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/anthizoune-ta-logia-sou-sths-nyxtas-to-feggari-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/anthizoune-ta-logia-sou-sths-nyxtas-to-feggari-nikos-tsintros/</guid><description>Γλυκά φιλιά σου στέλνω μάτια μου, γλυκά χάδια στα όνειρα σου. Γλυκά μυστικά μοιράζομαι, στη θέα των ματιών σου. Μα πιο γλυκές οι λέξεις της αγάπης σου, στη θέα της ζωής μας. Νίκος Τσίντρος Painting : Gustav Klimt - the kiss-1907-1908</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 19:38:09 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Το χάδι (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/to-xadi-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/to-xadi-nikos-tsintros/</guid><description>Μάτια που καίνε. Τα χείλη στεγνά. Τα γόνατα τρέμουν. Το μυαλό θολό, την εικόνα σου ψάχνει. Τη φωνή σου, λαχταρώ ν’ ακούσω, σαν Κυριακή στην εκκλησιά. Ψαλμούς και χερουβείμ, το Ναι να μου χαρίσει. Χαρά, στο σώμα μου φωτιά. Μέλι να μου προσφέρει. Ασύλληπτος μηχανισμός, Θεού κι εξουσίας, υγείας κι αρρώστιας, ζωής και θανάτου… το Χάδι. Νίκος Τσίντρος Painting : Maurice Denis-psyche discoversmthat her mysterious lover is eros-1908</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 15:43:42 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Στις πύλες της αντίληψης (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/stis-pyles-ths-antilhpshs-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/stis-pyles-ths-antilhpshs-nikos-tsintros/</guid><description>Η αγάπη διαχέει το γένος της φωτιάς, το φως των ασπόνδυλων άστρων αγαπά. Η αγάπη σκόρπισε την κρίση του λογισμού και έκαψε τα φτερά του μύθου. Νίκος Τσίντρος Painting : Edward Robert Hughes-The Valkyries Vigil</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 15:32:06 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ασήμαντη χρονογραφία μνήμης (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ashmanth-xronografia-mnhmhs-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ashmanth-xronografia-mnhmhs-nikos-tsintros/</guid><description>Σκοτεινιάζει. Το τέλος πλησιάζει. Ασήμαντη χρονογραφία μνήμης, ο ήλιος. Μεθάς το όνειρο που σε νίκησε, άνθρωπε αγωνιστή. Τυφλός, παλεύεις με το άγριο φως. Νικητής ή ηττημένος, δε μετράει. Η ουσία της ζωής απομακρύνεται κι εσύ το βλέπεις. Απλώνεις το χέρι σου απεγνωσμένα και το τυλίγει φωτιά. Κραυγές ,που ακούς μόνο εσύ, σε τρελαίνουν. Παράνοια… Το νεκρό αγόρι σου μιλάει, άκουσέ το. Νιώσε το δάκρυ του να κυλάει στο αίμα σου. Το αίμα, που χύνεται απ’ τις κομμένες σου φλέβες, λεκιάζοντας το περήφανο εγώ σου. Νίκος Τσίντρος Painting : Umberto Boccioni-states of mind-ii-those who go-1911</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 15:22:52 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η σιωπή (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-siwph-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-siwph-nikos-tsintros/</guid><description>Το θρόισμα των φύλλων φτάνει στ’ αυτιά σου, σαν μελωδία από φωνές μικρών παιδιών. Παιδιών που ζήσανε στις βροντές της καταιγίδας, βλέποντας τη φωτιά του κεραυνού, να σκορπίζει τις σιωπηλές κοινωνίες της αμάθειας στο θάνατο. Οι φωνές αρχίζουν να σωπαίνουν. Παίρνουν μορφή σιωπηλού εμβατηρίου, εξυμνώντας την επανάσταση του ανθρώπινου είδους. Του ανθρώπινου λογισμού. Μα οι λέξεις για σένα είναι πλέον χωρίς νόημα. Τώρα είδες. Τώρα που δυστυχώς πεθαίνεις. Νίκος Τσίντρος Painting : Umberto Boccioni-states of mind-those who stay-1911</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 15:18:46 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Το αύριο (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/to-ayrio-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/to-ayrio-nikos-tsintros/</guid><description>Ο παράδεισος σ’ έδιωξε κι εσύ υποχρεωμένος ζεις. Σα μαριονέτα αισθάνεσαι, με σχοινιά χρυσά. Η κραυγή σου μια μουντή σιωπή. Ο κόσμος, μια άμορφη μάζα. Κομφορμισμός, η επικεφαλίδα της. Ιδεαλιστικός κυκεώνας, η καρδιά σου. Ανηφόρα, ο δρόμος σου, γεμάτος αγκάθια. Το αύριο αόριστο, μελλοντικά μακρινό. Προσμένεις μόνο την Ανάστασή σου. Ίσως να σε βρει ζωντανό. Νίκος Τσίντρος Photo : Man Ray – woman with long hair -1929</description><pubDate>Sun, 23 Jun 2024 13:14:19 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η πέτρινη ψυχή της μοναξιάς</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-petrinh-psyxh-ths-monaksias/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-petrinh-psyxh-ths-monaksias/</guid><description>Ξέχασες για μια στιγμή στης θάλασσας τη ράχη, τα όνειρα μικρού παιδιού, τα όνειρα της στάχτης. Όλα εκείνα ξέχασες που σ’ έκαναν, μονάχη να περπατάς στο μαρασμό, στης θάλασσας τη στάχτη. Μόνο για κείνα έπλεξες τα μαύρα ετούτα άστρα. Κέντημα ολόχρυσο, φωλιά, στης μοναξιάς την αύρα. Στις πέτρες ξέχασες φωτιά, φωνή εχάραξες βαθιά, στα δέντρα και στη σκόνη. Στο χώμα έριξες μορφή. κίτρινο χρώμα κρίνου και βάπτισες τη μοναξιά, στα δάκρυα του ύπνου. Εκεί λησμόνησες πνοή, το φως το μαγεμένο, που η καρδιά σε οδηγεί σε δρόμο χαραγμένο. Σε δρόμο καταγάλανο, με πράσινους ανέμους, που δίνει ανάσα φωτεινή σε ρημαγμένους νόμους. Ξύπνα λοιπόν και μη σκεφτείς. Καλύτερα εδώ νεκρή στα όνειρα θαμμένη, παρά στο κόσμο μοναχή και πάντα μαραμένη. Νίκος Τσίντρος Painting : Edward Robert Hughes – The weary moon-1911</description><pubDate>Fri, 21 Jun 2024 11:22:17 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Μαγνήτες (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/magnhtes-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/magnhtes-nikos-tsintros/</guid><description>Μαγνήτες, κόκκαλα και μυς γεμίζουν τις εκθέσεις. Τοίχοι γεμάτοι πινελιές, χωρίς ζωγράφου γνώση. Υγρά σαθρά, που προκαλούν μαύρες διαστροφής αισθήσεις. Ζώα κλεισμένα σε γυαλί, κι εσείς χειροκροτείτε… Ανάθεμά σας υποκριτές, για λίγο χρήμα όλα… Για λίγο χρήμα χάσατε την αίσθηση της τέχνης και σπείρατε το μαρασμό στης τέχνης τα λουλούδια. Θερίσατε τα πέταλα, Θάψατε την καρδιά τους. Ανάθεμά σας υποκριτές! Για λίγο χρήμα όλα… Νίκος Τσίντρος John Chamberlain-S-1959</description><pubDate>Thu, 20 Jun 2024 15:51:42 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Στον Παναγή Αντωνόπουλο (Νικόλαος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ston-panagh-antwnopoulo-nikolaos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ston-panagh-antwnopoulo-nikolaos-tsintros/</guid><description>Στου Καββαδία τα βαθιά νερά έβαλες σημάδι, γοργόνα με φωνή μελωδική και μάτια από κοράλλι. Στην ποίηση σου έβαλες θαλασσινό αέρα. Και πρόσφερες στον ουρανό του κύματος τ’ αλάτι. Ένα βιβλίο διάβασα, γεμάτο φως ανέμου. Ψυχές, παρέες όμορφες σε απέραντα γαλάζια. Ιστορίες σκοτεινές γερμένες στα γεφύρια, μες τα λιμάνια έλαμπαν φωτίζαν τα φεγγάρια. Στο στόμα σου χαράχτηκαν, λέξεις υδάτινες, θολές, που περιμένουν χάδια. Που περιμένουν τα νερά της άμπωτης σημάδια. Σ’ ευχαριστούμε Παναγή. Από το στίγμα το στερνό, στο τροπικό το δάκρυ. Και από το ταξίδι του ουρανού, στου Huracan τη δίνη. Νικόλαος Τσίντρος Painting : John William Waterhouse-the siren-1900</description><pubDate>Thu, 20 Jun 2024 15:34:35 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Στον Μάνο Ελευθερίου (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ston-mano-eleutheriou-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ston-mano-eleutheriou-nikos-tsintros/</guid><description>Μας δίδαξες, μας έταξες πνοή βασανισμένη, γεμάτη λέξεις και γραφή με βάθος φορτωμένη. Ποίηση με όνειρο, εικόνες στο μυαλό μας. Οδήγησες τον κόσμο αυτό σε άλλο Μαραθώνα. Η ποίηση είναι πόλεμος, αγώνας αμοιβαίος. Με δάφνη, στάχτη και κεριά, ποτήρι κυκεώνα. Σταλιά σταλιά σαν το επιείς στο μέλι βάζεις όρκο και στη γραφή το αίμα σου, θηλιά στο Μοιρολόγο. Μαλαματένια δάκρυα ποτίσανε τον κόσμο. Τον κόσμο αυτόν της ποίησης, τον κουρασμένο λόγο. Και άνοιξη ανθίσανε στων ποιητών τον κήπο, γράμματα, λέξεις όμορφες, σαν χαραυγή στον ύπνο. Ευχαριστώ το πνεύμα σου, το θαυμαστό σου έργο. Έργο με τόνους μουσικούς, σε τόπους πεινασμένους για αέρα, ήλιο δίκαιο με ήθος φορτωμένους. Έγραψες για όλους μας σελίδες κλονισμένες, σελίδες με χρυσή χροιά, στον σκόπελο του ήθους. Και στην αγάπη έσκυψες, προσκύνησες τον πόθο. Νίκος Τσίντρος Camille Claudel-The Waltz-1905</description><pubDate>Thu, 20 Jun 2024 11:03:19 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ελένη (Αλμπέρ Σαμαίν) Μετάφραση :Γεώργιος Δροσίνης</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/elenh-almper-samain-metafrash-gewrgios-drosinhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/elenh-almper-samain-metafrash-gewrgios-drosinhs/</guid><description>Της μάχης πλέει αχνός στη βραδιασμένη μέρα… Κι έξω απ’ τα τείχη η Αργείτισσα κι απ’ τα παλάτια μακριά – πάει προς το κόκκινο ποτάμι πέρα πατώντας ξαπλωτά κορμιά ή κορμιών κομμάτια. Φέγγουν των Αχαιών φωτιές στο θαμπόν αέρα. στ’ άρματα δίπλα χλιμιντρούν τ’ αθάνατα άτια… Μόνη, του μακελειού διαβάτρα η λευκοχέρα, το χέρι της περνά με φρίκη εμπρός στα μάτια. Τη δείχνει θεία με τη στερνή φεγγοβολιά της η μέρα· – απ’ τα κρυφά τα πέπλα, που ανεμίζει, μια ανίκητη μυρωδιά αγάπης αναβρύζει. Προς τα γυμνά της πόδια οι βαριοπληγωμένοι σέρνοντας στους αγκώνες, τα χρυσά μαλλιά της αγγίζουν – και πεθαίνουν παρηγορημένοι. Photo : Dora Maar-double portrait-1935</description><pubDate>Mon, 17 Jun 2024 23:31:08 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Tο σπάνιο μπλάβο ρόδο… (Θεοτόκης Kωνσταντίνος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/to-spanio-mplabo-rodo-theotokhs-kwnstantinos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/to-spanio-mplabo-rodo-theotokhs-kwnstantinos/</guid><description>Tο σπάνιο μπλάβο ρόδο που μπροστά σου Στην ερμιά, μες στ’ αγκάθια του κλεισμένο Tο είδες, φαινότουν να σου λέει: «Προσμένω T’ άσπρο σου χέρι να με κόψει. Στάσου!» Tο τήραξες, κυρά, κι ολόγυρά σου T’ άχραντο βλέμμα ρίχνεις το βλοημένο Kι όλο τον κάμπο βλέπεις ανθισμένο ―Γεννά λουλούδια η γη για τη χαρά σου― Kαι παίρνεις από τούτα και τ’ αφήνεις, Γιατί φοβάσαι μήπως σ’ αγκυλώσει Mονάχα ακόμη μια ματιά τού δίνεις ―Πόνος αψύς μπορεί να σε λιγώσει― Πέρα στο λόγγο η ροδαριά εξεράθη: Kαημένο μπλάβο ρόδο που εμαράθη! Painting : Arthur Hughes – April-Love-1856</description><pubDate>Mon, 17 Jun 2024 23:22:50 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Soto Voce (Σταύρος Καρακάσης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/soto-voce-stayros-karakashs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/soto-voce-stayros-karakashs/</guid><description>Είναι στιγμές σαν βρίσκομαι στους μακρινούς του κάμπους και η ματιά μου χάνεται στο χρώμα το βαθύ κι αρμονικό των πράσινων σπαρτών που με χαϊδεύουν ενώ ο ήλιος απαλά τα γύρω τους φιλεί στέλνοντας τις ιριδωτές, θερμές χρυσές ακτίνες τυφλά, σαν όλους τους Θεούς παντού μια προσευχή αγνή από τα στήθη μου, άθελα αναβρύζει, ύμνος στο θειο Λογικό που έβαλε σιγή στην αχαλίνωτη φτωχή κι ακόρεστη καρδιά μου, κόβοντας τα χιμαιρικά της φαντασίας φτερά. Κι ακόμα γιατί έσταξε, παντού και σε όλα πάνου το μύρο της γνώσης, κι έκαμε να βλέπω με χαρά τ’ απλό κι ωραίο μυστήριο της πάντα νέας φύσης, που τις κρυφές, ψυχικές, δονεί γλυκά χορδές. Κι έτσι κοιτώ περήφανα το άσημο μου είναι που ως κάτι τι, συνειδητό πάλλει στις ομορφιές που ασυνείδητα σκορπά η μάνα γη και ψάλλει χαρούμενα κι ανώφελα στις λίγες του στιγμές. Photo : Dora Maar-the years lie in wait for you-1935</description><pubDate>Thu, 13 Jun 2024 20:11:59 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>O ένας πλάι στον άλλο στάθηκαν (Δημήτριος Ι. Αντωνίου)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/o-enas-plai-ston-allo-sta8hkan-dhmhtrios-i-antwniou/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/o-enas-plai-ston-allo-sta8hkan-dhmhtrios-i-antwniou/</guid><description>O ένας πλάι στον άλλο στάθηκαν πλάσματα του Θεού τους κι η ακρογιαλιά ξαπλώνονταν αγκάλιασμα, του νου τους γη διψασμένη, άκαρπη και δρόσο πικραμένη την ώρα που ανάτελνες άστρο της αγάπης ένα σπαθί τούς χώριζε κι αυτό ‘ταν η αγάπη. Painting : Caspar David Friedrich-mountain with ascending mist-1820</description><pubDate>Thu, 13 Jun 2024 19:41:53 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Σε κάθε βράχο μνήμα ελέους (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/se-kathe-braxo-mnhma-eleous-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/se-kathe-braxo-mnhma-eleous-nikos-tsintros/</guid><description>Στα χέρια σου έπνιξες τα χρώματα του ήλιου. Και στην καρδιά σου έμπηξες μαύρη κακή κατάρα. Γιατί γλυκιά μου αγάπη και σκέψη μου στερνή, αναπολείς και σκέφτεσαι της νιότης τη ντροπή; Η ζωή είναι γλυκιά κι ο θάνατος νωρίς. Ζήτα χάρη…θα δοθεί, όπως η δροσιά στη χλοερή ζωή. Εσύ είσαι η ζωή. Κι ο θάνατος σαν παίρνει μορφή, τι; Τι μπορεί; Αν ζητήσεις εσύ, Χάρη θα δοθεί. Κι ο ουρανός θα ζει, με τη δική σου τη μορφή. Νίκος Τσίντρος Photo : Man Ray Ingress-violin-1924</description><pubDate>Thu, 13 Jun 2024 19:24:03 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Γιώργος Χρονάς (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/giwrgos-xronas-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/giwrgos-xronas-nikos-tsintros/</guid><description>Στης Αλεξάνδρειας το Πέραμα, γεννήθηκες απόψε, μπροστά σε θάλασσα, ακίνητη, natura morta. Δεν ξέρω πότε άρχισες, να γράφεις, να ονειρεύεσαι, να σπας τα βήματα σου. Μα ξέρω πως σαν άρχισες, στη λάμπα εμπρός να γράφεις, ω Θεέ, τι χαραυγή, τι πανδαισία νύχτας! Στάλες σοφίας, εικόνες μαγικές, στους δρόμους, στους ανθρώπους, χάρισες με τη γραφή, θρήνο για μυημένους. Ό, τι κι αν έλεγες, μορφή, νυχτερινά σονέτα. Τον κόσμο σπούδασες με μουσική, ατσίγγανο χειμώνα. Τον έρωτα και τα τζουκ μποξ αγάπησες, τον κόσμο. Αγάπησες την Κυριακή κι άντεξες στον πόνο, που δίνουνε οι άνεμοι, του Άδη τα ποτάμια. Ντυμένος στα μαύρα, τ’ όνομα σου άλλαξες, για της θύμησης τα χάδια, αγάπης, ζωής επιθυμία. Αγάπησες και μίσησες, Όπως ο κόσμος όλος. Όμως στη μέση έφτασες, έχεις πολλά να δώσεις. Νύχτα θα επιστρέψουμε, γλυκιά μου Λόλα είπες. Μα μην ξεχνάς πως κάποτε, πικρή αλληγορία, είναι τα λόγια ποιητή, πολίτη των ονείρων. Νίκος Τσίντρος Painting : Akseli Gallen Kallela-boy with a crow-1884</description><pubDate>Thu, 13 Jun 2024 19:09:01 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αγάπης πνοή εσύ (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/agaphs-pnoh-esy-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/agaphs-pnoh-esy-nikos-tsintros/</guid><description>Είσαι το θρόισμα των φύλλων στη μικρή παραλία των ονείρων μας. Είσαι το κύμα, που μεταφέρει το ναυαγό στο ιερό χώμα. Το όνειρο, που είχα ντύσει με το πέπλο του ουρανού. Είσαι το μέλι της πεταλούδας και η φωτιά της ζωής. Είσαι αυτή που αγαπώ και τον αέρα συγκρατείς με τα όμορφα σου μάτια. Καρδιά μου. Με το πρόσωπο σου φυλαχτό, τα σκοτάδια έδιωξα. Με το χαμόγελο σου, τη ζωή εβράβευσα. Με το άρωμα σου, το θεό φοβήθηκα. Με το φιλί σου, το Θεό ξενύχτησα. Άγγελε μου σ’ αγαπώ… Όταν είμαι μακριά σου, ο ήλιος αλλάζει χρώμα, ο ουρανός γεμίζει θλίψη. Την αγάπη σου φέρνω στην καρδιά μου κι αμέσως ο ήλιος γίνεται λάμψη στο χρώμα των ματιών σου. Ο ουρανός γίνεται μαντήλι μεταξένιο, στους ώμους σου γερμένο. Νίκος Τσίντρος Painting : John William Waterhouse-the soul of the rose-1908</description><pubDate>Thu, 13 Jun 2024 18:57:23 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Εσύ δώρο ζωής (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/esy-dwro-zwhs-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/esy-dwro-zwhs-nikos-tsintros/</guid><description>Ξόδεψα στις νύχτες το φως του φεγγαριού, κρυμμένος μες στα μάτια σου και στα γλυκά σου χείλη. Τις μέρες όλες, χάρισα, στο βάθος της φωνής σου, κρυμμένος μες στα όνειρα της αέρινης μορφής σου. Αγάπη μου, σου χάρισα όλη τη μοναξιά μου, σου χάρισα καμένη γη, εφύτρωσες ποτάμια. Σ’ ευχαριστώ που έπνιξες τους φόβους της ψυχής μου κι έστρεψες την προσευχή στα εύοσμα λουλούδια. Αγάπη έζησα στου ίσκιου τη ζωή, αγάπη γεύτηκα στη θέα της φωτιάς σου. Εσύ μου έμαθες να ζω, να χρωματίζω άστρα, στο μαύρο να βρίσκω το λευκό, στο χιόνι την ανάσα. Ο άγγελος μου έστειλε δώρο τη μορφή σου. Εικόνισμα να ’χω για να ζω πόνο να μην φοβάμαι. Νίκος Τσίντρος Painting : William Adolphe Bouguereau - the birth of Venus 1879</description><pubDate>Tue, 11 Jun 2024 14:56:29 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αγάπης κρίνος (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/agaphs-krinos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/agaphs-krinos-nikos-tsintros/</guid><description>Δάκρυα. Μαύρος αγώνας. Ο δρόμος μου μακρύς. Ψυχή μου, δες, Άκου, τη φωνή μου πιάσε, Xόρτασε πνεύμα, αγάπη κι έρωτα. Μορφή διάφανη, κρίνου αδερφή. Ναι. Η αγάπη σου μπορεί, το δρόμο, την ψυχή και τη μορφή μου, άγια να την κάνει. Χρυσό στεφάνι και τάφο διάφανο σαν δάκρυ ν’ αποτάξουν. Νίκος Τσίντρος Painting : William Adolphe Bouguereau-the abduction of psyche-1895</description><pubDate>Tue, 11 Jun 2024 14:39:14 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Σε βάθη απύθμενα ο έρωτας ξεψύχησε (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/se-ba8h-apythmena-o-erwtas-ksepsyxhse-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/se-ba8h-apythmena-o-erwtas-ksepsyxhse-nikos-tsintros/</guid><description>Στα χέρια σου εβάπτισες τους κρίνους, στα χάδια του κάκτου χάρισες το γιασεμί. Στις ρίζες του δέντρου έδεσα το όνειρο μου, στο βάθος του γκρεμού χάρισα τη ζωή μου. Στον ουρανό απέδωσα τη στιγμή, στα μάτια σου τη θεία χάρη. Νίκος Τσίντρος Painting : Maurice Denis-psyche panel 7 cupid carrying psyche up to heaven-1908</description><pubDate>Tue, 11 Jun 2024 14:28:41 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Άγρυπνος πόνος (Γεώργιος Βιζυηνός)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/agrypnos-ponos-gewrgios-bizyhnos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/agrypnos-ponos-gewrgios-bizyhnos/</guid><description>Μαύρ’ ἡ Νύχτα ἁπλωτὸ τὸ φακιόλι της ρίχνει, καὶ μὲ σκότος σκεπάζει τὴν γῆ. Σὰν διαμάντια γυαλίζουν χιλιάδες της λύχνοι στ’ οὐρανοῦ τὴν σιγή. Οὐδὲ φύλλο κουνιέται σ’ ἐκειὸ τὸ καλάμι, ποῦ πενθεῖ πὰ στὸν ὄχθο γυρτό. Τὸ νερὸ βαρετὰ δρασκελᾷ τὸ ποτάμι, σὰν μολύβι χυτό. Ταὶς χαραὶς καὶ ταὶς λύπαις ἐντάμα κοιμίζει μέσ’ στὰ μαῦρά τ’ ὁ Ὕπνος φτερά. Τὸ σαράκι μονάχ’ ἀγρυπνάει καὶ τρίζει στὰ παλῃὰ πατερά. Καὶ μαζὶ τ’ ἀγρυπνάει, κι’ ἀλέθει, καὶ στρέφει μέσ’ στὰ στήθια μ’ ὁ πόνος πικρά· – ἄχ! νὰ ‘τέλειωνε μιὰ τὴν ζωή, ποῦ τὸν θρέφει, νὰ τ’ ἀφήσῃ νεκρά! Painting : Alexandre Cabanel-echo-1874</description><pubDate>Sat, 08 Jun 2024 20:11:49 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Eις το Ωρολόγιον της Aγοράς (Παράσχος Aχιλλεύς)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/eis-to-wrologion-ths-agoras-parasxos-axilleus/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/eis-to-wrologion-ths-agoras-parasxos-axilleus/</guid><description>A΄ Bάλτε φωτιά και κάψτε το στους τέσσερες αγέρες Σκορπίσετε την σκόνη του· σημάδι να μη μείνη· Eίναι ντροπή τόσου καιρού να στέκεται ημέρες, Oλόρθη η αδιάντροπη αυτή ευγνωμοσύνη… Γκρεμίστε το· δεν ξέρετε στο έθνος τί αξίζει· Στο έθνος; σ’ όλους τους λαούς, στην τέχνη, στη σοφία· Διαμάντι κάθε πέτρα του, διαμάντι μας κοστίζει· Mία του Iκτίνου ξεστεριά, μια σκέψι του Φειδία! B΄ Ένας Mιλόρδος μια φορά, του σκότους ένας Σκώτος, Mες στους ανθρώπους έσχατος, μες στους αχρείους πρώτος, Ήλθε στη γη της Aθηνάς σ’ άλλο καιρό και χρόνο K’ έστησε το ρολόγι αυτό στην αγορά κολώνα, Kι αυτός δεν πήρε τίποτα, δεν πήρε παρά μόνο Oλίγα παληομάρμαρα του γέρο-Παρθενώνα. Eίχε το χέρι ανοιχτό, πολύ μας αγαπούσε· Ήτον φιλέλλην, καθώς λέν’ κι αυτόν τον Άμπους τώρα… Eίδωλα, παληομάρμαρα τόνα του χέρι εσπούσε, Mε τ’ άλλο πύργο σήκονε για να μας δώση ώρα. Bλέπετε, δεν επίστευε στα είδωλα εκείνος, Kαι είχε χέρι χριστιανού αλήθεια ο Eλγίνος… Γ΄ Aιώνες ήτον ο δαυλός του Hροστράτου μόνος Kαι να του δώση σύντροφο δεν εύρισκεν ο χρόνος· Mα ό,τι δεν ημπόρεσε ούτ’ ο καιρός να κάνη, O Σύλλας κ’ οι Xριστιανοί, φωτιά και Mουσουλμάνοι, Ένας Σκωτσέζος τόκανε κ’ εγκρέμισεν εκείνα Που είχε περηφάνεια του ο κόσμος και στολή του, Που του Φειδία έγλυψε το χέρι με ακτίνα Kαι το δαυλό συντρόφεψε το γύφτικο σφυρί του! Δ΄ Bάλτε φωτιά και κάψτε το· δεν είν’ αυτό ρολόγι Tου Γιούδα είν’ τ’ αργύρια, κατάρας μοιρολόγι· Γκρεμίστε το· δεν έχομε ανάγκη να τ’ ακούμε· Δεν τον ξεχνούμε κι αν χαθή το φίλεμα το πλάνο· Θαρρούσε ο μωρός μ’ αυτό πως θα τον θυμηθούμε! Ωσάν να μη πηγαίνωμε στον Παρθενώνα επάνω, Ωσάν να μη κυττάζωμε εις το αέτωμά του Γραμμένο με το χέρι του τ’ ανίερ’ όνομά του. Kάθε σπασμένο μάρμαρο στ’ αέτωμα εκείνο «Nτροπή, φωνάζει, στην Φραγκιά, κατάρα στον Eλγίνο! A, η αθανασία του αιώνια θα ζήση, Στον Παρθενώνα στάθηκε και δεν μπορεί να σβύση. Θα μείνη τ’ όνομά του εκεί στο πλάι του Φειδία, Σαν τ’ όνομα του Σατανά στη βίβλο την αγία! Eίναι γνωστή εις πάντας η ιεροσυλία του Σκώτου Eλγίνου, όστις επί τουρκοκρατίας κατεκερμάτισεν επί του αετώματος του Παρθενώνος τ’ αριστουργήματα του Φειδίου, όπως μεταφέρη αυτά εις την ομιχλώδη πατρίδα του. Tο της αγοράς ωρολόγιον ήτο το αντίτιμον των αριστουργημάτων εκείνων!… Tους ανωτέρω στίχους έγραψεν ο ποιητής αγανακτών, μικρόν προ της καταστρεψάσης το ωρολόγιον πυρκαϊάς· ολίγους μήνας κατόπιν το πυρ εισήκουσε της ευχής του και εκρήμνισε ό,τι έπρεπε προ πολλού να κρημνίση η εθνική αγανάκτησις! Painting : Felicien Rops-the hanged man-1868</description><pubDate>Sat, 08 Jun 2024 19:58:34 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Ευδαιμονία (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/eudaimonia-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/eudaimonia-nikos-tsintros/</guid><description>Η αγάπη σου, σαν το νερό δροσίζει την καρδιά. Τα λόγια σου, σαν τη φωτιά ανάβουν την ψυχή. Τ’ όνειρό σου αγκάλιασα και γέμισε αγάπη η ζωή μου όλη. Στα μάτια σου ζήτησα συμβουλή, για το χρώμα της ευτυχίας. Προσπάθησα να κρύψω τη φωτιά στου κρύσταλλου το πνεύμα… Μα εσύ τον κόσμο στολίζεις. Και αγάπη βρέχει στον ωκεανό του πόνου. Τα δίχτυα του χρόνου θα κόψουμε. Τα νύχια της απόστασης θα ξεριζώσουμε. Τις αμφιβολίες θα κάψουμε. Τις αμαρτίες μας θα θάψουμε. Το παρελθόν θα χαρίσουμε. Το σήμερα κερδίσαμε, μετά από πολλές μάχες και δάκρυα. Το αύριο μας ανήκει, γιατί το γνωρίζουμε, και το αγαπήσαμε από σήμερα. Σ’ αγαπώ. Νίκος Τσίντρος Painting : Evelyn De Morgan-the-angel with the serpent-1875</description><pubDate>Sat, 08 Jun 2024 19:42:22 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η πληρωμή (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-plhrwmh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-plhrwmh-nikos-tsintros/</guid><description>Αίμα στον τοίχο έρεε, ζεστό και προσκυνούσε, στα πόδια του μελαχρινού, αμούστακου παιδιού μου. Κλαίγοντας το μάζεψα, το φύλαξα στο στήθος και με τα χέρια έσκαψα κι έθαψα τον πόνο. Το δολοφόνο ήξερα και μίλαγα μαζί του. Ήτανε χρόνια σκοτεινά, ο κόσμος τον φοβόταν. Προδότης κι αιμοσταγής, των Γερμανών εργάτης. Στο τοίχο έστησε παιδιά, γέρους και παλικάρια. Όλοι μέσα στο χωριό, φοβόμασταν τις μπότες του, το δάκτυλο, το στόμα του, τη βρώμικη ψυχή του. Ο πόλεμος τελείωσε και όλοι περιμέναν, αυτόν σε δίκη να τον δουν, στο τέλος κρεμασμένο. Με χρήμα, όμως, αγόρασε αυτός την εξουσία και μπόρεσε και ξέφυγε, από ανθρώπου δίκη. Χρόνια επέρασαν πολλά και η ψυχή μου έπαψε, να περιμένει στην αυγή, τον ήλιο του δικαίου. Τετάρτη ήταν σκοτεινή, που έμαθα το νέο. Ο γιος του προδότη βρέθηκε στο αίμα του πνιγμένος. Κανένας δε λυπήθηκε που έχασε το γιο του. Και το χωριό εγέμισε χαμόγελα, εμπρός του. Αυτός με θλίψη έπινε, με θλίψη περπατούσε κι έθαψε μονάχος του το γιο του, μες τη λύπη. Χρυσό του έβαλε σταυρό και χώμα αγιασμένο. Με τα δικά του δάκρυα, επότισε τα άνθη. Οι μήνες πέρασαν χωρίς χαμόγελο να βγάλει και η ημέρα έφτασε, λόγο να εκφωνήσει. Σαν άρχοντας, που ήτανε, έπρεπε να μιλήσει. Με λέξεις υπερήφανες, για τους νεκρούς πολέμου. Φόρεσε το χαμόγελο, εντύθηκε σαν άνδρας. Σαν αυτούς που σκότωσε, απλώς κοιτάζοντας τους. Φόρεσε ευαίσθητη χροιά, λόγια πονεμένα. Ξεφώνιζε λέξεις ήρωα, αλάβωτες στο χρόνο. Τεντώνοντας το δάκτυλο, ορθώνοντας το σώμα, άρχισε το διάβασμα, απ’ την πελώρια πλάκα. Πλάκα μαρμάρινη, πλατιά, με αίμα σμιλευμένη. Φορτωμένη ονόματα, του γένους του ανθρώπου. Αυτών που πέσανε νεκροί, αθάνατοι, στο χώμα. Από τη μπότα Γερμανού και Έλληνα προδότη. Μα, μόλις στο τέλος έφτασε, έσπασε η φωνή του. Παρέλυσαν τα χέρια του, μαύρισε η ματιά του. Είδε στην πλάκα του χωριού και τ’ όνομα του γιου του. Νίκος Τσίντρος Painting : Tiziano Vecelli – David and Goliath-1544</description><pubDate>Sat, 08 Jun 2024 11:42:27 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ο λυράρης (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/o-lyrarhs-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/o-lyrarhs-nikos-tsintros/</guid><description>Είναι οι νότες άχρωμες και το τραγούδι σκόνη. Νιώθει στα δάκτυλα φωτιά, χορό στις πικροδάφνες. Παίζουνε με τη φωτιά τα μάτια του λυράρη και η ψυχή του ξεψυχά, στο ρημαγμένο χέρι. Τη λύρα αφήνει καταγής και πιάνει το μαχαίρι. Μαύρος ιδρώτας έσταξε στο μέτωπο ο φόβος. Μαρμάρωσε το βλέμμα του, κοιτούσε τον Μανώλη. Σήμερα, είπε ο γαμπρός, παλιέ μου φίλε κι αδερφέ, σεβάσου τη χαρά μας. Δώσε μας ίσκιο και ποτό, λαμπρό σαν πυροφάνι. Κι άσε απόψε το σταυρό, γαλήνη στο στεφάνι. Έβαψε το νυφικό το αίμα του Μανώλη. Και μαύρισε της λεμονιάς τα άνθη, η κραυγή του. Νίκος Τσίντρος Painting : Giuseppe Maria Crespi -The Wedding at Cana 1686</description><pubDate>Sat, 08 Jun 2024 10:07:55 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Eίναι στιγμές (Θεοτόκης Kωνσταντίνος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/einai-stigmes-theotokhs-kwnstantinos/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/einai-stigmes-theotokhs-kwnstantinos/</guid><description>Eίναι στιγμές που την καρδιά μού ανοίγει Πικρό, βαρύ, θανατερό μαράζι Mεσάνυχτου σκοτάδι την αδράζει Kι η ζοφερή μαυρίλα λέω την πνίγει Kι όξω ευλογία Θεού! στο φως τυλίγει Tα πάντα ο ήλιος και θερμά αγκαλιάζει Tη γη που απ’ τα φιλιά του αναγαλλιάζει Kαι στη χαρά της χάρη η γλύκα σμίγει Nα βρώ ησυχία στου χάρου την αγκάλη O πόθος φλογερός με σπρώχνει. Kι η γλυκειά σου η λαλιά και τ’ αργυρό σου Tο γέλιο που τ’ ακούν μαζί μου κι άλλοι Kι η αγγελική ματιά σου που με διώχνει Mου λέν νομίζω σπλαχνικά: νεκρώσου. Painting : Mikalojus Konstantinas Ciurlionis-serenity-1905</description><pubDate>Wed, 05 Jun 2024 18:33:05 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Έρωτας (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/erwtas-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/erwtas-nikos-tsintros/</guid><description>Η νύχτα ανήκει στο βυθό, ο ήλιος στην αγάπη. Τ’ άστρα πληθαίνουν μέσα μου, στο έρεβος του πόθου. Τα χέρια σου έκρυψαν τη γη, έκλεψαν το φεγγάρι. Οι δυο μας μόνοι στη σιωπή, χωρίς φωσφόρισμα ντροπής απλώς να αγγιχτούμε… Η νύχτα βγαίνει απ’ τον βυθό, ο ήλιος λάμπει σ’ όλους. Τα’ αστέρια γίνανε φωτιές, φωλιές, των ονείρων αγκαλιές. Μαγιάτικα μπουμπούκια. Νίκος Τσίντρος Painting : Edward Robert Hughes -Wings of the Morning1905</description><pubDate>Wed, 05 Jun 2024 18:05:50 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η επιθυμία της καθυποταγμένης ψυχής του έρωτα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-epithymia-ths-kathypotagmenhs-psyxhs-tou-erwta-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-epithymia-ths-kathypotagmenhs-psyxhs-tou-erwta-nikos-tsintros/</guid><description>Το χρόνο θα ήθελα, δώρο να σου κάνω και το ηλιοβασίλεμα στο δαχτυλίδι πέτρα, σφραγίδα στην καρδιά σου. Νίκος Τσίντρος Sculpture :Antonio Canova-psyche revived by cupids kiss-1793</description><pubDate>Wed, 05 Jun 2024 17:28:21 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Οργή ( ερέβους) Νίκος Τσίντρος</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/orgh-erebous-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/orgh-erebous-nikos-tsintros/</guid><description>Τα μάτια σου θα θάψω, στο χώμα, βαθειά. Τα χρώματα που σου `δωσε η φύση την ψυχή σου να στολίσεις, να μην δεις ποτέ ξανά. Τα δάχτυλα σου θα κόψω, το χάδι να μη νοιώσουνε ποτέ. Και τα δαχτυλίδια σου θα θάψω, στο χώμα, βαθειά. Τα σύμβολα της εξουσίας, να χαθούν και τρόμο να μη σκορπούν, στα όνειρα των σιωπηλών. Το στόμα σου, με πέταλα τριαντάφυλλου κόκκινου, θα πνίξω. Και θα σου δώσω τ’ αγκάθια του, το λαιμό σου να γεμίσεις. Τη φωνή σου, έτσι… Θα σωπάσω. και στο χώμα βαθειά… βαθειά, θα τηνε θάψω. Νίκος Τσίντρος Painting: Caravaggio-David with the head of Goliath-1610</description><pubDate>Wed, 05 Jun 2024 17:20:11 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Σιωπή του αιθέρα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/siwph-tou-aithera-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/siwph-tou-aithera-nikos-tsintros/</guid><description>Σιωπή του αιθέρα, τις σκέψεις μου παίρνεις μακριά. Και το φτωχό μου νου θολώνεις Εκεί φυτεύεις τις πράξεις. Στον μαύρο τάφο της απραξίας και στης μιζέριας τα χρυσά φτερά. Το κόκκινο σπέρνεις, στα σπίτια των αμόρφωτων. Και θερίζεις χώμα. Νίκος Τσίντρος Painting :Nicholas Roerich-Sain Panteleimon-the healer-1931</description><pubDate>Wed, 05 Jun 2024 08:39:56 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η διαθήκη (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-diathhkh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-diathhkh-nikos-tsintros/</guid><description>Τα μάτια σου ταξίδεψε σε θάλασσες γαλάζιες, σε βυθούς με πράσινα σμαράγδια. Την ψυχή σου περιπλάνησε σε εξωτικά λιβάδια. Το μυαλό άσε ελεύθερο, το λόγο σου καρπό αλήθειας. Τα χέρια σου άσε να χαϊδέψουν την αμβροσία της ζωής, της αληθινής αγάπης. Νιώσε τον αέρα, τα λουλούδια, τη γη. Ζήσε τ’ όνειρο, χωρίς όρια προσαρμογής. Χωρίς τη ναυτία της προσήλωσης στο κόκκινο φεγγάρι. Νίκος Τσίντρος Painting:Oseph Stella-battle of lights. Coney island mardi gras-1914</description><pubDate>Wed, 05 Jun 2024 08:34:38 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Πρώτη Αγάπη (Αργύρης Εφταλιώτης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/prwth-agaph-argyrhs-eftaliwths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/prwth-agaph-argyrhs-eftaliwths/</guid><description>Πρέπει να ήμουν ως δώδεκα χρονών και πρέπει να ήταν εκείνη ως έντεκα. Δε την έβλεπα μήτε στην εκκλησιά, μήτε στον κλήδωνα, μήτε στη βρύση, μήτε στο παράθυρι. Η μάνα της κι η μάνα μου δεν είχανε πολλές φιλίες. Εκεί που την έβλεπα δεν είμαστε οι δυό μοναχοί. Είμαστε οχτώ-δέκα αγόρια της προκοπής, αποφασισμένα να μάθουμε τι θα πει απαρέμφατο και να φέρουμε τον πολιτισμό στο χωριό. Και πέντ-έξι κορίτσια, που ερχόντανε δυό ώρες τη μέρα και κάθιζαν από το άλλο πλάγι του γέρου δάσκαλου και τεχνολογούσανε με μια χάρη, που σ’ έκαναν, ήθελες δεν ήθελες, να την αγαπάς τη γραμματική. Tη χάρη φυσικά την είχανε, γιατί ήταν όλες μικρούλες, όχι πως ήτανε κι όμορφες όλες. Για το δικό μου το γούστο, όμορφη ήτανε μια μοναχή κι αυτή ήταν η …αγαπητικιά μου! Τι λόγο ξεστόμισα! Από που κι ως που αγαπητικιά! Μήτε λέξη δεν της είπα ποτές. Μήτε με το δαχτυλάκι μου δεν τ’ άγγιξα τ’ αφράτο το χέρι της. Μήτ’ η αναπνοή μου δεν μπορούσε να πάει κοντά της και να τη χαϊδέψει. Το μόνο που πηδούσε κάποτες από τα χείλη μου στα χειλάκια της ήτανε το ρήμα ‘λείπω’, σαν το κλίναμε ο καθένας απ’ ένα χρόνο με τη σειρά και ταίριαζε να είμαι εγώ στερνός στη δική μας τη σειρά κι εκείνη πρώτη στων κοριτσιών. ‘Ελελείμεθα, ελέλειφθε’ πήγαινε να πει και σκόνταβε και χαμογελούσε και τότες πια εγώ, που περίμενα μέρες και μέρες αφορμή να της δώσω ένα, ας είναι και συμμαζεμένο, χαμόγελο, έλαμπα ολοπρόσωπος καθώς την κοίταζα, χωρίς φόβο να μη το νιώσει ο δάσκαλος το τρομερό μυστικό μας. Έπεφταν τότες τα μάτια της στο βιβλίο απάνω, κοκκινίζανε τα δυό μάγουλά της κι άρχιζε το πλαγινό κορίτσι τον άλλο χρόνο. Μάτια και πάλι μάτια! Δίχως εσάς, μήτε πρώτη, μήτε στερνή αγάπη δε θα είχαμε! Οι ματιές μου σαν έμπαινε στην παράδοση, οι ματιές της σαν έβγαινε να πάει σπίτι, αυτές ήταν οι όρκοι μας, τα τραγούδια μας, τα φιλιά μας, αυτές ήτανε και τα ραβασάκια μας. Με το καιρό και χωρίς ν’ αλλάξουμε αναμεταξύ μας μιά λέξη, την κάμαμ’ επιστήμη τη τέχνη αυτή των ματιών. Ήτανε λογής-λογής οι ματιές της. Η ματιά της αδιαφορίας, που μου την έσκιζε τη καρδιά, του θυμού, που μ’ έκαιγε σαν τ’ άστροπελέκι. Η άπιστη η ματιά σε κανέναν άλλο, που μ’ έλιωνε σαν το κερί και μ’ αφάνιζε. Ύστερα πάλι η ήρεμη και γλυκιά ματιά της αγάπης, που ξανάβαζε τη ψυχή μου στο τόπο της και σύχαζα. Οι δικιές μου οι ματιές, όσο πολυσήμαντες κι αν ήτανε κι αυτές, δεν είχαν όμως τέτοιες τρομερές αλλαγές. Η ίδια η αφοσίωση, ο ίδιος ο καημός, το ίδιο βάσανο, πάντα. Τρεις μήνες πρέπει να πέρασαν έτσι. Ξυπνούσ’ από το πρώτο το λάλημα και την ώρα δεν έβλεπα να πάω σκολειό. Η μάνα μου με καμάρωνε και μ’ έβλεπε από τώρα Δεσπότη. Ήμουνε πρώτος-πρώτος στο σκολειό πάντα κι ωστόσο δε το κατάφερα να τη βρω μοναχή μια φορά, μήτε πηγαινάμενη, μήτε φτασμένη. Αυτό ήταν η λαχτάρα μου τώρα, αυτό ήτανε τ’ όνειρό μου. Να τη δω μοναχή, ας είναι και μια στιγμή. Να της πω μιά και καλή πως πεθαίνω, πως έσβησα, άλλη σωτεριά δεν έχ’ η ζωή μου παρά τη παντοτινή της αγάπη. Τα ‘λεγα ολ’ αυτά με τις φλογερές τις ματιές μου, μα η αχόρταγη η καρδιά γύρευε λόγια. Αυτή δεν ήξερε τι θα πει μέτρο και γνώση, αυτή όλο μου φώναζε: “Μπρος! Έχει κι άλλες απόλαψες η αγάπη!” Μα πως να της δώσω να καταλάβει, πως θέλω να της μιλήσω! Εδώ οι ματιές δε σώνουν. Εδώ χρειάζεται ραβασάκι. Χίλιες φορές το ‘γραψα και το ξανάγραψα. Το ‘παιρνα μαζί μου αποφασισμένος να μη ντραπώ, να μη φοβηθώ μήτε δάσκαλο, μήτε πρωτόσκολο, μόνο να της δώσω κρυφά το χαρτάκι σ’ ένα βιβλίο, καλαμάρι, ό,τι τύχει. Ήρχουνταν η ώρα και κόβουνταν η καρδιά μου! Δεν αποκοτούσα! Κι έπαιρνα μαζί μου το χαρτί βγαίνοντας και το ‘κανα κομμάτια και καταριόμουνε την ώρα που γεννήθηκα τέτοιος ανωφέλητος φοβητσιάρης. Ήταν ότι άρχιζε καλοκαίρι σα σηκώθηκα ένα πρωΐ και πήγα μπροστά στη Παναγιά και το ‘καμα όρκο, πως θα της δώσω εκείνη τη μέρα το ραβασάκι κι α δε της το δώσω, να πέσει φωτιά να με κάψει.Πήγα σκολειό πρώτος πάλι. Έρχουνται όλα τ’ αγόρια, όλα τα κορίτσια. Μαυρίζουνε τα μάτια μου να κοιτάζω τη πόρτα, του κάκου! Η μικρή μου δε φαίνεται! Διαβάζει ο δάσκαλος τον κατάλογο, έρχεται στην Αργυρώ… σιωπή. -“Που είναι η Αργυρώ;” ρωτά ο δάσκαλος μια συντρόφισσά της. Η μάνα της αρρώστησε κι έμεινε σπίτι. Βαριά καρδιά που την έπαιρνα μαζί μου γυρίζοντας σπίτι το μεσημέρι εκείνο! Τι να κάμω, που να πάω, να βραδιάσει γλήγορα και να ξημερώσει! Ξημερώνει, ξαναπηγαίνω σκολειό… τα ίδια! Περνά μιά βδομάδα, δυό βδομάδες… ένας μήνας ήτανε περασμένος σαν είπε μια μέρα ένα κορίτσι του δασκάλου, πως πέθανε η μάνα της Αργυρώς και πως δε θα ξανάρθει πιά σκολειό η μικρή. Πρέπει να ‘μουν ως εικοσιπέντε χρονών τότε που πρωτογύρισα από τη ξενιτιά να δω τους δικούς μου. Ήρθαν όλοι οι παλιοί οι φίλοι κι όλες οι παλιές οι φιλενάδες να με δουν. Ήρθε από την άλλη άκρη του χωριού κι η Αργυρώ, παντρεμένη κοπέλα με δυό παιδιά. Της μίλησα και μου μίλησε πρώτη φορά. Της είπα και μου ‘πε χίλια πράματα, για τα παιδιά της, την ομορφιά και ξυπνάδα τους, τη χαρά μου που βρίσκω τη γριά μου τόσο καλά. Για όλ’ αυτά χύθηκ’ ένας ποταμός λόγια και για τη πρώτη μας την αγάπη, την αξέχαστη εκείνη την αγάπη, καθώς τότες, έτσι και τώρα, δεν είπαμε μήτε λέξη! Painting : Gustav Klimt-rosebushes under the trees-1905</description><pubDate>Tue, 04 Jun 2024 23:17:59 GMT</pubDate><category>Πεζά</category></item><item><title>Η φυγή (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-fygh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-fygh-nikos-tsintros/</guid><description>Άνθρωπε, τρέξε, πρόσεξε! Μπρος στο μαύρο, μη χαθείς. Τα όνειρα σου χρώμα μην αλλάξουν. Φτερά στα πόδια σου, σαν τον Ερμή. Φύλαξε στη σκόνη χρώμα. Χάσου μακριά απ’ αυτούς, που το αίμα σου, πίνουν σα νερό και το αίμα τους, ψεύτικα χαρίζουν. Τρέξε! Τρέξε να κρυφτείς. Ψεύτικα λόγια μη χαρείς, το λογικό μη χάσεις. Είναι η αγάπη σθένος κι ο πόλεμος χαρτί… Άνθρωπε τρέξε! Τρέξε να σωθείς. Νίκος Τσίντρος Painting : Gustave Dore-Andromeda-1869</description><pubDate>Tue, 04 Jun 2024 21:38:51 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>De Rerum Natura (Γιώργος Θέμελης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/de-rerum-natura-giwrgos-themelhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/de-rerum-natura-giwrgos-themelhs/</guid><description>Είναι σαν ένας άλλος ήλιος ο ήλιος μες στην ψυχή μου, είναι ένας άλλος ουρανός δε σβήνει και δεν αμαυρώνεται. Αδιάκοπος ουρανός αδειάζει το φως, αδειάζει η θάλασσα, ξαναγεμίζει. Όλα είναι μες στην ψυχή μου, το σπίτι μας, ο θαμπωμένος δρόμος, ο ψυχρός αγέρας, πέτρες και ξύλα. Δέντρα, βουνά μες στην απόσταση που τα ‘δαμε, κοιταγμένα για πάντα. Βραδυάζει, ξημερώνει, κάποιοι συνομιλούν, ως να ‘μαστ’ εμείς μες στα παλιά μας φορέματα. Ακούμε τα χαμηλόφωνα μυστικά μας, τα λόγια μας κυλούν μες στην εσπέρα. Τα έχουμε όλα και μας έχουν. Είμαστε από ύλη κι ασήκωτο φτερό, τα κόκκαλα μας από θάλασσα κι ασβέστη. Μας βλέπουν από παντού, μας περιέχουν, μας καθρεφτίζουν, ως να μοιράζονται την κατάφωτη όψη μας, το πρόσωπο μας. Χίλια κομμάτια, χίλια καθρεφτίσματα. Είμαστε κι εδώ κι εκεί, περνούμε, ένας αγέρας μας ξεσηκώνει μαζί μετά πράγματα και τα βουνά. Καθώς θυμόμαστε ή σωπαίνουμε, μας συνοδεύει μια λάμψη, μια φεγγοβολή, από τη γη, απ’ τη σάρκα, από τα πράγματα. Ως να ‘μασταν νεκροί κι ήρθαμε πίσω. Αυτή ‘ναι η θάλασσα η πολύφωτη, Που μας τριγύριζε, έμπαινε μέσα μας, ως μες στον ύπνο, ως μες στη σάρκα. Η θάλασσα η ανείπωτη σαν την ψυχή μας. Σ’ αυτήν εδώ τη στέγη, αυτή την ώρα, μ’ αυτά τα χέρια, αυτά τα σώματα, Δοθήκαμε ο ένας στον άλλο μες στη νύχτα. (Είναι μια ώρα, είναι μια νύχτα και δεν παύει, δεν παύει ο ύπνος, δεν τελειώνει ο έρωτας). Σ’ αυτό το ξύλο μες σ’ αυτό το φως, σ’ αυτό το ξύλο ακούμπησες, κοίταξες την πρωινή σημασία του άφυλλου δέντρου, του πιο μοναχικού κι αμίλητου σ’ όλα τα δέντρα. (Τάχα θα δώσουν κάποτε λόγο τα δέντρα;) Με κοίταξες στα μάτια, με κοιτάς, το πρόσωπό σου απόμεινε στο πρόσωπό μου. Μύρισε ο χρόνος όλος, μύρισε ο αγέρας. Αυτή την ώρα σ’ αυτό τον ουρανό, Μέσα σ’ αυτό τον ύπνο, αυτό το ημερονύχτιο. Δεν το βαστώ, δεν το χορταίνω το πρόσωπό μου. Σ’ αυτό το ακίνητο πρωί, θα στολιστώ, Θα βάλω φτιασίδι στην όψη μου, θα ετοιμαστώ, Θα τρέξω ως τον καθρέφτη, να κοιτάξω. Ψάχνω το σώμα, ψηλαφώ στα σκοτεινά, Φιλώ τη σκόνη, οσφραίνομαι, αφουγκράζομαι. Ως να με κράζει, κάποιος, με καλεί. Μια ευωδιά με παίρνει, η ευωδιά μας. Τίποτα δεν αφήνω να πέσει καταγής και να χαθεί. Φιλί με φιλί και ψίχουλο με ψίχουλο, Χέρι με χέρι, θα τα μαζέψω όλα Ξανά μες στην αγάπη μου, να σώσω την ψυχή μου. Ό,τι αγγίξαμε ό,τι αγαπήσαμε. Ό,τι άγγιξα θα ‘ναι αυτό Που θα ‘χω αγγίξει ό,τι κοίταξα, Αυτό που θα ‘χω κοιτάξει, Αυτό που θα ‘χω συλλέξει, Σκόνη πολλή και θλίψη και κατοπτρισμοί. Ό,τι κέρδισα ό,τι αγάπησα. Κι εγώ τι θα ‘μια τάχα, ποιο χέρι Θα μ’ έχει συλλέξει ποιο βλέμμα Θα μ’ έχει κοιτάξει, για να υπάρχω. Ποια μνήμη θα μου φέγγη να περνώ. Κι εγώ κάπου θα ‘μια, κάπου θα σωθώ. Μες στον παλιόν αγέρα μου θα πνέω, Καθώς μες στ’ άδειο μου πουκάμισο, Μες στον αγέρα π’ ανάπνευσα, ντύθηκα. Το ειπωμένο μου θα ‘μια τραγούδι και θα φεύγω. Καθώς ένας χαμένος ήχος μες στους ήχους, Αυτό που είπα, έκαμα, σκόρπισα. Το φως που είδα, το σκότος π’ αγκάλιασα. Μια χούφτα χώμα, ένα σύγνεφο σκόνη. Μέσα στη δίψα θα ‘μια, θα διψώ, Θα καίω τα χείλη, θα φέγγω τη νύχτα. Μέσα στη μνήμη, η μνήμη θα θυμάμαι. Να μην ξεχάσουμε: να μην ξεχαστούμε. Αν όλα λείψουν, θα μείνει το άρωμα μας. Αν ακουστεί η φωνή μας, θα ‘ναι τα δέντρα. Είμαστε ήχοι, αντίλαλοι ,αντηχούμε Ακούμε, ακουγόμαστε. Ακούμε τον ακατάπαυστο κρότο του θανάτου. Μια πόρτα να χτυπάει, να κρούει η μνήμη. Φωνή που άκουσα κάποτε, σ’ ακούω, Φωνή σαν ήχος βαθύς οργάνου, Σ’ ακούω ξανά, σ’ ακούει η ψυχή, Σ’ ακούει η ψυχή, σε φέρνει πίσω, Μες στην παντοτινή σου αντήχηση. Ένας ήχος θα μας πάρει, ένας αντίλαλος. Ακούω τον ήχο μου, βλέπω Τον εαυτό μου: είμαι ένα πράγμα Και γίνομαι, όλο γίνομαι, Αναφαίνομαι, χάνομαι, Ώσπου να πάρω τέλος, ν’ αποχτήσω Την ύπαρξη μου, όπως μια πέτρα ή ένα φυτό. Ώσπου να πάρω το τέλειο σχήμα μου. Ένας ήλιος ακόμα, ένας χαμός, Όπως αλλάζει η μέρα με τη νύχτα. Ένας χορός, μια κίνηση μέσα στο χώρο. Μια έκπληξη ακόμα, μια πέτρα στο κενό. Ως τη στερνή, την τέλεια μεταμόρφωση. Είμαι σαν ένα πράγμα, είσαι ένα άλλο Παρόμοιο, γυρεύουμε το ένα τα’ άλλο. Σε βλέπω εκεί που σ’ έβλεπα, σ’ αγγίζω Εκεί που σ’ άγγιζα, επάνω σ’ όλα, Παντοτινά, ακατάλυτα και σωριασμένα. (Ποιο χέρι τα κινεί και τα σωριάζει, τα χτίζει και τα γκρεμίζει. Ποιος μας σωριάζει μες στο χρόνο). Δεν ακούγεται τίποτα κι όλα αντηχούν, Ως να ‘ναι παύση μες στο χρόνο. Ως να ‘ναι παύση κι όλα πρόκειται να αρχίσουν Απ’ την αρχή: οι ομιλίες, τα βήματα, η μουσική. Χωρίς εμάς τι θα ’ταν τάχα η γη, ανώνυμη, ανυπόστατη, ερημωμένη. Χωρίς εμάς τι θα ’ταν τάχα ο ουρανός. Σχήματα χωρίς φως και δίχως μια φωνή vα τα ονομάσει, δίχως αιωνιότητα. Και ο Θεός τι πράγμα τάχα θα ’ταν, Πράγμα χωρίς όνομα και δίχως λάμψη. Τι σάρκα θα ‘παίρνε για να φανεί Χωρίς σάρκα πάνω στη γη, τι πρόσωπο Χωρίς το ανθρώπινο ένδυμα και σχήμα. Τι ράπισμα κι’ αίμα, ποιο μαρτύριο Χωρίς το ανθρώπινο μαρτύριο: «Ίδε ο άνθρωπος. Ίδε ο Θεός». Χωρίς τον ανθρώπινο θάνατο, χωρίς Ταφή και θρήνο – δίχως ανάσταση. Χωρίς εμάς τι θα ’ταν τάχα ο θάνατος. Painting : Umberto Boccioni -simultaneous visions 1912</description><pubDate>Tue, 04 Jun 2024 08:36:38 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Φως εκ φωτός (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/fws-ek-fwtos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/fws-ek-fwtos-nikos-tsintros/</guid><description>Ήλιε που παντρεύτηκες της μοναξιάς τη δόξα και κάθισες εκεί ψηλά στο θρόνο του απείρου, έπλασες με τη φωτιά ανθρώπους και λιβάδια, την κάθε επιθυμία μας με φωτεινά σημάδια. Έπλασες τον κόσμο μας, με άπειρη σοφία, θυμίζοντας, σωριάζοντας, την κάθε μας μωρία. Έδωσες σε μας φωτιά, να μας θυμίζεις όλους, πως όλα όσα έχουμε, νερό και φως και δάκρυ, είναι πλασμένα από αυτή, τη Θεϊκή τη στάχτη, πως ότι τελειώνει είν’ αρχή κι ο κύκλος εν κινήσει. Η Θεϊκή σου υπόσταση υπέταξε τον κόσμο, να νιώθει και να προσκυνά το Θείο σου το λόγο. Η δύναμη σε θόλωσε, τυλίχτηκες με πέπλο αλαζονείας ένδυμα, σκιάς στον κόσμο, λόγο. Τώρα που ζούμε στη σκιά κι ελέγχουμε το φως σου, τη ζέστη του, το σώμα του, την ύστατη πνοή σου, δημιουργήσαμε στενά, που πλέον η ματιά σου, ανήμπορη παρατηρεί το δημιούργημα σου. Δεν φταίνε όμως τα στενά, οι άνθρωποι της νύχτας. Φταίει που σε τύφλωσε, το άσπρο φως του άστρου. Πως έφτιαξες το τέλειο και διόρθωση δεν παίρνει. Πως είσαι εσύ μόνος Θεός κι όχι τυχαίο γεγονός, του σύμπαντος σοφία. Σκέψου λοιπόν, Θεέ φωτός και άρχοντα του κόσμου, στα όντα που έδωσες φτερά πετάξανε μαζί σου; Και το νερό, για δες αυτό, εχθρός σου έχει γίνει, γιατί δεν καταδέχτηκε αιχμάλωτος να μείνει. Νέφη σου κρύβουνε το φως, βροχή τη φλόγα σβήνει και η ακτίνα, αδύναμη, ζέστη και φως να δίνει. Σαν παίρνει τη μορφή χιονιού και θάβει τη θωριά σου, παγώνει θάλασσες και ποταμούς, σκοτώνει τα παιδιά σου. Κι η πέτρα, δες την, ρίζωσε και έγίνηκαν τα όρη και τη σμιλεύουν άνεμοι και παίζει με το χιόνι. Είναι στιγμές, που κρύβεται στα βάθη της ψυχής μας, πληγές ανοίγει, αιμορραγεί και γδέρνει τη φωνή μας. Φωνή, που σου χαρίζαμε με όμορφα τραγούδια, χορούς, φωτιές κι έρωτα, χρυσά στολίδια, νύφες. Μήπως μπορούμε ευχαριστώ για όλα να σου πούμε; Εμείς αναγκαστήκαμε, παλέψαμε το χρόνο. Εμείς ανακαλύψαμε ένα καινούριο Ήλιο, ένα καινούριο χάροντα, ένα καινούριο πύργο. Όταν στη πλάση, πλάτη γύρισες κι έκλεισες τα μάτια κι έλιωσες με τη φωτιά τα λάθη σου, τις τύψεις, τι περιμένεις από μας, που μάθαμε να ζούμε, μ’ αέρα, πόνο και νυχτιά, στη λάσπη, στον ιδρώτα; Εμείς ανακαλύψαμε ένα καινούριο Ήλιο, ένα καινούριο χάροντα, ένα καινούριο πύργο. Πύργο στοργής, γλυκιάς πνοής, της επιστήμης άκρη, της επιστήμης όνειρο, αθανασίας δάκρυ. Νίκος Τσίντρος Painting : Salvador Dali</description><pubDate>Mon, 03 Jun 2024 21:21:05 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ανοιχτή επιστολή (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/anoixth-epistolh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/anoixth-epistolh-nikos-tsintros/</guid><description>Κατηγορώ τους πρόστυχους του κράτους της Ελλάδας. Την κρατική διαφήμιση της μπίχλας της Αθήνας. Που πνίγει την ανάσα μας, η βρώμα από τα σκουπίδια. Τα ούρα αδέσποτων σκυλιών κι αδέσποτων ανθρώπων. Κατηγορώ, σιχαίνομαι, τη βρώμα στα παγκάκια, τις σύριγγες τη χαραυγή, στα πάρκα, στα σοκάκια. Αφγανικής καταγωγής η μαύρη δυσωδία, πουτάνες, μικροπωλητές, της Αφρικής σωρεία. Παζάρι Τούρκων η αγορά, Πακιστανών πορεία. Ρημάζουν ζωές και μαγαζιά, ζητώντας ευνομία. Βαριά ανάσα πολιτών, σφαγεία τα δρομάκια, φόβος κλοπής και βιασμού, αίμα ζεστό για πλάκα. Πολύπολιτισμική Αθήνα της Ευρώπης. Φολκλόρ χαρακτηρίζουνε, κουλτούρα αυτής της νιότης. Μέσα από τις εκπομπές, τα άθλια ντοκιμαντέρ, τις χώρες τριτοκοσμικές, σε σύγκριση νικάμε. Φτάνουν τα ντοκιμαντέρ με άθλιους ηγέτες, με ποιητές ατάλαντους και λάθος λογοτέχνες. Που δόξα δίνουν στη βρωμιά κι έχουν για άρχοντες σκυλιά. Που παίζουν με τους Έλληνες, αλλάζουν προσωπεία. Μπερδεύουν, με ιστορικά, αναληθή στοιχεία. Φτάνει η προπαγάνδα, κύριοι, με αλλόθρησκους οθόνης, που έχουν Ελλήνων πρόσωπα και γλώσσα σιλικόνης. Φτάνει, δεν είμαστε παιδιά. Δεν θέλουμε εποπτεία. Δεν θέλουμε μαθήματα, την Μαύρη σας παιδεία. Αυτή κατηγορώ, τη δήθεν αναγέννηση νεοελληνικής κουλτούρας, του δήθεν, με ύφος σκεφτικό, με λόγο χαμηλόφωνο και μπερδεμένη γλώσσα. Πάψτε πια τον μαρασμό αυτού του σάπιου κράτους. Πάψτε πια τον πόλεμο για τους δικούς σας γόνους. Πετάξτε από πάνω σας το σύνδρομο του δούλου, το σύνδρομο του αγράμματου και μορφωμένου μούλου. Υ.Γ Συγνώμη σας ζητώ όλους εσάς, που έθιξα το ήθος, την κουλτούρας σας, της πολύπολιτισμικής Ελλάδας. Πρότυπα είστε των πολλών αλλοδαπών και των κρυφών μελλοντικών σας ψήφων. Νίκος Τσίντρος Painting : Carlo Carra-Penelope-1917</description><pubDate>Mon, 03 Jun 2024 21:11:18 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ανάθεμα στον πόλεμο και στη στιγμή κατάρα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/anathema-ston-polemo-kai-sth-stigmh-katara-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/anathema-ston-polemo-kai-sth-stigmh-katara-nikos-tsintros/</guid><description>Άκουσα στα χαλάσματα, φωνές, λυγμούς, κατάρες. Μάνας που μόλις έχασε, για πάντα το παιδί της. Έθαβε τα όνειρα, που είχε για τον γιο της. Έθαβε τον κόσμο της, στα μάτια μου, εμπρός μου. Έσκαβαν τα νύχια της, το αίμα μέσ το χώμα. Και η ψυχή της ούρλιαζε, χαράκωνε το σώμα. Τρέμανε τα πόδια μου, φοβήθηκε η ματιά μου, τα μάτια της σαν άγγιξαν, το βλέμμα το δικό μου. Τα μάτια μου παγώσανε, χάιδεψα τη σκανδάλη. Τώρα τι κάνω ο ληστής, που ‘κλέψα τη ζωή της; Είναι εχθρός και η ψυχή, του στρατιώτη η μάνα. Είναι η κατάρα της φονιάς, ανάθεμα σε μένα. Τ’ όπλο είδαν τα μάτια της, στο στόμα της κατάρα. Ανάθεμα στον πόλεμο, και στη στιγμή κατάρα. Αν θέλεις πυροβόλησε, αν θέλεις σκότωσε με. Εσύ τον πόνο μου ‘φερες, εσύ να τον επάρεις. Και σαν γυρίσεις σπίτι σου, στη μάνα σου φονιά μου, αγκάλιασε την δυνατά, σφίξ’ την με την ζωή σου. Αγκάλιασε τη να για δυο, ζήσε και για το γιο μου. Όμως μην πεις ποτέ για ‘δω, γιατί θα την σκοτώσεις. Νίκος Τσίντρος Painting : Kathe Kollwitz-peasant war battlefield 1907</description><pubDate>Sat, 01 Jun 2024 23:17:40 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Σελίδες γεμάτες όνειρα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/selides-gemates-oneira-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/selides-gemates-oneira-nikos-tsintros/</guid><description>Σελίδες γεμάτες όνειρα, χωρίς συνοχή κι ελπίδα. Δίχως χρώμα νόησης, χωρίς ντροπής πορεία. Λέξεις μόνες προσπαθούν, φωνάζουν για βοήθεια. Οι σκέψεις που ακολουθούν, έργα χωρίς ιδρώτα. Γραμμές γεμάτες γράμματα. Γραμμές γεμάτες πόνο. Ματώνουν σκέψεις όμορφες, με πινελιές θαμπώνουν. Βιβλία φτιάχνουν τεχνικοί, με το κιλό πουλάνε. Δώρο τα δίνουνε παντού τη σκέψη ξεπουλάνε. Ο νους του όχλου απορεί, γιατί οι πέτρες τάζουν βραβεία, σκήπτρα, υποταγή, την τέχνη που σκεπάζουν. Σε μαύρο τύλιξαν πανί. Την γδέρνουν με ξυράφι μέχρι ν’ αλλάξει η μορφή, να μοιάσει με πιθάρι. Αχ! καημένη ποίηση, πώς σε καταντήσαν. Εσύ, που έντυνες με φωτιά τη φύση, τους ανθρώπους… Τώρα σε χτίζουν λεξικά. Μαραζωμένοι τοίχοι, όνειρα και οράματα μάταιων ανθρώπων. Νίκος Τσίντρος Painting : Giacomo Balla-sculptural construction of noise and speed-1915</description><pubDate>Sat, 01 Jun 2024 18:56:23 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Επιτάφιος (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/epitafios-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/epitafios-nikos-tsintros/</guid><description>Άκουσε ,τα βήματα του φτωχού αδύναμα ,πως σέρνονται στο φρέσκο χώμα. Άκουσε το κλάμα του νερού καθώς τα πόδια του γέρου σέρνονται στις αναμνήσεις. Άκουσε την αγωνία του πράσινου μήλου στα δόντια καθώς σέρνεται της κόκκινης αψίδας. Άκουσε τον ιδρώτα του νέου πως σέρνεται στο μέτωπο ,στη νωχελική αλήθεια. Άκουσε τον αέρα πως παρακαλάει ,σαν σέρνεται στης αυγής τα μονοπάτια. Άκουσε τη φλόγα του φιλιού καθώς σέρνεται στα υγρά σκονισμένα χείλη. Άκουσε τη δύναμη του ήλιου καθώς σέρνεται στα σκοτεινά δωμάτια. Άκουσε τον πόνο του φεγγαριού καθώς σέρνεται στα ουρλιαχτά της θάλασσας. Άκουσε το χάδι της βροχής καθώς σέρνεται στου κεραυνού τη ράχη. Άκου το χτύπο της καρδιάς στον ήχο της συγνώμης. Νίκος Τσίντρος Painting : Sascha Schneider-triumph of darkness-1896</description><pubDate>Sat, 01 Jun 2024 15:23:58 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ας μιλήσουμε έτσι απλά (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/as-milhsoume-etsi-apla-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/as-milhsoume-etsi-apla-nikos-tsintros/</guid><description>Ας μιλήσουμε έτσι απλά για την ομορφιά του κόσμου. Το πάθος στο φως του φεγγαριού, το σθένος της αγάπης. Έτσι απλά ας νιώσουμε το φως μέσα στα χέρια. Τα χρώματα της ίριδας στη σκέψη και στο λόγο. Έτσι απλά ας κάψουμε το φθόνο και το μίσος. Ας σβήσουμε τη μοναξιά, το δόλο απ’ την καρδιά μας. Έτσι απλά ας αλλάξουμε το χρήμα με το χρώμα. Της νύχτας ας της τάξουμε λευκής καρδιάς ακτίνα. Ας ταξιδέψουμε έτσι απλά στο κύμα του γαλάζιου. Στα όνειρα του ποταμού ας κρύψουμε το βράχο. Ας μιλήσουμε έτσι απλά …για μας. Nίκος Τσίντρος Painting: Caravaggio-the musicians-1595</description><pubDate>Sat, 01 Jun 2024 15:16:38 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η πέτρινη σίκαλη και ο βράχος της αλήθειας (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-petrinh-sikalh-kai-o-braxos-ths-alhtheias-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-petrinh-sikalh-kai-o-braxos-ths-alhtheias-nikos-tsintros/</guid><description>Γλωσσικές παραχαράξεις. Οι καιροί διαγράφονται χαλεποί… «Νηχός Χρήζει Ύλη». Νηχός = ήχος Χρήζει = χρειάζεται Ύλη = αίμα με πύον Νίκος Τσίντρος Painting : Fede Galizia-cherries in a silver compote-1610</description><pubDate>Sat, 01 Jun 2024 15:01:11 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η σημαία (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-shmaia-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-shmaia-nikos-tsintros/</guid><description>Απάντησε στο κάλεσμα, στη σήψη των χρωμάτων. Βάλε το χρώμα στην καρδιά, το χρώμα στη φωνή σου. Τα χρώματά της άρρωστα, αναίδεια του Σβέντενμποργκ. Ψυχή στη ρήξη, τύψεις. Ζεσταίνει με ένα όραμα παραδεισένιου κόσμου. Έθνος, πατρίδα, ουρανός, περήφανος ο γιος σου. Τα στήθια σου δίνεις, παραμιλάς… φτιαγμένα από ατσάλι. Πέφτεις, ματώνεις κι ας πονάς, στη λογική καθρέφτη. Στη λογική της κάθαρσης αμάθειας ανθρώπου. Νίκος Τσίντρος Painting : William Blake-pity-1795</description><pubDate>Sat, 01 Jun 2024 14:38:41 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ανυπότακτος (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/anypotaktos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/anypotaktos-nikos-tsintros/</guid><description>Ποιος; Ποιος είσαι εσύ; Τον ορισμό πώς δίνεις; Ποιος, το δικαίωμα σου ‘δωσε εσύ λόγο να φέρεις; Ποιος, το σκαμνί της κρίσης σου εχάρισε, το πέπλο, το μανδύα; Ποιος, τα όρια να βάζεις σου ‘μαθε, τον κόσμο να τον σβήνεις; Τους δρόμους πώς τους χάραξες; Της Γης την αγωνία και τα ηνία της Ζωής πώς; Ποιος είσαι εσύ, που τα κρατάς χωρίς ιδρώτα; Πες μου… Νίκος Τσίντρος Painting : Alexandre Cabanel-fallen angel-1847</description><pubDate>Sat, 01 Jun 2024 13:54:53 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Μοναχικός συλλογισμός (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/monaxikos-syllogismos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/monaxikos-syllogismos-nikos-tsintros/</guid><description>Έβλεπε τον ήλιο να γέρνει προς τα δέντρα, μέχρι που χανόταν. Καθόταν πάντα εκεί, στο μικρό μπαλκόνι του δωματίου του, την ώρα που ο ήλιος άφηνε την πλάση στα χέρια της νύχτας. Ήξερε πως ήταν ο νόμος της φύσης, αυτός, που καθόριζε, τα πάντα να έχουν δύο όψεις. Μια σκοτεινή και μια λαμπερή. Είναι τόσο τέλεια φτιαγμένα, σκεφτόταν. Το ένα γεμίζει, συμπληρώνει το άλλο. Τι θα ήταν το λευκό, αν δεν υπήρχε μαύρο. Τι νόημα θα είχε το καλό, αν δεν υπήρχε το κακό. Τι αξία θα είχε ο γνωστικός και ο σοφός, αν δεν υπήρχε ο μαθητής γεμάτος απορία. Τι θα ήταν άραγε η αλήθεια χωρίς το ψέμα. Η αγάπη χωρίς το μίσος. Οι τελευταίες ακτίνες χρώματος, του χάιδεψαν το πρόσωπο. Χαρίζοντας του συντροφιά στης μοναξιάς την ώρα. Νίκος Τσίντρος Painting : Caspar David_Friedrich-abbey among oak trees-1810</description><pubDate>Sat, 01 Jun 2024 13:47:01 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Κατάρας φωνή (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/kataras-fwnh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/kataras-fwnh-nikos-tsintros/</guid><description>Κατάρας φωνή στεκότανε βουβή χαλινωμένη. Η πάχνη τα ρούχα σάπιζε στου γάμου το τραπέζι. Τελετή της συμφοράς. Χαρές ματαιωμένες. Των συγγενών τα σπλάχνα θέρισε. Η γλώσσα φρίκης, μαύρη. Μεγάλη χάρη ο θάνατος, ο αδερφός της λάσπης. Μαύρα δεινά το έλεος, της συμφοράς το ταίρι. Όλοι οι πόθοι στέρεψαν. Τα όνειρα σβηστήκαν. Ορφάνεψαν τα μάτια τους, στου γάμου το τραπέζι. Νίκος Τσίντρος Painting : Caravaggio -judith beheading holofernes-1602</description><pubDate>Sat, 01 Jun 2024 13:42:28 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Tου ύπνου (Aλέξανδρος Μάτσας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/tou-ypnou-aleksandros-matsas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/tou-ypnou-aleksandros-matsas/</guid><description>A΄ Aντεραστής ανάμεσά μας πλάγιασεν ο ύπνος. Πήρε τα γλυκά μάτια και τάκλεισε· πήρε το στόμα, κι’ έσβυσε το μειδίαμα και το φιλί. Tην ξανθή κόμη χτένισαν τα ήσυχα νερά της Λήθης, που παρέσυρε ταγαπημένο σώμα σ’ τον κόσμο των αστέρων και των σκιών. Φίλτρα σιγής βιάζουν τα σφαλισμένα χείλη, φωνές υπνόβιες ταυτιά, και μέσ’ στες φλέβες ακούω τη βαθειά βοή του ταξιδιού. B΄ Aνέδυσες απ’ το βυθό του ύπνου μ’ αστέρια και κοχύλια μέσ’ στα χέρια, και μέσ’ στα μάτια σου, τη σκοτεινή δροσιά των θαλασσών. Kαθώς τανοίγεις, θέλω πρώτος να δεχθώ το βλέμμα των· μήπως συλλάβω, προτού σβύσει, το νόημα του κόσμου που σ’ εκράτησεν ολονυκτίς. Painting : Evelyn De Morgan-night and sleep-1878</description><pubDate>Fri, 31 May 2024 23:35:32 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Είναι τάφος της ψυχής (Βασιλειάδης Σπυρίδων)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/einai-tafos-ths-psyxhs-basileiadhs-spyridwn/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/einai-tafos-ths-psyxhs-basileiadhs-spyridwn/</guid><description>Ναι, είναι τάφος της ψυχής το έγκλειστον βιβλίον, ιδέας, πόθους, ψάλματα του γράψαντος εκάστου ως κόκκαλα εγκλείον· Painting : Edwaert Collier-still life with books and manuscripts and a skull-1663</description><pubDate>Fri, 31 May 2024 23:27:01 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Ζωής φωτιά ο θάνατος (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/zwhs-fwtia-o-thanatos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/zwhs-fwtia-o-thanatos-nikos-tsintros/</guid><description>Ζωής φωτιά ο θάνατος Όμορφη είναι η ζωή, κοιτώντας προς το χώμα. Δύσκολο να φανταστείς την άλλη όχθη σπίτι. Ζωή ζητά και ο τυφλός. Ζωή και ο πεινασμένος. Ζωή και ο χάροντας ζητά. Ζωή να δεκατίζει. Νίκος Τσίντρος Painting : Jean Delville-the death of Orpheus-1893</description><pubDate>Fri, 31 May 2024 16:08:21 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Mεσάνυχτα (Άγγελος Σημηριώτης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/mesanyxta-aggelos-shmhriwths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/mesanyxta-aggelos-shmhriwths/</guid><description>Την ώρ’ αυτή, που θλιβερά στη νύχτα ο γκιόνης κράζει, και που μια φρίκη μυστική τα δάση ανασαλεύει, δεν είσ’ εσύ, πικρό πουλί, που σ’ έφαε το μαράζι, μηδέ η Ψυχούλα, που τρελή, τον Έρωτα γυρεύει. Μόνο στη θλίψη, τη βαθιά, που πέφτει απ’ τον αιθέρα, μες στων μαρτυρικών βουνών τη σκιαχτερή γαλήνη, στων άστρων το αντιφέγγισμα, κάπου στη γη εδώ πέρα, ένας θεός ψυχομαχεί και μιαν αγάπη σβήνει. Painting : Alexandre Cabanel-albayde-1848</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 20:23:37 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Μαύρη Τετάρτη (5 Μαΐου 2010) (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/mayrh-tetarth-5-maiou-2010-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/mayrh-tetarth-5-maiou-2010-nikos-tsintros/</guid><description>Δέντρα φωτιάς υψώθηκαν αγκάλιασαν τους τοίχους κι έσβησαν με κάρβουνο το όνομα τεσσάρων. Όνειρα σβηστήκανε χαράχτηκαν στο χώμα και θάφτηκαν με τους καπνούς στη ζέστη του τσιμέντου. Τα δάκρυα των συγγενών, τις οργισμένες λέξεις, σε μαύρο, απαλό, καθάριο μετάξι τυλίξανε τον πόνο τους και σκούπισαν τα μάτια. Είναι το μαύρο φίλος τους κι εχθρός του αγίου, πόνος. Είναι στα χέρια ουρανός, ρόζοι δεμένοι μ’ αίμα. Αυτό το μαύρο κυνηγούν, το χρώμα της φωτιάς τους. Γιατί οι δολοφόνοι… Με μαύρο κρύβουνε πανί τα μάτια, τη φωνή τους. Μακάρι να ‘χα δύναμη το χρόνο να γυρίσω, να δω το χέρι του φονιά, το πρόσωπο στον ήλιο. Να δώσω μάσκα πύρινη αντί για τη κουκούλα και στη θέση της καρδιάς να δέσω μια μολότοφ. Νίκος Τσίντρος Painting : Egon Schiele -a tree in late autumn 1911</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 19:26:15 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ο εφιάλτης (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/o-efialths-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/o-efialths-nikos-tsintros/</guid><description>Ο ύπνος μου με τάραξε, κραυγές από λιβάνι. Λυγμούς το στόμα έσταζε και δάκρυα ιδρώτα. Στα μάτια σου είδα την αυγή, αργά να ξεθωριάζει. Να στάζει αίμα ο ουρανός, αργά να ξεψυχάει. Σαν Ίσκιοι περπατούσανε οι όμορφες στιγμές μας και σέρναν στα λασπόνερα του φόβου αναμνήσεις. Πες μου, αγάπη μου γλυκιά, πως ήταν ένα όνειρο, γέννημα φόβου, σκέψης. Πες μου, πως ήταν του μυαλού απλώς ένα παιχνίδι. Μονάχα όταν σε κρατώ, σφιχτά στην αγκαλιά μου, είναι τα όνειρα γλυκά, σα νέκταρ στην καρδιά μου. Δως μου ζωής υπόσχεση, πως θα’ σαι συ κοντά μου. Γλυκά φιλιά στα μάτια μου, φύλακες στα όνειρα μου. Νίκος Τσίντρος Painting: Ferdinand Hodler-night 1890</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 17:33:11 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Βαλς θανάτου (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/bals-thanatou-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/bals-thanatou-nikos-tsintros/</guid><description>Μαύρος καπνός στις φλέβες μου, στρώμα φωτιάς στα μάτια. Το σώμα μου γέμισε νεκρά, δάκρυα ντροπής, σημάδια. Είναι η καρδιά μου ποταμός, οργής και υπερηφάνειας. Κ’ η λογική μου μοναχός, σε πρόσωπο ζητιάνας. Το χέρι νιώθει δυνατό, μαχαίρι να κρατήσει. Μα το στόμα μου κλειστό, δεν πρέπει να τολμήσει, λέξεις να πει. Θα προδοθώ. Πρέπει εγώ, να φαίνομαι φίλη καλή και να ωθώ συγχώρεση. Να μαίνομαι κατά του άδικου Θεού και του μοιραίου τρόμου. Να μαίνομαι για αφορισμό του μίσους και του φθόνου. Κι όταν πειστείς, πως το Θεό έχω για συντροφιά μου και είσαι εσύ πνευματικός πατέρας της θωριάς μου, φίλος κι έμπιστος γιατρός της ζωτικής φωτιάς μου, θα μπήξω το μαχαίρι μου, το θάνατο θα σφίξω κι αγκαλιασμένοι εμείς οι δυο, τρία βήματα κι ένα χορό, στο αίμα θα χορεύω. Και θα χαρώ πολύ να δω να τραγουδάς συγχώρεση σαν τρέμει η φωνή σου, σα χάνεται η χαραυγή και φεύγει η πνοή σου. Νίκος Τσίντρος Painting : Gustave Dore-the inferno canto 1861</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 14:52:45 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Νόστος (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/nostos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/nostos-nikos-tsintros/</guid><description>Αθήνα θανάτου, σκοτεινή, μαύρη και σκονισμένη. Θλίψη θεριεύει, σε γη χωρίς καρπό, ελπίδα στα αγκάθια. Παντρεύτηκε τη νιόχτιστη παρηγοριά θανάτου, της σήψης ζουμερή φωλιά, της δόξας τα στεφάνια. Χήρα θλιμμένη, με σαθρά νημάτια της νιότης, σφίγγει Θηλιά στο πνεύμα της, και στη καρδιά της φόβο ανάμνησης, άλλης εποχής με τα χρυσά παιδιά της, τους Άρχοντες των ζωντανών και των νεκρών της νόμων. Νίκος Τσίντρος Painting : Jean Delville-the idol of perversity-1891</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 14:45:24 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Δριμύς ο νους του πνεύματος (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/drimys-o-nous-tou-pneumatos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/drimys-o-nous-tou-pneumatos-nikos-tsintros/</guid><description>Ήλιος: δολοφόνος του φεγγαριού. Σώμα: φυλακή της άυλης και παντοδύναμης ψυχής. Ψυχή: αιτία φθοράς του σώματος και ύμνος θεϊκός. Αιχμαλώτισε το δολοφόνο. Φυλάκισε το σώμα του. Κυνήγησε το φεγγάρι. Φίλο σου κάνε τον ήλιο. Νέος ήλιος: δολοφόνος του ικτερικού φεγγαριού. Νέο σώμα: φυλακή της αρρώστιας και του θανάτου. Νέα ψυχή: ισόβια κρατούμενη του σώματος. Φυλάκισε το δολοφόνο. Αιχμαλώτισε την ψυχή του. Κυνήγησε την αρρώστια. Τον ήλιο κράτα δίπλα σου. Νίκος Τσίντρος Painting : Nicholas Roerich -issa and the skull of the giant-1932</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 14:21:47 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Το ερπετό το αδόθρεφτο το θρόνο του χτυπούσε (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/to-erpeto-to-adothrefto-to-throno-tou-xtypouse-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/to-erpeto-to-adothrefto-to-throno-tou-xtypouse-nikos-tsintros/</guid><description>Εκείνο το δέντρο, αλίμονο! Ζωσμένο σ’ ένα κυκλικό ολόπυρο περβόλι, πώς μοιάζει με τα’ αδέρφια μου, που πίνουνε θειάφι… Και σέρνουνε στον ουρανό την άτυχη τους μοίρα! Νίκος Τσίντρος Painting : Gustave Dore -paradiso-1868</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 14:16:00 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Χρώμα αράχνης (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/xrwma-araxnhs-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/xrwma-araxnhs-nikos-tsintros/</guid><description>Χρώμα αράχνης. Πικρά, τα μάτια του Πύθειου αγγέλου, μπροστά στον τρόμο του ανήμπορου μωρού. Στης σκιάς την αγκαλιά, της μαυρισμένης μάνας. Ανήμπορη, το φως να του χαρίσει με το φιλί της μόνο. Αλίμονο σε ‘μας, που κλείνουμε τα μάτια. Χαρτί για εκδίκηση. Για δικαιοσύνη και βοήθεια. Χαρτί, το βάθρο του θανάτου. Νίκος Τσίντρος Painting :Franz Stuck-the sin-1909</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 12:52:40 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ρίγος (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/rigos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/rigos-nikos-tsintros/</guid><description>Νιώθε φρίκη, ανόητε άνθρωπε, σαν βλέπεις την ισότητα στα πάντα. Σαν βλέπεις τον ιδρώτα για νερό, το έλεος σαν λύση και δικαίωμα ζωής. Νιώθε φρίκη, σαν βλέπεις τον πόνο ως ασπίδα επιβίωσης και δικαίωμα στην ανταμοιβή. Νιώθε θλίψη, σαν βλέπεις την τιμιότητα ίδια με την αδυναμία. Σαν βλέπεις την ευγένεια και την πονηριά, ντυμένες με το ίδιο χρώμα. Νιώθε κενός, σαν βλέπεις την τέχνη με την κακοτεχνία το ίδιο όπως την αγάπη με το όνειρο. Νιώθε νεκρός. Ίσως είναι καλύτερα για τους ζωντανούς, που πιστεύουν ότι ζουν. Νίκος Τσίντρος Painting :Francisco De Goya-y-lucientes-the-witches-flight 1797</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 12:44:16 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η εξομολόγηση (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-eksomologhsh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-eksomologhsh-nikos-tsintros/</guid><description>Έχτισα γύρω μου μια φυλακή, ένα κελί στ’ αστέρια. Στα μάτια μου έβαλα φωτιά και στη φωνή μου λάβα. Εγώ; Πώς είναι δυνατόν, τον κόσμο να πληγώσω; Κι όμως το έκανα…γι’ αυτό, ζητάω να πληρώσω. Νίκος Τσίντρος Painting : Gustave Moreau-phaethon 1878</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 12:35:35 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αποπνευμάτωση (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/apopneumatwsh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/apopneumatwsh-nikos-tsintros/</guid><description>Κανένας, Το χρόνο δε μου χάρισε τη χαραυγή στα μάτια. Κανένας δε μου χάρισε παρθένο φως ,λουλούδι. Μόνος , εζήτησα να δω, αέρα να ζυγιάσω. Ζώου φωνή πελέκησα κι άστρα στο μέτωπό μου. Η βλοσυρή φωνή, ο λόγος σας, καρφώθηκε, μάτωσε την ψυχή μου. Τα δόντια μου έσφιξα γερά… Και τη ζωή μου, περπατά…ένας Άλλος…Ίδιος. Νίκος Τσίντρος Painting : Gustave Dore-loch lomond 1875</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 12:28:12 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ο δέσμιος του ίσκιου (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/o-desmios-tou-iskiou-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/o-desmios-tou-iskiou-nikos-tsintros/</guid><description>Αγωνίστηκα για το τίποτα. Πάλεψα σκληρά γι αυτό. Τα όνειρα στερέψανε κι ο φόβος ξεψυχάει, στα σκοτεινά δωμάτια της λέξης «αμαρτία». Εκείνοι που φοβήθηκαν, πίστευαν σε αγγέλους. Στη μοίρα, στη φλόγα της πνοής του δαίμονα του μαύρου. Σπαθιά φορούσαν στα παιδιά. Τα γέμιζαν συνείδηση σκλαβιάς. Κώδικες πλασμένους από αργυρό. Μέταλλο χρήματος εικονικό. Στεφάνι δάφνης, όνειρο, στα ματωμένα χέρια. Κριτές δεν είστε πια εσείς. Κριτές είναι η θάλασσα, τα πληγωμένα άστρα. Κριτές είν’ το χαμόγελο, τα δάκρυα στα μάτια. Νίκος Τσίντρος Painting : Franz Stuck-lucifer 1891</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 12:12:25 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ζωής ευθύνη (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/zwhs-euthynh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/zwhs-euthynh-nikos-tsintros/</guid><description>-«Λάζαρε, γιατί αναιρείς το θάνατο, τη Θεία δίκη, νόμο; Τι να κάνω, πες μου εσύ. Μαύρος ανθός εφύτρωσε στα χέρια τα δικά μου. Έσπασε ο πάγος, έλιωσε, ζεστή αγκάλη εχάθη. Τι να την κάνω τη ζωή μαύρη σαν είναι σκόνη;» -«Φύλαξέ τη σιωπηλά. Στ’ αδέρφια χάρισέ την. Είναι μικρά και μόνα τους, τη θάλασσα έχουν φίλη. Τ’ αστέρια ακόμα αγαπούν και του γιαλού την άκρη. Δώσ’ τους εσύ την πινελιά, χρώμα ζωής ευθύνη. Τ’ όνειρο να’ χουν σκέπασμα, το θαύμα προσκεφάλι.» Νίκος Τσίντρος Painting : Arnold Bocklin- Ulysses and calypso-1882</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 12:06:09 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Νέμεσις (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/nemesis-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/nemesis-nikos-tsintros/</guid><description>Άγγελοι ήταν δεκατρείς, μοιράζανε τον κύκλο. Κι εσείς μόλις οχτώ τους κλέψατε στον ύπνο. Την αρρώστια αρπάξατε, σαν χάρισμα στον τοίχο, τα κρίνα τη χρυσή πνοή εχάσατε με φθόνο. Και του θεού, πικρή ντροπή, στολίσατε το θρόνο. Οι Άγγελοι γελάσανε, τα μάτια τους βουρκώσαν … ‘τώρα για ‘μας είναι αργά για ‘σας είναι για πάντα.’ Νίκος Τσίντρος Painting : Arnold Bocklin-isle of the dead- 1st version-1880</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 11:58:07 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ο άθλιος υποκριτής (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/o-athlios-ypokriths-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/o-athlios-ypokriths-nikos-tsintros/</guid><description>Ο άθλιος υποκριτής, προσμένει να καρφώσει τα όνειρα του δέντρου για γευστικούς καρπούς, τα όνειρα του πράου για ανατροπή, τυφλή δικαιοσύνη. Ο άθλιος υποκριτής με άθλους γοητεύει. Παίρνει μαζί του μακριά την έννομη ουσία, της βάζει νύχια κοφτερά, στα χέρια της μαχαίρια. Φόβο φυτεύει στην καρδιά και γιατρειά χαρίζει σ’ όλους εμάς τους τακτικούς πελάτες του σιδήρου. Όμως υπάρχει μια φωνή, αιώνια σαν βράχος. Μες την ψυχή μας ζωντανή, που στέκει και προσμένει, τον θάνατο του άθλιου. Τον θάνατο του κτήνους. Νίκος Τσίντρος Painting : Mikhail Vrubel-the fallen demon-1902</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 11:50:29 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Σοφίας σύμπαν αρχέτυπο (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/sofias-sympan-arxetypo-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/sofias-sympan-arxetypo-nikos-tsintros/</guid><description>Εσύ, αόριστη αταξία, τάξη τη νύχτα έταξες, ασάλευτο ορθό πεπρωμένο. Ξέχασες στα σύννεφα αέρα σκλαβωμένο. Πνοή σ’ εμάς την Κυριακή, χωρίς κρασί και αίμα. Σοφίας σύμπαν αρχέτυπο, λέξεις να μην αλλάξεις. Τον πόνο στα χείλη φάρμακο, εσπερινή η ώρα, στα μάτια έφερες φωτιά. Τρεις λέξεις σκουριασμένες. Σοφίας σύμπαν αρχέτυπο. Νίκος Τσίντρος Painting : Jean Delville-the treasures of satan-1895</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 11:38:04 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Υπεροπτική αναίδεια σκέψης (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/yperoptikh-anaideia-skepshs-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/yperoptikh-anaideia-skepshs-nikos-tsintros/</guid><description>Μια και μόνο σκέψη, πλημμυρίζει με υπεροψία, το έρμαιο του ιλίγγου των κίβδηλων θριάμβων του λευκού έθνους. Δεν ξέρω πια πώς να μιλώ, στον κόσμο, να χαρίσω ψέμα όμορφο σαν άνθος άλικο. Σαν ηθική με πνεύμα. Λιθόστρωτο, στον πυρετό, να βροντά η προσευχή, καλπάζοντας, στον ήχο του θριάμβου. Νίκος Τσίντρος Painting: Franz Stuck-head ofmedusa-1892</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 09:33:53 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Σκέψεις σαν λιοντάρια (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/skepseis-san-liontaria-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/skepseis-san-liontaria-nikos-tsintros/</guid><description>Ρόδα εφύτρωσαν ανάμεσα σε σκέψεις γλιστερές, επικίνδυνες σαν μνήμα. Σκέψεις με λάσπη κόκκινη. Σκέψεις σαν λιοντάρια, αντίπαλες, σε διπλωμένα σάβανα της λογικής και άναρχης τυραννίας. Αγκάθια στο βιβλίο του Ιώβ, ανάγνωσμα του Μίλτον. Ο γιος της μοίρας το κενό, ψυχής το πνεύμα η σκέψη. Σιδηροδέσμιος, σκέψεις έγραψε στο πέπλο της σοφίας και φώτισε το σκοτεινό του έθνους χαρακτήρα. Νίκος Τσίντρος Painting:Gustave Dore-the inferno canto 7-1861</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 09:24:09 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Τιμωρία (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/timwria-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/timwria-nikos-tsintros/</guid><description>Σάπια τα όνειρα ανθούν στο χρώμα του θανάτου. Κι’ αρρώστιες εύγλωττες, πικρές τ’ αρχοντικά αγκαλιάζουν. Μελάνι, όνειρα, δουλειά, ψευτιά κ’ υποκρισία. Χώμα, λύκους κι ουρλιαχτά μες την καρδιά τους κρύβουν. Αυτοί εθέλησαν να ‘ρθούν, τον τόπο να χωρίσουν. Να βοηθήσουν, είπανε, τον κόσμο να κοσμήσουν. Φορέσαν ονόματα μακριά. Χρυσά. Σαν τη Δημοκρατία. Αυτά μας εξεγέλασαν. Τα ουράνια γαλόνια… Στου Ολύμπου τα κρυφά σκαλιά, η Αθηνά συνομιλεί με την παλιά της φίλη. «Πανδώρα, δωσ’ μου τα κλειδιά και το κουτί μαζί τους, δώρο να κάνω σεβαστό, σε κάποιους εκεί κάτω..» Νίκος Τσίντρος Painting:Carlos Schwabe The Wave (1907)</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 09:14:03 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Της σάρκας αρωγοί (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ths-sarkas-arwgoi-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ths-sarkas-arwgoi-nikos-tsintros/</guid><description>Πως γίνεται σε μια βραδιά τ’ αστέρια να συνάξουν τις σκοτεινιές, με μια πνοή στα σύννεφα να σκάψουν. Νερό να βρουν στα δάκρυα μαχαίρι στο σταυρό τους. Λιπόψυχα να ομολογούν καρτέρι στο βωμό τους. Πως γίνεται σε μια βραδιά οι άγγελοι να κλαίνε… Να ‘χουν μπουχτίσει το γιατί Να ‘χουν κατάρτι μαύρο. Πως γίνεται να σου χουν πει ο θάνατος, ο πόνος, ζωής ανάσα αναπολούν της ψεύτικης αλήθειας. Στο χώμα είναι οι ζωντανοί, στα σύννεφα πεθαίνουν. Όλοι εδώ βρισκόμαστε στα σύρματα μπλεγμένοι. Της σάρκας ανέμελοι αρωγοί της μαύρης κοινωνίας. Νίκος Τσίντρος Painting :Carlos Schwabe Spleen-and-Ideal-1907</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 09:02:19 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ο δαίμονας (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/o-daimonas-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/o-daimonas-nikos-tsintros/</guid><description>Το χώμα έβαλες ψυχή και την πνοή σου, λάβα. Με το νερό εστόλισες, τα θέλω του ανθρώπου. Κι έδωσες στη λογική, το έλεος, το κλάμα. Στον τυφλό εχάρισες, τη δύναμη του μαύρου. Το φως του στέρησες, γιατί, παρηγοριά στο βλέμμα σου, αυτός να μην κοιτάει. Πες μου, τι; Τι είδανε τα μάτια σου; Τι γεύτηκες; Πώς ένιωσες; Γιατί κοιτάς με πόνο εμάς; Γιατί, να βοηθήσεις θέλεις; «Άδικα με σκέφτεστε, σαν ξένο στη ψυχή σας. Είμαι εγώ κομμάτι σας. Αέρας στην πνοή σας.» Νίκος Τσίντρος Painting : Mikhail Vvrubel-the demon seated-1890</description><pubDate>Thu, 30 May 2024 08:45:54 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αθήνα (John Milton)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/athhna-john-milton/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/athhna-john-milton/</guid><description>Κοίτα ακόμα μια φορά, προτού αφήσομε το θαυμαστό αυτό βουνό Στα δυτικά, που απ’ τα νότια το πλησιάζεις. Κοίτα εκεί, Μια πόλη στέκει στου Αιγαίου την ακρογιαλιά, Με αρχοντιά χτισμένη, καθάριος ο αέρας κι η γη ‘λαφριά. Το μάτι της Ελλάδας, η Αθήνα, μητέρα των Τεχνών, της Ευγλωττίας, γενέτειρα πνευμάτων δοξασμένων’ Φιλόξενη, στην πιο κρυφή της τη γωνιά Σε πόλη ή και προάστεια ή επαρχία, περίπατοι σπουδής και ίσκιοι. Κοίτα εκεί τον ελαιώνα της Ακαδημίας, Το καταφύγιο του Πλάτωνα, εκεί που τ’ αττικό πουλί Με τρίλλιες πλούσιες, όλο το καλοκαίρι, τις πυκνές νότες του σκορπάει Εκεί, ολάνθιστος ο λόφος του Υμηττού σε ρεμβασμό σπουδαστικό καλεί, Κι εργατικές οι μέλισσες στ’ αυτιά σού ζουζουνίζουν. Κοίτα, ο Ιλισσός κυλάει τα ψιθυριστά του τα νερά. Κοίτα μέσα στα τείχη Των αρχαίων σοφών Σχολές’ εκεί ανατράφηκε ο μέγα-Αλέξανδρος Τον κόσμο να υποτάξει’ εκεί το Λύκειο κι έπειτα, η ζωγραφισμένη η στοά: Εκεί θ’ ακούσεις και θα μάθεις τη δύναμη τη μυστική της αρμονίας, σε τόνους κι αριθμούς δοσμένη Από χέρια και φωνές και άλλους στίχους μετρικούς, Θέλγητρα Αιολικά, και Δωρικές μελωδικές Ωδές. Κι είναι δικός της όποιος εφύσηξε πνοή σ’ αυτά, Απ’ τον τυφλό Μηλησιγέννη, Όμηρο ονομασμένο από τότε, Κι ό,τι οι μεγαλόπνοοι Τραγικοί διδάξανε, Σε χορό ή Ιαμβικό μέτρο, άριστοι δάσκαλοι Της ηθικής φρόνησης, που με χαρά όλοι δεχτήκανε, Σε σύντομα αποφθεγματικά διδάγματα ηθικής, ενώ Γα πεπρωμένο, τύχη κι αλλαγή στην ανθρώπινη ζωή πραγματευόντουσαν, Μεγάλες πράξεις και μεγάλα πάθη σ’ άριστη περιγραφή. Κι έπειτα, για τους μεγάλους ρήτορες ξεκίνα, Τους παλιούς ρήτορες που θεληματικά ετάχθηκε σ’ αυτούς η βίαιη Δημοκρατία, Τράνταξε τ’ οπλοστάσιο και πάνω απ’ την Ελλάδα κεραυνοβόλησε Του Μακεδόνα και του Αρταξέρξη το θρόνο. Κι απ’ τη σοφή Φιλοσοφία το αυτί σου τέντωσε Από τους ουρανούς κατεβαίνοντας στο σπίτι του Σωκράτη, τη φτωχή κατοικία του με το χαμηλό ταβάνι’ Πρόσεξε αυτόν που εμπνευσμένος ο Χρησμός τον αποκάλεσε Τον πιο σοφό απ’ τους ανθρώπους’ αυτόν που απ’ το στόμα του μελίρρητα ποτάμια κύλησαν που τις Σχολές έχουν ποτίσει όλες Παλιών και νέων Ακαδημαϊκών, με κείνα τα ψευδώνυμα «Περιπατητικοί» και το δογματικό «Επικούριος» και την αυστηρή του «Στωϊκού» προσωνυμία. μετάφραση: Μερόπη Οικονόμου …….. Η Σχολή των Αθηνών (Ραφαήλ)Νωπογραφία</description><pubDate>Sun, 26 May 2024 17:31:30 GMT</pubDate><category>Ελληνικό Φως</category></item><item><title>Πλησίασε γέροντα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/plhsiase-geronta-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/plhsiase-geronta-nikos-tsintros/</guid><description>Πλησίασε γέροντα. Τα παιδιά φέρε μαζί σου. Την αγάπη δίδαξε στις ψυχές αυτές τις σκονισμένες. Πλησίασε γέροντα. Ζήσε για μας και μίλα μας. Το μέτωπο της πέτρας σκάλισες, με νερό και αλάτι. Και σου ζητώ, τη σοφία και τη μαγεία σου, να μας μοιράσεις. Πλησίασε φίλε και άρχοντα μου. Πλησίασε και δείξε μας των χεριών σου οι κάλοι πώς ανθούν και τη ζωή σμιλεύουν. Στα όνειρα πώς δίνεις τη ζωή και στους αγρούς το λάδι. Μια χάρη μόνο σου ζητώ, σαν φίλος κι αδελφός. Άρπαξε για μας χρυσάφι από τη λάβα, ζωή από το θάνατο της σήψης. Είναι τόσο δύσκολα όλα αυτά για μας… Νίκος Τσίντρος »………… Η ανάπαυση κατά τη φυγή στην Αίγυπτο Michelangelo Merisi da Caravaggio</description><pubDate>Sat, 25 May 2024 23:57:58 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Ελευθερία (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/eleutheria-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/eleutheria-nikos-tsintros/</guid><description>Χαμόγελο, το φως του ήλιου χάρισε, στα μονοπάτια τα κρυφά, στα ευλαβικά τα άνθη, κρύβοντας τα κόκκινα τα δάκρυα του μόχθου. Και τον ιδρώτα, γέροντα. Και τον καρπό του λόγου. Ο λόγος σου μαύρη θάλασσα. Μαρμάρινα λύσσας άλογα, θυμού και υπερηφάνειας. Με αίμα ο λόγος άνθισε και πότισε το πνεύμα. Φωνές ,καρδιές ηχήσανε, σαν κάλεσμα καμπάνας. Με αίμα τα χέρια βάφτηκαν και η ψυχή με σκόνη. Το αίμα είχαν για νερό και τη ψυχή για βόλι. Στο στήθος το Ελληνικό, ζωή χαρίσαν, πόνο. Πόνο γεμάτο λευτεριά. Πόνο γεμάτο χώμα. Τώρα… Περιπλανιέται ο λόγος σου ανάμεσα στα πεύκα, στα κυπαρίσσια τα ψηλά, στον άνεμο, στους βράχους. Όλοι ξεχάσαν πως χρωστούν τη δάφνη της ψυχής τους, στα τάγματα των εκλεκτών νεκρών της σωτηρίας. Και τώρα ζουν ελεύθεροι στο αιμογδαρμένο χώμα. Φόβος ουδείς μες στις σκιές, στο λόγο και στις πράξεις. Και τώρα που ζουν ελεύθεροι, στο άκουσμα της λέξης, Ελευθερία, Έλληνες, απλώς, ελευθερία, τα μάτια τους πετούν φωτιά, με μίσος τα γεμίζουν. Στο στόμα τους μολύβι, σίδερο και η γροθιά θεριεύει. Πλάσματα περίεργα, σαθρά, που γράφουν και διαβάζουν. Που έχουν νόμους, ηθική, που έχουν ιστορία. Όχι, αυτοί δεν είναι Έλληνες. Είναι παιδιά του κόσμου. Είναι παιδιά του άναρχου, της ψεύτικης παιδείας. Είναι απλώς αμόλυντα, από του όπλου ζώνη, από της πείνας το θεριό, απ’ της σκλαβιάς την κόρη. Τον πόνο δε γνωρίσανε. Γυρίζουν το κεφάλι, μην τους ματώσει η καρδιά, σα δουν πως λάθος έχουν. Νίκος Τσίντρος ………. Alphonse Osbert In The Evening’s Tranquility (1897)</description><pubDate>Fri, 24 May 2024 22:00:12 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Παράξενο πέρασμα στον πύρινο κύκλο (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/parakseno-perasma-ston-pyrino-kyklo-nikos-tsintros-1530/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/parakseno-perasma-ston-pyrino-kyklo-nikos-tsintros-1530/</guid><description>Παράξενο θα σου φανεί, πως μια κακόμοιρη ψυχή, στολίζει με τ’ αστέρια, το μικρό της σπιτικό γεμάτο ευτυχία. Παράξενο θα ακουστεί, πως το κεφάλι σκύβουν, υπόδουλοι, στους αρεστούς του όχλου και της μάζας, αυτοί, που στολίζουνε το σπίτι τους μ’ αστέρια και ελπίδα για μετά θάνατο ζωή, με πλούτη και γαλήνη. Παράξενο θα σου φανεί, το γέννημα του κόσμου από λάσπη και πηλό. Πνοή ανθρώπου φύσεως στον όγκο και στο σχήμα. Παράξενο θα ακουστεί, πως η ελπίδα δίνεται σαν φως μέσα στη νύχτα. Αντικαταβολή αρχαίου χρήματος στην αγιασμένη πύλη. Γενιές, ολόκληρες στρατιές, μοχθούνε με ιδρώτα, μέσα της να περάσουνε. Τις αμαρτίες να σβήσουνε, το σκότος να υποτάξουν. Παράξενο θα σου φανεί, πως ορισμένοι, λόγο φέρουνε, σαν θάλασσα στην έρημο. Σαν τύχη μες τον Άδη. Παράξενο θα ακουστεί, πως όποιον λόγο κι αν γραφτεί, κανείς δε θα διαβάσει. Ο κόσμος έχει τυφλωθεί. Αδυνατεί. Σκύβει το κεφάλι. Στο δήμιο μπροστά παρακαλεί, να τελειώνει γρήγορα, γιατί έπονται κι άλλοι. Νίκος Τσίντρος Painting : Ascent of the Blessed is a Hieronymus Bosch 1505 and 1515</description><pubDate>Thu, 23 May 2024 12:19:26 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Μια σπιθαμή ελπίδα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/mia-spithamh-elpida-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/mia-spithamh-elpida-nikos-tsintros/</guid><description>Όλη τη νύχτα πέρασα κοιτώντας το φεγγάρι. Γεμίζοντας τα μάτια μου με μαύρο κεχριμπάρι. Όλη τη νύχτα πέρασα ζητώντας ένα αστέρι, στα πόδια μου να πέσει ζωντανό, να υποταγεί στ’ αγέρι. Φως να δώσει στο γιαλό, λάμψη γαλάζια στο νερό, στης θάλασσας τ’ αλάτι. Να αλλάξει χρώμα ο ουρανός, να μοιάζει με χρυσάφι, με μεταξένιο άρωμα, χρυσό μαργαριτάρι. Να μαγευτούν τα μάτια μου κοιτώντας το φεγγάρι, τον πόνο που με νέκρωσε, μακριά μου να τον πάρει. Στα χείλη μου χαμόγελο χρόνια έχω να ζήσω. Σαν είδα άνθρωπο γυμνό ν’ αναστενάζει τρόμο. Σαν είδα αίμα στα βουνά, αίμα μέσα στο χιόνι, του ανθρώπου σπαραγμό στο μαρμαρένιο αλώνι. Τα μάτια μου πνιγήκανε καρδιά μου μες το μαύρο, τα όνειρα στραφήκανε σε ψεύτικα αλώνια. Σε τόπους πράσινους, χωρίς τους μάταιους πολέμους. Σε τόπους κόκκινους, χωρίς το αίμα του ανθρώπου. Βοήθα με αστέρι φωτεινό, δώσε σε με ελπίδα. Δώσε σε με μια σπιθαμή, μια σπιθαμή ελπίδα. Νίκος Τσίντρος Star Light Star Bright is a piece of digital artwork by Michael Durst</description><pubDate>Thu, 23 May 2024 11:16:41 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Κοιμήσου πέτρα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/koimhsou-petra-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/koimhsou-petra-nikos-tsintros/</guid><description>Κοιμήσου πέτρα, ησύχασε και το νερό πεθαίνει. Μηνύστε το στα γιασεμιά, μηνύστε το στα κρίνα. Η νύχτα μόνη τραγουδά τη θάλασσα κοιμίζει. Και το βουνό ελύγισε μαύρη σαν ήπιε σκόνη. Νερό. Νερό εζήτησε να πιεί, μα το νερό πεθαίνει. Και ο αγύρτης σπούργιτας τα δάκρυά του επρόσφερε, χιόνι γλυκό να γίνει. Το χώμα χαμογέλασε, ζωής φεγγάρι ήπιε. Και ο βασιλιάς ο φτερωτός μαύρη αστραπή σηκώνει. Κρυστάλλωσε τα σωθικά της γης τα κερασμένα. Ανάθεμά σας άνθρωποι, τα δάκρυα…ανάθεμά σας! Αυτά εδώσανε χαρά, στης μητέρας αγκαλιά. Νέου ανθρώπου γέλιο. Κλάψτε λοιπόν! Κλάψτε γι’ αυτόν, που δάκρυ δεν εχάρισε στον κόσμο και στο χώμα. Προσφέρετε στον κόσμο αυτόν ένα ποτήρι ελπίδα. Νίκος Τσίντρος Painting : John Martin, The Great Day of His Wrath, 1851-53</description><pubDate>Thu, 23 May 2024 10:34:09 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Aνεμόμυλος (Λορέντζος Μαβίλης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/anemomylos-lorentzos-mabilhs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/anemomylos-lorentzos-mabilhs/</guid><description>O κόσμος είναι πλανερό μαγνάδι Kεντισμένο με ρόδα και με βάγια, M’ ήλιους και μ’ άστρα, που το απλόν’ η Maya Aπάνου ‘ς της Aλήθειας το σκοτάδι.― Σ’ αγαπούσαμε τόσο, έρμο ρημάδι, Γιατί ‘ς τη μέση απ’ της ζωής τα μάγια ‘Σ την ψυχή μας φανέρονες την άγια Tου Θανάτου θωριά, τον κρύον Άδη, Tο Tίποτε, κι’ ανήξερα ‘ς τα βάθια Tου είναι μας εξύπναες μια λαχτάρα Nα γλυτώσουμε απ’ όλα μας τα πάθια, Tην πικρή να ξορκίσουμε κατάρα Tης ζωής, και να μπούμε μονομίας ‘Σ τ’ άδυτα της θεϊκής ανυπαρξίας. Painting : Frederic Edwin Church Cotopaxi 1862</description><pubDate>Tue, 21 May 2024 10:41:12 GMT</pubDate><category>Διάφορα</category></item><item><title>Η μάνα των θλιμμένων (Λάμπρος Πορφύρας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-mana-twn-thlimmenwn-lampros-porfyras/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-mana-twn-thlimmenwn-lampros-porfyras/</guid><description>Του χάρου το λιβάνι πάλι τώρα σκορπάει τη βαρυά του μυρωδιά. Θανατικόν επλάκωσε τη χώρα κ’ ενέκρωσε όλα τα μικρά παιδιά. Της εκκλησιάς ανοίγει η πλατειά θύρα, κι αργά, σκυφτοί, περνούν οι χριστιανοί. -Ελέησον μας, τώγραφεν η Μοίρα, το θέλημα σου, θεέ μου, ας γενή. Δυό νηές μανούλες, κλαιν, μοιρολογούνε, άλλες, τελλές, τραβούνε τα μαλλιά, κι άλλες, βουβές, χείλη νεκρά φιλούνε, καμμιά δεν παίρνει πίσω τα φιλιά. Και η καλή μάνα των θλιμμένων μόνο ζωγραφιστή, στο θόλο εκεί ψηλά, ευτυχισμένη, μεσ’ τον ξένο πόνο, κυττάζει το παιδί της και γελά… Λάμπρος Πορφύρας Μαρμάρινο γλυπτό : Πιετά (Βασιλική του Αγίου Πέτρου, Μιχαήλ Άγγελος) (Έλεος, 1497 – 1499) Μαρμάρινο γλυπτό</description><pubDate>Sat, 13 Apr 2024 19:34:19 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Η διαθήκη μου (Μιχάλης Κατσαρός)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-diathhkh-mou-mixalhs-katsaros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-diathhkh-mou-mixalhs-katsaros/</guid><description>Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει: καλά είμαι εδώ. Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι και λέει: Δόξα σοι ο Θεός . Αντισταθείτε στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών στον κοντό άνθρωπο του γραφείου στην εταιρεία εισαγωγαί – εξαγωγαί στην κρατική εκπαίδευση στο φόρο σε μένα ακόμα που σας ιστορώ. Αντισταθείτε σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες ατέλειωτες τις παρελάσεις σ’ αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν σε μένα ακόμα που σας ιστορώ. Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους. Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών και διαβατηρίων στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία στα εργοστάσια πολεμικών υλών σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια στα θούρια στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους στους θεατές στον άνεμο σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ αντισταθείτε. Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την Ελευθερία. Μετά τη λογοκρισία Υ.Γ Η διαθήκη μου πρίν διαβαστεί-καθώς διαβάστηκε- ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο. Πριν διαβαστεί όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν αλλά σφετεριστές καταπάτησαν τα χωράφια. Η διαθήκη μου για σένα και για σε χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα από γραφιάδες, πονηρούς συμβολαιογράφους. Αλλάξανε φράσεις σημαντικές ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο. Εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς τη νέα βουή στα δάση τον άνεμο τον σκότωσαν –Τώρα καταλαβαίνω πιά τι έχασα. Ποιός είναι αυτός που πνίγει. Και συ λοιπόν στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις από φωνή από τροφή από άλογο από σπίτι. Στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος: Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν. Μιχάλης Κατσαρός Painting : Charles Filiger -the hangmanss house</description><pubDate>Sat, 13 Apr 2024 19:31:29 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Έκπτωτος ψυχή (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ekptwtos-psyxh-aleksandros-papadiamanths/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ekptwtos-psyxh-aleksandros-papadiamanths/</guid><description>Καὶ εἶπες· πότε θ’ ἀναβῶ ἐπάνω τῶν αἰθέρων! Πότε, ὡς εἰς τῶν φαεινῶν τοῦ οὐρανοῦ ἀστέρων, εἰς τὸν ἐν σκότει πλέοντα πλανήτην θ’ ἀνατείλω καὶ δωρεὰν εἰς τοὺς θνητοὺς τὴν αἴγλην μου θὰ στείλω. Δὲν ἔφθασας νὰ συνειδῇς, νὰ γνῷς ὅ,τι ἐπόθεις, καὶ ὑπὸ τῆς γαστρὸς εὐθὺς τοῦ Ἄδου κατεπόθης· τὸ χῶμα, ἐφ’ οὗ ἔβαινες, ἐκ βάθους ἀνεσκάφη, ἡ δόξα του κατέπεσεν ἐντὸς αὐτοῦ κι’ ἐτάφη. Καὶ ὕψωσας τὸ μέτωπον, ὠχρόν, ἀκτινοβόλον, ζητοῦσα τὸν οὐράνιον ν’ ἀναμετρήσῃς θόλον· κι’ ἐξαίφνης ἔπεσες πρηνής, τελείως ἐβυθίσθης καὶ εἰς τὰ βάθη τῆς φρικτῆς ἀβύσσου ἐκρημνίσθης. Ἔτεινας χεῖρα τὴν Ἠὼ νὰ περιβάλῃς ὅλην, κι’ ἐνηγκαλίσθης ἀντ’ αὐτῆς τοῦ σκότους τὴν ἀσβόλην· ὁ πούς σου ἐπὶ νεφελῶν ἐπόθεις νὰ πατήσῃ κι’ ἐπέπρωτ’ εἰς τὸν τάρταρον οἰκτρῶς νὰ ὀλισθήσῃ. Ἄ, εὗρες ἤδη τὸ καλόν, τὸ πρέπον εἰς σὲ δῶμα, ὑπάρχει πῦρ τι πυρπολοῦν σφοδρότερον ἀκόμα ἢ ὅσον σ’ ἔκαιε ποτὲ ἡ τῶν παθῶν σου λάβα· κατάβα εἰς τὸν τάφον σου, ἀπόβλητε, κατάβα. Τῆς πτώσεώς σου ἄξιον τίς θὰ ἐγείρῃ μνῆμα; ἐκ τῆς παρόδου σου μικρὸν δὲν ἀπελείφθη θρύμμα· δὲν ἔζησεν ἡ δόξα σου, οὐδ’ ἡ ἀνάμνησίς σου, ἥτις θὰ σ’ ἐβαυκάλιζε ἐπάδουσα: κοιμήσου. Τίς εἶν’ ὁ χῶρος τῆς μιᾶς ρανίδος εἰς τὸ κῦμα; τώρα σ’ ἐδέχθη τ’ ἀχανὲς ἀντάξιόν σου μνῆμα. Ἐκ τῶν βλαστῶν τοῦ ἀχανοῦς τὸ ἄπειρον ἐζήτεις, δὲν σοὶ ἐδόθη ἐξ αὐτοῦ, ἀπόκληρε, στιγμή τις. Ὤ, ποῦ τῆς ἀγωνίας σου τὸ μέλος ἀνεκρούσθη; ἐνταῦθα οὔτε στεναγμός, οὔτε φωνὴ ἠκούσθη φεῦ, ποῖος χάριν σου θνητὸς θὰ στέρξῃ νὰ δανείσῃ, ἓν δάκρυ εἰς ἕνα ὀφθαλμὸν διὰ νὰ σὲ θρηνήσῃ! Βωβὴ ἀπέμειν’ ἡ Ἠχώ, ἐσίγησεν ἡ αὔρα· τὰ πολλαπλᾶ της ἄσματα, τὰ σκοτεινὰ καὶ μαῦρα προώρως ἐλησμόνησεν ἡ Μοῦσα τῶν μνημάτων; ὤ, ὕπαγε, σοὶ ἔλαχεν ὁ κλῆρος τῶν θυμάτων. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης</description><pubDate>Sat, 13 Apr 2024 19:22:47 GMT</pubDate><category>Έκπτωτος Ψυχή</category></item><item><title>Ένα βράδυ αγκάλιασα (Νίκος  Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ena-brady-agkaliasa-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ena-brady-agkaliasa-nikos-tsintros/</guid><description>Ένα βράδυ αγκάλιασα τα όμορφα σου λόγια. Τα χάιδεψα, τα χτένισα, τα στόλισα μ’ αστέρια. Τα πήρα δίπλα μου φωτιά, να με ζεσταίνουν πάντα, να μου κρατούνε συντροφιά, να με κρατούν στα άστρα. Να νιώθω πως είμαι εγώ θεός στον κόσμο της αγάπης κι όχι απλώς ένα μικρός, περαστικός διαβάτης. Τα λόγια σου μου δώσανε το φως που αναζητούσα. Φως στο φάρο το σβηστό στο σώμα που πονούσα. Φως γλυκό, αρμονικό, ονειρικά πλασμένο. Φως που έταξε πνοή στη μαραμένη χλόη. Εκεί που τα βήματα, μικρά, στεκόταν ακίνητα, σαθρά και ψάχνανε στο χάρτη, μια δεύτερη κρυφή διαδρομή, σα να’ τανε το όνειρο φιλί και η πνοή η στάχτη. Νίκος Τσίντρος Painting : 1889 Ophelia-John William Waterhouse</description><pubDate>Sat, 13 Apr 2024 19:07:31 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Μαύρος κρύσταλλος χρωματισμένος αγάπη (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/mayros-krystallos-xrwmatismenos-agaph-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/mayros-krystallos-xrwmatismenos-agaph-nikos-tsintros/</guid><description>Με νύχια έσκαψες γαμψά στην άμμο της καρδιάς μου, τα μάτια σου ματώσανε, στη θέα της ψυχής μου. Μη, μη κλαίς αγάπη μου, δάκρυ δεν αξίζω. Σφίξε, με την ανάσα σου. Πνίξε, με τη φωνή σου. Διώξε από πάνω μου το μαύρο της ζωής μου. Φώς, με την αγάπη σου το δρόμο χάραξε μου. Να βρω το δέντρο της ζωής, το μαύρο εκεί να θάψω. Κι όταν αγάπη μου γλυκιά το μαύρο θα ‘χω θάψει, όλα θα αλλάξουνε μορφή, το πνεύμα και η φωνή μου. Νίκος Τσίντρος Gustav klimt : The Tree Of Life 1905</description><pubDate>Sat, 13 Apr 2024 19:01:29 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αθήνα (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/athhna-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/athhna-nikos-tsintros/</guid><description>Γέμισε η Αθήνα όνειρα, πουλιά ξενιτεμένα. Φτερά πολύχρωμα, χρυσά, στις τσέπες μπαλωμένα. Όνειρα δίχως σύνορα, χωρίς ψωμί, παιδεία. Σχολεία από σίδερο και τοίχους απ’ ατσάλι. Είναι τα όνειρα φωτιά και σκούζουνε μολύβι. Πότε το τέλος βάζουνε, πότε αρχή κι αλάτι, σε πληγωμένα δάκτυλα, σε χαραγμένες πλάτες. Σε ματωμένα στόματα, σε σαπισμένες άκρες. Αλάτι, αλάτι βάζουνε παντού, να στάξει πόνο η πληγή, να αυξηθεί το δάκρυ. Της χαραυγής τον στεναγμό, με φόβο κάθε μέρα, σαν ξέρουν πως με το σταυρό, κοράνι και μαστίγιο, κάθαρση, πόλεμος φτηνός στ’ ασφάλτινα σαλόνια. Στις πόρτες τις ατσάλινες, αίμα, ιδρώτας, τρόμος. Γέμισε η Αθήνα όνειρα, πουλιά ξενιτεμένα. Φωλιά να φτιάξουν ήθελαν, σε όνειρα κλεμμένα. Κάτω απ’ τα χρυσά φτερά, κρυφτήκανε κοράκια. Το δρόμο μετά ανοίξανε, για γύπες και γεράκια. Τα πτώματα μυρίσανε, στου γιασεμιού το λάκκο. Βρήκανε σώματα πολλά, ζωή ακόμα είχαν. Άδικα τους φάγανε, κανίβαλοι ελπίδας. Κανίβαλοι είναι της ζωής, της προστυχιάς σωτήρες. Έρχεται όμως η στιγμή, που τα παιδιά κανίβαλλοι, θα βρουν γλυκιά τη σάρκα τους, της μάνας, του πατέρα. Τα νύχια θα στρέψουνε σ’ αυτούς, το ράμφος τους θα μπήξουν. Το αίμα τους θα πιουν ζεστό, της σάρκας των γονιών τους. Τ’ ανάστημα θα ορθώσουν και θα πουν: Ο χώρος είναι αρκετός, για όνειρα και πνεύμα. Ο χώρος είναι όμως λειψός για σάρκα και για λέρα. Νίκος Τσίντρος Painting:‘The Emigrant Ship’, 1880s , Charles Joseph Staniland</description><pubDate>Sat, 13 Apr 2024 18:59:47 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Η Δίκη (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-dikh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-dikh-nikos-tsintros/</guid><description>Βλέμμα με λάμψεις φονικές ζυγώνει την φωνή μου. Στα νύχια μου κρύβω την οργή του ντροπιασμένου λόγου. Της αμαρτίας ευσεβείς. Φορτίο αμαρτίας. Η δίκη είναι κόρη μου, το φονικό δικό μου. Το χώμα καρποφόρησε, καλή σοδειά θανάτου. Δειλία η μοίρα της σιωπής. Νίκος Τσίντρος Painting : William Blake the night of enitharmons joy 1795</description><pubDate>Sat, 13 Apr 2024 18:53:56 GMT</pubDate><category>Πέτρινη Πνοή (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Αλέξης Γρηγορόπουλος  (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/alekshs-grhgoropoulos-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/alekshs-grhgoropoulos-nikos-tsintros/</guid><description>Στην άσφαλτο σ’ έριξε νεκρό, μολύβι σκλαβωμένο. Ελευθερία έψαχνε, φώλιασε στην καρδιά σου. Σου έκλεψε το χαμόγελο, σου έσβησε το μέλλον. Μέλλον γεμάτο όνειρα, με ήλιο διψασμένο. Σε έκλαψαν αμίλητοι. Σε θάψαν μες το χώμα. Με σιδερένια δάκρυα, σου στόλισαν το σώμα. Φίλοι, γονείς, μοναχικοί, του λόγου όλοι φίλοι. Φίλοι ανύπαρκτοι, ψυχροί, μάτια φωτιάς αγέλη. Σ’ αφήσανε και φύγανε να νιώθεις μόνο κρύο. Το κρύο να χεις συντροφιά. Το κρύο για αγάπη. Μα ο αέρας σ’ αγαπά με τη φωνή μητέρας. Τη φύση προστάζει, τα στοιχειά. Τον άνεμο σαρώνει. Τώρα Χίλιοι ανέμοι μάχονται το χώμα σου ν’ αρπάξουν και τα δεσμά του νεκρικού, να σπάσουν, ν’ αποτάξουν. Θέλουν ελεύθερος να ρθείς, τη μάνα ν’ αγκαλιάσεις. Φιλί γλυκό, πνοής ευχαριστώ, αγάπης καλημέρα. Πες της, θα ‘σαι πάντα εκεί, το ξέρει, στην καρδιά της, παρέα με το χαμόγελο, παρέα με τον ήλιο. Πες της πως θα βρίσκεσαι σε κάθε μια ματιά της. Πες της πως θα οδηγείς το χρώμα στην καρδιά της. Πες της πως το όνειρο δεν έσβησε ακόμα. Το όνειρο είναι ζωντανό και παραμένει κρίνος. Και με πνοή παρηγοριάς ανέβα όλες τις σκάλες, χάδι να δώσεις στοργικό στο μοναχό πατέρα, που σαν το χαμό σου άκουσε, φοβήθηκε ο αέρας. Φοβήθηκε ο ουρανός. Φοβήθηκε κι ο ήλιος. Και τ’ αστέρια χάθηκαν απ’ τη θωριά ανθρώπου, γιατί χαρίσανε το φως στη νύχτα τη μοιραία. Τώρα Περπάτα ελεύθερος στους δρόμους της Αθήνας. Στους δρόμους που ερωτεύθηκες. Σ’ αυτούς τους γκρίζους δρόμους. Στην πόλη που ορφάνεψε. Στη ματωμένη πόλη. Νίκος Τσίντρος Painting : “The Rider of Death” Arnold Böcklin.</description><pubDate>Sat, 06 Apr 2024 21:02:59 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Θυσία (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/thysia-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/thysia-nikos-tsintros/</guid><description>Ήθελε ,ψυχή της νίκης ηττημένη, στης μοναξιάς τα φύλλα μαραμένη και στου ίσκιου τη μοναχή πνοή, να δώσει στον αέρα φονική πυγμή, μορφή τραγικής μομφής . Ροή στα θέλω της ψυχής, στου μίσους συγχώρεσης ρωγμή. Ήθελε να δέσει της αβύσσου το σκοτάδι στις ρίζες του βουνού. Θυσία με όνειρα να κάνει, να κερδίσει του ανθρώπου τη ζωή. Της θύελλας να νιώσει τη βοή, στα χέρια του να πλύνει την ντροπή. Νίκος Τσίντρος Painting : William Blake Elohim creating Adam 1795</description><pubDate>Sat, 06 Apr 2024 20:56:46 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Θεά της Ποίησης (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/thea-ths-poihshs-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/thea-ths-poihshs-nikos-tsintros/</guid><description>Δως μου πέτρα και φωτιά. Δως μου το χέρι που αψηφά, το πέλαγος του χρόνου Δως μου τα φίδια σταυρωτά, τους άγγελους δεμένους. Δώσε μου μνήμες και καρπούς της γης λησμονημένους. Δως μου φωνή να κρατηθώ και λόγο που σκοτώνει. Δως μου αγέρα παγερό, το αίμα να παγώνει. Δως μου της πέτρας το θυμό Δως μου κοπάδι λύκων Δως μου τραγούδι σκιερό, στου θάνατου τον ήχο Δως μου ποτάμι αλμυρό, νερό ξεδιψασμένο. Δως μου τα δέντρα άρριζα και το μετάξι μαύρο Δως μου τη νύχτα φωτεινή, ζωγραφισμένους θόλους. Δως μου καράβι άψυχο και ψεύτικο λιμάνι. Δως μου ελιά που δάκρυσε, σαν είδε τα καράβια, σαν κοίταξε τη θάλασσα και ζήλεψε το κύμα. Δως μου κοχύλι του βυθού, θαλασσινές φουρτούνες και κάμπους από όνειρα, νεκρών ταξιδεμένων. Δως μου κληματαριάς καρπό και λιγοστό χορτάρι Δωσε μου φύλλα κίτρινα, βιβλία ρημαγμένα. Δως μου μαχαίρι έρωτα και δάκρυα μοιχείας και το νεκρό τον εραστή, φαρμάκι Κλυταιμνήστρας. Δώσε μου φύλακες νεκρούς στους πύργους του Αιγίστου, την αγκαλιά του βλάσφημου, της ιερής οδύνης. Δως μου το χώμα της ακτής, που άραξε ο Περσέας. Δως μου μια χούφτα απ’ τη γη να πλύνω τους ανθρώπους. Δως μου αδέρφια αθάνατα, ψυχής ανδρειωμένα, να ‘χουν στα μάτια τη φωτιά, την πέτρα στη γροθιά τους. Δως μου το φως το παιδικό, σαν ήρωας μοιραίος, να σπείρω όνειρα από φως, μες τις καρδιές του σκότους. Δώσε μου χέρια μυθικά, ανάσα ματωμένη. Σκέψη, πνοή αστρόφερτη σε σκόνη τυλιγμένη. Οδήγησε το χέρι μου, τις σκέψεις να συνάξει, πάνω στης πλάκας το χρυσό, με αίμα να χαράξει. Και στο ναό σου προσφορά, γονατιστός θα δώσω. Τη σκέψη μου, τα λόγια μου, τη θεϊκή πνοή σου Δώσε μου πέτρα και φωτιά. Δως μου το χέρι που αψηφά, το πέλαγος του χρόνου. Νίκος Τσίντρος Painting : Gustave Moreau-venus rising from the sea-186</description><pubDate>Sat, 06 Apr 2024 20:26:18 GMT</pubDate><category>Χαραγμένοι Στίχοι (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Δικαιοσύνη (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/dikaiosynh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/dikaiosynh-nikos-tsintros/</guid><description>Γεννήθηκα από χέρια ουρανού, με νόηση του κόσμου. Στα μάτια μου ίριδα χαλκού. Σιδήρου φως ανέμου. Έζησα στον ουρανό. Περπάτησα στο χώμα. Στο χώμα το Ελληνικό, στο χώμα του Θησέα. Γεννήθηκα και έζησα μέσα στο φως του πάθους. Πολέμησα το θάνατο. Πολέμησα το λάθος. Με νόμους δίκαιους, γραπτούς, αιώνια φωτισμένους. Με νόμους άξιους ζωής. Με νόμους ζυγιασμένους. Στον κόσμο όλο έδειξα το χρώμα της ειρήνης. Το έντυσα με το σπαθί. Το έθαψα στο χώμα. Ανάθεμα με! Έπρεπε στον Άδη να το θάψω. Σε χώμα άγονο, πικρό, σε μνήμα αχόρταγο, ανοικτό. Σε πόνο και σε λύπη. Κανείς να μην μπορεί ,ανάθεμα! να πάει να το ξεθάψει. Να το ζωστεί στο λόγο του. να το ζωστεί στο χέρι. Nίκος Τσίντρος</description><pubDate>Sat, 06 Apr 2024 19:55:57 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Μάνα δώσ’ μου συμβουλή (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/mana-dws-mou-symboulh-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/mana-dws-mou-symboulh-nikos-tsintros/</guid><description>Μάνα, δώσ’ μου συμβουλή, πες μου τι να κάνω. Σαν χτυπώ το χέρι μου, άσπρη σηκώνω σκόνη. Τα μάτια μου θολώνουνε και το κορμί μου φλέγεται στου πυρετού το δίκιο. Η φωνή μου γίνεται καπνός, ο κόσμος δεν μ ακούει. Οι νόμοι είναι επαρκείς το όνομα να θάψουν και το πνεύμα στη γωνιά να αφήσουν να στερέψει. Να δώσουν στη φωτιά νερό και στο πηγάδι αίμα. Μάνα, δώσ’ μου συμβουλή τον κόσμο πώς ν’ αλλάξω. Οι πόλεις είναι βιαστικές, τα σπίτια ζαρωμένα. Ο άνθρωπος είναι πια σαθρός, δεν ξέρει την ουσία. Μάνα, δώσ’ μου συμβουλή. Αξίζει να πεθάνω; Αξίζει εσύ με δάκρυα να έρχεσαι στο μνήμα; Λουλούδια να υπόσχεσαι και άνοιξης τραγούδια, στον ανθρώπινο βωμό, σαν χάσω την πνοή, τη σάρκα μου, για τούτους τους ανθρώπους; Σπλάχνο μου μονάκριβο, γιε του κόσμου όλου, αν η καρδιά σου δε βαστά να βλέπεις τους ανθρώπους, ντυμένους μες στα όνειρα και στην κρυφή ελπίδα, δώσ’ τους πρώτα το λόγο σου, μοιράσου τα όνειρα σου, δώσ’ τους να πιούν από το νερό της γνώσης και του θάρρους. Κι έπειτα γιε μου, ησύχασε. Ο κόσμος θα αλλάξει. Νίκος Τσίντρος Painting :Salvador Dali-archeological reminiscence of millets angelus-1935</description><pubDate>Sat, 06 Apr 2024 12:35:51 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item><item><title>Scintille XXXIII (Niccolo Tommaseo)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/scintille-xxxiii-niccolo-tommaseo/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/scintille-xxxiii-niccolo-tommaseo/</guid><description>Η ποίησις είναι το άνθος του βίου, εις το οποίον κρύπτεται η γλυκύτης η μέλλουσα του καρπού.Εκεί οπού είναι ποίησις υψηλή, είναι η βλάστησις και υψηλών αισθημάτων και έργων ενδόξων. Από ταύτην την κορυφήν ροβολούν με αρμονικήν ορμήν οι ποταμοί οπού πλουτίζουν τον βίον. Εις τα δικά σου τραγούδια, ω Ελλάς, το χέρι το οπλισμένον ισχυρά αποκρίνεται εις τον παλμόν τον τρυφερό της καρδίας.Ο φθόγγος ο χαρούμενος του θριάμβου σμίγεται με τον αναστεναγμό της παρθένου της ερωμένης και το ψιθύρισμα καθαρών φιλημάτων με την φωνήν αρματολών αποθανόντων. Υψηλότερα του κύκνου του Θηβαίου πετούν οι ύμνοι, ω Ελλάς, του μαύρου σου λαού, δεν επαινεί αυτός τας νίκας τας εύκολας βασιλέων και πλουσίων, αλλά δείχνει ψάλλων τα δικά του λαβώματα. Δεν εμίσθωσε τας ωδάς του μήτε με άσπρα μήτε με γεύματα, αλλά θλιβόμενος και δειψών και πεινών εξήγησε εις άσματα σύντομα την λύπην του πάντα εύτολμον και πάντα ελπίζουσαν. Σύναξε, ω Ελλάς καλότυχη, σύναξε ταύτα τα δείγματα της αιωνίου σου δόξας, σύναξε τα ωσάν ιερά λείψανα αρχαίων ναών, ωσάν ακριβά συντρίμματα αρχαίων αγαλμάτων. Εάν θέλης κάτι τι να μιμηθής, τα δικά σου μιμήσου. Από ζωντανάς φωνάς μάθε ποίησην, όχι από βιβλία τυπωμένα, όχι εις λίμνην λασπερήν, αλλ’ εις τρέχουσαν βρισούλαν σβύσε την δίψαν. Μην αποκοιμηθής εις την δόξαν την νέαν οπού σ’ έλαχε, φοβήσου μήπως εις την γαλήνην δεν σ’ ήναι τόσα λαμπρότης ωσάν εις την χάλαζαν. Τα δέντρα της ποιήσεως, της αρετής και της δόξης, δεν αυξάνονται υπό την σκιάν των αυλών, μήτε εις έδαφος ασημένιον, αυξάνονται ανάμεσα εις χειμώνα ανεμώδη, αυξάνονται με δροσίαν ή ιδρώτος ή δακρύων. Niccolo Tommaseo Scintille 1841 Μετάφραση: Marco Renieri Painting : Gustave Moreau-Oedipus and the Sphinx-1864</description><pubDate>Wed, 24 Jan 2024 23:00:21 GMT</pubDate><category>Ελληνικό Φως</category></item><item><title>Τα νησιά της Ελλάδας (Λόρδος Βύρων)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/ta-nhsia-ths-elladas-lordos-byrwn/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/ta-nhsia-ths-elladas-lordos-byrwn/</guid><description>Τὰ νησιὰ τῆς Ἑλλάδας! ὦ νησιὰ βλογημένα, Ποῦ μὲ ἀγάπη καὶ φλόγα μιὰ Σαπφὼ τραγουδοῦσε, Ποῦ πολέμων κ’ εἰρήνης δῶρα ἀνθίζαν σπαρμένα, Ποῦ τὸ φέγγος του ὁ Φοῖβος ἀπ’ τὴ Δῆλο σκορποῦσε! Ἄχ, ἀτέλειωτος ἥλιος σᾶς χρυσώνει ὡς τὰ τώρα, Μὰ βασίλεψαν ὅλα, ὅλα τἄλλα σας δῶρα! Καὶ τῆς Χίος τὴ Μοῦσα, καὶ τῆς Τέως τὴ λύρα, Ἀντρειοσύνης κι ἀγάπης δοξαρίσματα πρῶτα, Σὲ ἄλλους τόπους γιὰ φήμη τὰ μετάφερε ἡ Μοῖρα, Γιατί ἡ μαύρη τους μάννα μήτε ἄ ζοῦνε δὲ ρώτα! Κι ἀντιλάλησαν ξάφνω παραπέρα στὴ Δύση Ἀπ’ ἐκεῖ ποῦ ἀνθίζαν τῶ «Μακάρων αἱ νῆσοι». Τὰ βουνὰ τὸ μεγάλο Μαραθώνα θωρᾶνε, Κ’ ἡ ἀθάνατη βλέπει τὰ πελάγη κοιλάδα. Ἐδῶ πέρα μονάχος συλλογιόμουν πῶς νἆναι Θὰ μποροῦσε καὶ πάλε μιὰ ἐλεύτερη Ἑλλάδα! Γιατὶ πῶς νὰ κοιτάζω τὸ Περσάνικο μνῆμα, Καὶ νὰ λέγω πῶς εἶμαι τῆς σκλαβιᾶς κ’ ἐγὼ θῦμα! Στὸν γκρεμνὸ ποῦ ἀντικρύζει τὴ μικρὴ Σαλαμῖνα, Μιὰ φορὰ βασιλέας θρονιαζότανε. Κάτου Δίχως τέλος καράβια μὲ τἀμέτρητα ἐκεῖνα Μαζευόντανε πλήθη. Εἶταν ὅλα δικά του. Τὴν αὐγὴ μὲ καμάρι τὰ μετροῦσε ἐκεῖ πέρα, Μὰ τί γένηκαν ὅλα σάνε βράδιασε ἡ μέρα! Ποῦ εἶν’ ἐκεῖνα! Ποῦ εἶναι, ὦ πατρίδα καημένη! Κάθε λόγγος σου τώρα κι ἀκρογιάλι ἐβωβάθη! Τῶν παλιῶν τῶν ἡρώων ἕνας μῦθος δὲ μένει, Τῆς μεγάλης καρδιᾶς τους κάθε χτύπος ἐχάθη. Καὶ τὴ λύρα σου ἀκόμα τὴν ἀφῆκες, ὠημένα! Ἀπ’ τοὺς θείους σου ψάλτες νὰ ξεπέσῃ σ’ ἐμένα! Μὲς στὸν ἄδοξο δρόμο ποῦ μιὰ τύχη μὲ σέρνει Μὲ φυλὴ ποῦ σηκώνει τῆς σκλαβιᾶς ἁλυσίδα, Κάποιο βάλσαμο κρύφιο στὸ τραγούδι μου φέρνει Ἡ ντροπὴ ποῦ μὲ πιάνει γιὰ μιὰ τέτοια πατρίδα! Καὶ τί νἄχῃ ἐδῶ ἄλλο ποιητὴς παρὰ μόνο Γιὰ τοὺς Ἕλληνες πίκρα, γιὰ τὴ χώρα τους πόνο! Πρέπει τάχα νὰ κλαῖμε μεγαλεῖα χαμένα, Καὶ ντροπὴ νὰ μᾶς βάφῃ ἀντὶς αἷμα, σὰν πρῶτα; Βγάλε, ὦ γῆς δοξασμένη, ἀπ’ τὰ σπλάχνα σου ἕνα Ἱερὸ ἀπομεινάρι τῶν παιδιῶν τοῦ Εὐρώτα! Ἀπ’ ἐκειοὺς τους Τρακόσους τρεῖς ἄν ἔρθουνε, φτάνουν Ἄλλη μιὰ Θερμοπύλα στὰ βουνά σου νὰ κάνουν. Πῶς! Ἀκόμα σωπαίνουν; Πῶς! Ἀκόμα συχάζουν; Ὄχι, ὄχι! Ἀκούγω τὶς ψυχὲς ἀπ’ τὸν ᾍδη Σὰν ποτάμι ποῦ τρέχει μακρινὰ, νὰ φωνάζουν: «Ἕνας μόνο ἄς σαλέψῃ ζωντανὸς, καὶ κοπάδι Ἀπ’ τῆ γῆς ἀποκάτου λεβεντιὰ ξεκινοῦμε. Εἶναι αὐτοὶ ποῦ κοιμοῦνται· ἐμεῖς ἀκομα σ’ ἀκοῦμε!» Ἄχ, τοῦ κάκου, τοῦ κάκου! ἄλλες λύρες στὰ χέρια! Μὲ σαμιώτικο τώρα τὸ ποτήρι ἄς γεμίσῃ. Ἄφινε αἷμα καὶ μάχες γιὰ τὰ τούρκικα ἀσκέρια, Καὶ καθένας τὸ αἷμα τοῦ ἀμπελιοῦ του ἄς μᾶς χύσῃ! Δές τους! Ὅλοι ξυπνᾶνε καὶ πετοῦν ὡς ἀπάνω, Τοῦ μικρόψυχου Βάκχου τὸ ἐγκώμιο σὰν κάνω! Τὸν Πυρρίχιο χορό σας ὡς τὰ τώρα βαστᾶτε, Ἡ Πυρρίχια ἡ «φάλαγξ» ποῦ νὰ πῆγε, καημένοι! Ἀπὸ δυὸ τέτοια δῶρα πῶς ἐκεῖνο ξεχνᾶτε Ποῦ ψυχὲς ἀντρειώνει καὶ καρδιὲς ἀνεσταίνει! Καὶ τὰ γράμματα ἀκόμα ἑνὸς Κάδμου κρατεῖτε· Τάχα νἆταν γιὰ σκλάβους τὰ ψηφιά του θαρρεῖτε; Τὸ Σαμιώτικο χύνε στὸ ποτήρι ὡς τὰ χείλη! Ὄξω οἱ λῦπες! Ἐλᾶτε μὲ τὴν πλώσκα γεμάτη! Ἔτσι ἔψελνε ὁ θεῖος Ἀνακρέοντας, φίλοι! Σκλάβος εἶταν κ’ ἐκεῖνος, μὰ ἑνὸς Πολυκράτη. Ἀπὸ ξένους τυράννους δὲν ἐγνώριζαν τότες· Εἶταν αἷμα δικό τους, σὰν κι αὐτοὺς πατριῶτες. Τὴ Χερσόνησο ἕνας μιὰ φορὰ τυραννοῦσε, Μὰ διαφέντευε πρῶτος τὰ καλὰ, τὴν τιμή της. Μιλτιάδη τὸν λέγαν. Ἄχ, καὶ πάλε νὰ ζοῦσε! Ἕνα ἄς εἶχε ἡ πατρίδα τέτοιο πάλε παιδί της! Βασιλιὰς σὰν κ’ ἐκεῖνον ποιό λαὸ δὲ μαγεύει! Βασιλιὰς ποῦ μὲ ἀγάπη μοναχὴ σὲ δεσμεύει. Στὸ ποτήρι μου πάλε τὸ Σαμιώτικο χύνε! Στὸ Σουλιώτικο βράχο, πρὸς τῆς Πάργας τὸ χῶμα, Γενεὰ σιδερένια ὡς τὰ σήμερα εἶναι, Ποῦ ἀπὸ μάννες Δωρίδες λὲς καὶ βγαίνει ἀκόμα. Ἴσως μένει ἐκεῖ πέρα κάποιος σπόρος κρυμμένος, Ποῦ θὰ δείξῃ ἄ δὲν εἶναι Ἡρακλείδικο γένος. Ἀπ’ τοὺς ἄπιστους Φράγκους λευτεριὰ μὴ ζητᾶτε! Ἐκεῖ ζοῦν ἡγεμόνες ποῦ πουλοῦν κι ἀγοράζουν. Μὲ δικό σας τουφέκι καὶ σπαθὶ πολεμᾶτε! Αὐτοῦ θἄβρετ’ ἐλπίδα, κι ὅ,τι θέλουν ἄς τάζουν. Ζυγὸς Τούρκου, μὲ Φράγκου πονηριὰ σὰν ταιριάσουν Τὴν ἀσπίδα, ὅσο νἆναι δυνατὴ, θὰ τὴ σπάσουν. Μὲ Σαμιώτικο πάλε τὸ ποτήρι ἄς γεμίσῃ! Μὲς στὸν ἴσκιο χορεύουν οἱ κοπέλλες μας πάλι· Σὰν τὰ μαῦρα τους μάτια δὲν εἶδε ἄλλα ἡ φύση, Μὰ σὰ βλέπω τὴ νιότη καὶ τἀφρᾶτα τους κάλλη, Τὸ δικό μου τὸ μάτι τὸ θολώνει μιὰ στάλα, Ποῦ γιὰ σκλάβους τὸ θένε τῶ βυζιῶν τους τὸ γάλα! Στοῦ Σουνιοῦ θὰ καθίσω τὸ μαρμάρινο βράχο, Σύντροφό μου τὸ κῦμα τοῦ Αἰγαίου θὰ κάνω, Αὐτὸ ἐμένα νἀκούγῃ, κ’ ἐγὼ ἐκεῖνο μονάχο, Κ’ ἐκεῖ ἀπάνω σὰν κύκνος μὲ τραγούδι ἄς πεθάνω. Δὲ σηκώνει ἡ ψυχή μου σκλάβα γῆ! Χτύπα κάτω Τῆς σκλαβιᾶς τὸ ποτήρι, κι ἄς πάῃ νἆναι γεμᾶτο! Συγγραφέας: Λόρδος Βύρων Μεταφραστής: Αργύρης Εφταλιώτης Από τη συλλογή «Παλιοί σκοποί» Painting : Alexandre Cabanel-the birth of venus-1863</description><pubDate>Wed, 24 Jan 2024 22:58:34 GMT</pubDate><category>Ελληνικό Φως</category></item><item><title>Διήγησις του Παππού (Ιωάννης Δαμβέργης)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/dihghsis-tou-pappou-iwannhs-damberghs/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/dihghsis-tou-pappou-iwannhs-damberghs/</guid><description>«Ἂν μιὰ φορᾶ τὸ χρόνο, τακτικά, δὲν μᾶς ἐδείχνανε ‘ς τῂς ἐκκλησιαῖς τὰ πάθη καὶ τὰ βάσανα τοῦ Χριστοῦ, δὲν μοῦ λέτε πόσοι ἀπὸ μᾶς θὰ τὸν θυμούντανε; Καὶ ἡ πατρίδα μας τάχα δὲν ἔπαθεν ὅσα κι’ ὁ Χριστός; Δὲν ἐσταυρώθηκε, δὲν ἐτάφηκε, δὲν μισοαναστήθει; Γιατί τότε μία φορὰ τὸ χρόνο νὰ μὴ λέμε τὰ τί ἐτράβηξε κι’ αὐτή, νὰ τ’ ἀκοῦνε τὰ παιδιά μας νὰ βράζῃ τὸ αἷμα τους, νὰ δακρύζουν τὰ μάτια τους, νὰ κτυπᾷ ἡ καρδιά τους; Αἲ καϋμένα παιδιά! Μὴν κυττάζετε μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς… Αὐτοί… φτηνὰ ἀγοράσανε. Ηὕρανε ἕτοιμη πατρίδα, ἕτοιμη ἐλευθεριά. Δὲν ξέρουν τί ἐστοίχισε ‘ς τοὺς δικούς των παπποῦδες καὶ ‘ςε μᾶς ποῦ ἔχομε τὸ ἕνα πόδι ‘ς τὸν λάκκο καὶ θαρροῦνε πῶς τὴν ηὕρανε ‘ς τὸ δρόμο, πῶς ἡ τύχη τοὺς τὴν ἔδωκε. Καθίσετε, παιδιά μου, γύρω γύρω μου, κι’ ἐσεῖς ἐγγόνια μου, πλιὸ καλήτερα ν’ ἀκοῦτε. Αἴ! καὶ νὰ ἦταν κι’ ἄλλα ἀδέλφια σας ἐδῶ… Ὅ,τι θὰ πῶ ‘ς ἐσᾶς, πρέπει νὰ καρφωθῇ περισσότερο ς’ τὸ νοῦ σας γιατί πολὺν καιρὸ δὲν θὰ τὸν ἔχετε τὸν παπποῦ, καὶ οἱ πατέρες σας… ποιὸς ξέρει ἂν θἄχουν τίποτε τέτοιο νὰ σᾶς ποῦνε. Καὶ νὰ τὰ θυμᾶστε καλά. Ἀκούετε; Γιατί ἔχει πολὺ νὰ κάμῃ ‘ς ἕναν τόπο, ὅπως καὶ ‘ς ἕναν ἄνθρωπο τὸ νὰ ξεχνᾷ τὰ τί ἐτράβηξε· γιατὶ θὰ πῇ πῶς δὲν λογαριάζει τὰ τί μπορεῖ ἀκόμη νὰ τραβήξῃ. Α΄. Ξέρετε πῶς ἐπῆγεν ὁ δικός μου ὁ πατέρας καὶ ἡ μάννα μου; Ξέρετε τί βάσανα ἐτράβηξαν ὄχι γιὰ νὰ εὐτυχήσουν, μόνο γιὰ νὰ ξεψυχήσουν καὶ γλυτώσουν ἀπ’ τὰ βάσανα; Ἄκουσε ἐσύ, Γιωργάκη μου, ποῦ εἶσαι τὸ μικρότερο. Ἔλα νὰ σὲ χαϋδέψω πρῶτα. Ἂν μὲ ἰδῇς, τώρα ποῦ θὰ σᾶς λέγω τὴν ἱστορία, ν’ ἀγριέψω μιὰ στιγμή, νὰ φωνάξω, νὰ πεταχθῶ μὲ τοὺς γρόθους ψηλά, μὲ τρίχες σηκωμέναις, μὴ τρομάξῃς, γυιέ μου, μὴ σὲ πιάσουν τὰ κλάματα σὰν καὶ προχθές. Τὸ κάνω… ἔτσι. Μ’ ἀρέσει… Δὲ θὰ σὲ πειράξω ἐσένα, Γιωργάκη μου, ποὺ σ’ ἀγαπῶ σὰν τὰ μάτια μου. Πήγαινε τώρα κάθισε ‘ς τὴ θέσι σου. Τί τράβηξαν ἀλήθεια! Καὶ νὰ μὴν ἀποστάσουν, νὰ μὴ βαρυγγομήσουν μιὰ στιγμή; − Γίνε προδότης, πές μας τί ξέρεις γιὰ τὴ Φιλικὴ καὶ πασσᾶ, βεζύρη νὰ σὲ κάμωμε. Ἔτσι τοῦ ἔλεγαν. Κι’ ὁ κύρης μου ἀχνιά. Λόγο δὲν ἔβγαζεν ἀπὸ τὸ στόμα του. Τὸν εἶχαν πέντε μέραις ‘ς ἕνα ὑπόγειο φρικτό, μ’ ἁλυσίδες, ποῦ δυὸ ἀνθρῶποι δὲν μποροῦσαν νὰ τῂς σηκώσουν. Ἦταν ὡς τὰ γόνατα βουτημένος ‘ς τὸ βοῦρκο ἄνθρωπος ἀρχοντομαθημένος, νοικοκύρης, πλούσιος. Μόνο μία πέτρα ἦταν δίπλα του, ποὺ μποροῦσε νὰ καθίσῃ μιὰ στιγμίτσα νὰ ξεκουρασθῇ. Μὰ ἅμα πήγαινε νὰ καθίσῃ δός του ἀπὸ πάνω ἀπὸ ἕνα φεγγίτη τοῦ ρίχνανε… Ἔφευγε ἔτσι κι’ ἐπήγαινε ‘ς τὸ βοῦρκο πάλι νὰ σταθῇ ὀρθός, ὥραις ὁλόκληραις, μέραις, μερόνυχτα. Κάθε τόσον ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ νά σου ἕνας Τοῦρκος νὰ ρωτᾷ, νὰ λέῃ, νὰ παρακαλῇ: −Πές μας τί ξέρεις. −Τίποτε! Ἐκεῖνος νὰ μιλήσῃ, νὰ προδώσῃ; Τὸν πῆραν ἔπειτα ἀπὸ τὸ ὑπόγειο, τὸν ἔφεραν ἀπάνω καὶ ἄρχισαν ἄλλα βάσανα φρικτότερα. Τοῦ ἔβαλαν τὰ τάσια ‘ς τὸ κεφάλι, δυὸ σίδερα σὰν τὰ πιατάκια τοῦ καφέ, τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο ἑνωμένα μὲ τέτοιον τρόπο, ποὺ ἂν ἔστριβες μία βίδα, ἐπλησίαζαν, ἔσφιγγαν σὰν τανάλια τὸ κεφάλι τοῦ καϋμένου τοῦ πατέρα μου… Κοκκίνιζαν πρῶτα τὰ μάτια του, ἔπειτα ἐπετιοῦνταν ἔξω ἄγρια, ἔτριζαν τὰ κόκκαλά του, ἔβγαζαν ἀφρὸ καὶ αἷμα τὸ στόμα του, λιγοθυμοῦσε, ἔπεφτε… Ἤτανε πέντ’ ἕξη βασανιστάδες καὶ ἔκανε καθ’ ἕνας τὸ δικό του γιὰ νὰ δείξῃ εἰς τοὺς ἄλλους πῶς αὐτὸς ξέρει καλήτερα νὰ βγάζῃ μυστικὰ ἀπὸ χείλη… Μὰ αὐτὰ τὰ εἶχε σφραγίσει ὅρκος Χριστιανοῦ ἀληθινοῦ. Τίποτε. Σκοινιά, μαχαίρια, ἀϋπνίαις, τάσια, φωτιά, ὅλα μάταια· τοῦ ὅρκου ἡ σφραγῖδα δὲν ἐλύθηκε. Καὶ ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος ἐξεστάθηκε ‘ςὲ τέτοια δύναμι καὶ ὑπομονὴ κ’ ἔστειλεν ἕναν ἄγγελο νὰ πάρῃ τὴν ψυχή του. Καὶ τὸ σῶμά του, ὅταν δὲν μποροῦσε νὰ πονέσῃ πλιά, τὸ πέταξαν ‘ς τὴ θάλασσα οἱ Τοῦρκοι… Β΄. Ἤμουνε τότε δεκαέξη χρονῶ παλληκαρόπουλο. Ἐγύριζα γύρω ἀπὸ τὸ ἔρημο σπίτι μας σὰν τὸ διωγμένο τὸ σκυλλὶ καὶ ἐκύτταζα τὴν πόρτα μας. Ἤθελα νὰ μάθω πρῶτα τί ἀπόγιναν οἱ γονιοί μου, ὁποῦ τοὺς ἅρπαξαν χωρὶς νὰ τοὺς ἰδῶ, ἕνα πρωΐ, καὶ ἔπειτα νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ Ρέθεμνο νὰ πάω μακρυὰ ‘ς τὴν ἄλλην ἐπαρχία, ποῦ ἐδούλευε τουφέκι. Μοῦ εἶπαν κἄτι γνώριμαις χωριαναὶς πὼς εἴδανε τὴ μάννα μου, μὲ τὸ μικρό της βυζανιάρικο ἀδέλφι μου, νὰ τρέχῃ ἴσα ἔξω κατὰ τὸ Ἄδελε. Ἐπῆρα τὸ δρόμο νὰ πάω νὰ τὴν εὕρω. Ἐκεῖ ποὺ ἔβγαινα… ἂχ ὥρα θλιβερή, μὰ ὥρα ἀλησμόνητη! κάτω ‘ς τὴν ἀκρογιαλιὰ βλέπω ἀπὸ τὰ κύματα ριγμένο, ἔξω, ποιόν; Ἐκεῖνον! τὸν πατέρα μου! Ἄχ, πῶς μοῦ τὸν ἐκάνανε οἱ Τοῦρκοι… Σἂν ἀσκὶ ἦταν φουσκωμένο, μαυρισμένο, μὲ σημάδια καὶ πληγαῖς ἀμέτρηταις τὸ σῶμά του. Ποῦ νὰ τὸν γνωρίσῃ ἄλλος; μόνο ἐγώ, ὁ γυιός του, τὸν ἐγνώρισα! Τὰ φύκια μὲ τὰ γένεια τοῦ μπλεγμένα ἔκαναν ἀκόμη φρικτότερη τὴν ὄψι του. Γονάτισα, τὸν φίλησα ‘ςὲ κάθε του πληγή, ἔμπηξα μιὰ φωνή, ἀγριμιοῦ φωνή, τὸν ἀγκάλιασα, τὸν σήκωσα καὶ ἔτρεξα ἔξω πρὸς τὸ βουνό, ‘ς τὴν ἐρημιά, νὰ εὕρω μνῆμα νὰ τὸν βάλλω… Ἔτρεχα γύριζα σἂν τὸν τρελλό, σηκώνοντας πότ’ ἀγκαλιαστὰ καὶ πότε εἰς τὸν ὦμο μου τὸ σῶμά του. Μὰ ἕναν ἄνθρωπο δὲν εὕρισκα ‘ς τὸ δρόμο μου. Σιωπὴ ὁλοῦθε κι’ ἐρημιά· μήτε φύλλο δὲν ἐκουνιοῦταν, μήτε πουλὶ δὲν κηλαϊδοῦσε πουθενά… Ἄξαφνα… Ἀκούσετε, ἀκούσετε, παιδιά μου, ἀκούσετε καὶ φρίξετε, ἀκούσετε καὶ μὴν ξεχάσετε ποτέ… Αὐτὸ ἀκόμη δὲν σᾶς τὸ εἶπα τῶν μικρῶν. Ἂχ μακάρι νὰ μὴν ἦταν, νὰ μὴν τὤλεγα… Ἄξαφνα ἀκούω ἕνα κρότο δίπλα μου, κοντά μου. Κάθε ἄλλη ὥρα δὲν θὰ μοὔκανεν ἐντύπωσι, μὰ ἐκείνη τὴ στιγμή, ὅπως ἤμουν, μ’ ἐτρόμαξε, μ’ ἀγρίεψε!… Θὰ ἦταν σκύλλος ποῦ κάτι ἐρροκάνιζε… πῆγα κοντά!… Τὰ χέρια μου ξυλιάζουν, κόβουνται. Τὸ φόρτωμά μου τὸ ἅγιο, τὸ τιμημένο, πέφτει και κυλιέται ‘ς τὰ χορτάρια. Σηκώνουνται ᾑ τρίχες μου… Ὦ Παναγία μου! Θέ μου! τ’ εἶν’ αὐτό! Ποῦ εἶναι ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀγάπη σας, ποῦ εἶν’ ὁ πόνος σας γιὰ κάθε χριστιανό, καὶ ποῦ τ’ ἀστροπελέκια σας… Μὴν τρομάζῃς Γιῶργό μου. Τώρα θὰ τὰ λέω πλιὸ σιγά. Ἡσύχασε καὶ ἄκουε… Ἀλήθεια σκύλλος ἦταν, μὰ σκύλλος μὲ Τούρκου ψηχή, καὶ ἔτρωγε τῆς μάννας μου τὸ χέρι, ἀφοῦ ἔφαγε τὰ τρυφερὰ χεράκια τοῦ ἀδελφακιοῦ μου τοῦ μικροῦ, ποὺ τὦχε σφικτὰ ‘ςτὴν ἀγκαλιὰ της καρφωμένο, ὅταν ἔπεσε νεκρὴ ἡ μάννα μου ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὸ κρύο… Ἀκοῦτε; Ἤτανε ἡ μάννα μου ἐκείνη! Ἡ μάννα μου, τ’ ἀδέλφι μου· παρακάτω ὁ πατέρας μου! Ὁ σκύλλος ἅμα μ’ εἶδε ἔφυγε. Κ’ ἐμείναμε οἱ τέσσερῃς, ὅλη ἡ φαμίλια μ’ ἕνα ζωντανὸ καὶ τρεῖς ἀποθαμένους!… Πῶς δὲν μοῦ ἐκούνησεν ὁ νοῦς μου τότε, πῶς δὲν ἐσκοτώθηκα, πῶς δὲν ἐρρίχτηκα κάτω ἀπὸ τὸ γκρεμνό; Αἴ, Τοῦρκοι, Τοῦρκοι! Ἀφῆτέ με, παιδιά μου, λίγο νὰ συλλογιστῶ. Δὲν ντρέπεστε νὰ κλαῖτε; Μὴν κυττάζετε ἐμένα τὸ γέρο τὸν κακόμοιρο. Ἤμουνε τρεῖς ἡμέραις νηστικός, κι’ ἔμεινα μιὰ ἀκόμη νὰ τοὺς βλέπω καὶ νὰ τοὺς φιλῶ, νὰ τοὺς μιλῶ καὶ νὰ τοὺς κλαίω. Ἔπειτα τὴν ἄλλη εἶδα πῶς κανεὶς δὲν ἐπερνοῦσε, κανεὶς Χριστιανός, κι’ ἔπρεπε μονάχος μου νὰ γίνω νεκροθάφτης τοῦ πατέρα καὶ τῆς μάννας μου! Μπορεῖ κανεὶς νὰ σκάψῃ μνῆμα μόνο μὲ τὰ νύχια του; Ἐγὼ τὸ ἔσκαψα… Ἔλα, μὴν κλαῖς, Γιωργάκη. Ἔλα ἀπάνω μου, παιδί μου. Ἄλλη φορὰ τὴν τελειώνομε τὴν ἱστορία τοῦ παπποῦ γιὰ νὰ τὴν ξέρετε καλά, καὶ νὰ θυμᾶστε τί χρωστοῦμε καὶ πῶς πρέπει νὰ πληρώσωμε… Ιωάννης Δαμβέργης Painting : Marie Bashkirtseff-the meeting-1884</description><pubDate>Wed, 24 Jan 2024 22:58:04 GMT</pubDate><category>Πεζά</category></item><item><title>ΑΘΗΝΑ (Πωλ Ελυάρ)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/a8hna-pwl-elyar/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/a8hna-pwl-elyar/</guid><description>Έλληνα λαέ βασιλιά απελπισμένε Να χάσεις άλλο πια δεν έχεις πάρεξ τη λευτεριά Τον έρωτα σου για τη λευτεριά και για τη δικαιοσύνη Και τον άπειρο σεβασμό του ίδιου του εαυτού σου Βασιλιά λαέ δε σ’ απειλεί ο θάνατος Στον έρωτά σου είσ’ όμοιος είσαι αγαθός Και το κορμί σου κι η καρδιά πεινούν για αιωνιότητα Βασιλιά λαέ που πίστεψες πως σου χρωστούν το ψωμί Και πως σου δίναν τίμια τ’ άρματα να σηκώσεις Τίμια δικιά σου σώζοντας βάζοντας το δικό σου νόμο Λαέ απελπισμένε στα δικά σου μόνο τ’ άρματα εμπιστέψου Ελεημοσύνη σαν τα δώσανε κάνε τα εσύ ελπίδα Και τη ελπίδα τούτη όρθωσε στο μαύρο φως αντίκρυ Στον ανελέητο Χάροντα που δίπλα σου δεν βολεύετεια Λαέ απελπισμένε ήρωα λαέ Λαέ πεινασμένων λαίμαργων της πατρίδας Μικρέ και μεγάλε στα μέτρα του καιρού σου Έλληνα λαέ αφέντη παντοτινέ των πόθων σου Συνταιριασμένα το ιδανικό της σάρκας κι η σάρκα η ίδια Η φυσική λαχτάρα το ψωμί κι η λευτεριά Η λευτεριά όμοια με τη λιόλουστη θάλασσα Το ψωμί όμοιο με τους θεούς το ψωμί που σμίγει τους ανθρώπους Το αληθινό ολόφωτο αγαθό πιο δυνατό απ’ όλα Πιο δυνατό απ’ τον πόνο και τους εχθρούς μας όλους Πωλ Ελυάρ – 9 Δεκέμβρη 1944 Painting : Eugene Delacroix-the combat of the giaour and Hassan-1826</description><pubDate>Wed, 24 Jan 2024 22:56:53 GMT</pubDate><category>Ελληνικό Φως</category></item><item><title>Το θαλασσινό κοιμητήρι Paul Valery  (Πωλ Βαλερύ)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/to-thalassino-koimhthri-paul-valery-pwl-balery/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/to-thalassino-koimhthri-paul-valery-pwl-balery/</guid><description>Μη, φίλα ψυχά, βίον αθάνατον σπεύδε, τάν δ’έμπρακτον άντλει μαχανάν. Πίνδαρος Η ήρεμη στέγη, όπου βαδίζουν περιστέρια, πάλλεται ανάμεσα στα πεύκα και στους τάφους, με φωτιές εκεί η δίκαιη Μεσημβρία συνθέτει την θάλασσα, την θάλασσα, απ’ την αρχή πάντα! Ώ ανταμοιβή μετά απ’ τον στοχασμόν, όσο ένα βλέμμα μακρύ στων θεών απάνω τη γαλήνη! Ποιο, από αστραπές λεπτές, αγνό έργον αναλίσκει αφρού ανεπαίσθητου τόσα πολλά διαμάντια και τι γαλήνη μοιάζει εδώ να εγκυμονείται! Όταν πάνω στην άβυσσο ηρεμεί ένας ήλιος, καθάρια εργόχειρα μιας αιώνιας συμφωνίας, μαρμαίρει ο Χρόνος κ’ είναι τ’ Όνειρο επιστήμη. Στέρεο ταμείον , λιτός ναός στην Αθηνά, όγκος γαλήνης, θέασης άφθονη προμήθεια, νερό αυστηρό, Μάτι που μέσα σου φυλάττεις, κάτω από πέπλο φλόγινο, τόσον πολύ ύπνον, ώ σιωπή μου! Οικοδόμημα στην ψυχή μέσα, χρυσή χιλιοκεράμιδη στέγη όμως, Στέγη! Του χρόνου ναέ, συνοψισμένε σ’ έναν στόνο, στο αγνό ύφος ανεβαίνω αυτό και συνηθίζω, απ’ το θαλάσσιο βλέμμα μου τριγυρισμένος, και σαν μεγίστη προσφορά μου προς τους Θεούς το σπινθηροβόλημα σπείρει το γαλήνιο μιαν απεριόριστη έπαρσην απάνω στο ύψος. Όπως μέσα σ’ απόλαυσην ο καρπός λυώνει, όπως την απουσία του μ’ ηδονήν αλλάζει μες σ’ ένα στόμα όπου το σχήμα του πεθαίνει, έτσι γεύομαι εδώ τον μέλλοντα καπνό μου κι ο ουρανός στην ψυχή που αναλίσκεται μέλπει για τις βρυχώμενες ακτές που ολοένα αλλάζουν. Ωραίε ουρανέ, αληθή ουρανέ, δες με που αλλάζω! Μετά από τόσην έπαρση, μετά από τόσην αλλόκοτη, μα δύναμη γεμάτην, οκνηρία, αφήνομαι στο διάστημα αυτό το μαρμαίρον, πάνω απ’ τα σπίτια των νεκρών διαβαίνει η σκιά μου που με την εύθραυστή της κίνηση μ’ οικειώνει. Με ψυχή στους πυρσούς του ηλιοστάσιου εκθεμένη, σ’ υπερασπίζομαι, θαυμάσια δικαιοσύνη του φωτός, που ανοικτίρμονα είναι τ’ άρματά σου! Στην πρώτη σου τη θέση αγνή σ’ επαναφέρω: κοιτάξου!…Αλλά το φως να επαναφερθεί πίσω σημαίνει ένα μισό σκοτεινιασμένο από ίσκιο. Ώ για με μόνο, σ’ εμέ μόνο, εμέ τον ίδιο, κοντά σε μια καρδιά, το ποίημα όπου πηγάζει, μεταξύ του κενού και του αγνού γεγονότος, την ηχώ ακούω του εσώτερού μου μεγαλείου, δεξαμενή πικρή, ηχηρή και ζοφερή, που ηχεί ένα, στην ψυχή, μελλούμενο πάντα, άδειο! Ξέρεις, ψεύτικη αιχμάλωτη των φυλλωμάτων, κόλπε που τα ισχνά κάγκελα αυτά τρως, τα μάτια όταν σφαλώ, τυφλά απ΄ τα μυστικά που βλέπουν, ποιο σώμα στ’ οκνό τέλος του με παρασύρει, ποιο μέτωπο σ’ αυτήν τη γη απ’ οστά το σύρει; Μια σπίθα τους απόντες μου σκέφτεται εντός του. Κλειστός, ιερός κι από μιαν άυλη φωτιάν όλος, ένα γήινο κομμάτι στο φως προσφερμένο, αγαπώ αυτόν τον τόπο, όπου δεσπόζουν λύχνοι, πέτρας, χρυσού και σύσκιων δέντρων σύνθεση, όπου πάνω σε πλήθος σκιές, μαρμάρου πλήθος τρέμει, στους τάφους μου πλάι η θάλασσα πιστή κοιμάται! Λάμπουσα σκύλλα, διώξε τον ειδωλολάτρη! Όταν, μονήρης, με χαμόγελο ποιμένος, αρνιά βοσκίζω μυστηριώδη επί πολλή ώρα, των ήρεμών μου τάφων το λευκό κοπάδι, τα φρόνιμα από κει να διώχνεις περιστέρια, τους περίεργους αγγέλους, τα όνειρα τα μάταια. Αν έρθει εδώ, το μέλλον άνεργο θα μείνει. Την ξηρασία το ξεκομμένο έντομο ξύνει, όλα καήκαν, διαλύθηκαν κι ανεμοπήγαν μήτε ξέρω κ’ εγώ σε ποια αυστηρήν ουσία… Η ζωή φαρδαίνει από της απουσίας τη μέθη, κ’ είναι η πικρία γλυκιά, το πνεύμα είναι καθάριο. Οι κρυμμένοι νεκροί, καλά ‘ναι στη γη τούτη, τους ζεσταίνει και το μυστήριο τους ξεραίνει. Ψηλά και δίχως κίνηση το Μεσημέρι! Σκέφτεται ενδόμυχα κι αυτοσυνεννογιέται… Πλήρες κεφάλι, εντελές διάδημα που φέρεις, η μυστική μεταλλαγή μέσα σου εγώ ‘μαι. Τους φόβους για να συγκρατείς εμέ ‘χεις μόνο! Οι αμφιβολίες μου, οι μεταμέλειές μου κ’ οι πιέσεις το ελάττωμα είναι του μεγάλου διαμαντιού σου… Μα στην κατάφορτη, απ’ τα μάρμαρά τους , νύχτα, ένας αόριστος λαός στις ρίζες των δέντρων κιόλας αγάλι-αγάλι εστράφη προς εσένα. Έχουνε διαλυθεί σε μια πυκνή απουσία, το κοκκινόχωμα το λευκόν είδος ήπιε, μες στα λουλούδια πέρασε της ζωής το δώρο! Τι εγίναν των νεκρών οι γνώριμες οι φράσεις, οι ασύγκριτες ψυχές, η προσωπική τέχνη; Εκεί που δάκρυα πλάθονταν, η νύμφη κλώθει. Τα τσιριχτά των κοριτσιών, σα γαργαλούνται, τα βλέφαρα τα υγρά, τα μάτια και τα δόντια, το στήθος τ’ όμορφο, με τη φωτιά που παίζει, το αίμα στα προσφερόμενα χείλη που λάμπει, τα ύστερα δώρα, δάχτυλα που τα φυλάνε, στη γη όλα πάνε κ’ επιστρέφουν στο παιγνίδι! Κ’ εσύ, ψυχή μεγάλη, σ’ όνειρον ελπίζεις, που τις απατηλές χροιές τούτες, που, σε μάτια σάρκινα, έχουν χρυσός και κύμα, πια θα ‘χει; Θα τραγουδάς κι όταν ατμός θα ‘χεις πια γίνει; Αχ, όλα παν! Είναι πορώδης η ύπαρξή μου, κ’ η άγια μου ανυπομονησία, κι αυτή πεθαίνει! Κάτισχνη αθανασία κ’ επίχρυση και μαύρη, φριχτά δαφνοστεφάνωτη παρηγορήτρα, που στέρνο μητρικό τον θάνατο εμφανίζεις, τον δόλο ευλαβικό και την απάτη ωραία! Ποιος δεν τα ξέρει τάχα και ποιος δεν τ’ αρνιέται, το άδειο τούτο κρανίο κι αυτό το αιώνιο γέλιο! Βαθιοί πατέρες, ακατοίκητα κεφάλια, που κάτω απ’ των φτυαρισματιών το τόσο βάρος η γη είστε και μπερδεύετε τα βήματά μας, ο αληθής σάραξ, το αναπάρνητο σκουλήκι, για σας, κάτω απ’ την πλάκα που κοιμόσαστε, όχι δεν είναι, από ζωή ζει, και δε μ’ εγκαταλείπει! Αγάπη μήπως, είτε μίσος του εαυτού μου; Το μυστικό του δόντι τόσο είναι κοντά μου που όλα τα ονόματα μπορούν να του ταιριάζουν! Αδιάφορο! Θωρεί, ρεμβάζει, θέλει, αγγίζει! Τη σάρκα μου αγαπά κι ως στη στρωμνή μου απάνω, ζω στον ζωντανό τούτον για ν’ ανήκω μόνο! Ω Ζήνων! Σκληρέ Ζήνων! Ζήνωνα Ελεάτη! Μ’ έχεις μ’ αυτό το φτερωτό βέλος τρυπήσει που δονείται, πετά, και δεν πετά καθόλου! Ο ήχος του με γεννά και το ίδιο με σκοτώνει! Ο ήλιος!…Τι σκιά χελώνης για την ψυχήν, ο ήλιος, ακίνητε Αχιλλέα με το μεγάλο βήμα! Όχι, όχι!…Ορθός! Μες στον αδιάκοπον αιώνα! Σύντριψε αυτήν τη σκεφτική μορφή, κορμί μου! Ρούφηξε, στέρνο μου, την γέννηση του ανέμου! Μια δροσιά από τη θάλασσαν αναδοσμένη, μου ξαναδίδει την ψυχήν… Ω δύναμη άρμης! Για ν’ αναβρύσω ζωντανός, στο κύμα ας τρέξω! Ναι! Προικισμένε με μανίες μεγάλε πόντε, δέρμα του πάνθηρα και διάτρητη χλαμύδα με χίλιες κι άλλες χίλιες του ήλιου εξεικονίσεις, έξαλλη απ’ τη γλαυκή σου σάρκα, απόλυτη ύδρα, που η μαρμαίρουσα ουρά σου σε ξαναδαγκώνει, μες σε μια ταραχή που με τη σιωπή μοιάζει, σηκώθηκε ο άνεμος!… Τη ζωήν ας δοκιμάσω! Το άπειρο αγέρι το βιβλίο μου ανοιγοκλείνει, τολμά το κύμα κονιορτός από τα βράχια ν’ αναβρύζει! Πετάξετε, έκθαμβες σελίδες! Κύματα, μ’ εύθυμα νερά αυτήν τη γαλήνια στέγη, όπου φλόκοι τρώγανε, συντρίψετέ την! Paul Valery (Πωλ Βαλερύ) Μετάφραση Άρη Δικταίου Painting : Arnold Bocklin-spring evening-1879</description><pubDate>Wed, 24 Jan 2024 22:56:27 GMT</pubDate><category>Ελληνικό Φως</category></item><item><title>Β’ Κολακείας Θεοφράστου Χαρακτήρες Μετάφραση Εμμανουήλ Δαϋίδ</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/b-kolakeias-theofrastou-xarakthres-metafrash-emmanouhl-dayid/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/b-kolakeias-theofrastou-xarakthres-metafrash-emmanouhl-dayid/</guid><description>Τὴν κολακείαν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς ἐξευτελιστικὴν συναναστροφὴν ποὺ ὠφελεῖ τὸν κόλακα . Ἰδοὺ δὲ τί λογῆς ἄνθρωπος εἶναι αὐτὁς· ὅταν εὑρίσκεται εἰς περίπατον μὲ ἐκεῖνον ποὺ κολακεύει, τοῦ λέγει “παρατηρεῖς ὅτι ὅλος ὁ κόσμος ἔχει τὰ βλέμματά του ἐπάνω σου; τοῦτο εἰς κανένα ἄλλον ἀπὸ τοὺς πολίτας δὲν γίνεται. — Χθὲς εἰς τὴν (Ποικίλην) στοὰν ἤκουσα νὰ σὲ ἐπαινοῦν· ἐκάθηντο ἐκεῖ περισσότεροι ἀπὸ 30 ἄνθρωποι· ὅταν δὲ συνέπεσε λόγος, ποῖος εἶναι ὁ καλύτερος τῶν πολιτῶν, ὅλοι, ἀφοῦ ἔκαμα ἐγω τὴν ἀρχήν, ἐσυμφώνησαν εἰς τὁ ὄνομά σου”· καὶ ἐνῷ λέγει αὐτά, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ ἐπανωφόρι του νημάτιον ἢ συλλέγει ἀπὸ τὸ γένειόν του κανὲν ἄχυρον ποὺ ἐφύσησεν ἐκεῖ ὁ ἀέρας καὶ γελώντας λέγει· “βλέπεις; δυὸ ἡμέρας δὲν σὲ συνήντησα καὶ ἐγέμισαν τὰ γένεια σου ἀπὸ λευκὰς τρίχας, ἂν καὶ σχετικῶς μὲ τὴν ἡλικίαν σου ἔχεις μαῦρα τὰ μαλλιὰ περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον”· —ὅταν ἐκεῖνος (ὁ κολακευόμενος) ὁμιλῇ, ὁ κόλαξ προστάζει ὅλους τοὺς ἄλλους νὰ σιωπήσουν· —ὅταν τραγουδῇ, τὸν ἐπαινεῖ καὶ κάθε φορὰν ποὺ θὰ σταματήσῃ, ἐπικροτεῖ φωνάζων “εὗγε!” — ἂν κάμῃ κανένα ἄνοστο χωρατό, γελᾷ καὶ σπρώχνει τὸ φόρεμα του εἰς τὸ στόμα του, διότι τάχα δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρατήσῃ τὰ γέλια.— Ὅσους συναντᾷ εἰς τὸν δρόμον προστάζει νὰ σταματήσουν, ἕως ὅτου περάσῃ ὁ κύριος .— Ἀφοῦ ἀγοράσῃ μῆλα καὶ ἀπίδια διὰ τὰ τέκνα τοῦ προσώπου ποὺ κολακεύει, τὰ φέρει εἰς τὸ σπίτι, τὰ προσφέρει εἰς αὐτὰ ἐμπρός του καὶ ἀφοῦ τὰ φιλήσῃ λέγει· “πουλάκια ἀπὸ καλὸν πατερα”·—ὅταν ἀγοραζῃ μαζί του ὑποδήματα, λέγει ὅτι τὸ πόδι του εἶναι κανονικώτερον ἀπὸ τὸ ὑπόδημα· — ὅταν ἐκεῖνος (ὁ κολακευόμενος) πηγαίνῃ να ἐπισκεφθῇ φίλον του, ὁ κόλαξ τρέχει πρωτύτερα καὶ λέγει “εἰς τὸ σπίτι σου ἔρχεται”, ἔπειτα ἐπιστρέφει καὶ του λέγει “τὸν εἰδοποίησα”. —Ἐννοεῖται ὅτι ὁ κόλαξ εἶναι ἱκανὸς νὰ μεταφέρῃ καὶ ἐκ τῆς γυναικείας ἀγορᾶς τὰ ἀγορασθέντα χωρὶς νὰ πάρῃ τὴν ἀναπνοήν του·— ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους εἰς εὐωχίαν πρῶτος ἐπαινεῖ τὸ κρασὶ καὶ λέγει εἰς τὸν κολακευόμενον “πόσον ἀνόρεκτα τρώγεις”, ἀφοῦ δὲ πάρῃ κάτι ἀπὸ τα εὑρισκόμενα εἰς τὸ τραπέζι, τὸ προσφέρει εἰς αὐτὸν καὶ λέγει “κοίταξε τὶ λαμπρὸ κομμάτι!”— τὸν ἐρωτᾷ μήπως κρυώνει καὶ ἂν θέλει νὰ τοῦ δώσῃ τὸ ἐπανωφόρι του, λέγοντας δὲ αὐτὰ τὸ παίρνει καὶ τὸ ρίπτει εἰς τοὺς ὤμους του· προσέτι σκύπτει καὶ ψιθυρίζει συχνὰ κάτι εἰς το αὐτί του· -ἔχει πάντοτε τὸ βλέμμα του καρφωμένο ἐπάνω του, ἀκόμα καὶ ὅταν ὁμιλῇ εἰς τοὺς ἄλλους·— εἰς τὸ θέατρον παίρνει ἀπὸ τὸν δοῦλον τὰ προσκέφαλα καὶ τὰ στρώνει ὁ ἴδιος·— διὰ τὸ σπίτι τοῦ ἀνθρώπου ποὺ κολακεύει λέγει ὅτι ἔχει ὡραῖον ἀρχιτεκτονικὸν σχέδιον, διὰ τὸν κῆπον του ὅτι εἶναι ὡραῖα φυτευμένος καὶ διὰ τὴν εἰκόνα του ὅτι τοῦ ὁμοιάζει πάρα πολύ. (Καὶ ἐν γένει ἠμπορεῖ νὰ ἴδῃ κανεὶς ὅτι ὁ κόλαξ λέγει καὶ κάμνει ὅλα ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι θὰ γίνῃ εὐχάριστος). Θεοφράστου Χαρακτήρες Μετάφραση Εμμανουήλ Δαϋίδ Painting:Fra Angelico-christ crowned with thorns-1439</description><pubDate>Wed, 24 Jan 2024 22:55:57 GMT</pubDate><category>Πεζά</category></item><item><title>Η μητριά (Ανδρέας Καρκαβίτσας)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/h-mhtria-andreas-karkabitsas/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/h-mhtria-andreas-karkabitsas/</guid><description>Είναι κάπου είκοσι χρόνια κλειστά. Είκοσι χρόνια στο μνήμα το άραχνο ο Βασίλης· άλλα τόσα στο μνήμα των ζωντανών, στη φυλακή εγώ. Τώρα με τρώγ’ η ψείρα κι η κακομοιριά μα θυμούνται ακόμη στο χωριό τα καλά του Θανάση Βρυσώτη και δείχνουν τα σπίτια του στους ξένους. Αχ, τι χρόνια και κείνα! τι ζωή βασανισμένη στους τέσσερους τοίχους της φυλακής, στους χίλιους μέσα και χωρίς συντροφιά!… Μα τι λέω χωρίς συντροφιά; Είχα το καποτάκι του παιδιού μου, που κάθε ώρα ψήλωνε βουνό μπροστά μου κι έδειχνε το Βασίλη με τα βόλια στο ριζάφτι. Τι λέω χωρίς συντροφιά; Είχα στα στήθη μου κάποιο πράμα που σφύριζε βουβά κι αδιάκοπα σαν άγρυπνη κουρούνα: φονιά! φονιά!… Και σαν σφάλιζα τα έρμα μου τα μάτια κι έγερνα το κεφάλι να πάρω λίγον ύπνο, έβλεπα τη Ζωίτσα με τα νυφιάτικα και τα λυτά μαλλιά της, χλωμή καθώς ήταν την ώρα που την απιθώσαμε στο μνήμα, να μου φωνάζει δυνατά: – Σκυλί! τι έκαμες το παιδί μας; Πού είν’ ο αρρεβώνας που σ’ άφηκα;… Καταραμένος να είσαι!… Και γω τιναζόμουν απάνω σαν το λάφι και γονατιστός της γύρευα συχώρεση. Όχι! δεν ήθελα να είμαι καταραμένος!… Λένε πως το χειρότερο κακό να κάμει, ο άνθρωπος, άμα μετανιώσει, άμα με τα δάκρυά του γεμίσει ένα δισκοπότηρο, ο Θεός τον συχωράει. Εγώ χιλιάδες, ναι, χιλιάδες δισκοπότηρα γέμισα από τότε! Και όμως, και όμως τι; Τ’ αγλύκαντο νερό δε θέλει να ξεπλύνει τα μαύρα γράμματα! Α, ναι, το πιστεύω· δίχως το θέλημα Θεού μήτε πουλί στο βρόχι. Ποιος ξέρει τι αμαρτίες είχα και με παιδεύουνε τώρα; Ποιος θυμάται, αν τότε, μέσα στα καλά μου, συλλογιζόμουνα κανένα: Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Εμένα με είχε αναγνώστη κι έλεγα τον Απόστολο κάθε Κυριακή στην εκκλησιά του χωριού μας. Εκείνος, όταν ήταν παιδί, έκανε τα δικά του. Για τούτο εμένα που μ’ έβλεπαν από μικρό, ήσυχο και ταπεινό, έλεγαν οι χωριανοί: από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ’ αγκάθι βγαίνει ρόδο. Ο πατέρας μου βιάστηκε να με παντρέψει. – Μπορεί να κλείσω καμιά μέρα τα μάτια και να μην ιδώ τις χαρές του γιου μου· έλεγε. Έξω απ’ αυτό ήθελε να με παντρέψει για να με κάμει παπά και να με αφήσει στο πόδι του σαν πεθάνει. Έτσι ούτε το σπίτι έχανε τ’ όνομά του, ούτε μας έπαιρνε άλλος στο χωριό τα πρωτάτα. Εγώ, σαν μου το είπε, δε δυσκολεύτηκα, γιατί μου έδινε γυναίκα της καρδιάς μου. Μα από την πρώτη μέρα, την ημέρα του γάμου, φάνηκε πως δεν ήταν με θέλημα Θεού. Το θυμούμαι τώρα κάποτε και σηκώνονται τα μαλλιά μου. Τρεις φορές τα στέφανα έπεσαν από της νύφης το κεφάλι στο χώμα! Κακό σημάδι! Η άμοιρ’ η Ζωίτσα γύρισε και με κοίταξε με βλέμμα παραπονιάρικο, σαν να ήθελε από τη στιγμή του ταιριαμού μας, να μου θυμίσει την ώρα του παντοτινού χωρισμού. Κι έπειτα όταν έμπαινε σπίτι – ακούς, αδερφέ! – μέσα στη βιασύνη, ούτ’ ένα κομμάτι σίδερο δε βρέθηκε να βάλουν στα πόδια της. Όλοι ένιωσαν πως το αντρόγυνο δεν ήταν στερεωμένο. Και να που έγινε αλήθεια! Απάνω στο χρόνο η Ζωίτσα πέθανε από τη γέννα… Κακομοίρα γυναίκα· η τύχη η δική μου σε συνεπήρε!… Ο κόσμος άρχισε αμέσως τα δικά του: – Κλαίω εκείνη που πέθανε νια και παρανιά· αμ’ τι; το Θανάση! Εκείνος ήταν τυχερός που έζησε το παιδί και θα κρατήσει την προίκα! έλεγαν. Μα δεν είν’ έτσι. Κλαίγε τον όποιου πεθάν’ η γυναίκα και τ’ αφήσει και μικρό παιδί. Τι να κάμω; Πώς να τ’ αναθρέψω εκείνο το παιδί; Ήθελε βυζί· ήθελε συγύρισμα. Στο τέλος άκουσα τα λόγια των δικών μου και παντρεύτηκα πάλι. Μα κάλλιο να ’τρωγε το κεφάλι της η συμπεθέρα, που τα ’φτιασε να μπάσω την Ακριβή στο σπίτι μου. Φωτιά έπεσε αμέσως και μας έκαψε. Ακούς, αδερφέ, ν’ αλυχτήσει τη μάνα μου, όταν μπήκε νύφη! Τ’ άκουσαν οι συμπεθέροι που το είπε: Χαμ, χαμ, πεθερά! – να μπω γω νοικοκυρά! Κι η δόλια μάννα μου πού το ήξερε να πάει να κρυφτεί; Νύφη, σου λέει, μπάζω δεν μπάζω οχιά! Και μήπως το βράδυ; Το βράδυ, η σκύλα, έκατσε κι έφαε. Ο κόσμος βούιζε; – Η νύφη του παπά έφαε, θαν τη φάει την παπαδιά. Κι αλήθεια· σε τρεις μήνες πέθανε η μάνα μου. Σε λίγο πάει απόκοντα κι ο πατέρας μου! Τώρα δεν απόμεινε άλλο ν’ αγαπάω στον κόσμο παρά ο Βασίλης, το παιδί της Ζωίτσας. Πόσα πέρασα όσο να τ’ αναθρέψω και κείνο!… Η Ακριβή από την ώρα που μπήκε στα σπίτι άρχισε δικό της λογαριασμό. Το παιδί τής καθότανε παλούκι στο μάτι· όλο με τα φου! και με το φου! το πήγαινε. Και μήπως μπορούσα να της μιλήσω; Μ’ έβανε μπροστά και πού να τα βγάλω με τη γλώσσα της! Δεν έκανα άλλο παρά να θυμούμαι τη συχωρεμένη τη Ζωίτσα και να κλαίω. Τι γλυκομίλητη! Τι ταπεινούλα γυναίκα!… Κι όσο θυμούμαι που έσπασα το πιάτο στο κεφάλι της μια μέρα. Ποιος ξέρει; Μπορεί από κείνο να πήγε παράκαιρα στο μνήμα, η δόλια! Μα τι κακή ψυχή και κείνη η Ακριβή! Φαινότανε από το πρόσωπο. Τα μαλλιά της ήταν χοντρά, άγρια και κόκκινα· τα μάτια της γαλάζια και τ’ ασπράδι τους κίτρινο, λες και είχε χρυσή· η μύτη της γυριστή ως τα χείλη και τα χείλη της φουσκωτά και μπλάβα σαν μελιτζάνα… Άμα θύμωνε, λύκος έμοιαζε. Ωχ, π’ ανάθεμά την! Μ’ έκαμε κι έγινα με όλο τον κόσμο οχτρός. Κάθε ήμερα σήκωνε τη γειτονιά στο ποδάρι. Κατάντησε το σπίτι μου να βγάλει το χειρότερο όνομα. Ο Θεός να φυλάει από τέτοια γυναίκα! Ωστόσο ο Βασίλης, άξενε κι ομόρφαινε. – Ε, να του ζήσει εκείνο το παιδί, έλεγαν οι χωριανοί. Σ’ ένα δυο χρόνια θαν το ’χει δεξί του χέρι. Και πώς έμοιαζε της μάνας του! σαν δυο σταλαματιές νερό. Άμα με κοίταζε με κείνα τα μεγάλα και μαύρα μαύρα μάτια του, μου φαινόταν πως είχα τη Ζωίτσα μπροστά μου. Έκαμα κι άλλα παιδιά με την Ακριβή, μα να ειπώ την αμαρτία μου, ούτε ήθελα να τα βλέπω. Σιχάθηκα τη μάννα, σιχάθηκα και τα παιδιά. Για κείνο κι η Ακριβή θύμωνε. – Κουρούνη! δεν τηράς και τ’ άλλα σου παιδιά! Δεν ξέρω τι βρίσκεις σ’ αυτό το τιποτένιο! έβριζε. Έτσι διάβαιναν τα χρόνια. Ο Βασίλης έφτασε δεκαπέντε χρονών· παιδί παλικάρι! Σου πάταγε δουλειά για τρία μεροκάματα. Μα η Ακριβή δεν έπαυε τις γρίνιες της. – Να σου ειπώ, Ακριβή, της λέω μια μέρα που έλειπε το παιδί. Τι έχεις και τρώγεσαι με το Βασίλη;. Τώρα το παιδί μεγάλωσε· καταλαβαίνει την προσβολή. Έπειτα οι σπιούνοι δε λείπουν από τον τόπο. Μπορεί να το κάμουν να θυμώσει και να μας πετάξει όξ’ από το σπίτι! – Όξ’ από το σπίτι!… – Ναι· το σπίτι είναι της μάνας του. Τα χωράφια, τ’ αμπέλια, όλα της μάνας του. είναι. Από σένα δεν πήρα τίποτα. – Δεν πήρες τίποτα, μα πήρες γυναίκα που δε σου ’πρεπε, μ’ έκοψε κείνη θυμωμένη. Ορίστε! μίλα της τώρα. – Όλα καλά τα λόγια που λες, γυναίκα· μ’ αν θυμώσει ο Βασίλης, μας πετάει όξω και περπατούμε γδυτοί, εμείς και τα παιδιά μας. Ωχ! σαν της είπα έτσι. Άναψ’ ο γιαλός και κάηκαν τα ψάρια. – Να πάρει το σπίτι! Να περπατήσουν γδυτά και πεινασμένα τα παιδιά μου! Τα φαρμακώνω! φώναξε η σκύλα. Εγώ τρόμαξα, καθώς την είδα έτσι. Κρύος ίδρωτας μ’ έπιασε σαν άκουσα να ειπεί: τα φαρμακώνω! Μα τα λόγια μου έκαμαν τη δουλειά τους. Από τότε κλειδωνιά έβαλε στο στόμα της. – Βασίλη μου από δω – Βασίλη μου από κει, το πήγαινε. Έπαψε τις φωνές, έπαψε τις γρίνιες και άρχισε να καλοπιάνει και μένα… Πήγε η καρδιά στη θέση της. Α! δεν είναι άλλο καλύτερο από την ομόνοια μέσα στο σπίτι. – Δόξα να ’χει ο Θεός! έλεγα που ’φαγα γλυκό ψωμί. Και λησμόναγα τα παλιά μου τα βάσανα. Αχ! πού να ήξερα πως τα λόγια της ήταν γεμάτα φαρμάκι. Σε λίγο, σαν κατάλαβε πως μ’ έφερε στα νερά της, άρχισε να μου καλαναρχά τα λόγια που της είπα εγώ πρωτύτερα: – Θα μας πάρει το βιός μας· θα μείνουμε γδυτοί και πεινασμένοι εμείς και τα παιδιά μας! Μωρέ ας βγαίνει ο ήλιος κι ας βγαίνει στα βουνά! Ας ζει το παιδί μου κι ας κάμει ό,τι θέλει· έλεγα μέσα μου. Μα εκείνη τη δουλειά της· μέρα νύχτα τριβέλι με πήγαινε. – Να· εγώ το σκοτώνω, σα δεν έχεις καρδιά εσύ! Σα δεν πονείς τ’ άλλα σου παιδιά! Δεν είχα καρδιά! δεν πονούσα τα παιδιά μου! Αμ για κείνα τα παιδιά είναι που κάνει τόσα και τόσα ο άμοιρος ο γονιός. Κλέφτης γίνεται, άδικος, ψεύτης, φονιάς και πάντα για τα παιδιά του. Τι το θέλεις· μ’ έφαγε κείνη η γλώσσα! Όσο μπόρεσα βάσταξα· δεν μπόρεσα πια! Ήταν θυμούμαι στα καλαμπόκια. Αποβραδίς ήρθαν δυο τρεις γειτόνοι και λέγαμε παραμύθια για να περάσ’ η ώρα. Είχαμε και λίγο κρασί και κουτσοπίναμε. Έβλεπα την Ακριβή που με συχνοκερνούσε με γέλια και χαρές· μα πού να ξέρω το φίδι που με δάγκωνε στην καρδιά! Σαν έφυγαν οι γειτόνοι πήγαμε και μεις να πλαγιάσουμε στην καλύβα. Ο Βασίλης, δεκάξι χρονών παλικάρι, κοιμότανε στ’ αλώνι, στο σωρό κοντά. Η Ακριβή άρχισε πάλι τη δουλειά της. Μου πιπίλισε το μυαλό με τα λόγια της. Εγώ ήμουνα σκοτισμένος από το κρασί. Δεν ήμουν πια ο Θανάσης Βρυσιώτης, ο προκομμένος του χωριού παρά ένα ζωντόβολο. Η Ακριβή το κατάλαβε και βάσταξε το σκοπό της. Και μέσα στο χάραμα, χωρίς να ξέρω τι κάνω, μ’ έβαλε στον τράφο, με γονάτισε, μου ’δωκε το ντουφέκι στο χέρι, κι έριξα! Αχ! ανάθεμα που ακούει γυναίκας λόγια!… Πάει το παιδί μου, χάθηκε! Θυμούμαι στο αχνό φως του φεγγαριού, ένα μαύρο πράμα να κατρακυλά και να δέρνεται στ’ αλώνι! Και μέσα στο αλύχτημα των σκυλιών, άκουσα ένα ωχ! Εκείνο το ωχ! με πάγωσε. Όταν σε λίγο έτρεξαν οι χωριανοί, με ήβραν εκεί καρφωμένον, με το ντουφέκι ακόμη στο χέρι να τους κοιτάζω άλαλος. Έξι μήνες έχω που βγήκ’ από τη φυλακή· μα δε μου βαστά η καρδιά να πατήσω στο χωριό. Αλήθεια μια φορά πήγα νύχτα να ιδώ και να φιλήσω το μνηματάκι του γιου μου· μα πού!…Τα κυπαρίσσια έγειραν να με δείρουν με τις κορφές τους και άκουσα να μου φωνάζουν: – Πίσω φονιά! πίσω!… Λάκισα· και γυρίζω τώρα χωρίς ελπίδα, χωρίς παντοχή, μακριά από το σπίτι μου, δίχως φίλους και δικούς. Αλίμονό του που ακούει γυναίκας λόγια! Μα έγνοια σου και κείνη έμαθα την κατάντια της. Κακήν κακώς ξεψύχησε!… Ανδρέας Καρκαβίτσας Painting : Artemisia Gentileschi- Jael and Sisera-1620</description><pubDate>Wed, 24 Jan 2024 22:53:03 GMT</pubDate><category>Πεζά</category></item><item><title>Παράξενο πέρασμα στον πύρινο κύκλο (Νίκος Τσίντρος)</title><link>https://www.poihtikesfones.gr/parakseno-perasma-ston-pyrino-kyklo-nikos-tsintros/</link><guid isPermaLink="true">https://www.poihtikesfones.gr/parakseno-perasma-ston-pyrino-kyklo-nikos-tsintros/</guid><description>Παράξενο θα σου φανεί, πως μια κακόμοιρη ψυχή, στολίζει με τ’ αστέρια, το μικρό της σπιτικό γεμάτο ευτυχία. Παράξενο θα ακουστεί, πως το κεφάλι σκύβουν, υπόδουλοι, στους αρεστούς του όχλου και της μάζας, αυτοί, που στολίζουνε το σπίτι τους μ’ αστέρια και ελπίδα για μετά θάνατο ζωή, με πλούτη και γαλήνη. Παράξενο θα σου φανεί, το γέννημα του κόσμου από λάσπη και πηλό. Πνοή ανθρώπου φύσεως στον όγκο και στο σχήμα. Παράξενο θα ακουστεί, πως η ελπίδα δίνεται σαν φως μέσα στη νύχτα. Αντικαταβολή αρχαίου χρήματος στην αγιασμένη πύλη. Γενιές, ολόκληρες στρατιές, μοχθούνε με ιδρώτα, μέσα της να περάσουνε. Τις αμαρτίες να σβήσουνε, το σκότος να υποτάξουν. Παράξενο θα σου φανεί, πως ορισμένοι, λόγο φέρουνε, σαν θάλασσα στην έρημο. Σαν τύχη μες τον Άδη. Παράξενο θα ακουστεί, πως όποιον λόγο κι αν γραφτεί, κανείς δε θα διαβάσει. Ο κόσμος έχει τυφλωθεί. Αδυνατεί. Σκύβει το κεφάλι. Στο δήμιο μπροστά παρακαλεί, να τελειώνει γρήγορα, γιατί έπονται κι άλλοι. Νίκος Τσίντρος</description><pubDate>Wed, 24 Jan 2024 22:53:03 GMT</pubDate><category>Λιθοξόος Άνεμος (Νίκος Τσίντρος)</category></item></channel></rss>